<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><rss xmlns:atom='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0' version='2.0'><channel><atom:id>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875</atom:id><lastBuildDate>Sun, 20 May 2012 16:25:29 +0000</lastBuildDate><title>Ελένη Γκίκα</title><description></description><link>http://elenigika.psichogios.gr/</link><managingEditor>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</managingEditor><generator>Blogger</generator><openSearch:totalResults>73</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>25</openSearch:itemsPerPage><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-5432940753569357134</guid><pubDate>Tue, 15 May 2012 10:23:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-05-15T13:23:42.371+03:00</atom:updated><title>Υπογράφοντας “εν λευκώ” στη ζωή</title><description>“Όποιος δεν χάνει, δεν βρίσκει”. Φράση με την οποία ξυπνούσα σαν μάντρα με ένα βάρος στο στήθος κάθε πρωί. Κοιμόμουν με το “κανείς δεν φτάνει στην Ανάσταση δίχως να ζήσει τη Σταύρωση”, αλλ' όμως σαν άνθρωπος επιθυμούσα ανάσταση υπογράφοντας ωστόσο “εν λευκώ” κάθε πρωί στη ζωή.  Ιούνιος του 2011 και έχουν έρθει ήδη τα πάνω- κάτω. Νέα ήθη και έθιμα, καινούργιοι όροι όπως Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Μηχανισμός Στήριξης στην πολιτική αλλά και μια εφιαλτική καθημερινή πραγματικότητα, νεόπτωχοι, ανεργία που αυξάνεται, επιχειρήσεις που κλείνουν, ανασφάλεια, χρηματιστηριακή φούσκα που σκάει η μέχρι χθες καθημερινή μας ζωή. Και ταυτοχρόνως εγώ στο ταμείο για να πληρώσω και για τη δική μου προσωπική ζωή. Κανάλια κι εφημερίδες που συρρικνώνονται ή κλείνουν και ο μπαμπάς πριν “φύγει” να με ψάχνει τα βράδια, “κυρία, θα μου πείτε πότε θα έρθει και το δικό μου παιδί;” “ήρθα μπαμπά μου, εδώ είμαι, πάμε για ύπνο”, “αχ δεν μ' ακούτε, περιμένω χρόνια αυτή την ώρα την κόρη μου”, ο μπαμπάς να με ψάχνει όπως ήμουνα πριν. Κι ό,τι ξέραμε να φεύγει σαν κινούμενη άμμος. Τίποτε απ' ότι ζούσαμε και ήταν απλώς μέχρι χθες “η ζωή” δεν- είναι- πια- η-δική-μας- ζωή. Να χαθώ ήθελα. Σαν την ωραία κοιμωμένη να πέσω σε νάρκη και να ξυπνήσω στο χθες. Στο σπίτι, στην εφημερίδα, στον κόσμο στο μεταξύ να έχουν αλλάξει ή μάλλον ακόμα χειρότερα να-αλλάζουν-όλα-αυτήν-εδώ-τη-στιγμή.  Ήταν Δευτέρα και το μόνο που επιθυμούσα ήταν να το βάλω στα πόδια, αν γίνεται, και από την δική μου ζωή. Στο διάδρομο της εφημερίδας η γνώριμη κατευναστική φωνή του Στράτου (Ταφλαμπάς, υπεύθυνος των πολιτιστικών σελίδων του Έθνους), “Ελένη, μπορώ να σου πω;” “Ξέρω – κανείς πια δεν μπορεί να προσποιηθεί πως δεν ξέρει- αλλά πώς θα σου φαινόταν αστείες ιστορίες στο Έθνος; Μια σελίδα για όσο κρατήσει το καλοκαίρι, από την λογοτεχνία, ξέρεις εσύ”. “Η λογοτεχνία είναι μαύρη, ό,τι φωτεινό απ' το έρεβος βγαίνει, με τα καλά του και στα καλά του δεν γράφει κανείς”, “κι εγώ τώρα θέλω να φύγω”, από μέσα μου το 'πα, γιατί πώς γίνεται να φεύγει κανείς απ' τη δική του ζωή. “Όμως αν είναι Ιστορίες με Καλό Τέλος...” “Και πώς; πού; Μεσ' στο κατακαλόκαιρο ποιοι θα μας γράψουν;” Αλλά τον χαμένο ποτέ δεν τον κόφτει ακόμα αν χάνει με θυμάμαι να λέω “κι ο μπαμπάς μου μάλλον πεθαίνει, όμως απόψε εγώ θα τους πω”. Σ' ένα δίωρο έγιναν όλα. Ο Στράτος πήγε στον Θανάση Τσεκούρα (Διευθυντής), κατεβαίνοντας μου έγνεψε ναι, ρομποτάκι κι αρχίζω, Μάρω Βαμβουνάκη, πρώτα οι φίλοι, “Μάρω, έχεις γράψει Ιστορίες με Καλό Τέλος κι έτσι όπως έγινε η ζωή μας θα γράψεις μια και για μας;” Κι αμέσως... Φωτεινή Τσαλίκογλου, Αντώνης Σουρούνης, Λένα Διβάνη, Βασίλης Βασιλικός, με μάτια που καίνε η επαναλαμβανόμενη φράση “Ιστορία με καλό τέλος”, “μέσα στο έρεβος, ξέρω, ξέρω”, “σε μια εβδομάδα, για το Έθνος, ακριβώς!”  Οι ιστορίες γράφτηκαν. Κι ήταν αυτό το καλό “εν λευκώ” μέσα στην Ιστορία και στην προσωπική μας ιστορία που επώδυνα πια αλλάζει πλευρό. Δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα “Το Έθνος” για όλο το καλοκαίρι, κάθε μέρα το πρόβλημα και η λύση, κάθε μέρα η ζωή που σκοντάφτει και η ελπίδα που έρχεται, το καλό που θα βγεί, δεν μπορεί, απ' το κακό... Είχαν προλάβει να δημοσιευθούν δύο, το πολύ, τρεις ιστορίες, όταν μου τηλεφώνησε ο Δημήτρης Ποσάντζης “ο κύριος Καστανιώτης προτείνει να γίνουν βιβλίο”, εγώ φυσικά τι να πω, η- ελένη-της-σιωπής.  Έξι μήνες πέρασαν κι εμείς από Μνημόνιο σε Μνημόσυνο. Ο μπαμπάς “έφυγε”, εγώ έμεινα, οι ιστορίες αποφασίζουν να γίνουν βιβλίο, οι καλοκαιρινές μας ιστορίες με το καλό τέλος τώρα “τέλος καλό, όλα καλά”, “εν λευκώ”.                         Ελένη Γκίκα                        Φεβρουάριος 2012  αν μου επιτρέπεται, αφιερώνονται στον μπαμπά μου, κι ευχαριστώ τον Στράτο Ταφλαμπά, τον Δημήτρη Ποσάντζη, τον Θανάση Τσεκούρα, τον Θανάση Καστανιώτη κι όλους τους συγγραφείς.      ΥΓ. Το βιβλίο κυκλοφόρησε σήμερα από τις εκδόσεις “Καστανιώτη”.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-5432940753569357134?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/05/blog-post_15.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-3349684882328773732</guid><pubDate>Wed, 02 May 2012 12:09:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-05-02T15:09:14.941+03:00</atom:updated><title>“Κυριακή απόγευμα στη Βιέννη” της Μάρως Βαμβουνάκη</title><description>“Να προσέχεις το βλέμμα περισσότερο από τα λόγια, της έλεγε. Μην κρίνεις από τις πράξεις αυτές καθαυτές. Να γυρεύεις την κρυμμένη πρόθεση, εκεί είναι η καθαρότητα ή όχι της καρδιάς. Ένας εγωπαθής διαλέγει και ρόλο αγίου, μοιράζει περιουσίες στην ελεημοσύνη. Όμως σκοπός του δεν είναι το έλεος, είναι ο αυτοθαυμασμός, η επίδειξη, ένας θρίαμβος στους γύρω. Μην εμπιστεύεσαι τα συναισθήματά σου, ούτε αγαπώ, ούτε δεν αγαπώ να λες εύκολα. Δε συμπονάς όσο νομίζεις. Συμπονούμε και από ταύτιση, όχι από ανθρωπιά. Eίναι ο φόβος μη συμβεί και σ’ εμάς το ίδιο κακό και προληπτικά το προβάρουμε. Πάντα εγώ! Ο πλησίον μένει απόμακρη γη. Η ουτοπία του άλλου! Η ψυχή είναι πανίσχυρη. Μην κολλάς στην ψυχανάλυση, προορίζεται για τις πληγές, μετά χρειάζεσαι την πνευματική περιπέτεια, μόνη σου. Όπως πας σε ορθοπεδικό αν σπάσεις ένα πόδι. Θα σου γιατρέψει το κάταγμα, δε θα σου μάθει να βαδίζεις, ούτε το δρόμο, ούτε βέβαια τον προορισμό. Η ευθύνη σου είναι αμεταβίβαστη. Ετοιμάσου να με εγκαταλείψεις πριν παραλύσεις στο ντιβάνι μου!”  υγ. Η αγαπημένη της λέξη: Τώρα, σαν την γερόντισσα. Και Ελευθερία. Μαζί με την Αγάπη. Έτσι λοιπόν καταλύοντας “το παραμύθι της εύκολης ζωής” η Μάρω έρχεται να μας υπενθυμίσει την όντως ζωή και το Αυριομυστήριο.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-3349684882328773732?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/05/blog-post.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-8064834772472611026</guid><pubDate>Mon, 23 Apr 2012 11:48:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-04-23T14:48:42.384+03:00</atom:updated><title>Αυτά που κοιτάμε κάθε μέρα αλλά δεν τα βλέπουμε</title><description>Γράφει ο Βασίλης Μόσχης  για το μυθιστόρημα “Η γυναίκα της βορινής κουζίνας”, Εκδ. Καλέντη  22/4/2012  Ο κόσμος ο μικρός ο μέγας της Ελένης Γκίκα. Σκαλίζοντας στιγμές σε ένα χρόνο που τρέχει αδιαμαρτύρητα, σκορπίζοντας ένοχα μυστικά, κρυφές ελπίδες και άδοξες υποσχέσεις, μια ζωής που έχει αρχή και τέλος, η Ελένη Γκίκα ζωγραφίζει τη γυναίκα στην ανεξιχνίαστη ατέρμονη πορεία της. Την ξεδιπλώνει, δείχνει καταιγιστικά τις ανήμπορες στην επιφάνεια απορίες της και με σημειωτόν δρασκελιές ανιχνεύει το κουρασμένο της κορμί, τις έξοχες στιγμές ανύποπτων λεπτομερειών, ανοίγει τις πληγές της και τις αφουγκράζεται. Καταβυθίζεται στις πιο ανύποπτα ασήμαντες, αλλά συγχρόνως σημαντικές εικόνες κάτω από ένα άπλετο φως του ήλιου. Τα δείχνει όλα. Μας τα δείχνει όλα. Ξεκλειδώνει το σκοτάδι και ρίχνει μέσα φωτεινές γραμμές, σηματοδοτεί γωνίες και περάσματα για να τα προσέξουμε. Αυτά που κοιτάμε  κάθε μέρα αλλά δεν τα βλέπουμε. Μας αναγκάζει να τα δούμε, να τα νιώσουμε, δεν μας επιτρέπει να τα προσπεράσουμε. Είναι εκπληκτικά πανέμορφο το πόσο διεισδυτικά η Ελένη Γκίκα παρατηρεί με τη ματιά της δευτερόλεπτα στιγμών και τα δείχνει έντονα στο άγουρο βλέμμα μας. Αναπηδά από τη μια εικόνα στην άλλη, την αφήνει ακατέργαστη, την αφήνει ζωντανή και μας γεμίζει απορίες και εύστοχες ενοχές. Ένα γυμνό κορμί το μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα, παραδομένο στην ποίηση της ζωής, στη μαγεία της ψυχής. Με μια υποβόσκουσα ποιητική γραφή να αντιστέκεται στην καθημερινότητα που πυροβολεί, πληγώνει, χάνεται σε στιγμές και παραδίνεται στον τρόμο της.  Η πορεία των λέξεων μεθυστική. Ακολουθεί όνειρα και παγίδες και ατενίζει ως πέρα μακριά το πείραμα της ζωής που ξεκινά και χάνεται και πάλι από την αρχή με τα ίδια όνειρα, τις απαράμιλλα ίδιες εκτροπές, μια γιορτή που υπόσχεται πολλά και γνέθει λιγότερα. Είναι η ίδια η ζωή που κρύβει καλά μέσα της το αναπάντεχο που άλλοτε το χάνει και δεν το βρίσκει και άλλοτε το προσφέρει πλουσιοπάροχα δια παν ενδεχόμενο. Ακολουθεί απλές κινήσεις, αδιάφορες και άνευ σημασίας, αλλά είναι αυτές που παράγουν συναισθήματα, απλές σκέψεις και βουτιές σε κλυδωνίζοντες  στοχασμούς. Είναι ο πόθος για γερές και ανεξάντλητες ανάσες. Η συγγραφέας κρατώντας γερά τη γραφίδα της βγαίνει στο δρόμο, τρέχει στις λεωφόρους κλειδώνεται σε τέσσερις τοίχους και αναπολεί το παρελθόν για να γνωρίσει το μέλλον. Ένα άτακτο ταξίδι στις εικόνες και στις γεύσεις, ένα πιστό αντίγραφο της ζωής μας. Ακουμπά με τα δάχτυλά της τα συναισθήματα των ηρωίδων της για να τα νιώσει καλύτερα, ακολουθεί τη σκέψη τους, για να νιώσει και αυτή καλύτερα. Και ανατρέχει στην τέχνη, ίσως εκεί βρει το μυστικό που την ταλανίζει. Ψάχνει να βρει ομοιότητες και παράλληλους βίους. Είναι η στιγμή που η πραγματικότητα αποσύρει το ψεύτικό της προσωπείο. Η Ελένη Γκίκα δεν έγραψε μόνο ένα μυθιστόρημα. Ξεκίνησε ένα μακρινό ταξίδι και περιπλανήθηκε σε φώτα και σκοτάδια, έκλαψε και γέλασε, μετάνιωσε και ξεπρόβαλε μέσα από τα σκοτάδια μας για να απλώσει τα χέρια της και να μας δώσει αυτό που αναπνέουμε καθημερινά αλλά δεν αντιλαμβανόμαστε. Η απολαυστική της γραφή θα σας προκαλέσει να την ξαναδιαβάσετε. Για να ανακαλύπτετε κάθε φορά καινούρια μονοπάτια, μέσα από ένα όλο και περισσότερο ολοκάθαρο βλέμμα. Για να ανακαλύψει η γυναίκα τη γυναίκα. Για να ψηλαφίσει ο άντρας τη γυναίκα!   Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: Από παιδί περπατά χωρίς να κοιτά. «Άνοιξε επιτέλους τα μάτια, παιδί μου!» την ακούει – η πανταχού παρούσα μαμά! Βηματίζει αργά, μηχανικά… Κοιτάζοντας αφηρημένα, με εκείνη τη διαρκή έσωθεν όραση, στραμμένη λες στα σπλάχνα… Βαδίζει αργά, σταθερά, πριγκιπικά – όπως εκείνη της έχει μάθει να περπατά. Έστω και κάπως πυρετικά. Σαν υπνοβάτης, δηλαδή, χωρίς να κοιτά…  Εκείνη και η Άλλη. Ο εαυτός και το ψεύδος… Τέσσερα τετράγωνα τις χωρίζουν. Τόσο κοντά, και ταυτόχρονα τόσο πολύ μακριά… Την ίδια θάλασσα βλέπουν. Το ίδιο βουνό, από την πίσω πλευρά. Δεν συναντήθηκαν ποτέ. Μονάχα στον καθρέφτη. Κι ανάμεσά τους εγώ, που τις βλέπω, που με επινόησαν εκείνες – ή που υπήρξα εγώ εκείνη που τις επινοώ.  Η Αρσινόη –πρόσωπο ή προσωπείο, Ράνια ή Αριάδνη, και Γερτρούδη, και Ουλρίκα– ακροβατεί ανάμεσα στο όνειρο και στην αληθινή ζωή: υποφέρει και πονάει, φοβάται και φεύγει, γράφει για να ξεχάσει, μαγειρεύει για να υπάρξει, νοσταλγεί και θρηνεί, ελευθερώνεται και ζει!   Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας, αυτή!    Από τη στήλη ΒΙΒΛΙΟ των εφημερίδων  ΟΛΥΜΠΙΟ ΒΗΜΑ | ΚΑΤΕΡΙΝΗ ΘΑΡΡΟΣ |ΚΟΖΑΝΗ ΕΠΙΚΑΙΡΑ | ΒΕΡΟΙΑ&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-8064834772472611026?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/04/blog-post_23.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-8780605661921118558</guid><pubDate>Mon, 16 Apr 2012 09:46:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-04-16T12:46:06.841+03:00</atom:updated><title>«Τα όνειρα, όπως και το φιλί, και η γραφή, αφήνουν τη δική τους, ολόδική τους υπογραφή»</title><description>Στο http://www.artmag.gr/art-articles/arts/about-art/3576#.T4sd3L_L6gk.facebook&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συντάκτης: Γιάννης Φαρσάρης    &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τετάρτη, 11 Απρίλιος 2012 02:38 &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρουσίαση του νέου βιβλίου της Ελένης Γκίκα με τίτλο «Η γυναίκα της βορινής κουζίνας», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καλέντη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;Η συγγραφέας στο νέο της βιβλίο καταθέτει την αγωνιώδη προσπάθεια μιας γυναίκας που αναζητά ταυτότητα μέσα στη ζωή, η οποία φαίνεται να την έχει θέσει στο περιθώριο. Και το περιθώριο της ζωής έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον καθώς, όπως διαβάζουμε «αποτελεί κέντρο για του καθένα τη ζωή. Με ανεπίδοτες λαχτάρες και καταχωνιασμένες επιθυμίες, τόσο βαθιά, ώσπου ξεχάστηκαν τελικά». Η Ελένη Γκίκα συνθέτει την εικόνα μιας γυναίκας που αποζητά να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει τα όνειρά της, να τιθασεύσει τις εσωτερικές της φωνές και να κατακτήσει την αυτογνωσία. Μιας γυναίκας που αγωνίζεται να καταλάβει σε τι έσφαλε, και οι σχέσεις που ανέπτυξε με τους άλλους δεν στηρίχθηκαν ποτέ σε στέρεο έδαφος. Μιας γυναίκας που σύμφωνα με τη συγγραφέα, δυσκολεύεται να παραδεχτεί ότι «τις δυστυχίες μας τις δημιουργούμε εμείς και μόνο και ότι επάνω σ' αυτές μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τα ίδια μας τα δαχτυλικά αποτυπώματα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ελένη Γκίκα αποδίδει τις σύνθετες ψυχολογικές και συναισθηματικές διακυμάνσεις της Γυναίκας της Βορινής Κουζίνας, η οποία διχάζεται καθώς έρχεται αντιμέτωπη με τους πολλαπλούς της ρόλους, με τις αντιφάσεις, τις τραυματικές απώλειες, τις συχνά επιβαλλόμενες δεσμεύσεις και τελικά με τις αλήθειες της ζωής της, τις οποίες δεν κατάφερε να αντικρίσει έως τώρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο δυτικό καθρέφτη προβάλλονται ενσαρκωμένες σε άλλες γυναίκες όλες οι διαφορετικές πτυχές του εαυτού της. Η Ράνια ή Αριάδνη, η Αρσινόη, η Γερτρούδη, η Ουλρίκα. Ποτέ τους δε συνομιλούν μεταξύ τους. Αρκούνται στις σιωπηλές συναντήσεις μέσα στους χώρους του σπιτιού. Είναι άραγε όλες τους επινοήσεις της φαντασίας της ή μήπως όψεις του πραγματικού της εαυτού, όπως αυτός μετεξελίχθηκε στο χρόνο; «Τα σπέρματα των μελλοντικών γεγονότων τα κουβαλάμε μέσα μας», διαβάζουμε στο βιβλίο. Και λίγο πιο κάτω: «είμαστε ό,τι ζήσαμε και ό,τι μάθαμε. Μ' αυτά πορευόμαστε και βλέπουμε τα αντίστοιχα γύρω μας – αντικατοπτρισμός σε αινιγματικό καθρέπτη». Όπως και να έχει, το βέβαιο είναι ότι καθεμιά τους αποτελεί μια λογοτεχνική persona αυθύπαρκτη, μιας και η συγγραφέας έχει φροντίσει με ευαισθησία να φωτίσει ολόπλευρα το ήθος και την ψυχοσύνθεσή της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ηρωίδα αρέσκεται να αναπαράγει με τη μνήμη της, στιγμές του παρελθόντος που τη στιγμάτισαν. Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας αναζητά απεγνωσμένα διόδους απόδρασης μέσα από τη λυτρωτική δύναμη της μνήμης. Θα έλεγε κανείς ότι με τον τρόπο αυτό επιχειρεί εναγωνίως να αναπληρώσει τα κενά του παρόντος της. Ο αφηγηματικός χρόνος συχνά ταυτοποιείται με αυτόν της συναισθηματικής μνήμης, καθώς η ηρωίδα ακροβατεί ανάμεσα στο παρόν και σε στιγμές του παρελθόντος της, χαρακτηρισμένες τόσο από δηλώσεις, όσο και από άκρως ενδιαφέρουσες αποσιωπήσεις. Άλλωστε, στο βιβλίο οι διάλογοι τοποθετούνται χρονικά στο παρελθόν. Στο παρόν κυριαρχούν οι σκέψεις και τα παράδοξα επινοήματα του νου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διαβάζουμε σχετικά: «Βουτηγμένη στο θαύμα είναι όλη μας η ζωή, αλλά το μεγάλο αγκάθι είναι ο λογισμός. Μεγάλη αρρώστια στην εποχή μας ο λογισμός! Ακόμα και χρυσάφι να βάλεις μέσα του, αν είναι χαλασμένος,... σφαίρες θα βγάλει».&lt;br /&gt;Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας όμως δεν είναι μια ηρωίδα απομονωμένη στον προσωπικό της χώρο, αναζητώντας τις απαντήσεις στα «γιατί» της ζωής της. Ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο αυτό. Η ηρωίδα αφουγκράζεται τους κραδασμούς της κοινωνίας και εξεγείρεται ενάντια στις τρομοκρατικές ενέργειες της εξουσίας που ευθύνονται για τον άδικο χαμό του νεαρού αγοριού στα Εξάρχεια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος είναι μια γυναίκα πολυδιάστατη. Είναι η κόρη που έχασε πρόωρα τη μητέρα της, είναι η μητέρα που αφιερώνεται στην αναζήτηση του αγαπημένου της γιου, είναι η προδομένη σύζυγος, η γυναίκα που αναζητά τον έρωτα, η συνεπής επαγγελματίας μεταφράστρια, η γυναίκα που γράφει και την ίδια στιγμή φτιάχνει μαντλέν για να ξορκίσει τον πόνο. Στο τέλος του βιβλίου η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας σχεδόν συμβολοποιείται, αφού φαίνεται να αντιπροσωπεύει τη γυναίκα ως φύση βιολογική, συναισθηματική, πνευματική και κοινωνική.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γλωσσική εκφορά της συγγραφέως είναι λιτή και ταυτοχρόνως περίτεχνη, καθώς η Ελένη Γκίκα επιλέγει λέξεις με έντονη φόρτιση για να αποδώσει τις εκρήξεις και τις απελπισμένες κραυγές του εσωτερικού κόσμου, γεγονός που χαρίζει ιδιαίτερη αισθαντικότητα στο λόγο της. Η γραφή της θα λέγαμε ότι είναι βαθιά υπαινικτική και την ίδια ώρα εξόχως τολμηρή, μαρτυρώντας τη μακρά θητεία της συγγραφέως στο χώρο της ποίησης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ελένη Γκίκα στο τελευταίο μυθιστόρημά της ενσωματώνει αρμονικά φιλοσοφικούς στοχασμούς πολλών επιφανών ανθρώπων του πνεύματος. Συνομιλεί με ευχέρεια με συγγραφείς, με τους οποίους νιώθει ότι έχει συγγένεια. Εκτός από τον Ντάρελ, η σκέψη του οποίου κυριαρχεί στο κείμενο, ο Μπόρχες, ο Περβέρ, ο Κάφκα, ο Ντίκενς, η Σέξτον, ο Προύστ, ο Γιουνγκ, ο Φρόυντ, ο Ουγκώ, ο Πεσσόα είναι οι συγγραφείς με τους οποίους συνδιαλέγεται, με τρόπο που καταδεικνύει πόσο η ίδια έχει αφομοιώσει το πνεύμα τους. Επιπλέον, η συγγραφέας συνθέτει έξοχες ποιητικές εικόνες εμπνευσμένες από τον Σεφέρη και τον Τζόυς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ελένη Γκίκα είναι βέβαιο ότι απευθύνεται σε απαιτητικούς αναγνώστες που αναζητούν από ένα βιβλίο να εγείρει ερωτηματικά, παρά να παράσχει έτοιμες απαντήσεις. Οι αναγνώστες καθαίρονται από τη βασανιστική διαδρομή της ηρωίδας σ' ένα χρόνο άχρονο (η ηρωίδα ταλαντεύεται ανάμεσα σε παρόν και παρελθόν) που αποκαλύπτει ωστόσο σύγχρονες κοινωνικές αλήθειες που πληγώνουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τα όνειρα, όπως και το φιλί, και η γραφή, αφήνουν τη δική τους, ολόδική τους υπογραφή. Κάποιοι από μας, στη συνέχεια, είναι πιο ικανοί στην αποκρυπτογράφηση»&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-8780605661921118558?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/04/blog-post_6174.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-4741588327036535370</guid><pubDate>Mon, 16 Apr 2012 09:24:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-04-16T12:24:39.746+03:00</atom:updated><title>Ύμνος και Θρήνος</title><description>Για το βιβλίο  «Η γυναίκα της βορεινής κουζίνας» της Ελένης Γκίκα (Εκδ. Καλέντη)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γράφει η Βίκυ Κόλλια&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Η λογοτεχνία όπως και κάθε μορφή τέχνης, ισοδυναμεί με την ομολογία, ότι η ζωή δεν αρκεί»&lt;br /&gt;Όπως πολλές έννοιες και προσδιορισμοί εκπίπτουν από την αρχική τους υπόσταση, ακριβώς έτσι και η δημοσιογραφία απέκτησε τιμητές, κατήγορους και αμφισβητίες. Δεν είναι ψέμα πως, από τον χώρο της ενημέρωσης, λιγότερο έντυπο και κυρίως ηλεκτρονικό, εκπορεύεται η συνείδηση που δυστυχώς συχνά φτάνει παραποιημένη στο κοινό.&lt;br /&gt;Στοχοποιούνται, όπως είναι επόμενο, οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι θεωρούνται από πολλούς συνυπεύθυνοι για την γενικότερα διαταραγμένη κατάσταση στην οποία έχει επέλθει η χώρα.&lt;br /&gt;Και όμως, η δημοσιογραφία, όπως και τα συνθετικά της λέξης ορίζουν, αφορά μια μορφή γραφής που απευθύνεται στο λαό.&lt;br /&gt;Η κα. Ελένη Γκίκα και από την επιτυχημένη δημοσιογραφική της πορεία και από τη μυθιστορηματική της αναζήτηση αποδεικνύει ότι άξια φέρει τον τίτλο της δημοσιογράφου που τολμηρά αλλά και με σεβασμό έχει εισβάλλει και στο χώρο της λογοτεχνίας.&lt;br /&gt;Και δεν είναι εύκολο πραγματικά, σε μέρες που πολλοί αυτοπροσδιορίζονται ως συγγραφείς, να γίνει κάποιος αποδεκτός ως πνευματικός δημιουργός. Θεωρώ πως εκείνος που εκτιμά και τιμά έναν τέτοιο τίτλο και επιθυμεί επάξια να τον φέρει, οφείλει να αποδεικνύει με κάθε του πόνημα  ότι τον αξίζει. Οι εξετάσεις γίνονται από το τμήμα εκείνο του αναγνωστικού κοινού που έχει αποφασίσει να βάζει ψηλά τον πήχυ, επιδιώκοντας και δικαίως την ποιότητα.&lt;br /&gt;Πόσο δύσκολο είναι άραγε, για μια επιτυχημένη και κοινά αποδεκτή δημοσιογράφο να επιλέγει τη λογοτεχνία ως μορφή αυτοέκφρασης; Πόσο τολμηρό και ριψοκίνδυνο; Φαντάζομαι πολύ, εφόσον η δημοσιογραφική πένα δεν είναι πάντοτε ικανή να παράγει λογοτεχνία. Αρκετοί το τόλμησαν, όχι πάντοτε με επιτυχία.&lt;br /&gt;Η κα. Ελένη Γκίκα διαθέτει ευαισθησία, ποιητική φλέβα, φιλοσοφική διάθεση και κυρίως σεβασμό στον αναγνώστη, στοιχεία που συνθέτουν μια πραγματική λογοτέχνιδα. Και σίγουρα δεν είναι εύκολο από τη σκληρή, βουτηγμένη στην κυριολεξία- κατ’ απαίτηση του κοινού- γλώσσα της δημοσιογραφίας να αρθρώσει κάποιος λογοτεχνικό λόγο.&lt;br /&gt;Η Ελένη Γκίκα, όπως είναι γνωστό, κινείται ανάμεσα στην πεζογραφία και την ποίηση με εξαιρετική ευελιξία. Πρόκειται προφανώς ένα δύσκολο εγχείρημα, που προφανώς απαιτεί υψηλή γνώση της ελληνικής γλώσσας αλλά και συγγραφικό χάρισμα, κάτι που εκείνη διαθέτει.&lt;br /&gt;«Η γυναίκα της βορεινής κουζίνας» είναι ένας ύμνος και ένας θρήνος για τη γυναίκα του χθες, του σήμερα, του αύριο.&lt;br /&gt;Η Ράνια, η Αρσινόη και η γυναίκα στον δυτικό καθρέφτη. Και ο καθρέφτης, ένα διαχρονικό σύμβολο ομορφιάς και αυτοπροσδιορισμού του γυναικείου φύλου. Το αθώο παιδικό βλέμμα, η πρώιμη συνειδητοποιημένη θηλυκότητα, της εφηβείας, η γυναικεία φιλαρέσκεια... η αγωνία της πρώτης ρυτίδας, το άγχος της μοναξιάς, της απώλειας του ερωτισμού, η αποδόμηση του γυναικείου συμβόλου... και η παράλληλη ανύψωσή της.&lt;br /&gt;Η εναλλαγή σκέψεων και συναισθημάτων από τις ηρωίδες, οι ημερολογιακής φύσης καταθέσεις ψυχής και η δυναμική παρέμβαση της αφηγήτριας στο μυθιστόρημα χαρίζουν μοναδική θεατρικότητα.&lt;br /&gt;Ίσως έγραφαν κοιτώντας τον καθρέφτη τους, χρίζοντάς τον σιωπηλό μάρτυρα της ζωής τους.&lt;br /&gt;Η σημειολογία στο μυθιστόρημα αυτό επικρατεί απόλυτα. Συμβολικά αναφέρονται τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά, η 15ηΑυγούστου, ακόμα οι μαντλέν που με πείσμα επιμένει να παρασκευάζει η Ράνια ακόμα και στις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής της. Ο χρόνος αποδεικνύεται άλλοτε εχθρός άλλοτε φίλος συμπονετικός και συνοδοιπόρος τους. Το κόκκινο παλτό του μικρού πρόωρα χαμένου κοριτσιού στη Μάνη, η μνήμη του αδικοχαμένου βρέφους της Αρσινόης, η βορεινή κουζίνα της Ράνιας, ‘ναός και τάφος’ αντίστοιχα, το ανατολικό γραφείο της Αρσινόης, το καταφύγιο και η φυλακή της, το Ζαραντάν, το περίεργο νησί, η κόλαση και ο παράδεισος.&lt;br /&gt;Δυο γυναίκες τόσο όμοιες- ακόμα και στην εμφάνιση- και τόσο ανόμοιες .Δυο ζωές παράλληλες που συγκλίνουν. Δυο σπίτια τόσο διαφορετικά. Το ένα ζεστό οικογενειακό, που με τον καιρό αδειάζει δραματικά, εκείνο της Ράνιας, το άλλο ψυχρό, αδιάφορο, εργένικο, με έναν νεαρό επαναστάτη τον Ορφέα να του δίνει προσωρινά ζωή. Δυο σπίτια φωλιά και παγίδα μαζί.&lt;br /&gt;Η Ράνια που έψαχνε ουρανό... «Γινόμαστε ό,τι ονειρευόμαστε», λέει ο Ντάρελ. Η Ράνια όμως μεγάλωσε, ωρίμασε, έγινε μητέρα και σύζυγος με όνειρα ανεκπλήρωτα. Η Ράνια, μια μητρική παρουσία από την αρχή έως το τέλος, να αποζητά αγκαλιά και τρυφερότητα, επιβεβαίωση και αποδοχή στον άνδρα της Φώτη, στα τρία της παιδιά, στον ανώνυμο εραστή. Μια αγκαλιά που στερήθηκε από τον πρόωρο χαμό της αδιάφορης μητέρας της και τον πρόωρο πνευματικό παροπλισμό του αγαπημένου της πατέρα.&lt;br /&gt;Η Ράνια, η προσωποποίηση της ενοχής, της ματαίωσης, της ακύρωσης αλλά και της καλοσύνης, της ανθρωπιάς, της ευαισθησίας. Τρία παιδιά, τρεις άγκυρες. Πώς να μπορέσει να ξεφύγει; Η Βεατρίκη, η Οφηλία και ο Ορφέας είναι το καταφύγιο από τα λάθη της, οι μόνες αδιαπραγμάτευτες, θετικές επιλογές της και ο λόγος να συνεχίζει να ζει...&lt;br /&gt;Μόνο που η μητρότητα δεν καλύπτει πάντοτε τα κενά. Κάποιες φορές μόνο τεχνητά και παροδικά τα σκεπάζει.&lt;br /&gt;Οι μαντλέν της και οι γκουρμέ βορεινή κουζίνα της δεν μπορούν να παραπλανήσουν και να κρατήσουν κοντά της τον Φώτη που προτιμά τελικά τις απλές και καθαρές γεύσεις. Ευτυχώς που η μαγειρική της δεινότητα δελέαζε τα παιδιά της. Ακόμα κι όταν εκείνα φεύγουν και η φωλιά αδειάζει, η Ράνια με πείσμα συνεχίζει να δημιουργεί στην κουζίνα της. Είναι άλλωστε η γυναίκα της Βορεινής κουζίνας ένα και το αυτό με τον χώρο της. Κανείς και τίποτα δεν θα την μετακινήσει από το βασίλειό της. Εκεί τουλάχιστον νιώθει ασφαλής και πλήρης. Ειδικά, όταν ο ‘Φώτης της’ έγινε απλά ‘ο Φώτης’ ο ηθελημένα αόρατος σχεδόν συγκάτοικος.&lt;br /&gt;Τόσο παρών μα και τόσο απών κι όμως τόσο όμοιος τελικά με τη Ράνια. Στην απώλεια της αδιάφορης μητέρας προστίθεται και η τραγική απουσία του Φώτη. Ευτυχώς, τα αποθέματα αγάπης της Ράνιας είναι ατελείωτα...το ίδιο και τα αποθέματα ενοχής.&lt;br /&gt;Ενοχική και η Αρσινόη, η άλλη ηρωίδα από μικρή κι εκείνη. ‘Γεμίζω ενοχές! Δεν θα με γεμίσεις εσύ ενοχές...’ Η μαμά της δεν αναγνώριζε ποτέ ότι είχε ενοχές, όπως δεν αναγνώριζε ποτέ της ότι έσφαλε.&lt;br /&gt;Ενοχική με το φαγητό που πιέζονταν να φάει από μικρή , ενοχική με τη μητέρα της που δεν κατάφερε ποτέ να την καλύψει αλλά που η Αρσινόη τόσο την αγάπησε και δεν πρόλαβε ποτέ της να το πει.&lt;br /&gt;Η Αρσινόη που ποτέ δεν ανήκε στο ανατολικό της γραφείο. Απλά, έμενε εκεί περιμένοντας την ανατολή μιας καλύτερης ζωής. Και η ξαφνική εισβολή του Φώτη στην καθημερινότητά της, στην Αλεξάνδρειά της ήταν μαγική. Βρήκε και νόμισε πως βρήκε το απάνεμο  λιμάνι της και όταν ετοιμάστηκε να αγκυροβολήσει η καρδιά της, εκείνος ο πρίγκηπας υπήρξε μια ζωή μονάχα μέσα στα χαρτιά. Η δική του άγκυρα, τα δικά του δεσμά ήταν βαριά, αφόρητα.&lt;br /&gt;Ευτυχώς, υπήρχαν για την Αρσινόη οι μεταφράσεις, η συγγραφή. Όμως, η αιφνιδιαστική και απροσδόκητη εμφάνιση του νεαρού Ορφέα κάνει και τη συγγραφή να φαντάζει ανεπαρκής. Χάρτινη φυλακή τα λέει τα βιβλία ο νεαρός επαναστάτης, η μεγάλη ανατροπή της ζωής της ύστερα από τον Φώτη. Εκείνος θα της αποκαλύψει το ψέμα που συντηρούσε τόσα χρόνια, τη ματαιότητα και το κενό που επέλεξε για ζωή.&lt;br /&gt;Τουλάχιστον, ο Ορφέας και οι συνομήλικοί του είχαν όνειρα και αγωνίζονταν για να τα δουν να πραγματοποιούνται. Ρίσκαραν κι ας κινδύνευαν. Όπως ο Άγγελος, που χάθηκε άδικα, σημαδεύοντας με τον χαμό του τις ζωές των φίλων του.&lt;br /&gt;Ο Ορφέας, ο γιος που αναζητούσε απελπισμένα η μητέρα του η Ράνια στους δρόμους της Αθήνας και ήθελε πάντα απεγνωσμένα η Αρσινόη. Ο Ορφέας, το παιδί του Φώτη.&lt;br /&gt;Ο Φώτης κι ο Ορφέας, οι δυο διακριτικές ανδρικές παρουσίες, θύτες και θύματα σ’ ένα μυθιστόρημα όπου η γυναίκα αυτοπεριγράφεται, αυτοπροσδιορίζεται.&lt;br /&gt;Υπάρχει έντονη ελληνικότητα στη γυναικεία παρουσία του μυθιστορήματος. Η υπερπροστατευτικότητα, η ανασφάλεια, η πρόσκόλληση στα παιδιά, οι νευρώσεις, η μαγειρική, η ανάγκη για ανδρική παρουσία, πληγή από τον απογαλακτισμό των παιδιών, τα σύνδρομα καταπίεσης.  Μεσογειακό πρότυπο γυναίκας τόσο τρυφερό κι όμως τόσο επικίνδυνα ανελεύθερο.&lt;br /&gt;Η ζωή που δεν έζησαν. Η Ράνια, η Αρσινόη ακόμα και ο Φώτης, ο συνδετικός τους κρίκος. Δίχως να το ξέρουν, δίχως να το ξέρει, δίχως να το θέλουν, χωρίς να το θέλει.&lt;br /&gt;Εκείνος, η άκρη του ξεχασμένου νήματος, εκείνος το τέλος και η αρχή μιας νέας, μιας άλλης, διαφορετικής ζωής και για τις δυο. Σε απόσταση αναπνοής η ζωή τους, τα σπίτια τους, η σκέψη τους, η καρδιά τους, το παρελθόν τους.&lt;br /&gt;Η Αλεξάνδρεια, ο Ντάρελ, η Μάνη, η μαγειρική, τα βιβλία, η συγγραφή...ο Φώτης.&lt;br /&gt;Η απουσία του αποδεικνύεται πιο ευεργετική για όλους από την απουσία του. Και τον ίδιο τον βασάνιζε τελικά η εσωτερική του ανεπάρκεια. Λυτρώνεται τραγικά, δραματικά. Κι αρχίζουν τα ταξίδια της ψυχής για την Αρσινόη και τον Ορφέα. Η ζωή και ο θάνατος. Ο καθρέφτης δεν μπορεί να απαντήσει, ούτε η γυναίκα του δυτικού καθρέφτη.&lt;br /&gt;Η αναζήτηση της αλήθειας και η αλήθεια που είναι τόσο φανερή, τόσο απλή, τόσο προσιτή.&lt;br /&gt;Το θεϊκό παρόν, που ο Ορφέας με την επίσκεψή του στο Άγιο Όρος ανακαλύπτει και μεταλαμπαδεύει στην Αρσινόη. Και ξαφνικά, όλα γίνονται απλά, φωτεινά, καθαρά.&lt;br /&gt;Οι φίλοι, η αγάπη και η γερόντισσα Γαβρηιλία ακόμα και η μαγειρική για την Αρσινόη γίνονται η νέα όψη της ζωής.&lt;br /&gt;Και η συγγραφή, αυτή θα είναι η νέα αλήθεια της Ράνιας. Τελικά, τώρα που υπάρχει στη ζωή της η Αρσινόη, το πλήρωμα του χρόνου είναι το κλειδί.  Κι ο καθρέφτης εκεί στη θέση του τις περιμένει να τον αντικρύσουν τώρα πια με καθαρή ματιά, ατρόμητες, με γνώση της δύναμης και της αδυναμίας τους, της υπεροχής και της μειονεξίας τους, της πληρότητας και της ανεπάρκειάς τους, της ευαισθησίας και του κυνισμού τους. Είναι η προσωπική αλήθεια για την Ράνια και την Αρσινόη, την αιώνια γυναίκα…&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-4741588327036535370?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/04/blog-post_16.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-4442302588646294238</guid><pubDate>Wed, 11 Apr 2012 11:01:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-04-11T14:01:45.423+03:00</atom:updated><title>Δεν υπάρχει τίποτα πιο απατηλό από τις προφανείς εξηγήσεις</title><description>Από την Βασιλική Πιτούλη στον “Βιβλιοφάγο” για το βιβλίο&lt;br /&gt;“Η γυναίκα της βορινής κουζίνας” της Ελένης Γκίκα, Εκδ. Καλέντη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τετάρτη 11 Απριλίου 2012&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σκοπεύω να το ξεκαθαρίσω ευθύς εξ αρχής: θεωρώ ότι με το μυθιστόρημά της αυτό, η Ελένη Γκίκα προσεγγίζει τη συγγραφική της ωριμότητα. &lt;br /&gt;Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία, μάλλον ισοδύναμα μεγάλα μέρη. Κάθε μέρος περιλαμβάνει πολλά κομμάτια (άλλωστε ο τεμαχισμός είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής) τα οποία όμως έχουν ένα κοινό: τρεις γυναίκες, τη γυναίκα στο ανατολικό γραφείο, τη γυναίκα της βορινής κουζίνας, και τη γυναίκα στον δυτικό καθρέφτη. Ο κατακερματισμός των οικιακών χώρων, της γυναικείας φυλακής. Κάθε κομμάτι εισάγεται από μια καταπληκτική ρήση, όπως: Στο σπίτι μου, που δεν είναι σπίτι μου… Είμαι ζωντανή τη νύχτα, είμαι νεκρή το πρωί! Σαν την κάμπια, πάνω στην άμμο της ζωής… Δεν υπάρχει τίποτε πιο απατηλό από τις προφανείς εξηγήσεις, τίποτε πιο μυστηριώδες από τη διαύγεια… Έτσι γυρίζει η κούπα του έρωτα, από τον ένα στον άλλο, η δηλητηριώδης κούπα του έρωτα… Στον κόσμο που γεννήθηκα, τα χάνει κανείς όλα… Αν είναι δυνατόν να μη συνεχίζουμε να παίζουμε ένα ρόλο… Μονάχα ένας άνθρωπος γεννήθηκε, μονάχα ένας άνθρωπος πέθανε, σ’ ολόκληρη τη γη… Δεν ξέραμε ότι το μέλλον μας επιφύλασσε τον κεραυνό! Νιώθω σαν ν’ ακουμπά ο ουρανός πάνω στη γη, κι εγώ, ανάμεσά τους, ν’ ανασαίνω μέσα απ’ το μάτι μιας βελόνας. Επιβιώνουμε με τις επιλογές του φαντασιακού… Είναι ποτέ δυνατόν ένας κομήτης να αποφασίσει μόνος του την πορεία; Την Ένωση με τη ζωή σου την πληρώνεις, αλλιώς θα την κατάφερνε ο καθένας. Δε θα ’ναι νερό, θα ’ναι μέλι, η τελευταία σταγόνα της κλεψύδρας… Τρώγε, τρώγε σοκολάτες, μικρή μου! Δεν υπάρχει άλλος κανείς από μας σ’ αυτό το σπίτι… Νερομπογιές τα κρίματα, και ξεπλένονται… Η λογοτεχνία, όπως και κάθε μορφή τέχνης, ισοδυναμεί με ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί. &lt;br /&gt;Οι ηρωίδες είναι ρευστές, όπως ρευστό και ακαθόριστο είναι το υλικό της ζωής. Αρσινόη, Ράνια ή Αριάδνη, Γερτρούδη και Ουλρίκα. Ερωτεύονται – γιατί ποια γυναίκα δεν πάσχει για τον έρωτα – τεκνοποιούν ή όχι, παγιδεύονται μέσα στη σπιτική φυλακή. Ονειροβατούν, υπνοβατούν, ακολουθούν την προσωπική τους φυγή προς την ελευθερία. Αλήθεια, ποια είναι τα όρια του έρωτα και της ελευθερίας; Αξίζει να το διερευνήσει κανείς, έστω και με τίμημα θανάτου. Μαγειρεύουν για να υπάρχουν, γράφουν για να ξεχάσουν, ή σαν το μόνο υποκατάστατο αληθινής ζωής. Ζούνε χάρτινες ζωές, μέσα από την ποίηση ή την πεζογραφία. Γνωρίζουν ότι συχνά, η χειρότερη παγίδα που ο άντρας στήνει στη γυναίκα, είναι η μητρότητα. Ποια έχει το σθένος να το παραδεχτεί; Θρηνούν για τα πεθαμένα τους, έστω και όταν αυτά ζούσαν, ήταν τα φοβερά και τρομερά πρόσωπα, μαμά και μπαμπάς ονόματι… Η γυναίκα, αφού μαγειρεύει και γεννά, είναι δυνατόν να μη βρίσκεται πιο κοντά από τον άντρα στην πολύκλαυστη και οδυνηρή, την απερίγραπτη και μοναδική, πηγή της ζωής; &lt;br /&gt;«Είσαι χώμα, και αφού το χώμα πατιέται, οφείλεις κι εσύ να πατηθείς». Η χοϊκή γυναίκα, σε αντίστιξη με την ονειρική, τη φευγαλέα. Την προδότρα; Κάθε ιστορία εμπεριέχει το σπέρμα της προδοσίας της, εφ’ όσον όλοι είμαστε βροτοί, υποψήφιοι θανάτου. Η Γκίκα παλεύει με το χρόνο, το μεγάλο αίνιγμα. Ξορκίζει το θάνατο, αφού κάθε τέλος τροφοδοτεί αναγκαστικά την αρχή για κάτι νέο. Ένα άλλο θέμα που αιωρείται στις σελίδες του βιβλίου, η απώλεια, προσφιλές θέμα της λογοτεχνίας της. Η φυγή και η αέναη επάνοδος, η πολλαπλότητα των εαυτών, επίσης. Ντυνόμαστε τη γυμνή, αδιάντροπη αλήθεια μας, ή τα προσωπεία που κατά περίπτωση επιλέγουμε; Ιδού ένα ερώτημα που θα άξιζε να απαντηθεί. &lt;br /&gt;Το βιβλίο κοσμείται με διακριτικές εικόνες που έχουν ως λεζάντα στίχους μεγάλων ποιητών, ή της ίδιας της Γκίκα, γιατί η Ελένη είναι και ποιήτρια. Η γλώσσα έξοχη, πλούσια, με έντονο το ποιητικό στοιχείο. Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι η Ελένη Γκίκα, με το πρόσφατο βιβλίο της, δίνει ένα αξιοπρόσεχτο και απόλυτα διακριτό στίγμα στην νεοελληνική πεζογραφία, μια ωδή στη γυναίκα, που συγκινεί. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για την “Γυναίκα της βορινής κουζίνας” από τον blogger Akamas.http://akamas.wordpress.com/, στις 8 Απριλίου 2012&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γυναίκα της βορινής κουζίνας στο νέο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα δεν έχει να μας προσφέρει κάποια συνταγή, αλλά μας προσφέρει κάτι πολύ σημαντικότερο. Πρόκειται για ένα πλάσμα αρκετά ευαίσθητο, το οποίο απεικονίζει αρκετά ανάγλυφα τη γυναικεία φύση στην εποχή μας.  Η ηρωίδα αναζητά την ταυτότητά της στην εποχή μας και αγωνίζεται για ένα καλύτερο μέλλον. Με γλώσσα αρκετά λιτή και ποιητική η συγγραφέας αποτυπώνει αρκετά ανάγλυφα τη σύγχρονη γυναίκα, η οποία μέσα στον κόσμο θα πρέπει να αναδειχθεί σε μια πολυσχιδή προσωπικότητα. Μέσα από το κείμενο αυτό μπορούμε να προσεγγίσουμε τη ψυχολογία της γυναίκας της εποχής μας.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-4442302588646294238?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/04/blog-post_11.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-8772203910453340251</guid><pubDate>Thu, 05 Apr 2012 11:02:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-04-05T14:02:52.011+03:00</atom:updated><title>Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας στο σεληνόφως της γραφής</title><description>Από την Ελπίδα Πασαμιχάλη στο BOOK BAR&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αφηγηματικό τρέιλερ γυναικείου στοχασμού &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γυναίκα της βορινής κουζίνας είναι&lt;br /&gt;ένα πλάσμα ευαίσθητο, ανήσυχο, μυστηριώδες, ένα πλάσμα που έχει κρυψώνα πίσω από τις πόρτες παλιών σπιτιών και τα στοιχειώνει, ένα αερικό που αναδύεται μέσα από  σελίδες παλιών ποιημάτων που γράφτηκαν σε  άλλες εποχές, όταν ο κόσμος ήταν ακόμη νέος. . Η γυναίκα της βορινής κουζίνας δεν θα σας μυήσει σε παλιές σοφές και πατροπαράδοτες συνταγές μαγειρικής ούτε σε μαγικά ξόρκια φίλτρα και βότανα που αλλάζουν τη μοίρα των ανθρώπων. Δεν είναι αυτό το μυστικό της. Το μυστικό της είναι πως συνεχίζει να ζει, να αναπνέει και να αισθάνεται ενώ όλοι οι άλλοι πιστεύουν πως έχει πεθάνει…. &lt;br /&gt;Της Ελπίδας Πασαμιχάλη &lt;br /&gt;Η Ελένη Γκίκα, στο νέο της πεζογράφημα με τίτλο «Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας» (Εκδόσεις Καλέντη) παρουσιάζει ένα έργο στοχαστικό, φιλοσοφικό, αισθαντικό και  ποιητικό, πιο ώριμο από ποτέ, ένα έργο «σαν έτοιμο από καιρό», το οποίο ολοκληρώνει και μορφοποιεί το «τρέιλερ» για το γυναικείο ψυχισμό που είχε ξεκινήσει να συνθέτει  από τα προηγούμενα βιβλία της, με άμεσο προκάτοχο την «Αιώνια Επιστροφή» (Εκδόσεις Ψυχογιός). Το νέο της βιβλίο έχει για μία ακόμη φορά τα χαρακτηριστικά του πεζοποιήματος, όμως ο λόγος αυτή τη φορά είναι πολύ πιο εύστοχος, πιο καίριος, πιο μεστός, συμπυκνωμένος και σταθερός . Η αφήγηση αποκτά νέου είδους ενότητα και συνοχή, παρουσιάζοντας ένα αυθεντικό και πρωτότυπο λογοτεχνικό κείμενο. &lt;br /&gt;Η γυναίκα της βορινής κουζίνας είναι μια σύγχρονη γυναίκα που στοχάζεται για τον έρωτα και το τίμημα, για την παρουσία και την απώλεια, για τη ζωή και το θάνατο, για την πραγματικότητα και τη φαντασία και πάνω από όλα διερευνά τη λεπτή κόκκινη γραμμή που χωρίζει την πραγματική ζωή από την επίφαση ζωής, τη  γνησιότητα από την συνήθεια, την ύπαρξη από την αλλοτρίωση. «Στο σπίτι μου, που δεν είναι σπίτι μου…» ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου, «Είμαι ζωντανή τη νύχτα. Είμαι νεκρή το πρωί!» ο τίτλος ενός άλλου. &lt;br /&gt;Εμβληματικά πρόσωπα ή προσωπεία γυναικών περνούν από τις σελίδες. Κλεοπάτρα, Βερενίκη, αλλά και η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, η Πολυάννα, η Μπλέ Πριγκίπισσα, η Ωραία Κοιμωμένη και άλλες πολλές  που μεταπλάθονται στο πρόσωπο μιας Ράνιας, μιας Αρσινόης, μιας Ευρυδίκης. «Αν είναι δυνατόν να μη συνεχίζουμε να παίζουμε ένα ρόλο» κραυγάζει ένας ακόμη τίτλος του βιβλίου. &lt;br /&gt;Οι ηρωίδες της Ελένης Γκίκα , ξεδιπλώνονται σαν αρχαίος χορός γυναικών κάτω από τους ήχους μιας αιθέριας μουσικής. Γυναίκες που αγωνίζονται να φύγουν από τη σκιά και να βγουν στο φως. Στα βήματα τους αναδύεται η γυναίκα που στοχάζεται για το θαύμα της ζωής για την οδύνη του θανάτου, για το μυστήριο του έρωτα, για τη χαρά της μητρότητας, για το αίνιγμα της ύπαρξης. Η γυναίκα στο σεληνόφως της γραφής. &lt;br /&gt;info@bookbar.gr &lt;br /&gt;ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ &lt;br /&gt;Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας&lt;br /&gt;«Τα χρυσόψαρα γράφουν τους νωθρούς νοσταλγικούς τους κύκλους μέσα στη μεγάλη φωτεινή τους γυάλα, χωρίς καθόλου να αντιλαμβάνονται πως ο κόσμος τους, το πεδίο των διαδρομών τους είναι καμπύλο». &lt;br /&gt;Κοιτάζει αυτές τις δύο τόσο όμοιες –διαφορετικές  γυναίκες- στην  ίδια γυάλα χρυσόψαρα, να αγνοεί το ένα το άλλο. Πώς να το πει; Ότι «τις δυστυχίες μας τις δημιουργούμε εμείς και μόνο και ότι επάνω σ’ αυτές μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τα ίδια μας τα δακτυλικά αποτυπώματα» ή ότι «η αλήθεια είναι η πιο αντιφατική απ’ όλες τις έννοιες»;  [….]&lt;br /&gt;«Και το ότι «όταν ερωτεύεται κανείς μια μάσκα, υποχρεώνεται αυτομάτως να φορέσει επίσης, μια μάσκα» σ’ αυτές τις δύο τόσο διαφορετικές – όμοιες γυναίκες πώς να το πει; &lt;br /&gt;«Μήπως τέτοιου είδους ζωές, σχέσεις, εραστές, θα έπρεπε να πορευτούν τη ζωή τους ενωμένοι, όμως φορώντας τις μάσκες τους; Εξάλλου, «ο έρωτας απολαμβάνει να αυτοβασανίζεται», όπως και η ζωή.»  (σελ 62 – 63) από το Κεφάλαιο «Η Γυναίκα στον Δυτικό Καθρέφτη»&lt;br /&gt;ΒΙΟ&lt;br /&gt;Η Ελένη Γκίκα γεννήθηκε το 1959 στο Κορωπί. Δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός στις «Εικόνες» και στο « Έθνος της Κυριακής» από το 1983, έχει ασχοληθεί με το μυθιστόρημα, το διήγημα, την ποίηση, το παραμύθι, έχει συμμετάσχει σε συλλογικές εκδόσεις και έχει επιμεληθεί βιβλία και σειρές. Κυκλοφορούν είκοσι οκτώ βιβλία της. «Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας» είναι το δέκατο τρίτο μυθιστόρημα της. &lt;br /&gt;Το προσωπικό της ιστολόγιο στη διεύθυνση&lt;br /&gt;http://alefmoha.blogspot.com  &lt;br /&gt;INFO &lt;br /&gt;«Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας»&lt;br /&gt;Ελένη Γκίκα &lt;br /&gt;Εκδόσεις Καλέντης &lt;br /&gt;Σελ. 424, Τιμή € 17,00&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-8772203910453340251?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/04/blog-post_05.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-1732815707360100287</guid><pubDate>Tue, 03 Apr 2012 11:51:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-04-03T14:51:23.879+03:00</atom:updated><title>Φωτογραφία της σκληρής πραγματικότητας</title><description>Για την “Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας” (Εκδ. Καλέντη), γράφει στο Art του Ελεύθερου Τύπου, την Κυριακή 1η Απριλίου &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;η Αρετή Νταραδήμου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φωτογραφία της σκληρής πραγματικότητας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ελένη Γκίκα&lt;br /&gt;Στο τελευταίο της μυθιστόρημα συνυπάρχουν&lt;br /&gt;όλοι οι σπουδαίοι ήρωες της σύγχρονης λογοτεχνίας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την προσπάθεια μιας γυναίκας να βρει την ταυτότητά της, να αποκτήσει υπόσταση και να ξεφύγει από το περιθώριο στο οποίο έχει εγκλωβιστεί πραγματεύεται στο νέο μυθιστόρημά της η συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας Ελένη Γκίκα.&lt;br /&gt;“Με ανεπίδοτες λαχτάρες και καταχωνιασμένες επιθυμίες, τόσο βαθιά, ώσπου ξεχάστηκαν τελικά”, η “Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας” επιχειρεί να εξερευνήσει τη φύση της, την ψυχή της, να κατανοήσει τις αιτίες που τα όνειρά της έμειναν απραγματοποίητα. Αναπαράγει με τη μνήμη της τις στιγμές εκείνες του παρελθόντος της που τη στιγμάτισαν, καθώς προσπαθεί εναγωνίως να καταλάβει πού έσφαλε, καθώς και γιατί δεν κατόρθωσε να χτίσει γερές σχέσεις με τους γύρω της, με τα πρόσωπα που εμφανίστηκαν είτε σε πρωταγωνιστικό ρόλο είτε σ εκείνον του κομπάρσου στη ζωή της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;“Γυάλινος Πύργος”&lt;br /&gt;Παρ' όλα αυτά, η “Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας”, η οποία θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε γυναίκα του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος, δεν είναι απομονωμένη, κλεισμένη μέσα στο “γυάλινο πύργο” της, όπως ενδεχομένως θα περιμέναμε.&lt;br /&gt;Αντιθέτως, αντιλαμβάνεται πλήρως τους τριγμούς μιας σαθρής κοινωνίας, που αναπτύσσεται γύρω της, και εξεγείρεται με σθένος ενάντια στις ενέργειες μιας στείρας εξουσίας, η οποία ευθύνεται τελικά για το χαμό του νεαρού στα Εξάρχεια. Ενός χαμού που κυριολεκτικά “έπνιξε” την Αθήνα στις φλόγες. Η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος της Ελένης Γκίκα διαθέτει πολλά πρόσωπα. Είναι η γυναίκα που αναζητά το χαμένο γιο της, η γυναίκα που ψάχνει τον έρωτα, η προδομένη γυναίκα, η επαγγελματίας. Είναι όμως και η γυναίκα που φτιάχνει μαντλέν, το παραδοσιακό γαλλικό γλυκό, αγαπημένο του Προυστ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διακυμάνσεις.&lt;br /&gt;Η συγγραφέας αποδίδει υποδειγματικά τις πολυδιάστατες διακυμάνσεις, τόσο ψυχολογικές όσο και συναισθηματικές, της “Γυναίκας της Βορινής Κουζίνας”. Με περίτεχνη αλλά και λιτή γλώσσα, η οποία μαρτυρά την πολύχρονη “θητεία” της συγγραφέως στο χώρο της ποίησης, η Ελένη Γκίκα συμβολοποιεί τελικά την πρωταγωνίστριά της.&lt;br /&gt;Στο  τελευταίο της μυθιστόρημα, η γνωστή συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας κατορθώνει να ενσωματώσει, αλλά και να δέσει σε ένα αρμονικό αποτέλεσμα τους φιλοσοφικούς στοχασμούς πληθώρας ανθρώπων του πνεύματος. Με κυρίαρχο τον Ντάρελ, στις σελίδες του βιβλίου συναντώνται ο Μπόρχες με τον Κάφκα, ο Ντίκενς με τον Προυστ, ο Ουγκό με τον Πεσόα και, φυσικά, ο Φρόιντ με τον Γιουνγκ.&lt;br /&gt;“Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας” απευθύνεται σε απαιτητικούς αναγνώστες. Σε εκείνους που προτιμούν τις ερωτήσεις από τις “εύκολες” απαντήσεις. Τόσο σε προσωπικό επίπεδο, όσο και σε κοινωνικό, η διαδρομή της ηρωίδα είναι βασανιστική, ενώ η αέναη ταλάντευσή της ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν ξεγυμνώνει την πραγματικότητα και τη “φωτίζει” σε όλο της το σκληρό, ενίοτε, μεγαλείο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ελεύθερος Τύπος&lt;br /&gt;Art&lt;br /&gt;Κυριακή 1η Απριλίου 2012&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-1732815707360100287?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/04/blog-post.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-7679486707946052275</guid><pubDate>Sat, 31 Mar 2012 09:52:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-03-31T12:52:58.371+03:00</atom:updated><title>"Είναι γυναίκα και σαν γυναίκα γράφει"</title><description>Η συγγραφή της είναι και η δική της «Εδέμ».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;15/3/2012&lt;br /&gt;Για το βιβλίο “Η γυναίκα της Βορινής Κουζίνας”&lt;br /&gt;Της Ελένης Γκίκα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;από την Χριστίνα Αλεξάκη&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κυρίες και Κύριοι.&lt;br /&gt;Αξίζει να βιώσουμε απόψε την αληθινή τέχνη με συνοδοιπόρο μας τη δημιουργό Ελένη Γκίκα. Το όχημα της πνευματικής μας συνεύρεσης είναι το τελευταίο της βιβλίο: «Η γυναίκα της Βορινής Κουζίνας». Συγγραφέας πολυγραφότατη, πολυδιάστατη, πολυδιαβασμένη και πολύχρωμη όπως τα βιβλία της. Καταφεύγει στη γραφή γιατί πιστεύει ότι λυτρώνεται από βιώματα και προβληματισμούς, αυτοπραγματώνεται μέσα στη ζωή∙ ειδάλλως νιώθει απροστάτευτη και ευάλωτη. Η συγγραφή της είναι και η δική της «Εδέμ».&lt;br /&gt;Είναι γυναίκα και σαν γυναίκα γράφει. Οι ηρωίδες της μία ή πολλές είναι γυναίκες σ’ όλη τη γη, σαν όλες εμάς με κοινούς τόπους στη σκέψη, στα βιώματα, στην ακροβασία ανάμεσα στο όνειρο και στις αλήθειες της ζωής. Γυναίκα που υποφέρει και πονάει, δραπετεύει, βρίσκει υποκατάστατα ζωής και ολοκλήρωσης, αντιστέκεται, παθαίνει, νοσταλγεί, θρηνεί και τελικά ελευθερώνεται. Όμως αυτό δεν είναι το άρωμα της ζωής;&lt;br /&gt;Αν και πολυπράγμων η συγγραφέας μας νέμεται σε πολλά χωρίς όμως να στερεί την αφοσίωσή της σε μία γραφή γεμάτη πάθος. Η ζωή μας κατ’ εκείνη είναι ένας συγκερασμός πραγματικότητας και φαντασίας. Η ίδια ομολογεί ότι μια φωτεινή ανάγκη την κάνει να μοιράζεται ό,τι μαθαίνει και ό,τι αγαπά, με τους συνοδοιπόρους αναγνώστες της. &lt;br /&gt;Το νέο της μυθιστόρημα Η Γυναίκα της Βορινής κουζίνας δομείται πάνω στα πρόσωπα τριών γυναικών σαν αρθρώσεις του ίδιου σώματος, ώστε να γίνονται τρία πρόσωπα της ίδιας γυναίκας – καβαφική έμπνευση – «Όλες οι Βερενίκες και οι Κλεοπάτρες θαυμαστές» του ποιητή. Οι ηρωίδες της δίνονται ευρηματικά σαν γυναίκες μπάμπουσκες η μία μέσα στην άλλη. Με δεξιοτεχνία φωτίζει την εσωτερικότητά τους, ενώ παράλληλα εσωτερικεύει τα γεγονότα του περιβάλλοντος.&lt;br /&gt;Ο λόγος της δημιουργού διεισδυτικός, συναισθηματικά φορτισμένος. Η συγγραφέας είχε πει ότι ένα έργο «παραμένει πάντα ανοιχτό στο ενδεχόμενο» αυτή η ρήση της είναι και το έναυσμα, η πρόκληση να εισχωρήσουμε στους μυστικούς κόσμους των ηρώων της, να απολαύσουμε το αναπάντεχο και να αφεθούμε στην αποκρυπτογράφηση των νοημάτων που περικλείουν οι λέξεις της. Θα έλεγα ότι είναι περίφημη «υφάντρα» μ’ ένα λόγο ρευστό, αλλά και σαφώς φιλοσοφικό με αρμονική συμπύκνωση νοημάτων. &lt;br /&gt;Με το εφεύρημα της συναρμολόγησης των νοημάτων μέσα από τις λέξεις η συγγραφέας σκηνοθετεί εικόνες απαράμιλλης αισθητικής και μας αποκαλύπτει τη διακειμενική συνομιλία της με άλλους σπουδαίους δημιουργούς. Στο κείμενό της ψηλαφούμε την ψυχαναλυτική δυναμική του Φρόιντ, του Γιουνγκ, προσεγγίζουμε σκέψεις του Κάφκα και φτάνουμε στο στοχασμό του Ουγκώ και του Σωκράτη.&lt;br /&gt;Η ίδια αποφαίνεται ότι ανακαλύπτουμε την προσωπική ζωή ενός καλλιτέχνη μέσα από τα γραπτά του, ή τους πίνακές του ή τη μουσική του. Έτσι μας προετοιμάζει για να ανακαλύψουμε το μυστικό κώδικα ανάγνωσης ενός κειμένου δυνατού αλλά και συνάμα εσωστρεφούς. Η τέχνη είναι μία, αδιαίρετη, εκφραζόμενη ποικιλοτρόπως αλλά πάντα ενιαία όπως σ’ όλη τη γη η αλήθεια και η ψυχή. Το βιβλίο της ακροβατώντας ανάμεσα στο πεζογράφημα και στην ποίηση γίνεται δοκίμιο περί τέχνης. Η ποιητική της γλωσσική εκφορά μας αποκαλύπτει το Σεφερικό  λόγο. &lt;br /&gt;Στο βιβλίο της απολαμβάνει ο αναγνώστης την πολλαπλότητα των επιπέδων για να αντικρύσει τις γυμνές προσωπικές της αλήθειες, να διεισδύσει στον ιδιαίτερο μικρόκοσμό της και να έρθει μαζί της σε συναισθηματική μέθεξη. Ο αναγνώστης ανακαλύπτει μέσα στα πολυεπίπεδα μονοπάτια του βιβλίου τη δική του ψυχολογική και συναισθηματική του μορφή. &lt;br /&gt;Εξερχόμενος βαδίζει την οδό της καταλυτικής γνώσης του και τακτοποιεί συναισθήματα, αντιδράσεις και αλλότριες διαδρομές. Το βασικό μοτίβο στο βιβλίο της μέσα από τη ροή μιας συγκεκριμένης ιστορίας είναι η αποκορύφωση της αγωνίας της γυναίκας που παραμένει τελικά στο περιθώριο της ζωής. Η ίδια ισχυρίζεται ότι το βιβλίο της θα μπορούσε να τιτλοφορείται «Γυναίκες στο περβάζι της ζωής».&lt;br /&gt;Η Ελένη Γκίκα σηματοδοτεί τον πόνο, την αγωνία, τα μετέωρα όνειρα που ξεθωριάζουν στο περβάζι της ζωής, των γυναικών που αναζητούν την πραγμάτωση, ή την αιτία της μη πραγμάτωσης, το φως και το σκοτάδι της ανατροπής, την αυτογνωσία και τη θυσία για όλα αυτά μέσα σ’ ένα τρίπτυχο συγκερασμού παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. &lt;br /&gt;Η γυναίκα της Βορινής κουζίνας είναι το σύμβολο της γυναίκας ως ιδέα και ως άνθρωπος και το κείμενο αποτελεί εγκώμιο και ύμνο στις γυναίκες όλου του κόσμου. Η ηρωίδα ακροβατεί στις σχέσεις της και ισορροπεί το δικό της «εγώ» μέσα στο εσύ των άλλων γυναικών, αναζητώντας παράλληλες πορείες. Η Ελένη Γκίκα στα βιβλία της δίνει ήρωες και ηρωίδες που μέσα από τις αναζητήσεις του εγώ τους επαναπροσδιορίζουν τη ζωή τους, πραγματοποιούν όνειρα και γεύονται αλήθειες. &lt;br /&gt;Μέσα στις σελίδες του βιβλίου πάσχουμε μαζί με τη συγγραφέα, η οποία με το περίτεχνο βιωματικό φορτίο του λόγου της δείχνει την οδύνη της για τις απώλειες τη τέχνης, της μουσικής για την εξαχρείωση και τη βία της περιρρέουσας ατμόσφαιρας και όλα αυτά τα τόσο σημαντικά τα προσεγγίζει με ευγένεια, με αγνότητα, οδοιπορώντας μοναχική στις διαδρομές στη ζωή της.&lt;br /&gt;Ο μοναχισμός δεν την απογοητεύει, ούτε τη φοβίζει γιατί η ουσιαστική μοναξιά λούζεται από το φως της τέχνης. Και εδώ βρίσκεται το πανανθρώπινο μήνυμά της για μας τους κοινούς θνητούς που παραπαίουμε μέσα στο αδυσώπητο της μοναξιάς, στην απόγνωση της αήθειας, εκούσια αόμματοι στο φως του ανέσπερου πολιτισμού. &lt;br /&gt;Η τέχνη εξυγιαίνει, εξανθρωπίζει, καθαίρει, εξαγιάζει, μεταμορφώνει κάθε ποταπό. Επειδή οι καιροί χαλεποί ας πιστέψουμε ότι είναι το άγγιγμα του Μίδα για το άτομο και για τις ανθρώπινες κοινότητες, η Τέχνη.&lt;br /&gt;Επανέρχομαι στην υπέροχη Ελένη Γκίκα για να δηλώσω το θαυμασμό μου για τη λιτή, αλλά ωστόσο ευθύβολη γραφή της, για τη λογοτεχνική της αυτάρκεια που κάνει το γραπτό της ένα συναισθηματικό κρεσέντο. Τα λόγια της μας προκαλούν, διαβάζοντάς τη σε συναισθηματική ωρίμανση και σε αντιμετώπιση των σύγχρονων κοινωνικών αληθειών. &lt;br /&gt;Συνοψίζοντας θα επισήμανα τον καταγγελτικό χαρακτήρα που έχει το μυθιστόρημα με τον οποίο πετυχαίνει να μεταδώσει τα αντιφατικά προσωπεία της γυναικείας φύσης και την ολοκληρωτική διαμαρτυρία της γυναίκας σε όσα η συνείδησή της δεν μπορεί να αποδεχτεί. Ας συνειδητοποιήσουμε ότι και στις μέρες μας η κραυγή της γυναίκας μετατρέπεται σε γόνιμο πάθος για τη ζωή, για τον έρωτα, την τέχνη, τις αναγεννησιακές δυνάμεις. Η Ελένη Γκίκα πέτυχε με το βιβλίο της με αρωγούς την επικαιρότητα, την ιστορία, τη λογοτεχνία, να συνθέσει με λόγο λιτό, αφηγηματικό και περίτεχνο τον ύμνο στη γυναίκα ως το εμβληματικό σύμβολο της ζωής και της μητρότητας. &lt;br /&gt;Πολλά χρόνια πριν ο Σολωμός διατράνωσε με τον ποιητικό του οίστρο στους «Ελεύθερους πολιορκημένους» «θαυμάζω τες γυναίκες μας και στο όνομά τους πνέω». Στην πνευματική ξηρασία των ημερών μας αξίζει η παραμυθία μας και είναι το βιβλίο και η τέχνη που θα μας απογειώσει από την άγονη καθημερινότητα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Χριστίνα Αλεξάκη είναι Φιλόλογος και το κείμενό της διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο μπαρ Ενετικόν στο Ηράκλειο Κρήτης.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-7679486707946052275?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/03/blog-post_31.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-6909439551717025155</guid><pubDate>Wed, 21 Mar 2012 12:10:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-03-21T14:10:03.269+02:00</atom:updated><title>στους πέντε δρόμους...</title><description>Σώμα- Δωμάτιο&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είπες: φυλακισμένος&lt;br /&gt;Κι είπα: μόνη μου&lt;br /&gt;Είπες: ασφυκτιώ&lt;br /&gt;Κι είπα: κουράστηκα&lt;br /&gt;Αλλ' όμως συμφωνήσαμε&lt;br /&gt;στο βασικό,&lt;br /&gt;Τίποτε απ' ό,τι γίνεται&lt;br /&gt;δεν μας αρέσει.&lt;br /&gt;Φωτιά &lt;br /&gt;και πάθος&lt;br /&gt;Κάηκα&lt;br /&gt;απ' την επιθυμία,&lt;br /&gt;Θεός&lt;br /&gt;Για κείνο που είναι&lt;br /&gt;και δεν φαίνεται &lt;br /&gt;ποτέ δεν θα φανεί&lt;br /&gt;όσο θα μας βαραίνει&lt;br /&gt;αυτό το σώμα&lt;br /&gt;τα ίδια θα λέμε&lt;br /&gt;αποζητώντας ακριβώς τα ίδια&lt;br /&gt;ξαφνιασμένοι&lt;br /&gt;Μόνοι μας πάντα&lt;br /&gt;Ακόμα και στον Έρωτα&lt;br /&gt;όταν υποτίθεται πως γινόμαστε ένας.&lt;br /&gt;Αλλ' έτσι φθάνει ο καθένας'&lt;br /&gt;Μόνος.&lt;br /&gt;Καληνύχτα,&lt;br /&gt;Καλημέρα,&lt;br /&gt;Φτάνει να σε αναγνωρίζω &lt;br /&gt;κάθε φορά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σα. 29 – Κυ. 30 Μαίου Ρόδος, Παλιό Λιμάνι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άσπρα, λινά σεντόνια&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως ο γάμος μας.&lt;br /&gt;Λευκός κι αμόλυντος&lt;br /&gt;με μυρωδιά&lt;br /&gt;άφτερ σέιβ&lt;br /&gt;και χλωρίνης.&lt;br /&gt;Μυρτώ&lt;br /&gt;με άρωμα λεμονιού&lt;br /&gt;που λούζουν τους&lt;br /&gt;ετοιμοθάνατους.&lt;br /&gt;Εδώ να μείνεις,&lt;br /&gt;“ενθάδε κείται η γυναίκα μου”,&lt;br /&gt;το γράφει στο κουδούνι &lt;br /&gt;η απουσία.&lt;br /&gt;Ούτε όνομα&lt;br /&gt;ούτε αύριο&lt;br /&gt;“εδώ θα γίνει ο τάφος μας”,&lt;br /&gt;είδες ποτέ πουλί&lt;br /&gt;να δραπετεύει απ' το κλουβί του;&lt;br /&gt;Άσπρα κελιά!&lt;br /&gt;Δες, αγάπη μου,&lt;br /&gt;για σένα τα ετοίμασα,&lt;br /&gt;έτσι σε θέλω,&lt;br /&gt;σαν την Οφηλία,&lt;br /&gt;λευκή κι αμόλυντη,&lt;br /&gt;στους πέντε δρόμους&lt;br /&gt;τρελή. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κυριακή 16 Αυγούστου 2009&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;“άδεια δωμάτια” πάντα και... προσεχώς.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-6909439551717025155?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/03/blog-post_21.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-7498563551600333586</guid><pubDate>Tue, 20 Mar 2012 14:08:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-03-20T16:08:03.930+02:00</atom:updated><title></title><description>Αίνιγμα και θαύμα μαζί...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;H συγγραφέας και μεταφράστρια Πέρσα Κουμούτση, για την “Γυναίκα της Βορινής κουζίνας” της Ελένης Γκίκα, Εκδ. Καλέντη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σειρήνες, Σκύλλα και Χάρυβδη, Συλφίδες, Σφίγγα. Αρσινόη, Στέλλα, Φρόσω,&lt;br /&gt;Αριάδνη, Δικαία, Θάλεια, Βιολέτα, Χριστίνα και άλλες πολλές. Γυναίκες από&lt;br /&gt;το παρελθόν κι από το παρόν, γυναίκες που αναδύονται από την ιστορία, αλλά &lt;br /&gt;κι από την Αθήνα ...του σήμερα, που φλέγεται. &lt;br /&gt;Ίσως πάλι δεν τις χωρίζει τίποτα, ούτε ο χρόνος, ούτε ο τόπος.&lt;br /&gt;Ίσως να ανήκουν σε ένα παράλληλο σύμπαν, το οποίο είναι ίδιο με αυτό που&lt;br /&gt;ζούμε, αλλά διαφέρει σε μια ή περισσότερες λεπτομέρειες. Αλλά ακόμα και &lt;br /&gt;έτσι,&lt;br /&gt;το ίδιο αίνιγμα ορθώνεται παντού: Το αίνιγμα της γυναικείας φύσης, της&lt;br /&gt;γυναικείας ψυχής, εσαεί ανεξερεύνητης και εσαεί 'αδιερεύνητης'.&lt;br /&gt;Αίνιγμα και θαύμα μαζί, αλήθεια και ψευδαίσθηση, έρωτας και αυταπάρνηση&lt;br /&gt;μοναξιά, εν μέσω πλήθους, και αυτόβουλη, ενσυνείδητη μοναχικότητα. &lt;br /&gt;Πού βρίσκεται η ευτυχία, η ουσία στη ζωή μιας γυναίκας; &lt;br /&gt;Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας είναι ένα πολυδιάστατο, στοχαστικό, όσο και &lt;br /&gt;ποιητικό έργο,&lt;br /&gt;με άκρως φιλοσοφικό χαρακτήρα πάνω στην ίδια τη ζωή, την ίδια την ύπαρξη &lt;br /&gt;και στην προσπάθεια του ανθρώπου, &lt;br /&gt;ιδιαίτερα της γυναίκας, να συλλάβει το νόημα της ζωής, το μυστήριό της και &lt;br /&gt;να δώσει απάντηση στο προαιώνιο αίνιγμα&lt;br /&gt;του έρωτα και του θανάτου. Ένα έργο μοναδικά δομημένο, όπου όλες οι&lt;br /&gt;παράμετροι (χαρακτήρες καταστάσεις, διάλογοι, ενσωματωμένη ποίηση)&lt;br /&gt;συμπλέκονται αριστοτεχνικά μόνο και μόνο για να μας δώσουν στο&lt;br /&gt;τέλος μια ολότητα, τόσο συναρπαστική, που μόνο η Ελένη Γκίκα μπορεί να μας&lt;br /&gt;δώσει. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;υγ. Η Πέρσα είναι φίλη της καρδιάς μου και την ευχαριστώ γι' αυτό ειδικά...&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-7498563551600333586?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/03/blog-post_20.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-7350979525155750264</guid><pubDate>Mon, 19 Mar 2012 14:38:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-03-19T16:38:59.543+02:00</atom:updated><title>«Τα όνειρα, όπως και το φιλί, και η γραφή, αφήνουν τη δική τους, ολόδική τους υπογραφή. Κάποιοι από μας, στη συνέχεια, είναι πιο ικανοί στην αποκρυπτογράφηση».</title><description>Παρουσίαση του νέου βιβλίου της Ελένης Γκίκα στο Ηράκλειο&lt;br /&gt;«Η γυναίκα της βορινής κουζίνας», Εκδόσεις Καλέντη &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιάννης Φαρσάρης, [ www.open-sesame.me ]&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ενετικό καφέ, 15/3/2012&lt;br /&gt;Διοργάνωση: Βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκης&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η συγγραφέας στο νέο της βιβλίο καταθέτει την αγωνιώδη προσπάθεια μιας γυναίκας που αναζητά ταυτότητα μέσα στη ζωή, η οποία φαίνεται να την έχει θέσει στο περιθώριο. Και το περιθώριο της ζωής έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον καθώς, όπως διαβάζουμε «αποτελεί κέντρο για του καθένα τη ζωή. Με ανεπίδοτες λαχτάρες και καταχωνιασμένες επιθυμίες, τόσο βαθιά, ώσπου ξεχάστηκαν τελικά». Η Ελένη Γκίκα συνθέτει την εικόνα μιας γυναίκας που αποζητά να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει τα όνειρά της, να τιθασεύσει τις εσωτερικές της φωνές και να κατακτήσει την αυτογνωσία. Μιας γυναίκας που αγωνίζεται να καταλάβει σε τι έσφαλε, και οι σχέσεις που ανέπτυξε με τους άλλους δεν στηρίχθηκαν ποτέ σε στέρεο έδαφος. Μιας γυναίκας που σύμφωνα με τη συγγραφέα, δυσκολεύεται να παραδεχτεί ότι «τις δυστυχίες μας τις δημιουργούμε εμείς και μόνο και ότι επάνω σ’ αυτές μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τα ίδια μας τα δαχτυλικά αποτυπώματα».&lt;br /&gt;Η Ελένη Γκίκα αποδίδει τις σύνθετες ψυχολογικές και συναισθηματικές διακυμάνσεις της Γυναίκας της Βορινής Κουζίνας, η οποία διχάζεται καθώς έρχεται αντιμέτωπη με τους πολλαπλούς της ρόλους, με τις αντιφάσεις, τις τραυματικές απώλειες, τις συχνά επιβαλλόμενες δεσμεύσεις και τελικά με τις αλήθειες της ζωής της, τις οποίες δεν κατάφερε να αντικρίσει έως τώρα. &lt;br /&gt;Στο δυτικό καθρέφτη προβάλλονται ενσαρκωμένες σε άλλες γυναίκες όλες οι διαφορετικές πτυχές του εαυτού της. Η Ράνια ή Αριάδνη, η Αρσινόη, η Γερτρούδη, η Ουλρίκα. Ποτέ τους δε συνομιλούν μεταξύ τους. Αρκούνται στις σιωπηλές συναντήσεις μέσα στους χώρους του σπιτιού. Είναι άραγε όλες τους επινοήσεις της φαντασίας της ή μήπως όψεις του πραγματικού της εαυτού, όπως αυτός μετεξελίχθηκε στο χρόνο; «Τα σπέρματα των μελλοντικών γεγονότων τα κουβαλάμε μέσα μας», διαβάζουμε στο βιβλίο. Και λίγο πιο κάτω: «είμαστε ό,τι ζήσαμε και ό,τι μάθαμε. Μ’ αυτά πορευόμαστε και βλέπουμε τα αντίστοιχα γύρω μας – αντικατοπτρισμός σε αινιγματικό καθρέπτη». Όπως και να έχει, το βέβαιο είναι ότι καθεμιά τους αποτελεί μια λογοτεχνική persona αυθύπαρκτη, μιας και η συγγραφέας έχει φροντίσει με ευαισθησία να φωτίσει ολόπλευρα το ήθος και την ψυχοσύνθεσή της.  &lt;br /&gt;Η ηρωίδα αρέσκεται να αναπαράγει με τη μνήμη της, στιγμές του παρελθόντος που τη στιγμάτισαν. Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας αναζητά απεγνωσμένα διόδους απόδρασης μέσα από τη λυτρωτική δύναμη της μνήμης. Θα έλεγε κανείς ότι με τον τρόπο αυτό επιχειρεί εναγωνίως να αναπληρώσει τα κενά του παρόντος της. Ο αφηγηματικός χρόνος συχνά ταυτοποιείται με αυτόν της συναισθηματικής μνήμης, καθώς η ηρωίδα ακροβατεί ανάμεσα στο παρόν και σε στιγμές του παρελθόντος της, χαρακτηρισμένες τόσο από δηλώσεις, όσο και από άκρως ενδιαφέρουσες αποσιωπήσεις. Άλλωστε, στο βιβλίο οι διάλογοι τοποθετούνται χρονικά στο παρελθόν. Στο παρόν κυριαρχούν οι σκέψεις και τα παράδοξα επινοήματα του νου.&lt;br /&gt;Διαβάζουμε σχετικά: «Βουτηγμένη στο θαύμα είναι όλη μας η ζωή, αλλά το μεγάλο αγκάθι είναι ο λογισμός. Μεγάλη αρρώστια στην εποχή μας ο λογισμός! Ακόμα και χρυσάφι να βάλεις μέσα του, αν είναι χαλασμένος,… σφαίρες θα βγάλει». &lt;br /&gt;Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας όμως δεν είναι μια ηρωίδα απομονωμένη στον προσωπικό της χώρο, αναζητώντας τις απαντήσεις στα «γιατί» της ζωής της. Ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο αυτό. Η ηρωίδα αφουγκράζεται τους κραδασμούς της κοινωνίας και  εξεγείρεται ενάντια στις τρομοκρατικές ενέργειες της εξουσίας που ευθύνονται για τον άδικο χαμό του νεαρού αγοριού στα Εξάρχεια. &lt;br /&gt;Η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος είναι μια γυναίκα πολυδιάστατη. Είναι η κόρη που έχασε πρόωρα τη μητέρα της, είναι η μητέρα που αφιερώνεται στην αναζήτηση του αγαπημένου της γιου, είναι η προδομένη σύζυγος, η γυναίκα που αναζητά τον έρωτα, η συνεπής επαγγελματίας μεταφράστρια, η γυναίκα που γράφει και την ίδια στιγμή φτιάχνει μαντλέν για να ξορκίσει τον πόνο. Στο τέλος του βιβλίου η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας σχεδόν συμβολοποιείται, αφού φαίνεται να αντιπροσωπεύει τη γυναίκα ως φύση βιολογική, συναισθηματική, πνευματική και κοινωνική. &lt;br /&gt;Η γλωσσική εκφορά της συγγραφέως είναι λιτή και ταυτοχρόνως περίτεχνη, καθώς η Ελένη Γκίκα επιλέγει λέξεις με έντονη φόρτιση για να αποδώσει τις εκρήξεις και τις απελπισμένες κραυγές του εσωτερικού κόσμου, γεγονός που χαρίζει ιδιαίτερη αισθαντικότητα στο λόγο της. Η γραφή της θα λέγαμε ότι είναι βαθιά υπαινικτική και την ίδια ώρα εξόχως τολμηρή, μαρτυρώντας τη μακρά θητεία της συγγραφέως στο χώρο της ποίησης. &lt;br /&gt;Η Ελένη Γκίκα στο τελευταίο μυθιστόρημά της ενσωματώνει αρμονικά φιλοσοφικούς στοχασμούς πολλών επιφανών ανθρώπων του πνεύματος. Συνομιλεί με ευχέρεια με συγγραφείς, με τους οποίους νιώθει ότι έχει συγγένεια. Εκτός από τον Ντάρελ, η σκέψη του οποίου κυριαρχεί στο κείμενο, ο Μπόρχες, ο Περβέρ, ο Κάφκα, ο Ντίκενς, η Σέξτον, ο Προύστ, ο Γιουνγκ, ο Φρόυντ, ο Ουγκώ, ο Πεσσόα είναι οι συγγραφείς με τους οποίους συνδιαλέγεται, με τρόπο που καταδεικνύει πόσο η ίδια έχει αφομοιώσει το πνεύμα τους. Επιπλέον, η συγγραφέας συνθέτει έξοχες ποιητικές εικόνες εμπνευσμένες από τον Σεφέρη και τον Τζόυς.&lt;br /&gt;Η Ελένη Γκίκα είναι βέβαιο ότι απευθύνεται σε απαιτητικούς αναγνώστες που αναζητούν από ένα βιβλίο να εγείρει ερωτηματικά, παρά να παράσχει έτοιμες απαντήσεις. Οι αναγνώστες καθαίρονται από τη βασανιστική διαδρομή της ηρωίδας σ’ ένα χρόνο άχρονο (η ηρωίδα ταλαντεύεται ανάμεσα σε παρόν και παρελθόν) που αποκαλύπτει ωστόσο σύγχρονες κοινωνικές αλήθειες που πληγώνουν.&lt;br /&gt;«Τα όνειρα, όπως και το φιλί, και η γραφή, αφήνουν τη δική τους, ολόδική τους υπογραφή. Κάποιοι από μας, στη συνέχεια, είναι πιο ικανοί στην αποκρυπτογράφηση».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υγ. Ευχαριστώ τον Γιάννη Φαρσάρη για το υπέροχο κείμενό του, την Ειρήνη Κριτσοτάκη για την διοργάνωση και επειδή της χρωστώ την φιλία μου με την Κέλλυ, την Κέλλυ Ιωαννίδου Καλέντη για τον τρόπο που εξ αρχής με αγκάλιασε. Γέμισα Κρήτη, δεν ήθελα να γυρίσω, ευχαριστώ όλους, όλους, όλους.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-7350979525155750264?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/03/blog-post_19.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-1955299835283441153</guid><pubDate>Mon, 05 Mar 2012 12:59:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-03-05T14:59:40.690+02:00</atom:updated><title>“η ποίηση είναι σχέση ανάμεσα σε δύο μοναξιές: αυτή του ποιητή και εκείνη του αναγνώστη”</title><description>Το εργαστήρι του συγγραφέα: Γιάννης Ευσταθιάδης&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γράφει η Ελένη Γκίκα&lt;br /&gt;elgika@pegasus.gr&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με δυο φρεσκοτυπωμένα βιβλία του στις προθήκες “Προσωπολατρίες” και “Άνθρωποι από λέξεις” που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις “Μελάνι” ο συγγραφέας και ποιητής Γιάννης Ευσταθιάδης αποδέχεται ότι “κάθε συγγραφέας πρέπει να κάνει ασκήσεις ύφους” κατά τα άλλα “όποια κι αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον, όπως θα 'λεγε και ο Εμπειρίκος, ο σημαίνων χώρος για τον συγγραφέα είναι τα τετραγωνικά του γραφείου του”.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο συγγραφέας, δοκιμιογράφος και ποιητής Γιάννης Ευσταθιάδης, γνωστός μας και με το ψευδώνυμο “Απίκιος”, στυλίστας της μικρής φόρμας και εκφραστής της ψυχής των πραγμάτων (“Καθρέφτες”, “Πορσελάνη”, “Δωμάτιο παντού”), υποστηρίζει ότι δεν έχει έμμονες ιδέες γραφής.  “Έχω μόνο εμμονές διαδικασίας”, μας λέει. “Γράφω πάντα  σε μεγάλες σελίδες Α3 και πάντα με το χέρι (με μαύρο στυλό-μαρκαδόρο). Περίεργο, βεβαίως, μια και, όταν άρχισα να γράφω, στα 14, χρησιμοποιούσα με άνεση γραφομηχανή!  Τώρα, η ιδέα ότι η τεχνολογία θα μεταμορφώσει ως διαμεσολαβητής την εμπειρία μου σε άψογα τυπογραφικά στοιχεία, μου στερεί την αμεσότητα των κατ’ εικόνα της ορνιθοσκαλισμάτων. Το κυριότερο, όμως…Γράφω πάντα βράδυ, σε ημίφωτο δωμάτιο, μόνο με μία παρηγορητική λάμπα κοντά μου, που φωτίζει το χέρι, την κόλλα και τη μνήμη. Ο λαμπτήρας και όχι το φυσικό φως ταιριάζει στην τέχνη της επινόησης”. &lt;br /&gt;Αγαπημένος μας από τα αριστουργηματικά “Γραμμένα φιλιά” και τα ποιητικά του “Το Ασπρόμαυρο”, “Ποίηση Δωματίου”, “Κιβωτός”, μεταξύ πολλών άλλων, αναγνωρίζει πως δεν γίνεται παρά να υπάρχει, τελικά, διαδικασία γραφής: “Υποθέτω, κάθε συγγραφέας έχει τη δική του. Προσωπικά, «γράφω» πρώτα νοερά, ετοιμάζω τη δομή του κειμένου, το επεξεργάζομαι με το μυαλό. Χρησιμοποιώ κατά κόρον την άχρωμη μελάνη της φαντασίας, πριν ενδυθεί τη φαιά του στυλογράφου. Έτσι, όταν αρχίζω να γράφω, συνήθως γράφω γρήγορα και χωρίς μεγάλη εκ των υστέρων επεξεργασία”, αποκαλύπτει. “Επίσης, συχνά ξεκινώ από το τέλος– ίσως γιατί ειδικά στο διήγημα πιστεύω πως η κατάληξη χρειάζεται ειδικές προδιαγραφές κορύφωσης. Με καθοδηγεί, άλλωστε, η δήλωση του Godard: «Κάθε ταινία έχει αρχή, μέση και τέλος, αλλά όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά». Με τον πιο αλλόκοτο τρόπο, ισχυρίζεται δεν γράφτηκε μεν βιβλίο, αλλά ένα κείμενο, “από   τις Προσωπολατρίες: το «Εθισμός στην παρατεταμένη χρήση των θαυμάτων», που αναφέρεται στην ποίηση της Κικής Δημουλά”. “Για να το γράψω, μας λέει, έφυγα από την Ελλάδα, κλείστηκα τέσσερις μέρες μόνος σ’ ένα σπίτι, δεν βγήκα καθόλου σ’ αυτό το διάστημα, έφαγα ελάχιστα. Από το πρωί ώς το βράδυ διάβαζα, σημείωνα, έγραφα, έσβηνα. Ήταν η πιο έντονη επαφή που είχα ποτέ με την ποίηση και, αναρωτιέμαι σήμερα, μήπως αυτός ο ιδιότυπος ασκητισμός αποτελεί ιδανική προϋπόθεση επικοινωνίας με το ποίημα. Άλλωστε, σε ένα άλλο κείμενο του βιβλίου, σημειώνω πως «η ποίηση είναι σχέση ανάμεσα σε δύο μοναξιές: αυτή του ποιητή και εκείνη του αναγνώστη».&lt;br /&gt;Παρ' ό,τι ποιητής ακόμα και στα πεζά αλλά και στα δοκίμιά του, επιμένει: “Δεν πιστεύω πολύ στην έμπνευση (στην ποίηση, ίσως, αλλά στην πεζογραφία, σπανίως).  Ή, να το πω αλλιώς, πιστεύω στην ιδέα η οποία είναι αποτέλεσμα μεθοδικότητας, αλλεπάλληλων και αλληλοσυμπληρούμενων διαδικασιών, και σε μια συνεχή άσκηση μοναξιάς του συγγραφέα· όχι στο λευκό χαρτί, αλλά πολύ νωρίτερα (όπως είπα στην αρχή). Για μένα, η ιδέα προσεγγίζεται εγκεφαλικά, σχεδόν ψυχρά και με πολλή δουλειά. Η υλοποίηση, όμως, απαιτεί την εμβάπτισή της σε συναισθηματικό υγρό, όπως η φωτογραφική διαδικασία”.&lt;br /&gt;Αναφερόμενος στα καινούργια βιβλία του, διευκρινίζει: &lt;br /&gt;“Στο Άνθρωποι από λέξεις περιέχονται τρία διηγήματα. Το πρώτο («Ο Έψιλον έρως») είναι παλαιό (του 1993), αλλά ελάχιστα διαβασμένο, ωσεί ανέκδοτο. &lt;br /&gt;Τα άλλα δύο, «Η σαρδέλα θα κολυμπήσει στην κονσέρβα» (2007) και «Δον Ιωάννης» (2010), αποτελούν προϊόν παραγγελίας, ιδανική συνθήκη για έναν πολυδιασπασμένο συγγραφέα όπως η αφεντιά μου. Προϊόν «παραγγελίας», όμως, αποτελούν και οι Προσωπολατρίες (απόπειρες δοκιμίων που ονομάζω «σπουδές»), με κείμενα σε αφιερώματα περιοδικών ή παρουσιάσεις που καλύπτουν μία τουλάχιστον δεκαετία (με την απαραίτητη διευκρίνιση πως ανταποκρίθηκα μόνο σε εκείνες οι οποίες πραγματικά αφορούν πρόσωπα και έργα που πραγματικά αγαπώ).&lt;br /&gt;Θέλω εδώ να προσθέσω πως πρόθεσή μου ήταν να μιλήσω χωρίς αισθητικές και αξιολογικές περιχαρακώσεις και διαχωρισμούς, χωρίς ηλικιακά όρια, χωρίς διακρίσεις μεγάλης τέχνης και τέχνης ταπεινής – γιατί τη μεγάλη τέχνη δεν την ορίζει το είδος, αλλά ο μεγάλος δημιουργός.&lt;br /&gt;Αγαπημένοι συγγραφείς και  αγαπημένα βιβλία… “Πού ν’ αρχίσω και πού να τελειώσω. Γι’ αυτό, καλύτερα ας τελειώσω! Ο συγγραφέας, πάντως, οφείλει να αγαπά και τα κακά βιβλία, γιατί και από αυτά διδάσκεται ποικιλοτρόπως. Άλλωστε, παραείναι εύκολο να αγαπάμε μόνο τα καλά βιβλία!” υπογραμμίζει.&lt;br /&gt;Και φυσικά όσον αφορά τη γραφή “Κατά τη γνώμη μου, κάθε συγγραφέας πρέπει να κάνει ασκήσεις ύφους – κι ας μην είναι ο Queneau”, ο Γιάννης Ευσταθιάδης μας λέει. “Κατά τα άλλα, «όποια κι αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το τοπίον» όπως θα ’λεγε ο Εμπειρίκος, ο σημαίνων χώρος για τον συγγραφέα είναι τα τετραγωνικά του γραφείου του”.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μότο: “Ο συγγραφέας, πάντως, οφείλει να αγαπά και τα κακά βιβλία, γιατί και από αυτά διδάσκεται ποικιλοτρόπως. Άλλωστε, παραείναι εύκολο να αγαπάμε μόνο τα καλά βιβλία!” ή&lt;br /&gt;“Η ποίηση είναι σχέση ανάμεσα σε δυο μοναξιές: αυτή του ποιητή και εκείνη του αναγνώστη”.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο επιθεωρητής Φιν Μακλάουν, επιφορτισμένος ήδη με την έρευνα ενός φόνου που έγινε στο Εδιμβούργο, επιστρέφει ύστερα από δεκαοχτώ χρόνια στη γενέτειρά του, το νησί Λιούις, για να διερευνήσει έναν άλλο φόνο, που ίσως συνδέεται με τον πρώτο. Παραπλανητικές ενδείξεις, παλιά μυστικά και αμφίσημοι διάλογοι, ατμοσφαιρικές, καθημερινές εικόνες από νησιά των Χάιλαντς, επαναφέρουν παλιά τελετουργικά και πλέκουν ένα αφηγηματικό γαιτανάκι το οποίο δεν γίνεται παρά να ακολουθεί ο αναγνώστης με κομμένη ανάσα. Ο Πίτερ Μέι γεννήθηκε στη Σκοτία και ζει στην Γαλλία. Εργάστηκε αρχικά ως δημοσιογράφος και αργότερα εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο αξιόλογους σεναριογράφους της σκοτσέζικης τηλεόρασης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;“Οι κυνηγοί των Χάιλαντς” του Πίτερ Μέι&lt;br /&gt;Εκδ. “Κέδρος”, Μετάφραση: Μάρω Φιλίππου, σελ. 464&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια ανεκτίμητη βυζαντινή εικόνα που γίνεται αντικείμενο κλοπής και η υποψία για την ύπαρξη ενός αμύθητου θησαυρού, με τα ιερότερα κειμήλια της χριστιανοσύνης που χάθηκαν πριν από επτακόσια χρόνια, κινητοποιούν για την εύρεσή τους, ένα πλήθος ανθρώπων. Ανάμεσά τους, ένας Αγιορείτης μοναχός με παράξενες δυνάμεις, μια δαιμόνια ντετέκτιβ, ένας μανιώδης Έλληνας συλλέκτης, ένας γοητευτικός Ιταλός τραπεζίτης της μαφίας, ένα σαγηνευτικό μοντέλο, ο ελληνοαλβανοσερβικός υπόκοσμος με τον αδίστακτο νονό της νύχτας αρχηγό του, ένας συντηρητής έργων τέχνης και ο καλύτερος αστυνόμος της ΕΛΑΣ θα αναμετρηθούν σε ταχύτητα και ευφυία, για το ποιος θα φτάσει πρώτος. Από τον συγγραφέα Νίκο Κ. Κυριαζή που μας έχει δώσει μεταξύ πολλών άλλων και τα μυθιστορήματα: Ο αετός της φωτιάς, Νικομήδης ο Αθηναίος, Η ασπίδα των Θερμοπυλώβ, Μαρία των Γλάρων, Ο Διάβολος στις πέντε ακριβώς κ.α.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;“Ο κώδικας του αυτοκράτορα” του Νίκου Κ. Κυριαζή,&lt;br /&gt;Εκδ. “Καστανιώτη”, σελ. 368&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-1955299835283441153?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/03/blog-post.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-4428231202043028853</guid><pubDate>Tue, 28 Feb 2012 14:12:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-02-28T16:12:54.698+02:00</atom:updated><title>να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα</title><description>“Ανοίγοντας την πόρτα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου για πρώτη φορά, όλα μπορεί να ξαναρχίσουν”, η συγγραφέας Έρση Σωτηροπούλου επιμένει. Και έτσι γράφει και ξαναγράφει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο τίτλος στο καινούργιο βιβλίο της Έρσης Σωτηροπούλου της δόθηκε “από έναν Άγγλο μεθυσμένο” την ώρα που περίμενε σε μια Ισπανική πόλη ντυμένη στα μαύρα ένα λεωφορείο που δεν ερχόταν. Την πλησίασε αυτός φορτωμένος τσάντες κι εκείνη νόμισε ότι κάτι πουλά. Όμως αυτός κρατούσε τον τίτλο της: “να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα” της είπε και έφυγε. Κι αυτή η φρασούλα σχεδόν από το συμπαντικό πουθενά έγινε διήγημα, για ένα ποίημα που όλο έρχεται και κατόπιν μια συλλογή με διηγήματα που διαθέτει όλο το στυλ και την εσωτερική ειρωνεία της συγγραφέως.&lt;br /&gt;Την γνωρίσαμε το 1980 ως ποιήτρια. “Μήλο + θάνατος” από το “Πλέθρο”. Αλλά από τότε πέρασε στην πεζογραφία την ποίηση, εμφανέστατη στην μουσικότητα και στο ύφος σε όλα τα μυθιστορήματα, τις νουβέλες και τα διηγήματα που ακολουθούν: “Διακοπές χωρίς πτώμα” κι “Ο βασιλιάς του φλίπερ” από τις εκδόσεις “Καστανιώτη”, “Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα”, “Ζιγκ- Ζαγκ στις νεραντζιές” (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος), “Δαμάζοντας το κτήνος” και “Αχτίδα στο φως” από τον “Κέδρο”, “Η Φάρσα”, “Εύα” και “Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα” από τον “Πατάκη”.&lt;br /&gt;Το καινούργιο βιβλίο διαθέτει καινοτομίες πολλές, μια απ' αυτές η νουβέλα “Κυριακή Θεού στο Άμστερνταμ” που αποκαλύπτει την αγωνία του δημιουργού να περισώσει τις μνήμες απ' την χοάνη του χρόνου, εξάλλου “σε μια κοινωνία τόσο αλλοτριωμένη η τέχνη είναι ο μόνος τρόπος να μην αλλοτριωθούμε” η Έρση αποδέχεται.&lt;br /&gt;Το ασπρόμαυρο με τις κόκκινες πινελιές εξώφυλλο, χωρίς πίνακα ή φωτογραφία, είναι επίσης μια ακόμα καινοτομία: &lt;br /&gt;“Ήθελα να αποφύγω εντελώς την φωτογραφία και τις φωτογραφίες στο εξώφυλλο, έχει γίνει κατάχρηση και τελικά μοιάζουν όλα τα βιβλία”.&lt;br /&gt;Η γραφή της κοφτή, καθαρή, ειρωνική, ασθματική, καλοκαρφωμένη, με ένα αφ' υψηλού αφηγηματικό κοίταγμα και σε βάθος, και οι ήρωες πάντα στα όρια: μια εξεγερμένη έφηβη, ένα πνευματικά καθυστερημένο παιδί, μια ποιήτρια σχεδόν η ίδια ποίημα, ένας αθεράπευτα ρομαντικός φαντασιόπληκτος σύζυγος, το κωμικό και το τραγικό που εναλλάσσονται, η μοναξιά και η απουσία εφάμιλλες με την ανθρώπινη μοίρα.&lt;br /&gt;Όσο περνούν τα χρόνια, η συγγραφέας αναγνωρίζει ότι γράφει όλο και πιο δύσκολα “διορθώνοντας όλο και περισσότερο”, αναζητώντας την ησυχία της και φυσικά απομόνωση, “η Αθήνα είναι μια πόλη που δέχεσαι πιέσεις κι επιθέσεις- μας λέει- εισβολές, φιλικές κι εχθρικές”, και έτσι τα ξενοδοχεία και τα... νοσοκομεία αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, το δικό της... γραφείο.&lt;br /&gt;“Έχω περάσει παλιότερα- για λόγους υγείας- άπειρο χρόνο σε νοσοκομεία. Λοιπόν με μάγευε αυτός ο μικρόκοσμος, μού αρέσουν ακόμα και τα φαγητά του”, επιμένει. Εξάλλου “τα νοσοκομεία δεν είναι μονάχα θλίψη, αλλά και έρωτες, όλα είναι στραμμένα προς το σώμα αλλά ένα σώμα που πάσχει”.&lt;br /&gt;Περνώντας τα χρόνια βεβαίως, αυτή η έλξη ως προς τον χώρο, έχει αλλάξει. Αλλά παραμένει η αγάπη για τα ξενοδοχεία, τεράστια: “Αν είχα χρήματα, θα έμενα σε ξενοδοχείο μονίμως! Άλλοι συγγραφείς χρειάζονται τον χώρο και τα προσωπικά τους αντικείμενα, ενώ αντίθετα εμένα αυτό με καταπιέζει”, μας λέει. “Δηλαδή ανοίγοντας την πόρτα σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου για πρώτη φορά μού φαίνεται ότι όλα μπορούν να ξαναρχίσουν”.&lt;br /&gt;Κι έχει πολλά να θυμάται. Γιατί “παρ' όλο που είναι ένα μέρος με μνήμες, δεν είναι η ζωή μας, αλλά οι ζωές των άλλων”. Κάπως έτσι, λοιπόν, θυμήθηκε κάποτε “σ' ένα τρισάθλιο ξενοδοχείο σε μια μικρή γαλλική πόλη, ένα σκισμένο καλσόν γυναικείο ανάμεσα στα σκεπάσματα”. Και, αμέσως, μετά τις σκέψεις της, “αν κάποιος της το 'σκισε βίαια, ή αν σκίστηκε ενώ περπατούσε αυτή η γυναίκα μέσα στη βροχή και στο δρόμο”...&lt;br /&gt;Και η δυσφορία της ηρωίδας στο διήγημα “3 Οκτωβρίου 2004” που ασφυκτιά μέσ' στο σπίτι της, και ο γύρος του κόσμου σε ένα ξενοδοχείο μια “Κυριακή Θεού στο Άμστερνταμ”, έρχονται στο καινούργιο βιβλίο “να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα” και το αποδεικνύουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λεζάντα:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βέβαια για την συγγραφέα το γραφείο είναι εδώ και υπάρχει, αλλά οι ιστορίες της κάπου εκεί έξω την περιμένουν και βρίσκονται. Στο σπίτι Λογοτεχνίας στην Πάρο, στη Βίλα Γιουρσενάρ, κάθε φορά κάπου αλλού, ποιος το ξέρει...   &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η μικρή Λαλίνα της ιστορίας, μετρώντας τις μέρες ως τα Χριστούγεννα, για όλα φαίνεται να έχει προνοήσει: τρικ με φάρσες για τον μικρό της αδελφό, χρήσιμο κουτί για τη μαμά, κορνίζα καρδιά με όλη την οικογένεια για τον μπαμπά... εκείνο που αναρωτιέται είναι πώς θα στείλει με το ταχυδρομείο στη γιαγιά μια μεγάαααλη αγκαλιά! Σ' αυτό το τρυφερό, ανατρεπτικό, επίκαιρο παραμύθι, η ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια συγγραφέας του βοηθά τη μικρή Λαλίνα να τα καταφέρει! &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;“Το ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δώρο” της Λίζας Βάρβογλη- Κασκαβέλη, Εικονογράφηση: Sara Ruano&lt;br /&gt;Εκδόσεις “Modern Times”, σελ. 44&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την “εγγονή του Άι- Βασίλη” μάς την σύστησε η συγγραφέας το 2007. Την ξαναβρήκαμε με τα “μπισκότα της αγάπης” το 2009. Αλλά φέτος την περιμένουν φουρτούνες, μέρες που έρχονται! Κάποιος κλέβει τα φιλότιμα και εργατικά ξωτικά από το εργαστήρι του παππού. Και η εγγονή ως ντετέκτιβ θα χρειαστεί να κάνει τον γύρο του κόσμου για να μη χάσουν τα παιδιά τα παιχνίδια τους. Με γεύσεις και εικόνες απ' τη Μεσόγειο και την Κίνα κι απ' το Μαρόκο έως την Νέα Υόρκη, ένα κοσμοπολίτικο, ταξιδιάρικο και με χιούμορ, παραμυθάκι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;“Η εγγονή του Άι- Βασίλη και η εξαφάνιση των ξωτικών” της Αμάντας Μιχαλοπούλου, Εικονογράφηση: Σοφία Τουλιάτου&lt;br /&gt;Εκδ. “Καστανιώτη”, σελ. 30&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-4428231202043028853?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/02/blog-post_28.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-7577612437354220645</guid><pubDate>Wed, 22 Feb 2012 09:00:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-02-22T11:02:21.248+02:00</atom:updated><title>Ο Χάρης Βλαβιανός στο εργαστήρι του συγγραφέα</title><description>Στο εργαστήρι του συγγραφέα &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα «Σονέτα της συμφοράς» υπήρξαν ό,τι πιο επώδυνο, «Η ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σε 100 χαϊκού» ό,τι πιο γόνιμο και το περιοδικό «Ποίηση» που γίνεται «Ποιητική» μέσα στον χρόνο, έργο ζωής για τον Χάρη Βλαβιανό, για τον οποίο όλα είναι ποίηση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με την Ποίηση πάντοτε σε κεντρικό άξονα, είτε για ποίημα είτε για μετάφραση ή για δοκίμιο πρόκειται, και έχοντας εκείνο το περιοδικό"βιβλίο «Ποιητική» σε καιρούς δύσκολους, βασική μέριμνα στο ενεργητικό του, ο Χάρης Βλαβιανός, παρά το τεράστιο έργο του, επιμένει να λέει: «Γράφω αργά και δύσκολα. Εξάλλου, συγγραφέας, αντίθετα απ' ό,τι πιστεύουν πολλοί, είναι κάποιος για τον οποίο το γράψιμο είναι επώδυνη διαδικασία. Δεν είναι εύκολο να αποτυπώνεις σκέψεις και συναισθήματα σε μια γλώσσα που προσπαθεί να πετύχει τη μέγιστη δυνατή διαύγεια καθώς ταυτόχρονα μετατρέπει ένα κείμενο σε έργο Τέχνης».&lt;br /&gt;Πορτρέτο. Ο αναγνώστης Χάρης Βλαβιανός δεν παύει να υφίσταται.&lt;br /&gt;Οι συγγραφείς και οι εμμονές τους αλλάζουν και εναλλάσσονται μέσα στον χρόνο: «Αυτό είναι αναπόφευκτο καθώς αλλάζει και ο ίδιος ο συγγραφέας και ο τρόπος που βλέπει το έργο του», ισχυρίζεται. «Κάποιες φορές όμως «επιστρέφει» ξαφνικά σε παλιές του αγάπες: «Πριν από μερικούς μήνες ολοκλήρωσα τη μετάφραση των "Τεσσάρων Κουαρτέτων" του Τ.Σ. Ελιοτ, έργο το οποίο με έχει απασχολήσει περισσότερο από δύο δεκαετίες. Ανέβαλα διαρκώς να καταπιαστώ συστηματικά μαζί του, καθώς άλλοι ποιητές, Αμερικανοί κυρίως, διεκδικούσαν την προσοχή μου και δοκίμαζαν τις μεταφραστικές αντοχές μου. Τα χρόνια πέρασαν και η φωνή του Ελιοτ, που κάποτε έμοιαζε κάπως απόμακρη, έγινε πιο γνώριμη κι αγαπημένη. Στα χρόνια που μεσολάβησαν και η δική μου ποίηση πήρε άλλους δρόμους, πιο δύσβατους, και οι ποιητικές μου αναζητήσεις με έφεραν ξανά κοντά του».&lt;br /&gt;Η τελευταία του ποιητική συλλογή, «Τα Σονέτα της συμφοράς» (εκδ. Πατάκης), αναγνωρίζει ότι γράφτηκε με το πλέον επώδυνο τρόπο: «Τα χρόνια που το έγραφα έχασα σε μικρό διάστημα και τους δύο μου γονείς. Ζούσαν και οι δύο μακριά μου (η μητέρα μου στη Ρώμη, ο πατέρας μου στο Σάο Πάολο) κι έτσι δεν ήμουν κοντά τους όταν έφυγαν. Επίσης χώρισα, έχασα δύο"τρεις στενούς φίλους, και βίωσα πολλές ανατροπές. Η ζωή, φαίνεται, ήθελε να «τροφοδοτήσει» την ποίησή μου και να ελέγξει τις αντοχές μου, τις ανθρώπινες αλλά και τις ποιητικές».&lt;br /&gt;Οσον αφορά εκείνο το ποιητικό σύμπαν απ' όπου ένα ποίημα έρχεται, εξηγεί: «Είναι μια στιγμή μαγική όταν ξαφνικά νιώσεις ότι δεν μπορείς παρά να βάλεις στο χαρτί (ή στην οθόνη) ό,τι σε βασανίζει. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι θα προκύψει ένα άρτιο ποίημα. Μπορεί η στιγμή της "εκφόρτισης" να μην οδηγήσει πουθενά. Να είναι μια λάθος εκκίνηση, μια "επίσκεψη" στη λάθος στιγμή. Aν ανατρέξουμε στην ιστορία της λογοτεχνίας, θα δούμε με ποιους τρόπους πολλοί συγγραφείς "καλούσαν" ή "εκβίαζαν" το έργο να τους επισκεφθεί. Φυσικά, υπάρχουν οι συγγραφείς που γράφουν γράφοντας "στους οποίους ανήκω κι εγώ. Οι συγγραφείς που εκμαιεύουν από τις ίδιες τους τις λέξεις τη συνέχεια. Γιατί, τελικά, πιστεύω αυτό είναι ο μέγας καθοδηγητής. Τα υπόλοιπα είναι απλώς μικρές ψευδαισθήσεις αρωγής στη δύστροπη, όπως είπα, διαδικασία».&lt;br /&gt;Για να γραφτεί ένα ποίημα... «Χρειάζεται μια δυνατή σκέψη πάνω στην εμπειρία. Η σκέψη και το συναίσθημα είναι η άμεση αντίδραση στο εξωτερικό ερέθισμα. Από κει και πέρα, η ποίηση είναι τέχνη. Το ποίημα είναι αρχιτεκτόνημα. Αρα ο ποιητής στοχάζεται πάνω σε αυτό που σιγά σιγά κατασκευάζει. Χρειάζεται επομένως και μια δεύτερη σκέψη. Εμένα με ενδιαφέρει αυτή η δευτερογενής εμπειρία. Το πώς φιλτράρεται δηλαδή μέσα μου μια συγκεκριμένη εμπειρία και γίνεται ποίημα. Η ποίηση είναι μια διαρκής πάλη ανάμεσα στην εμπειρία, από τη μία πλευρά, και τη γλώσσα στην οποία καταφεύγει ο ποιητής για να την εκφράσει, από την άλλη».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ&lt;br /&gt;elgika@pegasus.gr&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΦΩTOΓΡAΦIΕΣ: ΤΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ&lt;br /&gt;www.takisspyropoulos.com&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χαρτί. Η μαγεία του χειρογράφου.&lt;br /&gt;Τ' άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης&lt;br /&gt;της Λένας Λόππα&lt;br /&gt;Εκδ. Γαβριηλίδης&lt;br /&gt;σελ. 365&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η συγγραφέας Λένα Λόππα το αφιερώνει στους αγαπημένους της «ζώντες και κεκοιμημένους», και με κεντρικούς άξονες την σεφερική ποίηση (τίτλος, μότο στο βιβλίο και στα επιμέρους κεφάλαια) και τον Μπαχ (η δομή του εν μέρει αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος ακολουθεί όρους μουσικής σύνθεσης), επιχειρεί και επιτυγχάνει ένα διπλό ταξίδι: Στο προσωπικό και στο οικουμενικό. Στη ζωή μιας γυναίκας, εν προκειμένω της συγγραφέως"αφηγήτριας, η οποία γράφει σε δεύτερο πρόσωπο, σαν συνομιλώντας στον καθρέφτη, και στην ελληνική κοινωνία των τελευταίων 60 ετών. Γραφή ατμοσφαιρική, ποιητική, με πρόζα και ποίηση που εναλλάσσεται και γράμματα και mails που παρεμβάλλονται, αποτελεί την ανατομία του έρωτα και του Eρωτα, σε αντιπαράθεση με τον θάνατο και την απώλεια και μια άλλου είδους θέαση της ζωής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υπόθεση Juliet&lt;br /&gt;του Νίκου Γρηγοριάδη&lt;br /&gt;Εκδ. Ινδικτος&lt;br /&gt;σελ. 366&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γνωστός μας ήδη από το μυθιστόρημα «Ο ιδιοκτήτης του Lido», που κυκλοφόρησε το 2008 και έκανε αίσθηση, και από την εξαιρετική ποίησή του, ο Νίκος Γρηγοριάδης στο μυθιστόρημά του «Υπόθεση Juliet», που κυκλοφόρησε και πάλι από τις εκδόσεις «Ινδικτος», αναδεικνύει μια άλλη πλευρά της τρομοκρατίας. Δίνοντας έμφαση στο τυχαίο και στην πολιτική υποδομή του κεντρικού ήρωα, σκιαγραφεί μια εποχή χωρίς ταξική συνείδηση όπου το χάσμα των γενεών αποτελεί και την απαρχή της αξιακής κρίσης. Με τρόπο λιτό κι απέριττο, με αντιφατικούς χαρακτήρες και αναδεικνύοντας φόβους, ενοχές, ιδεολογίες και διλήμματα, ο συγγραφέας αναδεικνύει θύτη και θύμα με όρια δυσδιάκριτα, στον πυρήνα της οικογένειας. Ο Παναγιώτης Κασπαράτος, τραγικός ήρωας, ακολούθησε εκείνο το μοιραίο «καθείς εφ' ω ετάχθη», θα μας μείνει αλησμόνητος. Συναρπαστικό μυθιστόρημα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δημοσιεύθηκε στο Εθνος της Κυριακής&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-7577612437354220645?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/02/blog-post.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-3682979191502373269</guid><pubDate>Tue, 24 Jan 2012 08:35:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-01-24T10:35:41.541+02:00</atom:updated><title>Ντίνος Χριστιανόπουλος: Η χασούρα για τον ποιητή είναι το κέρδος του!</title><description>«Έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά.// Να σου δώσω απόγνωση, να μην είσαι ζώο,/ να μου δώσεις δύναμη, να μην είμαι ράκος'/ να σου δώσω συντριβή, να μην είσαι μούτρο,/ να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω//. Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου,/ για να μάθεις πια να μην κλοτσάς» (Με κατάνυξη).&lt;br /&gt;Ερωτικός, άμεσος, ειλικρινής, βαθύς, δεν χαρίζει κάστανα σε κανένα.&lt;br /&gt;Ήρθε στην Παιανία για μια διάλεξη με θέμα «Σολωμός- Καβάφης: διαφορές και ομοιότητες». Καθώς και για τα είκοσι χρόνια των εκδόσεων Μπιλιέτο, των αδελφών Δημητράκη.&lt;br /&gt;Πρώτο βιβλίο των εκδόσεων «Ο «ανυπεράσπιστος καημός» του Ντίνου Χριστιανόπουλου» του Βασίλη Δημητράκου που επανεκδίδεται. Μαζί με την «Επί του όρους ομιλία του Κυρίου» σε μετάφραση Ντίνου Χριστιανόπουλου και το καινούργιο τεύχος του περιοδικού «Μπιλιέτο» που είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στην θεσσαλονικιό ποιητή. Και μια ανθολογία του έργου του «Βολέματα καταστροφής», επίσης επιμέλεια Βασίλη Δημητράκου.&lt;br /&gt;Κι αυτήν εδώ τη φορά το τόλμησα. Μια συζήτηση μαζί του γενικώς για «Προσκυνήματα»: «Από μικρός συνήθισα να προσκυνώ/ χέρια παπάδων, ιερές εικόνες'/ μετά το γύρισα σε πόδια αγαπημένα.// Τώρα μπερδεύω τί θα πει προσκυνημένος».&lt;br /&gt;Μέρος αυτής της κουβέντας, το κείμενο που ακολουθεί. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Εμείς που γνωρίσαμε μικροί τον Χριστό ζούμε τώρα τη θλίψη».&lt;br /&gt;Στους περισσότερους έρχεται αργά ο Χριστός, φαντάζομαι όμως το βάσανο να ξεκινά τη ζωή του κανείς μέσα σ’ αυτό το απόλυτο φως. Αλλά υπάρχει παράδεισος δίχως την ταπείνωση της κόλασης, κύριε Χριστιανόπουλε?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Ο στίχος είναι σωστή επισήμανση. Σαν απάντηση θα είχα να σας πω ότι κάνατε μεγάλο σφάλμα που τον γνωρίσατε αργά. Εγώ αντίθετα έκανα πολύ καλά που τον γνώρισα εγκαίρως. Εάν το πράγμα έγινε αντίστροφα προς ό,τι ήθελα και τώρα ζω τη θλίψη, δεν φταίει βέβαια ο Ιησούς Χριστός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Παρ’ ότι δεν είναι μεσ’ τις ερωτήσεις μου, με κάνετε να θέλω να ρωτήσω αν τον επιλέγουμε ή μας επιλέγει, τελικά, ο Ιησούς Χριστός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Πολύ ωραία ερώτηση αλλά δεν ξέρω ποιος θα μπορούσε να απαντήσει. Γιατί είναι ένα πράγμα τόσο αινιγματικό και τόσο άγνωστο που απλώς εμείς το χειριζόμαστε σαν το παιχνίδι με τα τόμπολα. Γι’ αυτό φαίνεται άλλοτε να μας επιλέγει, και άλλοτε να τον επιλέγουμε. Ρωτήσατε τους θεολόγους πόσοι μαλώνουν για ένα απλό ερώτημα; Αν την «ξηρανθείσα συκή» την επέλεξε ο Θεός να παίξει ρόλο στη ζωή του Χριστού ή το αντίθετο; Δηλαδή η φουκαρού η συκή τι το φοβερό είχε και την ξέρανε ο Χριστός; Το θέμα είναι όταν τελικά φτάνουμε σε πλήρες αδιέξοδο σ’ αυτές τις ερωτήσεις υπάρχουν πάντοτε διπλές απαντήσεις. Είναι και αυτό, θα μπορούσε να είναι και το άλλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Ποίηση δίχως «μάτια τυραννισμένα» γίνεται? Δίχως ταπείνωση προσεγγίζεται η Τέχνη?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Αυτό το «γίνεται» σηκώνει νερό. Αν ρωτήσετε μερικούς ψευτομοντέρνους ποιητές, γίνεται και παραγίνεται, διότι δεν τους καίει να πουν και μερικά φούμαρα. Εμένα που με καίει, και που βαδίζω στ’ αχνάρια του Ρίλκε, πιστεύω πως πρέπει να δει κανείς πολλούς θανάτους και πολλές γέννες για να μπορέσει να γράψει έστω και έναν στίχο. Δηλαδή, ο καλός και σοβαρός στίχος προυποθέτει μια τρομακτική εμπειρία ζωής. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Ανοιχτή πληγή ο «Ανυπεράσπιστος καημός» του Ντίνου Χριστιανόπουλου», 1988, το πρώτο βιβλίο των Εκδόσεων Μπιλιέτο που ξεκινούσε κιόλας από τη Θεσσαλονίκη. Είκοσι χρόνια μετά, «Ο «Ανυπεράσπιστος καημός» του Ντίνου Χριστιανόπουλου» και ένα τεύχος του περιοδικού «Μπιλιέτο» αφιερωμένο σε σας. Η Ανθολόγια του Βασίλη Δημητράκου «Βολέματα καταστροφής». Ένας ολόκληρός κύκλος που ξεκινά από σας και καταλήγει σε σας, ξεκινά από τη Θεσσαλονίκη και φτάνει μέχρι την Παιανία, πώς σας φαίνεται όλο αυτό? &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Ότι δεθήκαμε εξαιτίας του «Ανυπεράσπιστου καημού» εγώ και η Παιανία, είναι γεγονός, ήρθα τόσες φορές, την αγάπησα, μίλησα γι’ αυτήν. Ειδικά για τον «Ανυπεράσπιστο καημό», το βιβλιαράκι του Βασίλη που τώρα το ‘βγαλε και σε δεύτερη έκδοση, και αντιστρέφει κάπως τα πράγματα. Δείχνει ότι η Παιανία προσεγγίζει εμένα μέσω του «ανυπεράσπιστου καημού». Αλλά είτε συμβαίνει αυτό, είτε δεν συμβαίνει, το θέμα είναι ένα: η αγάπη του Βασίλη για τα ποιήματά μου τον οδήγησε στο να διαλέξει ίσως το βασικότερο κομμάτι της ποίησής μου που είναι ο «Ανυπεράσπιστος καημός» και αυτή η αγάπη τον έκανε να μεταδώσει στην Παιανία – για να μην πω στους φίλους όλους- την αγάπη του για την ποιητική μου αυτή συλλογή η οποία έχει σε κάθε σοβαρό άνθρωπο να πει μερικά πράγματα πολύ αξιόλογα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Ταυτοχρόνως επανεκδίδεται και η μετάφρασή σας στην «Επί του Όρους Ομιλία του Κυρίου» (από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, κεφ. Ε-Ζ) που πρωτοεκδόθηκε από το Μπιλιέτο το 1995). Γιατί ειδικά η Επί του Ομιλία και τι σημαίνει για σας αυτή η μετάφραση?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Η απασχόλησή μου με το Ευαγγέλιο, που όπως θα ξέρετε κράτησε σαράντα ολόκληρα χρόνια, με κούρασε, με τυράννησε αλλά και με αποζημίωσε και με το παραπάνω, αφορά όλο το Ευαγγέλιο το κατά Ματθαίον! Η επί του Όρους ομιλία, σύμφωνα με γνώμες διαφόρων θεολόγων όλου του κόσμου, είναι το ωραιότερο κομμάτι του Ματθαίου, ενώ κάποιοι άλλοι ισχυρίζονται ότι το ωραιότερο κομμάτι του Ματθαίου είναι η περιγραφή των παθών. &lt;br /&gt;Η επί του Όρους ομιλία η οποία βγήκε δυο φορές από τις εκδόσεις Μπιλιέτο δείχνει, όπως και η αγάπη για τον «ανυπεράσπιστο καημό», μια ιδιαίτερη προτίμηση του Δημητράκου προς την επί του Όρους Ομιλία. Δηλαδή αυτομάτως διάλεξε το καλύτερο κατά τη γνώμη μου κομμάτι. πράγμα που με ικανοποιεί κι εμένα πάρα πολύ. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Ζητάτε και θα σας δοθεί’ ψάχνετε και θα βρείτε’ χτυπάτε την πόρτα και θ’ ανοίξει για σας. Γιατί όποιος ζητάει, παίρνει, και όποιος ψάχνει, βρίσκει, και σ’ όποιον χτυπάει την πόρτα, η πόρτα θα ανοίξει». Η ποίηση είναι ένας τρόπος να χτυπάτε την πόρτα?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Βεβαίως είναι, αλλά ποια ποίηση, όχι η οποιαδήποτε. Μια ποίηση τόσο ειλικρινής και τόσο σωστή- αυτή που λέμε ότι βγαίνει εκ βαθέων.&lt;br /&gt;Μια ποίηση τόσο ειλικρινής και εκ βαθέων είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος να πλησιάσουμε τον Χριστό. Χωρίς βέβαια προεκτάσεις θεολογικές. Θέλω να μην είμαι μέσα στο χώρο της θεολογίας, να μιλώ απλά σαν ένα άτομο που ενδεχομένως έχει κι αυτό τα θρησκευτικά του και τις τάσεις του. Και μη νομίζετε ότι πρωτοτυπούμε γι’ αυτό το θέμα. Όλοι οι λεγόμενοι «μυστικοί ποιητές», μυστικοί ποιητές είναι διάφοροι θρησκευόμενοι οι οποίοι ουσιαστικά μιλούν για τον Χριστό ενώ φαινομενικά μιλούν για τον έρωτα, υποστηρίζουν ακριβώς αυτό το πράγμα. Το κλασικό παράδειγμα του «Άσματος Ασμάτων». Αλλά υπάρχουν πολλοί, η Σάντα Μαρία Τερέζια, ο άγιος Ιωάννης του Σταυρού, έχουν θέσει ωμά αυτό το θέμα, ότι ο καλύτερος τρόπος να πλησιάσεις τον Χριστό είναι ακριβώς η ποίηση. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Μπείτε από τη στενή πύλη… Πόσο στενή είναι η πύλη και πόσο στενόχωρος ο δρόμος που οδηγεί στη ζωή, και πόσο λίγοι είναι εκείνοι που τον βρίσκουν!» Η ποίηση, η ζωή σας, υπήρξαν «στενή πύλη»?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι αυτό το θέμα το έχει αναπτύξει διεξοδικά μέσα σε ένα βιβλιαράκι του ο Αντρέ Ζιντ. Ένας γάλλος πεζογράφος, δυο γενιές πριν, στο βιβλιαράκι του «Η στενή πύλη». Εμένα δεν με απασχόλησε και πάρα πολύ. Τώρα για πρώτη φορά που μου το θέτετε ήθελα να σας πω ότι βεβαίως συμβαίνει αυτό το πράγμα, διότι ενώ για πολλούς εμφανίζομαι σαν ένας πετυχημένος ποιητής, στην πραγματικότητα πρέπει να ομολογήσουμε ότι είμαι ένας τυραννισμένος ποιητής και αυτό το επίθετο τυραννισμένος πηγαίνει κατ’ ευθείαν στη «στενή πύλη». Γιατί όπως δύσκολα τα καταφέρνει αυτός που μπαίνει από τη στενή πύλη, άλλο τόσο τα καταφέρνει αυτός που μπαίνει απ’ τη φαρδιά πύλη, γι’ αυτό λοιπόν να είστε σίγουρη ότι κρύβεται μια μεγάλη και οδυνηρή δοκιμασία γύρω από το θέμα της στενής πύλης για την οποία, όμως, καυχιέμαι ότι την διάλεξα και την προτίμησα, δεν την βρήκα, ούτε μου επιβλήθηκε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Το 1950 στην «Εποχή των ισχνών αγελάδων» ο κόσμος, ο εαυτός, «υπό την σκιά άλλων προσώπων». Από τα «Ξένα γόνατα» (1954) και μετά, το βάσανο της γης και τ’ ουρανού «στο πρώτο ενικό πρόσωπο». Έναν- έναν μας καλεί η Ποίηση, ο Θεός, η Ζωή, κύριε Χριστιανόπουλε? «Τα μεγάλα» θα πρέπει να τα περάσουμε μόνοι?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα με ρωτάτε τόσο πολλά που στο τέλος ζαλίζομαι και τα ξεχνώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Αν στον έρωτα, στον Θάνατο, στον Θεό, βαδίζουμε μόνοι ρωτώ!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Στον θάνατο πάντα βαδίζουμε μόνοι. Αλλά και το περιθώριο να φιλολογούμε περί ζωής και θανάτου είναι πολύ μεγάλο. Ουσιαστικά να ξέρετε ένα πράγμα, ότι σε μένα ειδικά έγινε μια αλλαγή, παράτησα δηλαδή τις μυθολογίες και τις παραθρησκειολογίες και μίλησα πιο ωμά και πιο γυμνά για την περίπτωσή μου. Το γεγονός ότι αντιπαραβάλω την ατομική περίπτωση σ’ αυτό το συνοθύλλευμα που ο πολύς ο κόσμος το λέει ποίηση, αυτό ίσως ήταν μια πρωτοτυπία και δεν μετάνιωσα ποτέ. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Αλλά μετά, το 1960, στον «Ανυπεράσπιστο καημό» ο ενικός θα γίνει και πάλι πληθυντικός «ο εαυτός από τη μοναξιά κατακερματισμένος». Τσαλακωμένος μόνον φτάνεις στο Θεό, στην Αγάπη ή στο Ποίημα?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το αν είμαστε κατακερματισμένοι ή όχι και με αυτά τα χάλια φτάνουμε στο Θεό, είναι μεγάλος λόγος, δεν μπορώ να πω. Πάντως αν φτάνουμε κατακερματισμένοι, μπράβο μας! Αλλά φτάνουμε? Ή οι πιο πολλοί πριν προλάβουμε να φτάσουμε, το ρίχνουμε στη φιλολογία; &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Η σιγουριά της καταστροφής του είναι και η μοναδική ελπίδα για τη σωτηρία του. Ο σπόρος πρέπει να μπει στο χώμα, να καταστραφεί, για να φυτρώσει», γράφει ο Βασίλης Δημητράκος για την ποίησή σας στον «Ανυπεράσπιστο καημό».Τα βρίσκουμε όλα όταν τα έχουμε χάσει όλα? Κι εσείς τι χάσατε, τι δώσατε και τι βρήκατε, κύριε Χριστανόπουλε?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Είναι κι αυτό ένα πολύπλοκο θέμα, αυτός που κερδίζει από την απώλεια, είναι ίσως ο πιο κερδισμένος. Και δεν είναι μόνο για μένα. Λόγου χάρη το 1453 χάσαμε την Κωνσταντινούπολη. Αυτό που κάναμε – που χάσαμε δηλαδή μια αυτοκρατορία και νικηθήκαμε από έναν Τούρκο- τι είναι απώλεια ή κέρδος; Ποιος νίκησε ο Μωάμεθ ή ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος; Βλέπεις αυτή η αντιστροφή των πραγμάτων γίνεται μόνο μέσα από ειλικρινή ποίηση, όχι μέσα από την ιστορία Η ιστορία είναι τόσο κρύα, που λέει «αυτό το γεγονός έγινε, αυτό θα παραδεχθώ». Ναι, αυτό έγινε, αλλά όλα τα επόμενα, παρεπόμενα και συνακόλουθα αυτού του γεγονότος θα παρέλθουν στην άκρη; Γι’ αυτό, λοιπόν, να το ξέρετε, η χασούρα για τον ποιητή είναι το κέρδος του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Η ποίηση το καταφύγιο που φθονούμε», θείο δώρο, ή εγγενής ελάττωμα ή προτέρημα του ποιητή? Προσωπικά σας έβαλε δύσκολα ή σας δυσκόλεψε η ποίηση?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Είναι πάντοτε όπως το βλέπεις. Εγώ ήθελα τα δύσκολα και γι’ αυτό τα υπέστην, βέβαια. Και υπέστην όπως ξέρετε ή δεν ξέρετε και πολλές δοκιμασίες, και πολλές περιπέτειες, και πολλούς εξευτελισμούς. Λοιπόν σας βεβαιώνω ότι, τελικά, κέρδισα. Διότι ό,τι χάνει κανείς, είναι στο ενεργητικό του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Ποίηση δίχως ποιητική ζωή, γίνεται?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η λέξη «ποιητική ζωή» δεν μ’ αρέσει. Δεν καταλαβαίνω καλά- καλά τι θα πει ποιητική ζωή. Πάντως μια ποιητική γενναιότητα το καταλαβαίνω αλλά κι αυτό βέβαια ως ερώτηση για μερικούς μόνο ποιητές, γιατί τα ενιάμιση δέκατα της ελληνικής ποίησης, ανεξαρτήτως αν είναι ή αν δεν είναι σαβούρα, δεν έχουν να μας αποδώσουν τίποτε οι νεοέλληνες ποιητές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Δεν πόνεσα αρκετά/ για να μ’ αγγίξει ο πόνος του διπλανού», πότε πρωτοπονέσατε και πότε σας άγγιξε ο πόνος του διπλανού? Πότε και πώς σας πρωτακούμπησε η ποίηση?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Καβάφης λέει κάτι αρκετά σοβαρό, ότι το ποίημα εκφράζει τον ποιητή του μόνο την στιγμή που γράφεται. Επομένως αν βασιστούμε ότι έχει δίκιο, πρέπει να μιλήσουμε για τη στιγμή εκείνη κατά την οποία ομολόγησα ότι δεν πόνεσα ακόμα αρκετά για να μ’ αγγίξει ο πόνος του διπλανού μου. Εκείνη τη στιγμή που το έγραφα, το πίστευα. Και μπορώ να πω ότι και μετέπειτα με έχει απασχολήσει αυτό το πράγμα και σαν ομολογία και σαν επανάληψη ή και σαν ανατροπή καμιά φορά. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Τον ποιητή, όσο τον απασχολεί το τι θα γράψει, άλλο τόσο τον απασχολεί και τι δεν θα γράψει», «Ό,τι δεν γράφει αυτός, το «γράφει» εκείνος που διαβάζει τα ποιήματά του», η Ποίησή σας απαιτεί αναγνώστη- συνδημιουργό? Είναι ανοιχτή ποίηση, μια ποίηση που αναπνέει?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Το τι δεν γράφει ο ποιητής είναι πράγματι πολύ μεγάλο ερώτημα. Αυτά τα υποτιθέμενα κενά τα έχει μελετήσει ο Δημητράκος τα οποία τα χαρακτηρίζει, μου φαίνεται, «άγραφο ποίημα». Και μπορείς να ανιχνεύσεις την σκιά του ποιητή μέσα από το άγραφο υποτιθέμενο ποίημα. Είναι πολύ ωραία παρατήρηση αυτή, εμένα δεν με πολυενδιαφέρει από την άποψη ότι τελεσίδικα ή έστω και μερικές φορές άδικα, κάτι παραλείπω. Είτε για λόγους οικονομίας, είτε για λόγους τεχνικής, είτε για λόγους σκοπιμότητας, κάτι παραλείπεται. Αλλωστε μη ξεχνάτε ότι όταν γράφουμε ένα ποίημα ουσιαστικά μουτζουρώνουμε ένα χαρτί, όπου πολλοί στίχοι, τελικά, πετιούνται. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Απόψε θα μιλήσετε για τον Καβάφη και για τον Σολωμό, θ’ αναφερθείτε στις διαφορές και στις ομοιότητές τους. Να υποθέσουμε ότι και η δική τους ποίηση είναι μια ποίηση που αναπνέει?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Πρώτα- πρώτα ακόμα δεν είμαι σίγουρος αν έκανα καλά που διάλεξα αυτό το θέμα, γιατί είναι λίγο πιο πέρα από τις δυνάμεις μου. Και μπορεί μεν να μην γελοιοποιηθώ αλλά δεν είμαι σίγουρος και αν θα κερδίσω το κοινό μου. Είναι δυο διαφορετικοί ποιητές τόσο σπουδαίοι αλλά και με τόσο διαφορετικές μεθόδους που δεν ξέρω με τι στοιχεία θα μπορέσω να τους συγκρίνω. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Η αγάπη κερδίζεται με την υποταγή», η ποίηση? Ο Θεός? Η ζωή?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Κατ’ αρχή το καθένα με κάτι κερδίζεται βρε αδελφέ, δεν χάλασε ο κόσμος! Θα σας αφηγηθώ μόνον ως ανέκδοτο μια περιπέτεια που είχα με τον ηθοποιό Μινωτή. Σε μια συνέντευξη που του πήρε μια δημοσιογράφος, δεν θυμούμαι ποια ήταν η ερώτηση, του είπε «όπως λέει και ο ποιητής Χριστιανόπουλος, η αγάπη κερδίζεται με την υποταγή» και ξαφνικά ο Μινωτής έγινε τούρκος. «Μη μου αναφέρετε αυτό τον χυδαίο άνθρωπο, ο οποίος δεν ξέρει τι λέει κι αν ξέρει τι λέει, είναι πρόστυχα και σιχαμερά αυτά τα πράγματα, αγανακτώ και μόνο που ακούω τέτοιες ανηθικότητες. Ο στίχος αυτός ήταν ανήθικος!» Και θα σας πω την συνέχεια του ανεκδότου αυτού. Σταμάτησε η συζήτηση, η δημοσιογράφος μπράβο της εξοργίστηκε και έφυγε. Τον εκδικήθηκε δημοσιεύοντας όλη την στιχομυθία. Και άρχισαν επιστολές εναντίον του Μινωτή, ποιος είναι αυτός που με χαρακτήρισε αχρείο ή κάτι τέτοιο. Βγήκα πολύ ωφελημένος απ’ αυτή τη συνέντευξη παρόλο που έγινε εντελώς εν αγνοία μου. Έτσι αντί να απαντήσω με μια θεωρία, απάντησα με ένα ανέκδοτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Τι θα θέλατε αλήθεια να ξέρουν οι νέοι για τη ζωή σας ή για το έργο σας, κύριε Χριστιανόπουλε?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εντελώς τελευταία έχω μια διαφορετική αντίληψη απ’ αυτή που είχα παλαιότερα, ότι όσα πράγματα και να ξέρεις από τη ζωή μου, δεν ξέρεις βασικά τίποτα περισσότερο απ’ όσα σου αποκαλύπτει η έμπνευση μέσα από τους στίχους μου. Αντιστρέφω το ερώτημα και λέω μήπως τον γνωρίζουμε χειρότερα. Διότι η ποίηση είναι συνυφασμένη με κουτσομπολιά, τα κουτσομπολιά πολλές φορές είναι ανεξέλεγκτα, ο ποιητής βέβαια έχει κάθε δικαίωμα να αποκαταστήσει την αλήθεια, αλλά πολλές φορές δεν έχει συμφέρον να αποκαταστήσει την αλήθεια, γίνεται δηλαδή ένας φαύλος κύκλος, πολύ επικίνδυνος. Αυτό το εφάρμοσα στην πρόσφατη εργασία μου για τον Τσιτσάνη. Ο Τσιτσάνης έγραψε πολλά τραγούδια κάπου 700. 187 απ’ αυτά τα διάλεξα ύστερα από εξοντωτική προεργασία και μελέτη και θα κυκλοφορήσει τώρα μια ανθολογία των καλυτέρων τραγουδιών του Τσιτσάνη. Το ωραίο είναι ότι εκτός από την ανθολογία στο βιβλίο, για κάθε ένα από τα 187 τραγούδια θα έχω ένα μικρό δοκίμιο. Και το δοκίμιο αυτό θα προσπαθήσει να δώσει απαντήσεις σε βασικά θέματα. Ένα θέμα είναι πότε γράφτηκε το τραγούδι και υπό ποιες συνθήκες. Είναι τόσο σοβαρό ώστε κανείς απολύτως ρεμπετολόγος, ούτε σοβαρός ούτε αστείος, δεν καταπιάστηκε με αυτό το θέμα. Αντίθετα όλοι ασχολούνται με το πότε κυκλοφόρησε σε δίσκο. Ξέρετε πόσο επισφαλές είναι αυτό το πράγμα; Θα σας πω ένα παράδειγμα, η «Συννεφιασμένη Κυριακή», το υποτιθέμενο αριστούργημα του Τσιτσάνη, γράφτηκε το 1943 επί Γερμανικής Κατοχής στη Θεσσαλονίκη. Ξέρετε πότε βγήκε σε δίσκο; Τέλη του 1948! Δηλαδή τελείωσε όλη η Γερμανική κατοχή, μπήκαμε στον Εμφύλιο Πόλεμο, διανύσαμε όλο τον εμφύλιο Πόλεμο και στο τέλος όταν έγινε η μάχη του Γράμμου, τότε βγήκε και το τραγούδι. Έρχεται τώρα ο ίδιος ο εκδότης της «Συννεφιασμένης Κυριακής» και αποφασίζει να βγάλει μια ανθολογία τραγουδιών του εμφυλίου πολέμου και πρώτη- πρώτη η «Συννεφιασμένη Κυριακή». Απ’ όλη αυτή την εμπειρία αποκόμησα αυτό που σας είπα τώρα, δηλαδή να μη βασίζομαι τόσο στη ζωή όσο το να κρίνω πιο αυτοτελώς το έργο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Αφήνει η Ποίηση περιθώρια για μοναξιά? Εσείς, κύριε Χριστανόπουλε, σήμερα, αισθάνεστε μόνος?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Πρέπει να ξέρετε ότι η μοναξιά είναι ένα δίκοπο μαχαίρι. Για όλους «κάνει καλό», για άλλους «κάνει κακό». Εμένα προσωπικά μου κάνει πάρα πολύ καλό. Αντιθέτως η ζωή των επαφών με τον κόσμο, γίνεται από μέρα σε μέρα όλο και πιο πληθωρική μέχρι που περίπου με κουράζει. Και είμαι πια σε δύσκολη θέση, να τους πω «παρατήστε με»; «Αφήστε με ήσυχο»; Καταπίνω το σάλιο μου και περίπου τους δέχομαι. Πού θα πάει αυτό, δεν ξέρω! Είναι πρόβλημα. Το θέμα λοιπόν δεν είναι η μοναξιά, το θέμα είναι οι δημόσιες σχέσεις. Που αυτές κι αν δεν μας έχουν καταταράξει, κατάλαβες; Αλλά η μοναξιά, μοναξιά, κάτσε καλά!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- «Κάθε φορά που νομίζω πως σ’ έχω στο χέρι&lt;br /&gt;βλέπω πόσο ο έρωτας είναι αχειροποίητος». Τι άλλο είναι «αχειροποίητο» αλήθεια? Όλα τα μεγάλα, τα σημαντικά, είναι αχειροποίητα?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Η λέξη «αχειροποίητος» είναι με διπλή σημασία και κάπως ειρωνική, δηλαδή ότι είναι αχειροποίητο, είναι ταυτόχρονα και μεγάλο κι απρόσιτο. Από την άποψη αυτή βγήκα ωφελημένος εγώ που κατάγομαι απ’ τη Θεσσαλονίκη, γιατί υπάρχει μια εκκλησία στην Θεσσαλονίκη, «η αχειροποίητος». Το θέμα είναι ότι έτσι όπως συνδυάζω τη λέξη «αχειροποίητος» με τον έρωτα, της δίδω ένα νέο βάθος και με τις δύο σημασίες που παίζω, βγαίνει ωφελημένος ο αναγνώστης: ο έρωτας είναι αχειροποίητος. Δεν είναι το συγκεκριμένο βίωμα, δεν είναι η μύξα με την οποία επικοινωνούν δυο άνθρωποι. Είναι ένα αίσθημα φευγαλέο, δεν το είδες, δεν το άκουσες, αλλά υπάρχει! Βέβαια υπάρχει, αλλιώς κοροιδευόμαστε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Κύριε Χριστανόπουλε, πιστεύετε πάντα στο Θεό? Ποτέ δεν γονατίσατε, αμφιβάλατε, αμφισβητήσατε? &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Η πίστη είναι κάτι πάρα πολύ βασικό τουλάχιστον για τον χριστιανισμό. Κάθε ένας που αρχίζει και χώνει αμφιβολίες, τα σκατώνει. Η πίστη δεν θέλει αμφιβολίες, ή πιστεύεις ή δεν πιστεύεις. Τώρα άπαξ και πιστεύεις έχεις τα ανεβοκατεβάσματά σου. Τα οποία είναι πολλά, είναι ολόκληρη ιστορία. Εγώ δεν είμαι κανένας βαθύς χριστιανός, ίσα- ίσα, όπως έχω πει και κάποτε άλλοτε λίγο προκλητικά, είμαι ένας αλήτης στα περίχωρα του χριστιανισμού. Αυτή είναι μια βαρύγδουπη δήλωση η οποία έκανε κάποτε μεγάλη εντύπωση. Είμαι ένας ποιητής με χριστιανικές εμπειρίες και χριστιανικές ευαισθησίες. Γι’ αυτό και παλαντζάρει το θέμα της πίστης αγρίως. Επομένως εκείνο που με σώζει είναι την κάθε μεταπτωτική στιγμή περί το θέμα πίστη αν είμαι σωστός απέναντι στον εαυτό μου και σ’ αυτό που εκφράζω. Και πράγματι τις πιο πολλές φορές, είμαι. Επομένως δεν μπορώ ούτε και τώρα να γενικεύσω ότι είμαι ή δεν είμαι, έχω ή δεν έχω μεταπτώσεις, κάθε στιγμή έχω μεταπτώσεις. Εδώ αγαπάς μια γυναίκα και πριν προλάβεις να το συνειδητοποιήσεις, διαπίστωσες ότι δεν την αγαπάς. Η πίστη είναι ακόμα πιο ρευστό πράγμα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Όμως ακόμα και το επίθετό σας απ’ εκεί είναι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Όπως έχω πει ήμουν μωρό, τότε δεν ήξερα καλά- καλά τον εαυτό μου. 14άρων χρονών, πάμπτωχος και διάβαζα ένα παιδικό περιοδικό το «Ελληνόπουλο». Το περιοδικό είχε μια στήλη συνεργατών, στην οποία για να δημοσιεύσεις έπρεπε να είχες καταθέσει ψευδώνυμο, η επιτροπή του περιοδικού να εγκρίνει το ψευδώνυμο και μετά ν’ αρχίσει να σου δημοσιεύει μόνο με το ψευδώνυμο. Οι φίλοι μου, λοιπόν, είχαν βάλει άλλος «ελληνόπουλο», άλλος «ιππότης των ορέων» λέω κι εγώ, ας βάλω Χριστιανόπουλος, βρε αδελφέ! Και ενεκρίθη βέβαια, ο συντάκτης μου έγραψε ότι «είμαι πεπεισμένος παιδί μου ότι είσαι μεγάλο ταλέντο» και μου δημοσίευσε αρκετά ποιήματα. Από τότε κατά την παροιμία, γλυκάθηκε η γριά στα σύκα κι όλη μέρα τ’ αναζήτα! Μου άρεσε αυτό και περίπου το μονιμοποίησα και ξεφορτώθηκα το παλιό επίθετο. Και το παλιό επίθετο λες κι ήταν έτοιμο να παραπέσει και τώρα όλοι με ξέρουν έτσι και δεν με ξέρουν αλλιώς.&lt;br /&gt;Θα πεις αυτό είναι φυσικό, αλλά να πας φοιτητής στο Πανεπιστήμιο και ο καθηγητής να λέει «ο Χριστιανόπουλος να σηκωθεί να πει μάθημα» κι αυτή η ιστορία να γίνεται μέσα σε πέντε χρόνια… Οι δάσκαλοι με ήξεραν ως Χριστιανόπουλο, ήταν φαίνεται ανάγκη των καιρών, κόλλησε σαν ψώρα. Και το κράτησα, το σεβάστηκα, και δικαίως ή αδίκως, κάτι λέει. Δεν είναι τυχαίο, δηλαδή, η μεγάλη απήχηση που είχε το ψευδώνυμο ως όνομα. Κι εκείνο που καταλαβαίνω είναι η αίσθηση του ερωτικού που ανέπτυξα διαδοχικά σε όλη μου τη ζωή, δεν ανέτρεψε την αίσθηση του χριστιανικού, ενώ θα περίμενες αυτό το πράγμα να συμβεί.&lt;br /&gt;Άντε, αρκετά είπαμε, να κλείσουμε. Τώρα εσείς μη τα γράψετε όλα, για όνομα Θεού, είπαμε σαβούρες και πατσαβούρες, γράψτε τα σοβαρότερα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-3682979191502373269?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/01/blog-post_24.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-2384155227311037949</guid><pubDate>Mon, 09 Jan 2012 15:17:00 +0000</pubDate><atom:updated>2012-01-09T17:17:56.392+02:00</atom:updated><title>Το θαύμα της Τέχνης</title><description>Ελένη Γκίκα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;“Η ΝΕΦΕΛΗ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ”&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εικ: Θανάσης Τσίτσικας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκδ: Ψυχογιός, Αθήνα 2011&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από την συγγραφέα Λίτσα Ψαραύτη στο περιοδικό “Διαδρομές”&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;“... Το δωμάτιο της Νεφέλης είναι ένα δωμάτιο που περπατά. Αλλά ποιος θα την πιστέψει; Αποφάσισε να μην το αποκαλύψει σε κανέναν. Θα το δουν μόνοι τους, σκέφτηκε. Αλλά τα μάτια των μεγάλων συνήθισαν και πια δεν βλέπουν πολλά. Και όσο για τα μυστικά, παύουν να υπάρχουν έτσι και αρχίσεις να τα λες στον καθένα”.&lt;br /&gt;Η μικρή Νεφέλη ζωγραφίζει τα όνειρά της και κάνει ένα ταξίδι ανάμεσα στη Χώρα του Ποτέ και στο Νησί του Παντός. Εκεί συναντάει τους ήρωες των παραμυθιών, τη Σταχτοπούτα, τον Πινόκιο, τη Χιονάτη, τον πλοίαρχο Νέμο. Οι ζωγραφιές της Νεφέλης ζωντανεύουν, όπως και τα όνειρά της, γιατί όλα μπορούν να συμβούν όταν τα πιστεύουμε. &lt;br /&gt;Ένα καλογραμμένο βιβλίο από τη γνωστή και πολυγραφότατη συγγραφέα που μιλάει στα παιδιά για την Τέχνη και τα θαύματα που μπορεί να κάνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίτσα Ψαραύτη&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-2384155227311037949?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2012/01/blog-post.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-8848145442219241309</guid><pubDate>Mon, 05 Dec 2011 07:10:00 +0000</pubDate><atom:updated>2011-12-05T09:10:23.350+02:00</atom:updated><title>Η Νεφέλη στο νησί του Παντός, Εκδ. Ψυχογιός.</title><description>Με τις κούκλες της και μέσα από τις ζωγραφιές της η Νεφέλη ταξιδεύει παντού. Από την Χώρα του Ποτέ ως το Νησί του Παντός. Εκεί, συναντά τους ήρωες των παραμυθιών, παίζει και ανακαλύπτει τον Αχιλλέα και τη δική της καλή νεράιδα, ανεβαίνει και κατεβαίνει βουνά, σχεδιάζει κι αλλάζει μαζί τους το μέλλον. Γιατί το Θαύμα της Τέχνης κάνει ως και αυτά τα γοβάκια της Σταχτοπούτας αληθινά.&lt;br /&gt;Ένα παραμυθένιο ταξίδι στις ιστορίες, στο χρόνο και στα ζωγραφισμένα μας όνειρα, που επαληθεύονται πάντα. Αρκεί να τα πιστέψουμε εμείς!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ευχαριστώ τον Θανάση Τσίτσικα για την μαγική του εικονογράφηση, την Πέννυ, την Δομινίκη, την Πόπη και την Αγγέλα, την Κλειώ μα πάνω απ' όλους τον κύριο και την κυρία Ψυχογιού για την φροντίδα και την αγάπη τους. Το Νεφελάκι μας φέτος στα βιβλιοπωλεία! Σας ευχαριστώ όλους, πολύ πολύ πολύ!&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-8848145442219241309?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2011/12/blog-post_05.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-1549558849649913177</guid><pubDate>Thu, 01 Dec 2011 14:26:00 +0000</pubDate><atom:updated>2011-12-01T16:26:03.445+02:00</atom:updated><title>Ονειρεύτηκε ότι κάποιος τον ονειρεύτηκε...</title><description>Για το βιβλίο του Νίκου Παργινού “Το Τάγμα της ελπίδας”&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;“Θα έλεγε κανείς πως παίζει με το φως αυτός ο πίνακας! Ανάλογα με το φως μορφοποιείται και αλλάζει η έκφραση του νέου!”...&lt;br /&gt;“Μπορεί ακόμα και να χάθηκαν στο ατίθασο βλέμμα του αγοριού που έδειχνε τη θέλησή του να υποτάξει το μέλλον”.&lt;br /&gt;“Είναι όντως ένα πολύ ζωντανό πορτρέτο, νομίζεις πως ο νεαρός θα γυρίσει και θα σε κοιτάξει στα μάτια”...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι αυτή τη φορά ο συγγραφέας Νίκος Παργινός ξεπέρασε τον εαυτό του. Δηλαδή από το πρώτο βιβλίο, με το πάθος του, την αφηγηματική ευκολία, την ταχυδακτυλουργική του ευχέρεια να παίζει στα δάκτυλα τις κατάλληλες ρήσεις μεγάλων ανδρών (κι εννοώ ανθρώπων), την γεωμετρική δομή του, είχε αφήσει να διαφανεί ότι είναι από την στόφα του γεννημένου συγγραφέα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Νίκος είναι λιγάκι και προσωπική μου υπόθεση. Είχα την αφάνταστη τύχη και την τιμή να πρωτοδώ τα χειρόγραφά του. Έζησα την δημιουργία της “Κρεμάλας” όπου με παιγνιώδη τρόπο ο Νίκος έκανε εύκολα τα δύσκολα της ζωής, παιχνίδι τον θάνατο, και την ζωή όνειρο μέσα στο όνειρο, κάτι που συνεχίζει, την έχει αυτή την ικανότητα, ακόμα να κάνει. Στο πρώτο του μυθιστόρημα με τον ευφυέστατο αυτό τίτλο μια παρέα έπαιζε σκάκι? Κρεμάλα? Όπως θέλετε πέστε το, με το αμετάκλητο της ζωής. Και από την ώρα που ο ένας, ο συγγραφέας, το έκανε αυτό έργο τέχνης, βιβλίο, το κέρδιζε κιόλας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο δεύτερο μυθιστόρημά του, σπονδυλωτό και ιδιαίτερο κι αυτό, “Με τον έρωτα περνάει ο καιρός/ με τον καιρό περνάει ο έρωτας” ο Νίκος επανέρχεται ως έμπειρος ψυχοανατόμος. Και μέσα από μια αλυσίδα με ιστορίες ερωτικής τρέλας ρίχνει άπλετο φως στην άβυσσο της ψυχής, εφόσον με τα πιο σκοτεινά μας βάθη και πάθη ερωτευόμαστε, πώς θα μπορούσε και να συμβαίνει αλλιώς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το καινούργιο του μυθιστόρημα είναι ένα πολύπλευρο και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα. Με τον άκρως ιαματικό τίτλο “Το Τάγμα της Ελπίδας” ο Νίκος Παργινός αποδεικνύει ότι με αφάνταστη μαεστρία μπορεί ταυτοχρόνως να κάνει πολλά: ιστορικό μυθιστόρημα, ιστορία μυστηρίου, θρίλερ, επικό μυθιστόρημα, αλληγορική ή υπαρξιακή ιστορία.&lt;br /&gt;Προτού αναφερθούμε, όμως στο βιβλίο θα ήθελα να πω ότι “Το Τάγμα της Ελπίδας” ευτύχησε τελικά και ως βιβλίο. Οι “Σύγχρονοι Ορίζοντες” αισθητικά έχουν κάνει μια εξαιρετική δουλειά και το βιβλίο ως αντικείμενο λειτουργεί περίπου σαν το... πορτρέτο της ιστορίας, σε βάζει θέλεις- δεν θέλεις στην ονειρική ατμόσφαιρα και τον γρίφο της ιστορίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην δομή του ο Νίκος, έχει κεντήσει λεπτοβελονιά! Πηγαινοέρχεται μέσα στον χρόνο ως πανταχού παρών Θεός- αφηγητής, συνομιλεί με τους ήρωες, τα αντικείμενα, ενημερώνει τον αναγνώστη του και αφουγκράζεται την ίδια την ιστορία του λες και κάπου την ανακαλύπτει στο σύμπαν αυτούσια και εκείνος ως άξιός της την ξεδιπλώνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξεκινώντας από το... μαγικό αντικείμενο, το πορτρέτο κι από την ώρα της γέννησής του είναι σα να υποδεικνύει με εύσχημο τρόπο το πώς η τέχνη κατορθώνει να δώσει, τελικά, μορφή στο χάος. Το πώς ένα έργο τέχνης κατορθώνει στη συνέχεια να επιζήσει του χώρου και του χρόνου. Το ότι ο χρόνος εν τέλει μπορεί και να μην είναι και τόσο γραμμικός αλλά όλα να είναι εδώ, στη Στιγμή, στο Αιώνιο Παρόν του Θεού για τους άξιους μύστες όπως επί τω προκειμένω οφείλει να είναι ο συγγραφέας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην ιστορία του οι αιώνες πηγαινοέρχονται και παρακολουθούμε παράλληλες παρόμοιες ενέργειες, επαναλαμβανόμενες κινήσεις, την επανάληψη της ίδιας σκηνής με επίκεντρο ένα πορτρέτο που είναι ταυτόχρονα και το προσωπείο αλλά και το πρόσωπο.&lt;br /&gt;Επαληθεύοντας για τους γνώστες την θεωρία του Πουανκαρέ (όλα είναι εδώ και, η ιστορία ή ένα γεγονός ή ένα... πορτρέτο  ξαναδιαβάζεται πάλι και πάλι) και για τους λάτρεις της αναγνωστικής απόλαυσης, ένα γοητευτικό βιβλίο μυστηρίου. Με μυστικά Τάγματα και παράλληλους κόσμους, με πύλες που ενώνουν το πραγματικό με το φανταστικό, αποδεικνύοντας το σεξπηρικό εκείνο “είμαστε φτιαγμένοι από την ύλη των ονείρων”.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα μότος που επιλέγει, ενδεικτικά:&lt;br /&gt;Στο πρώτο κεφάλαιο, που διαδραματίζεται στη Βενετία το 1535, όταν ποζάρει το αγόρι του μυστηριώδους πορτρέτου στον ζωγράφο, μια φράση του Πάμπλο Πικάσο, αναδεικνύει την αλήθεια της τέχνης:&lt;br /&gt;“Κάποιοι ζωγράφοι μεταμορφώνουν τον ήλιο σε μια κίτρινη κουκίδα, άλλοι μεταμορφώνουν μια κίτρινη κουκίδα σε ήλιο”.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Ορέστης του, κατόπιν, που ζει ανάμεσά μας, είναι ένας από μας, θα αναλάβει εκ μέρους μας να κάνει πράξη εκείνο που είπε, και ο συγγραφέας το επισημαίνει, ο Όσκαρ Ουάιλντ:&lt;br /&gt;“Το μόνο καθήκον μας απέναντι στην Ιστορία είναι να την ξαναγράψουμε”. Όπως με τις αναμνήσεις μας, την τέχνη, την ψυχανάλυση, ξαναγράφουμε όλοι την ίδια τη ζωή μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σ' αυτό το μυθιστόρημα που ξεδιπλώνεται σαν εικόνα μαγική, μπορεί να βρεί ό,τι ψάχνει κι ό,τι διαθέτει ο καθένας. Διατηρώντας αμείωτη από την πρώτη σελίδα του την απόλαυση της πλοκής, με ατμόσφαιρα που σε εντάσσει και σε καθηλώνει , λειτουργεί σαν καθρέφτης για τον καθένα, επιλύνοντας αυτό το παιχνίδι των κατόπτρων με αποκαλυπτικό τρόπο στο τέλος ο ίδιος ο συγγραφέας. Ο συγγραφέας που υπαινίσσεται εκείνο που είπε ο Μπόρχες πως “ζούμε ένα όνειρο μέσα σε όνειρο” και ότι το ζήτημα είναι “ποιος απ' τους δυο μας ονειρεύτηκε τον άλλο”. Ποιος είναι, τελικά,  εκείνος που επιλέγει ή επινοεί, ο συγγραφέας την ιστορία και τον ήρωά του ή η ιστορία τον συγγραφέα;&lt;br /&gt;Δεν θα σας αποκαλύψω την ιστορία, θα την αδικήσω και θα σας στερήσω την ανυπομονησία και την ευδαιμονία που με κατείχε όταν την διάβαζα κι εγώ, ούτε θα σας κουράσω με την δική μου αμπελοφιλοσοφία. Εκείνο που θα ήθελα να επισημάνω το έχει κάνει ήδη ο Νίκος με τρόπο σχεδόν προφητικό, εδώ που φτάσαμε το μόνο που μπορεί να μας σώσει είναι το... Τάγμα της Ελπίδας. Και η γραφή του Νίκου και η υπέροχή του ζωή ε και μας μας το αποδεικνύει και μας το υποδεικνύει.&lt;br /&gt;Είμαι ευτυχής που κάθομαι δίπλα στην Ελένη τη Ζιώγα που θαυμάζω πολύ κι εκτιμώ και είμαι πολύ τυχερή που κάποια στιγμή μπήκε ο Νίκος από το πουθενά στη ζωή μου. Τώρα έχω να τον χαίρομαι τριπλά τετραπλά, να τον βλέπω να ανθίζει συγγραφικά και να τον καμαρώνω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τελειώνοντας επιτρέψατέ μου να αναφερθώ με δυο λέξεις σε εκείνο το Μπορχεσικό “Κάποιος ονειρεύεται”. Από τη συλλογή του “Οι συνωμότες που κυκλοφόρησε το 1985:&lt;br /&gt;“Τί άραγε ονειρεύτηκε ο Χρόνος μέχρι σήμερα που είναι, όπως κάθε σήμερα, η κορφή; Ονειρεύτηκε το σπαθί, που ιδεώδης θέση του είναι ο στίχος. Ονειρεύτηκε και κατεργάστηκε το απόφθεγμα που μπορεί να προσποιηθεί τη σοφία. Ονειρεύτηκε την πίστη, ονειρεύτηκε τις ανούσιες Σταυροφορίες. Ονειρεύτηκε τους Έλληνες που επινόησαν το διάλογο και την αμφιβολία... Ονειρεύτηκε τη λέξη, αυτό το άκαμπτο κι αδέξιο σύμβολο. Ονειρεύτηκε την ευτυχία που ζήσαμε ή που τώρα ονειρευόμαστε  ότι τη ζήσαμε. Ονειρεύτηκε αυτά τα δύο περίεργα αδέλφια: την ηχώ και τον καθρέφτη. Ονειρεύτηκε το βιβλίο, αυτόν τον καθρέφτη που κάθε φορά μας αποκαλύπτει ένα άλλο πρόσωπο. Ονειρεύτηκε τα δυο πρόσωπα του Ιανού που ποτέ δε θα δει το ένα το άλλο... Ονειρεύτηκε τη ζωή των κατόπτρων. Ονειρεύτηκε χάρτες που ο Οδυσσέας δε θα τους καταλάβαινε. Ονειρεύτηκε τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα. Ονειρεύτηκε τον τοίχο του παραδείσου που αναχαίτισε τον Αλέξανδρο. Ονειρεύτηκε τη θάλασσα και το δάκρυ. Ονειρεύτηκε το κρύσταλλο. Ονειρεύτηκε πώς Κάποιος τον ονειρεύεται”.&lt;br /&gt;Κάπως έτσι, λοιπόν, και ο Νίκος μας, υπέροχα ονειρεύτηκε “Το Τάγμα της ελπίδας”.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σας ευχαριστώ πολύ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από την εκδήλωση που έγινε στον Ιανό 29/11/2011 για το βιβλίο&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-1549558849649913177?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2011/12/blog-post.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-5754605031325687032</guid><pubDate>Sun, 20 Nov 2011 15:46:00 +0000</pubDate><atom:updated>2011-11-20T17:46:46.440+02:00</atom:updated><title>Ποτέ μου δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα ερχόταν μια μέρα που δεν θα με φοβόταν ένα σπουργίτι...</title><description>Αντώνης Σουρούνης: Η ζωή με τα μυστικά της και το μεγάλο μυστήριο του έρωτα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Οταν ήμουν μικρός, πολύ λίγα πράγματα είχαν αποκαλυφθεί πάνω στη Γη και ο κόσμος ήταν ακόμα γεμάτος μυστήριο. Υπήρχαν ελάχιστες χώρες κι ένα μόνο βιβλίο, η Μάσκα. Πολύ αργότερα γέμισε με βιβλία ο ντουνιάς. . . Κάθε μέρα όλο και κάποιος ανακάλυπτε κάτι και το έλεγε στους δικούς του. Αυτοί το έλεγαν στους άλλους, οι άλλοι στους άλλους δικούς τους, κι έτσι πληροφορούνταν πάνω στη Γη για τη νέα ανακάλυψη. . . ". &lt;br /&gt;Ετσι αρχίζει ένα βιβλίο ζωής, ακριβώς όπως του αρμόζει με "Τα μυστήρια χρόνια". Ενα βιβλίο μπάμπουσκα που χωρά στις 115 σελίδες του μισόν αιώνα ζωής, προσφέροντάς μας μιαν άλλη μαγική εκδοχή στα ήδη υπάρχοντα όχι και τόσο δεδομένα και αυτονόητα πράγματα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο μεγάλος γύρος του κόσμου&lt;br /&gt;Ο Αντώνης Σουρούνης το έγραψε όταν συμπλήρωσε μισόν αιώνα, εξ ου και ο τίτλος "Μισόν αιώνα άνθρωπος". Κατορθώνοντας όμως μ' αυτόν τον τρόπο να ξαναδιαβάσει την ίδια του τη ζωή αλλά και τη Ζωή, τη ζωή με τα μυστικά της και το μεγάλο μυστήριο του έρωτα. Τη ζωή με τους φίλους, τη ρουλέτα, τον μεγάλο γύρο στον κόσμο. Τη ζωή με το γέλιο και με το κλάμα, τη ζωή με το διαρκές θαύμα. &lt;br /&gt;Τη ζωή του που είναι και όλων μας η Ζωή, με έναν τρόπο μαγευτικά παιδικό, σαγηνευτικά αλήτικο, αυτοσαρκαστικό και υπερβατικό, με τον σουρουνικό τρόπο που ήδη λατρέψαμε. &lt;br /&gt;Το βιβλίο εκδόθηκε το 1996 και επανεκδίδεται ειδικά για τους αναγνώστες της εφημερίδας από το "Εθνος της Κυριακής" και από τις εκδόσεις "Καστανιώτης". Αποτελώντας μια σπάνια ευκαιρία να ξαναδιαβάζει κανείς την ποίηση και το μυστήριο της Ζωής, τη μαγική καθημερινότητα. &lt;br /&gt;Το βιβλίο ξεκινάει από τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα στη Θεσσαλονίκη και συνεχίζεται με επεισόδια από την ενήλικη ζωή σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη του κόσμου. Σαν παιδί που παίζει ο Σουρούνης αποκαλύπτει το γλυκόπικρο της ζωής με ειρωνεία και ευγένεια που βεβαίως σπανίζει. &lt;br /&gt;"Μέσα απ' όλα τα χρόνια μου, απ' όλες τις δουλειές μου, απ' όλους τους τόπους και τους ανθρώπους που είχα γνωρίσει, μέσα απ' όλες τις φιλίες μου και τους έρωτές μου, αναδυόταν συνέχεια όχι η μορφή αλλά το σουλούπι του πατέρα μου. &lt;br /&gt;Για χρόνια ολόκληρα συναντιόμασταν σαν άγνωστοι, τόσο άγνωστοι, ώστε να με ρωτάει κάθε φορά τι δουλειά κάνω. Κι εγώ να γίνομαι ακόμα πιο άγνωστος, αναφέροντας κάθε φορά και μια άλλη. Κι εδώ όμως ήμουν τυχερός, γιατί ο πατέρας μου επέζησε των επαγγελμάτων μου κι είχαμε τον χρόνο να γνωριστούμε", επισημαίνει κάπου στο τέλος του βιβλίου ένας από τους σημαντικότερους Ελληνες συγγραφείς. &lt;br /&gt;Ηδη θρύλος για τους νεότερους και σε μιαν εποχή που η χώρα και ο καθένας μας βολοδέρνει στο κύμα, επιμένει: "Αν ο κάθε άνθρωπος έρχεται στον κόσμο για να πραγματοποιήσει την αποστολή του -ή τουλάχιστον να προσπαθήσει γι' αυτό- τότε εγώ έχω ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μου. &lt;br /&gt;Πάντως πρέπει να βρίσκομαι σε καλό σημείο. Πριν από λίγες μέρες, ενώ καθόμουν στην αυλή του σπιτιού μου, ήρθε και κάθισε δίπλα απ' το πόδι μου ένα σπουργίτι. Εμεινε για ώρα εκεί αγγίζοντας το παπούτσι μου και χωρίς να δείχνει τον παραμικρό φόβο. Ποτέ μου δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα ερχόταν μια μέρα που δεν θα με φοβόταν ένα σπουργίτι και θα στεκόταν πλάι μου κάνοντάς μου παρέα". &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ζωή σαν μυθιστόρημα&lt;br /&gt;Από υπάλληλος και ναυτικός έως παίκτης ρουλέτας&lt;br /&gt;Ο Αντώνης Σουρούνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1942, και συγκεκριμένα "στη Μουσών, έχοντας δεξιά του την Ιωλκού, αριστερά του την Καλλιόπης και παραδίπλα την Αιόλου". &lt;br /&gt;Οι άνεμοι τον πήραν και τον σήκωσαν κι έτσι όταν τέλειωσε το γυμνάσιο, έφυγε για τη Γερμανία, όπου είχαν ήδη μεταναστεύσει όλοι του οι συγγενείς. Μετά μερικά εξάμηνα σε γερμανικά και αυστριακά πανεπιστήμια, ο συγγραφέας διακόπτει τη φοίτηση και ταξιδεύει δουλεύοντας. &lt;br /&gt;Εργάστηκε από τραπεζικός υπάλληλος μέχρι ναυτικός και από hotel boy μέχρι επαγγελματίας παίκτης ρουλέτας. &lt;br /&gt;Από τη Β' δημοτικού&lt;br /&gt;Και φυσικά, έγραψε. Εξάλλου το έλεγε από τη δευτέρα τάξη του δημοτικού αλλά κανείς δεν τον πίστευε ότι "μα εγώ είμαι συγγραφέας". Στη συνέχεια, τον είπαν "ξαδέλφι του Λόντον και του Μπλεζ Σαντράρ", Ελληνα Μπουκόφσκι και Κέρουακ, αλλά ο Αντώνης Σουρούνης είναι μοναδικά κι ανεπανάληπτα, εν τέλει, Σουρούνης. &lt;br /&gt;Τα βιβλία του είναι τα εξής: το μυθιστόρημα "Οι συμπαίχτες" το 1977, τα διηγήματα "Μερόνυχτα Φραγκφούρτης" το 1982, τα διηγήματα "Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου" το 1983, το μυθιστόρημα "Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι" το 1989, τη νουβέλα "Πάσχα στο χωριό" το 1991, τα διηγήματα "Υπ' όψιν της Λίτσας" το 1992, το μυθιστόρημα "Ο χορός των Ρόδων" το 1994 για το οποίο τιμήθηκε με το "Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1995", το παραμύθι "Το μπαστούνι" το 1996, τα αφηγήματα "Μισόν αιώνα άνθρωπος" το 1996, το μυθιστόρημα "Γκας ο γκάνγκστερ" το 2000, τα αφηγήματα "Κυριακάτικες ιστορίες" το 2002, το μυθιστόρημα "Το μονοπάτι στη θάλασσα" το 2006, τα αφηγήματα "Νύχτες με ουρά" το 2010, συμμετείχε στο "Παιχνίδι των τεσσάρων" το 1998 και στον "Δρόμο για την Ομόνοια" το 2005. Και μεταφράστηκε ήδη στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και τσεχοσλοβάκικα. &lt;br /&gt;Για το βιβλίο&lt;br /&gt;"Μέσα απ' αυτό κατάλαβα ποιος είμαι και πού πάω"&lt;br /&gt;Γι' αυτό το σοφό βιβλίο που αντικρίζει το σύμπαν ακριβώς σαν τα πετεινά του ουρανού, ο συγγραφέας του Αντώνης Σουρούνης επιμένει ότι σημαίνει για εκείνον "Τα πάντα": "Σ' αυτό το βιβλίο, και ειδικά στις πρώτες και στις τελευταίες σελίδες του όταν το έγραφα, έγραφα όλη μου τη ζωή. Κι αυτό το βιβλίο καθόρισε κι όλη μου τη ζωή. Μέσα απ' αυτό κατάλαβα ποιος είμαι, πού πάω, τί κάνω. . . Το διαβάζω και κλαίω σήμερα. Η παιδική μου ζωή, οι πρώτοι μου έρωτες, τα κορίτσια που με απέρριπταν, και τα κορίτσια των άλλων, ο πατέρας μου. . . ". &lt;br /&gt;Αναγνωρίζει ότι γράφτηκε για χρόνια δύσκολα, και επανεκδίδεται σήμερα, σε χρόνια και πάλι δύσκολα. Αλλά με δυσκολία "άλλου είδους, τώρα. Τότε ήταν για να πετύχουμε κάτι", διευκρινίζει. "Τώρα μας έχουν πετύχει οι άλλοι και προσπαθούμε να γλιτώσουμε. Δεν νοιάζονται για τίποτε πια όσοι μας κυβερνούν, νοιάζονται μόνο για τη πάρτη τους. Βέβαια, θα δούμε τι θα βγει απ' αυτό το πράγμα. Ακόμα και λογοτεχνικά βιβλία, μόνο τα κορίτσια γράφουν, θα δούμε στο εγγύς μέλλον, πιστεύω ότι κάτι καλό θα βγει απ' όλο αυτό, δεν μπορεί. . . αλλά και πάλι, ποιος ξέρει". &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δημοσιεύθηκε στο Εθνος της Κυριακής (20/11/1011)&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-5754605031325687032?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2011/11/blog-post_20.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-6784973815234460452</guid><pubDate>Fri, 18 Nov 2011 13:43:00 +0000</pubDate><atom:updated>2011-11-18T15:43:37.225+02:00</atom:updated><title>η αλήθεια γραμμένη στο πρόσωπό σου...</title><description>"... Εσύ θ' ακούσεις μόνο&lt;br /&gt;ό,τι είσαι έτοιμος ν' ακούσεις.&lt;br /&gt;Μην κουνάς το κεφάλι σου.&lt;br /&gt;Μην προσπαθείς να με παραπλανήσεις-&lt;br /&gt;Η αλήθεια αυτού που βλέπεις&lt;br /&gt;είναι γραμμένη στο πρόσωπό σου!"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τζ. Ρουμί "Στον κήπο του αγαπημένου", απόδοση Καδιώς Κολύμβα, Εκδ. Αρμός&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-6784973815234460452?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2011/11/blog-post_18.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-5463594813493171064</guid><pubDate>Mon, 07 Nov 2011 12:52:00 +0000</pubDate><atom:updated>2011-11-07T14:52:59.899+02:00</atom:updated><title>Πάμε να σωθούμε και βυθιζόμαστε κάθε τόσο και σε μεγαλύτερη απόγνωση...</title><description>Φωτεινή Τσαλίκογλου “Έρως Φαρμακοποιός”&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μυθιστόρημα και η εποχή:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;“Το μυθιστόρημα αυτό θα μπορούσε να ονομαστεί το μυθιστόρημα της εμμονής. Όλα τα πρόσωπα βασανίζονται ανελέητα από εμμονές… Τελικά, δεν ξέρουμε τίποτε για τα πρόσωπα και τις πραγματικές προθέσεις τους. Και όσο προχωράει το μυθιστόρημα, ξέρουμε όλο και λιγότερα. Μεγάλη μαστοριά της συγγραφέως…” έγραφε για τον μυθιστόρημα της Φωτεινής Τσαλίκογλου, η συγγραφέας Μαργαρίτα Καραπάνου, όταν πρωτοκυκλοφορούσε από τις εκδόσεις “Καστανιώτη” το 1997, κι έρχεται δεκατρία χρόνια μετά για να την δικαιώσει, σαν κινούμενη άμμος, η εποχή:&lt;br /&gt;“Το μυθιστόρημα αυτό μου θυμίζει δύο συγκλονιστικά μυθιστορήματα: "The comfort of strangers" του Ιαν Μακ Γιούαν και "The driver's seat" της Μύριελ Σπαρκ. Η Φωτεινή Τσαλίκογλου ίσως δεν τα έχει διαβάσει, άρα δεν μπορούμε να μιλήσουμε για επιρροές. Αλλά συγγένειες μεταξύ συγγραφέων υπάρχουν και ανά τους αιώνες και ανά την υφήλιο χωρίς να έχει διαβάσει ο ένας τον άλλον. Τα δύο αυτά μυθιστορήματα έχουν επίσης ήρωες διφορούμενους, γεμάτους εμμονές, όπου τα σύνορα μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας είναι αχνά. Έχουν ακόμη πολύ μεγάλη βία, εσωτερική βία. Τολμώ να πω ότι το μυθιστόρημα της Φωτεινής Τσαλίκογλου κρύβει μια μεγάλη βία και στη γραφή και στην ουσία. Μια βία κάθαρσης, όπως και η βία που υπάρχει στα δύο μυθιστορήματα των ξένων συγγραφέων…” ολοκλήρωνε η Μαργαρίτα Καραπάνου την συλλογιστική. Κι έρχεται για να την δικαιώσει, “μια μεγάλη βία” στην κοινωνία, την ουσία και την ψυχολογία της εποχής.&lt;br /&gt;Ο “Έρως Φαρμακοποιός”, το δεύτερο μυθιστόρημα της συγγραφέως και Καθηγήτριας Ψυχολογίας Φωτεινής Τσαλίκογλου που επανεκδίδεται ειδικά για τους αναγνώστες του “Έθνους της Κυριακής” από την εφημερίδα και τις εκδόσεις “Καστανιώτη”, όταν πρωτοκυκλοφόρησε, αντιμετωπίστηκε όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Είχε ήδη εκδοθεί το μυθιστόρημά της “Η κόρης της Ανθής Αλκαίου” και η κριτική μιλούσε για ένα καινούργιο είδος λογοτεχνικής γραφής. Για την ψυχολογία που προσφέρεται δάνειο ακριβό στην μυθοπλασία.&lt;br /&gt;“Ο έρως φαρμακοποιός είναι μια ιστορία απλή, θα έλεγες μονόχορδη. Σαν περιπέτεια ψυχής, ωστόσο, καθόλου απλή, διότι πρέπει να συμπέσουν αποφασιστικές απουσίες, πολλά κενά στη ζωή σου, ώστε ν' αρχίσεις να γεμίζεις τις τρύπες με καλπάζουσα φαντασίωση, παραλήρημα και ψευδαίσθηση”, υποστήριζε στην δική του κριτική ο Μάριος Μαρκίδης, επιμένοντας στο λυρικό  πυρήνα του βιβλίου, εξάλλου πια δεν μιλάμε για ψυχανάλυση και ψυχιατρική, αλλά αμιγώς για ακριβή, καινούργια, λογοτεχνία: “Δεν πρόκειται φυσικά να αποπειραθώ να διαβάσω την φαρμακεία της Φ. Τσαλίκογλου με όρους τυπικής ψυχοπαθολογίας. Και θα ήταν λάθος να συγκαταλεχθεί στα "ψυχαναλυτικά μυθιστορήματα". Είναι, αν μπορεί να σταθεί στο μυθιστόρημα η χρήση όρων από άλλο είδος, ένα "λυρικό" πεζό που καθοδηγεί την ψυχολογία παρά καθοδηγείται απ' αυτήν. Ο ατομικός μύθος της ηρωίδας, της Ελένης, υποστυλώνεται σε μιαν ασταθή ισορροπία από δύο μόνο πρόσωπα, συν ένα "σχεδόν δικό της σπίτι", συν μια παιδική ηλικία που ίσως δεν υπήρξε, που εν πάση περιπτώσει δεν θυμάται. Και τα δύο πρόσωπα, μάνα και πατέρας, φευγάτα, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο: την απόδραση, το θάνατο ή την αξεπέραστη θλίψη, το σβησμένο βλέμμα, τη "φυσική φθίνουσα πορεία"…” &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η συγγραφέας για το μυθιστόρημα:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Φωτεινή Τσαλίκογλου, για τις προυποθέσεις κάτω από τις οποίες γράφτηκε ο “Έρως φαρμακοποιός”, θα μας πει:&lt;br /&gt;“Άλλες εποχές, άλλες καταστάσεις. Τρομάζω να το ξαναδιαβάσω. Ένας επιπλέον λόγος είναι ότι δυο σημαντικά πρόσωπα που έγραψαν γιαυτό  το βιβλίο, ο Μάριος Μαρκίδης και η   Μαργαρίτα Καραπάνου, δεν είναι πια εδώ.  Ο,τι έγραψαν με διακινεί βαθιά, αλλά και το βιβλίο αυτό με τρομάζει. Ίσως είναι το πιο σκοτεινό από όλα μου τα βιβλία. Νεώτερη κατά δεκαπέντε τότε χρόνια ίσως  είχα πιο θάρρος, θράσος?, να διαπραγματευτώ  την αρρώστια, την κατάρρευση, την άνοια, την εγκατάλειψη όχι μόνο των ψυχικών,  αλλά και των σωματικών δυνάμεων. Ο πατέρας της Ελένης  πάσχει από άνοια. Η μητέρα έχει εδώ και καιρό φύγει. Όμως η Ελένη θέλει να ζήσει, να ερωτευτεί, να αντιτάξει τον έρωτα στο θάνατο, τον πόθο, στην παρακμή, στην απουσία”. &lt;br /&gt;Τώρα, για το κατά πόσο είναι ο έρωτας- φαρμακοποιός στις μέρες μας, η συγγραφέας, αποκωδικοποιεί. Και το συνδέει με την εποχή, αποδεικνύοντας το ότι, τελικά, η λογοτεχνία, δεν γίνεται παρά να ανήκει στο μέλλον: &lt;br /&gt;“Ο έρωτας φαρμακοποιός είναι και μια κυριολεξία. Η Ελένη ερωτεύεται  παράφορα τον Δημήτριο , τον φαρμακοποιό της γειτονιάς της. Το φάρμακο είναι δηλητήριο μαζί και γιατρειά. Ανέκαθεν αυτό που προτάσσεται ως γιατρειά ενδέχεται  να είναι και αυτό που μας οδηγεί στο θάνατο.  Η αναλογία με ότι συμβαίνει στην μνημονιακή πολυπαθή χώρα μας είναι  νομίζω εμφανής. Πάμε να σωθούμε και βυθιζόμαστε κάθε τόσο και σε μεγαλύτερη απόγνωση….”&lt;br /&gt;Αλλά “Το μέλλον ανήκει στην έκπληξη”, όπως παρηγορητικά με το τελευταίο της δοκιμιακό βιβλίο ήδη μας έχει πει. Αυτό που μένει για μας διευκρινίσει είναι αν και ο έρωτας είναι έκπληξη κι αν μάς αφορά όλους:&lt;br /&gt; ‘’To love is nothing, to be loved is something, to love and beloved Is everything’’  O Σαίξπηρ επιμένει διαχρονικά να είναι   πατέρας της σκέψης και των συναισθημάτων μας, Κι εμείς ριγμένοι –εδώ- σε αυτούς τους σκοτεινούς καιρούς παλεύουμε ανάμεσα στο τίποτα και στα πάντα. Αλίμονο όμως αν τα παρατήσουμε. Οι δραματικοί καιροί είναι και οι πιο ενδιαφέροντες. Άλλωστε το πιστεύω ακράδαντα, αλίμονο μου αν δεν το πίστευα, ‘’το μέλλον ανήκει στην έκπληξη”.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η συγγραφέας:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Φωτεινή Τσαλίκογλου σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και ειδικεύτηκε στην Κλινική Ψυχολογία. Eίναι καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.&lt;br /&gt;Έχει εκδώσει τα επιστημονικά έργα και δοκίμια: “Σχιζοφρένεια και φόνος (Αναζητώντας τον χαμένο παράδεισο)”, “Μυθολογίες βίας και καταστολής”, “Ο μύθος του επικίνδυνου ψυχασθενή”, “Ψυχολογικά, Ψυχο-λογικά (Οι παγίδες του αυτονόητου)”, “Η ψυχολογία στην Ελλάδα σήμερα”, “Στην άλλη όχθη” (επιμ.) και “Μήπως;” (διάλογοι με τη Μαργαρίτα Καραπάνου). Επίσης το παραμύθι “Η νεράιδα της Γης” (με εικονογράφηση του Αλέξη Κυριτσόπουλου).&lt;br /&gt;Από τις Εκδόσεις “Καστανιώτη” κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της “Η κόρη της Ανθής Αλκαίου”, “Έρως φαρμακοποιός”, “Ονειρεύτηκα πως είμαι καλά”, “Εγώ, η Μάρθα Φρόυντ” και “Tο χάρισμα της Bέρθας” (υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών 2010 του ΕΚΕΒΙ), η νουβέλα” Όλα τα ναι του κόσμου”, καθώς και τα βιβλία “Ψυχολογία της καθημερινής ζωής (Η κουλτούρα του εφήμερου)”, “Η ψυχή στη χώρα των πραγμάτων”, “Δε μ’ αγαπάς. Μ’ αγαπάς (Τα παράξενα της μητρικής αγάπης – Τα γράμματα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη στην κόρη της Μαργαρίτα Καραπάνου)” και “Το μέλλον ανήκει στην έκπληξη (34 σχόλια για την κρίση και ένα υστερόγραφο)”.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011 στο Έθνος της Κυριακής&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-5463594813493171064?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2011/11/blog-post.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-5894337505018338396</guid><pubDate>Mon, 24 Oct 2011 14:37:00 +0000</pubDate><atom:updated>2011-10-24T17:37:33.220+03:00</atom:updated><title>Η λογοτεχνία, άσκηση στη δυνατότητα, στην πιθανότητα- και γι αυτό ένα είδος σωτηρίας</title><description>Ό,τι ξέραμε και αναγνωρίζαμε ως δικό μας φαντάζει πια ξένο...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αμάντα Μιχαλοπούλου: "Όσες φορές αντέξεις”&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής (23 Οκτ. 2011)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;“Ύστερα από μια ιλιγγιώδη ερωτική εβδομάδα που περνά στην Αθήνα με έναν Τσέχο τουριστικό πράκτορα, η ηρωίδα ξεκινά μιαν ατέλειωτη περιπλάνηση σε διάφορες ευρωπαικές πόλεις προκειμένου να τον βρει: Πράγα, Μόναχο, Γενεύη, Μαδέρα είναι οι σταθμοί της σε αυτή τη διαδρομή, στην οποία η ηρωίδα θα διαπιστώσει ότι αυτό που εν τέλει ψάχνει δεν είναι η φευγαλέα μορφή του αγαπημένου της, το ζητούμενο αντιθέτως φαίνεται να είναι η ίδια η περιπλάνηση...” έγραφε για το μυθιστόρημα “Όσες φορές αντέξεις” της Αμάντας Μιχαλοπούλου η Ελισσάβετ Κοτζιά όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1998  κι  η συγγραφέας έχει πολλές φορές αλλάξει από τότε, παραμένοντας στα βασικά και ουσιαστικά της η ίδια.&lt;br /&gt;Το ιδιαίτερο ύφος της, το καυστικό χιούμορ, η εσωτερική και εξωτερική έννοια της Περιπλάνησης, η ταυτότητα, η διεισδυτική οξυδέρκεια και η αφηγηματική της δεινότητα, εξακολουθούν να υφίστανται, να εξελίσσονται και να ξεπερνούν τα... χωρικά ύδατα, αποδεικνύοντας ότι στα βασικά, τα ανθρώπινα πάθη και λάθη, πέρα από γεωγραφικά, γλωσσικά και πολιτιστικά σύνορα και εμπόδια, παραμένουν ουσιαστικά τα ίδια.&lt;br /&gt;Για το μυθιστόρημα, “'Οσες φορές αντέξεις”, θα πει η συγγραφέας: “Ο τίτλος του θα μπορούσε να είναι ένα επίκαιρο σύνθημα στην Ελλάδα του Μνημονίου, η πλοκή επίσης: η ηρωίδα, μια απολυμένη υπάλληλος της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, αλυσοδένεται με τους υπόλοιπους απολυμένους συναδέλφους της έξω από το Υπουργείο Προεδρίας. Κι αφήνει τους δρόμους και τις πορείες για τον έρωτα του Ιβο, ενός μυστηριώδους Τσέχου που μιλάει σπαστά Γερμανικά και μοιάζει με τον Φράντς Κάφκα. Τον ακολουθεί από την πλατεία Ομονοίας ως την Πράγα και το Μόναχο, κι από εκεί στη Γενεύη και στη Μαδέρα, το νοτιότερο άκρο της Ευρώπης. Η παθιασμένη ερωτική τους ιστορία διαβάζεται και ως αλληγορία της νεοελληνικής προσδοκίας από την Ευρώπη, της συλλογικής μας, ερωτικής σχεδόν, εμμονής με την ευρωπαική ολοκλήρωση. Τώρα που το σκέφτομαι ο όρος “ολοκλήρωση” παραπέμπει ευθέως στην ερωτική πράξη και στη δεκαετία του '90 η “ενωμένη” Ευρώπη ήταν για τους Έλληνες το πιο ισχυρό αφροδισιακό- το απόλυτο όνειρο οικονομικής και κοινωνικής αναβάθμισης. Το ζοφερό ειδύλλιο της ηρωίδας μου με τον Ιβο αποδείχτηκε προφητικό. Η Ευρώπη δεν είναι μικρή, όπως μας έμαθαν. Είναι αχανής, γεμάτη από ταυτότητες που συγκρούονται λυσσαλέα”.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Αμάντα Μιχαλοπούλου πρωτομπήκε στη ζωή μας με ένα βραβείο σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού “Ρεύματα” και η συλλογή που ακολούθησε το 1994 μας υπενθύμιζε εκείνο που όλοι ξεχνούσαμε πως 'Έξω η ζωή είναι πολύχρωμη”, με την συγγραφική της συνέχεια να παραμένει το ίδιο δυνατή και ενθουσιώδης. Το πρώτο της μυθιστόρημα “Γιάντες” το 1996 απέσπασε το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού “Διαβάζω”. Ακολουθούν τα μυθιστορήματα “Παλιόκαιρος” (2001), “Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη” (2003), “Θα ήθελα” (2005) για το οποίο της απονεμήθηκε το Βραβείο Διεθνούς Λογοτεχνίας του Αμερικανικού Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Τεχνών και υπήρξε υποψήφιο για το βραβείο Best Book in Translation του Πανεπιστημίου του Ρότσεστερ, η συμμετοχή της στο “Ερωτικό των τεσσάρων”, τα μυθιστορήματα “Πριγκίπισσα Σαύρα” (2007), “Πώς να κρυφτείς” (2010), η συμμετοχή της στα “Ελληνικά εγκλήματα” (2008 και 2011), τα παιδικά βιβλία “Η εγγονή του Αι- Βασίλη” (2007), “Η εγγονή του Αι- Βασίλη και τα μπισκότα της αγάπης” (2009) και “Η εγγονή του Αι- Βασίλη και η εξαφάνιση των ξωτικών” (2011), όλα από τις εκδόσεις “Καστανιώτη”. Η σειρά “Οικογενειακή Πινακοθήκη”, επίσης, φέρει την υπογραφή της, καθώς και “Το σπίτι που πετάει”.&lt;br /&gt;Έργα της έχουν μεταφραστεί σε εννιά γλώσσες δικαιώνοντας όσον αφορά το σύνολο του έργου της αυτά που έγραφε το 1997 για το “Γιάντες” η Σώτη Τριανταφύλλου: “το μυθιστόρημα μοιάζει γραμμένο από κάποιον που διασχίζει τον κόσμο, τις γλώσσες, τις κουλτούρες και τις εποχές”.&lt;br /&gt;“Με απασχολούσαν ανέκαθεν τα ζητήματα ταυτότητας: ποιοι είμαστε και πώς μάς διαμορφώνουν οι προσδοκίες των άλλων γύρω μας, ατομικά και συλλογικά”- υποστηρίζει η Αμάντα Μιχαλοπούλου. -“Αυτό που με ενδιαφέρει μυθοπλαστικά είναι κατά πόσο ο τρόπος που μάς μεγαλώνουν επηρεάζει τον χαρακτήρα μας και αντικατοπτρίζεται στη συλλογική μας συνείδηση. Τι σημαίνει δηλαδή να είσαι Έλληνας σήμερα, ή Ευρωπαίος. Ζούμε σε μια εποχή που οι ταυτότητες αλλάζουν άρδην ξανά. Ό,τι ξέραμε και αναγνωρίζαμε ως δικό μας φαντάζει πια ξένο”.&lt;br /&gt;Η λογοτεχνία, κατά τη γνώμη της “άσκηση στη δυνατότητα, στην πιθανότητα- και γι αυτό ένα είδος σωτηρίας. Διαβάζουμε για ήρωες που μάς μοιάζουν, ή που δεν μάς μοιάζουν καθόλου, γινόμαστε πιο διαλλακτικοί και καταλαβαίνουμε καλύτερα τον κόσμο. Σαν ηθοποιοί ζούμε στο πετσί του ενός ή του άλλου ήρωα, της μιας ή της άλλης ενδύναμης κατάστασης. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο μάθημα δημοκρατίας”, υποστηρίζει.&lt;br /&gt;Αλλά και με το πλέον πρόσφατό της μυθιστόρημα “Πώς να κρυφτείς”, αυτό ακριβώς η Αμάντα Μιχαλοπούλου μάς υπενθυμίζει: “Στο “Πώς να κρυφτείς”, ο Στέφανος, δάσκαλος στο Ελληνικό Σχολείο του Βερολίνου, αναμετριέται με το σκοτεινό μυστικό της παιδικής του ηλικίας. Την απαγωγή του από ένα ζευγάρι Γερμανών που είχαν χάσει το παιδί τους, τη γερμανική του ανατροφή και την επιστροφή του στην Ελλάδα, στα χρόνια της εφηβείας. Με το μετεωρισμό του ανάμεσα σε δύο χώρες προσπάθησα να περιγράψω το αίσθημα κάθε ανθρώπου που αναζητά την αλήθεια, την ταυτότητα, την έννοια της πατρίδας μέσα του”.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-5894337505018338396?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2011/10/blog-post_24.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-6262489669509531126</guid><pubDate>Sat, 08 Oct 2011 13:47:00 +0000</pubDate><atom:updated>2011-10-08T16:47:34.512+03:00</atom:updated><title>Η Νεφέλη στο νησί του Παντός</title><description>Με τις κούκλες της και μέσα από τις ζωγραφιές της η Νεφέλη ταξιδεύει παντού. Από την Χώρα του Ποτέ ως το Νησί του Παντός. Εκεί, συναντά τους ήρωες των παραμυθιών, παίζει και ανακαλύπτει τον Αχιλλέα και τη δική της καλή νεράιδα, ανεβαίνει και κατεβαίνει βουνά, σχεδιάζει κι αλλάζει μαζί τους το μέλλον. Γιατί το Θαύμα της Τέχνης κάνει ως και αυτά τα γοβάκια της Σταχτοπούτας αληθινά.&lt;br /&gt;Ένα παραμυθένιο ταξίδι στις ιστορίες, στο χρόνο και στα ζωγραφισμένα μας όνειρα, που επαληθεύονται πάντα. Αρκεί να τα πιστέψουμε εμείς!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το παραμύθι της Νεφέλης ετοιμάστηκε, ο Αθανάσιος Τσίτσικας το εικονογράφησε μαγικά και κυκλοφόρησε με την εκδοτική αγάπη του κυρίου Θάνου Ψυχογιού,&lt;br /&gt;Πένυ, Αγγέλα, Δομινίκη, Θανάση, Κλειούλα, Πόπη, Λιζάκι... σας ευχαριστώ από καρδιάς. Αλλά την Νεφέλη πάνω απ΄όλους και όλα...&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-6262489669509531126?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2011/10/blog-post.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item><item><guid isPermaLink='false'>tag:blogger.com,1999:blog-3659403438138105875.post-2350684282519666040</guid><pubDate>Tue, 20 Sep 2011 12:07:00 +0000</pubDate><atom:updated>2011-09-20T15:07:37.708+03:00</atom:updated><title>Κάθε μου τραύμα, ένας καινούργιος οφθαλμός</title><description>ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αναγνωρίζοντας ότι “το ποίημα είναι, κατά βάθος, το αυθεντικότερο, το δραστικότερο πρόσωπό μας”, “υλικό ονείρων”, “κόσμος” αφ' εαυτού του, ο άνθρωπος που έγινε ψυχίατρος από τον Ντοστογιέφσκι και ποιητής από την θάλασσα του Λυβικού που τον ανάθρεψε, δέχθηκε να ξανακάνει μαζί μας τα βασικά βήματα της ζωής του. Ανακαλώντας εικόνες, αρώματα, φράσεις, λησμονημένες εμπειρίες και επιθυμίες που τον έφεραν – μετά από Κρατικά Βραβεία και πάνω από δέκα ποιητικές συλλογές- στα “Αφηγήματα ενός Ψυχιάτρου”.&lt;br /&gt;Κατόπιν τούτου θα μπορούσαμε να πούμε ότι  αντιστρέφοντας κάπως τα δεδομένα επιδιώξαμε και τελικά βρέθηκε ένας ψυχίατρος- ποιητής στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή. Πρόθυμος να απαντήσει σε όλα. Να αναζητήσει τραύματα και οράματα, εφόσον “Κάθε μου τραύμα ένας καινούργιος οφθαλμός”.&lt;br /&gt;Το αποτέλεσμα, ο πιο αποκαλυπτικός, ποιητικός κι ανθρώπινος, μαγεμένος και μαγικός Μανόλης Πρατικάκης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι είναι εκείνο κ. Πρατικάκη που κάνει τελικά ένα ψυχίατρο ποιητή;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι δύσκολο να απαντηθεί ένα τέτοιο ερώτημα. Γιατί πρωτίστως πρέπει να υπάρχει η συναισθηματική θερμοκρασία, ο τρόπος που βλέπουμε τον κόσμο και προσπαθούμε να τον ερμηνεύσουμε αξιακά. Εργαλειακά, με νοησιαρχία, ή στο κάθε τι να βλέπουμε πως υπάρχει μια αύρα ενός παράλληλου άλλου. Ένα παλιό ψήγμα ονείρου. Μια ουτοπική νότα που υπονομεύει τα «συντελεσμένα» που αρνείται το Είναι γιατί βλέπει τον κόσμο ως ένα διαρκές γίγνεσθαι. Ο ποιητής θέλει να βγάλει το φυτίλι από μια πέτρα ή έναν σπινθήρα που είναι το κρυμμένο άστρο του.&lt;br /&gt;Όταν υπάρχει αυτή η υποδομή η ψυχιατρική, καθώς φωτίζει σκοτεινές περιοχές του ανθρώπινου ψυχισμού, απωθημένους φόβους, ενοχές, λησμονημένες τραυματικές εμπειρίες, ξεχασμένες ματαιώσεις, ένα τέλος πάντων υλικό έντονα φορτισμένο και άγνωστο, που συχνά ανεβάζει ένα λεπτό ηθικό μαρτύριο, άγνωστης προέλευσης, αλλάζει η εικόνα που είχαμε για τον εαυτό μας, απαλλασσόμαστε από συγκαλήψεις και νοσηρές άμυνες και η εικόνα του εαυτού μας γίνεται πιο γνήσια και αυθεντική. Αυτό το ασυνείδητο υλικό που έρχεται στο φως είναι ιδιαίτερα χρήσιμο ως ποιητική ύλη. Είναι ένας άγνωστος ορυκτός πλούτος, που, γνωρίζοντάς τον μας μεταμορφώνει και παράλληλα ζητά να μπει σε μια αισθητική τάξη. Να αποκτήσει ρυθμό να μας κάνει να δούμε την έκπληξη ή τον θρίαμβο που κρύβει το ευτελές ή το τετριμμένο. Η ψυχιατρική λοιπόν από μόνη της δεν μπορεί να κάνει κάποιον ποιητή. Αλλά να δώσει βάθος αποκαλυπτικό και ευρύτητα στην εποπτεία του ορόντος νου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γεννηθήκατε στο Μύρτος, χωριό του Λιβυκού πελάγους, ποιόν μήνα; Η πρώτη εικόνα της ζωής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το πατρικό μου σπίτι ήταν χτισμένο πάνω στη θάλασσα του Λιβυκού. Η θάλασσα μπαινόβγαινε στο παιδικό μας δωμάτιο και τη μικρή αυλή. Γι’ αυτό αν θυμάστε η Παραλοϊσμένη αρχίζει: «Στο σπίτι πέφτανε τα κύματα. Στο σπίτι μπαίνανε τα φύκια κάτω απ’ το κρεβάτι. Κι ως τον ύπνο. κι ως τα όνειρα μια θάλασσα.» Κάθε πρωΐ η Μητέρα μου έβγαζε τους σωρούς την άμμο και τα φύκια με μια σκούπα από βούρλα του ποταμού. Γεννήθηκα 6 Σεπτεμβρίου. Η πρώτη εικόνα: Ανοίγοντας την πόρτα και παράθυρο να βλέπω τη θάλασσα ν’ αστράφτει σαν αιωνιότητα. Να λαμπυρίζει από χιλιάδες «καθρεφτάκια» κι εκεί να λικνίζονται ψαρόβαρκες και σφουγγαράδικα από την Κάλυμνο με υπέροχα λεπτά σκαριά σαν τριήρεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;16 ποιητικές συλλογές. Η πρώτη; Πως είναι όταν έρχεται το ποίημα. Το πρώτο&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;Η πρώτη, πρέπει να σας αποκαλύψω, αν δεν το ξέρετε, είναι σαν πρόωρο παιδί.  Ένα πρωτόλειο που παρασιωπώ. Λέγεται «θαλασσινές φωνές». Είναι τα πρώτα άγουρα ποιητικά σκιρτήματα ενός νέου που δεν έχει διαβάσει απολύτως τίποτα. Το πρώτο ποίημα που γράφτηκε λέγεται «το νησί της αβύσσου» Όταν έρχεται το ποίημα πηγαία είναι σαν μια διανοητική αύρα. Σαν αόριστη μουσική που αποκτά υπόσταση, την παρτιτούρα. Σαν πέτρες που ξαφνικά μπαίνουν σε τάξη και χτίζεται ο τοίχος του κειμένου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι ήταν εκείνο που σας έκανε να πείτε, “εγώ θ’ ακολουθήσω την ψυχιατρική”;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ανειρήνευτο πνεύμα μου, από κάποια περίοδο και μετά. Ίσως τα αντιφατικά παιδικά μου βιώματα: παραδείσιος χώρος του Λιβυκού από τη μια και ένας καμένος ερειπωμένος μετακατοχικός κόσμος από την άλλη. Το θαύμα και ο θάνατος. Ίσως μια θεία μου, που «παραληρούσε» από εγκεφαλικό τύφο, και μες στο παραλήρημά της έλεγε φωτεινές ανομολόγητες κουβέντες, χωρίς λογοκρισία, όταν ήμουν 3-4 ετών και έβλεπα με δέος «τις σκηνές» από το παράθυρο, μαζί με πολύ κόσμο. Αλλά περισσότερο η ανάγκη μου να κατέβω κάτω από το φαίνεσθαι. Στους ασυνείδητους μηχανισμούς που μας προσδιορίζουν, και φωτίζουν τις αυταπάτες μας και εξιδανικεύουν ανοήτως την εικόνα μας. Επίσης τα έργα του Ντοστογιέφσκι άσκησαν μια τεράστια γοητεία πάνω μου. Θεωρώ ότι είναι ο πρώτος μεγάλος ψυχαναλυτής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Η Συμφωνία της Ίασης», η ποίηση κ. Πρατικάκη, είναι Ιαματική;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ασφαλώς θα αναφέρεστε στο σημερινό έργο που δημιούργησε ο μεγάλος μας συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος, πάνω στην ποίησή μου (εναρμονίζοντας Ήχο και Λόγο με εμπνευσμένο μεγαλόπνοο τρόπο) που ανέβηκε στο Μέγαρο Μουσικής. Ναι, κατά κάποιον τρόπο πιστεύω πως είναι για το μυημένο κοινό. Θα σας αναφέρω μια μικρή εμπειρία. Πριν χρόνια έλαβα ένα βάζο με πέτρες από τη Σάμο, και μια λεία επίπεδη πέτρα, που έγραφε πάνω ένα στίχο μου, με σινική μελάνι, που έλεγε: «Κάθε μου τραύμα ένας καινούργιος οφθαλμός».&lt;br /&gt;Όλα αυτά από μια άγνωστη καθηγήτρια, που κάτω από το βάρος τραυματικών οικογενειακών εμπειριών είχε αποφασίσει να αυτοκτονήσει όπως μου έγραψε σε μακροσκελές γράμμα. Και όταν διάβασε τον παραπάνω στίχο άλλαξε γνώμη. Ήθελε από κάπου να πιαστεί. Και βρήκε αυτήν την αισιόδοξη σανίδα. Σήμερα διδάσκει και είναι ευτυχισμένη.&lt;br /&gt;Γενικά η ποίηση, ακόμα και η απαισιόδοξη, όπως και η μουσική, κρούει χορδές και πιστεύω ξυπνάει αρμονία. κάποια χαμένη παιδική αθωότητα. Στερείται ιδιοτέλειας. Είναι γλωσσικά ανυπάκουη. Περνά πράγματα καθημερινά, πληκτικά, σε μια αισθητική τάξη. Ένα ασήμαντο γεγονός μπορεί ν’ αποκτήσει οικουμενικότητα. Ή χτίζει μια ουτοπική ήπειρο, όπως τα όνειρα, που δεν είναι άσχετα από την πραγματική μας ζωή.&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;Ο ποιητής, δηλ. ψυχικά σώζεται απριόρι; Γιατί γνωρίζουμε ποιητές που έχουν καταστραφεί; Γιατί υπάρχει αυτοκαταστροφικότητα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε καμιά περίπτωση δεν σώζεται ψυχικά και μάλιστα a priori. Αντιθέτως πιστεύω ότι είναι πιο ευάλωτος από τον κοινό μέσο άνθρωπο, και περισσότερο από τον πρακτικό άνθρωπο τον αφομοιωμένο απόλυτα στο σύστημα, το οποίο υπηρετεί ενσυνείδητα και αποτελεί χωρίς να το ξέρει γρανάζι του. Είναι σαν να έχει πάρει μια χρόνια δόση αναισθητικού, σαν άμυνα από τα τόσα γύρω του δεινά. Αντίθετα ο ποιητής συμμετέχει, έστω και μόνο συναισθηματικά, στα δρώμενα, στα κοινωνικά και υπαρξιακά αδιέξοδα, στη βαρβαρότητα, τον κυνισμό, την μοναξιά, την απώλειά της επαφής και την αποξένωση. Επίσης διαθέτει πιο αυστηρό Υπερεγώ (συνειδησιακό έλεγχο δηλ.), που σημαίνει τύψεις, ενοχές, αυτομομφές. Έχει μεγαλύτερη αυτοσυνειδησία για την μηδαμινότητά του, την αδυναμία του. Στέκεται, μπροστά στην ύπαρξη και το εφήμερο, με τρόμο, με δέος, γιατί εκτός των άλλων έχει πολλά ναρκισσιστικά στοιχεία. Είναι πιο τρωτός. Και συχνά είναι πιο έντονη εκείνη η παράδοξη απέχθεια που έχουμε για τον εαυτό μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένας ψυχίατρος είναι από χέρι σωσμένος; Υπάρχουν για σας γρίφοι ζωής, όσον αφορά τη δική σας&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εδώ τα πράγματα μπλέκονται λίγο, κυρία Γκίκα γιατί τυχαίνει να είμαι και ποιητής και ψυχίατρος. Και όλα όσα είπα για τους ποιητές ισχύουν στο ακέραιο και για τη δική μου περίπτωση. Ούτε ο ψυχίατρος είναι από χέρι σωσμένος, όταν μάλιστα τυχαίνει να συγκατοικεί με τον ποιητή. Αυτή η συνύπαρξη δημιουργεί μεγάλη φόρτιση, σπινθήρες, καυτή λάβα που χρειάζεται σωστή διαχείριση και οργάνωση. Εδώ θάλεγα πως η ψυχιατρική συχνά δρα ψυχοθεραπευτικά, στον μεγάλο ασθενή, που είναι ο ποιητής, όπως έχει λεχτεί. Γιατί ερμηνεύει, διαλύει, φωτίζει, αποκαλύπτει π.χ. ότι ένα λεπτό ηθικό μαρτύριο, οφείλεται συχνά σε έναν φανταστικό φόβο. Κάνει πιο οικείο τον φόβο, ελέγχει καλλίτερα τις παρορμήσεις, την άκρατη επιθετικότητα. Ξέρει πως από τις εκατό φορές που θυμώνουμε με κάποιον στην πραγματικότητα θυμώνουμε με τον εαυτό μας. Πως τα συμπλέγματα, τις μικρότητές μας, τις ματαιώσεις και τις αποτυχίες μας τα βιώνουν όλοι οι άνθρωποι. Ξέρει πως όλοι είναι τρωτοί και αδύναμοι, ανεξάρτητα τι παριστάνουν. Ο χρόνος, η μοναξιά, ο φόβος του θανάτου είναι οικουμενικά και πανανθρώπινα. Ίσως ένας έμπειρος ψυχίατρος ξέρει να διαχειρίζεται με μικρότερο κόστος τις αναποδιές και τραυματικές εμπειρίες της ζωής. Αλλά για τα μεγάλα μεταφυσικά ή οντολογικά ζητήματα, θα σας απαντήσω με δύο στίχους του σπουδαίου φίλου ποιητή Ν. Καρούζου: «Τι να σου κάνουν τα βατραχοπέδιλα της επιστήμης όταν ανοίγεσαι στο πέλαγος της μεγάλης Αγωνίας»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ποια από τις πέντε αισθήσεις θεωρείτε ότι είναι πιο αποκαλυπτική για την ανθρώπινη ψυχή. Πιο κοντά στην ποίηση;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι μια δύσκολη ερώτηση. Η αφαίρεση έστω και μίας θα έμοιαζε σαν ακρωτηριασμός. Θα δημιουργούσε ένα ρήγμα στην επαφή μας με τον κόσμο. Αλλά πιστεύω ότι η όραση είναι η πιο αποκαλυπτική. Χωρίς αυτήν θα μας περιέβαλε το απόλυτο σκοτάδι. Θα μυρίζαμε θ’ ακούγαμε, θα θωπεύαμε, θα οσφριζόμασταν στα σκοτεινά. Και ο οπτικός μας φλοιός θα ήταν κενός από εικόνες. Δεν θα γνωρίζαμε τ’  αγαπημένα μας πρόσωπα. Δεν θα υπήρχε η θεμελειώδης γνώση του «Ορόντος νου» Ο Ηράκλειτος έλεγε «Αψεδέστεροι μάρτυρες ώτων, οφθαλμοί»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η έκτη αίσθηση; Υπάρχει για την ποίηση; Για την ψυχιατρική&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα έλεγα πως είναι μια ακόμα ανεξερεύνητη, ήπειρος. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένα απέραντο πολύπλοκο σύμπαν που έχει διερευνηθεί ελάχιστα. Γίνονται σημαντικές έρευνες προς αυτή την κατεύθυνση. Ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων έχει πολύ ανεπτυγμένη την έκτη αίσθηση. Θυμάμαι μια καθ’ όλα σοβαρή και αξιόπιστη κυρία που «είδε» ότι καίγεται παραλιακή καφετέρια, κοντά στο εξοχικό τους. Τηλεφώνησε και όντως καιγόταν, και  μια άλλη φορά είδε γνωστό της ηλικιωμένο γλύπτη να γέρνει και να πέφτει καταγής. Πήρε αμέσως ταξί και όντως ήταν νεκρός.&lt;br /&gt;Για την ποίηση δεν ξέρω αν υπάρχει έκτη αίσθηση θα σας διηγηθώ όμως παρακάτω ένα περιστατικό και θα βγάλετε εσείς κ. Γκίκα τα συμπεράσματά σας. Όσο για την ψυχιατρική νομίζω ότι η μεγάλη εμπειρία, η ένταση της προσοχής στις λεπτομέρειες και η περιρρέουσα κατάσταση στην όλη εικόνα του ασθενούς, είναι εκείνα τα στοιχεία που επιτρέπουν στο γιατρό να βλέπει παραπέρα. Ν’ ακούσει «τον ήχο των πλησιαζόντων γεγονότων (συμπτωμάτων) Είχα έναν τέτοιο δάσκαλο στην Παν/μιακή κλινική του Αιγινητείου.&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;Και μια και μιλάμε για αισθήσεις. Εικόνα που έχει για πάντα μέσα σας χαραχτεί, ο ήχος, η αφή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ξαφνική εικόνα ενός τεράστιου δελφινιού που είχε ξεβράσει η θάλασσα μακριά από το χωριό, σε ηλικία τριών ετών. Τα μεγάλα τροπικά αποδημητικά πουλιά που έρχονταν κι έφευγαν με τις εποχές σε ένα παιδικό πτυσσόμενο σύμπαν. (Ακόμη φτερουγίζουν μέσα μου) Η αστραφτερή θάλασσα, ο ήλιος γεμάτος σταγόνες ν’  ανατέλλει μέσα από το πέλαγος. Τα φύκια και το αλάτι στο παιδικό δωμάτιο. Η φωνή του πατέρα μου που ανήγγειλε τηλεφωνικά από την Κρήτη, ότι φέρνουν τη Μητέρα μου στην Αθήνα βαριά άρρωστη. &lt;br /&gt;Το άρωμα και ο ήχος: Οι ευωδιές του επιταφίου στον Άγιο Αντώνιο, όταν είμαστε παιδιά (από λεμονανθούς, ρόδα, δυόσμο, μαντζουράνα) &lt;br /&gt;Και ο ήχος: Τα εγκώμια της Θεοτόκου από παιδική χορωδία. Το μητρικό χάδι και το πλατσούρισμα στο κυμοθάλασσο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υπάρχουν στίχοι που αποδεικνύονται προφητικοί;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι μεγάλοι διαχρονικοί, οικουμενικοί ποιητές έχουν γράψει τέτοιους στίχους, αφού αντέχουν στο χρόνο, εξακολουθούν να μας συγκινούν και τα έργα τους εξακολουθούν να διαβάζονται και να παίζονται μέσα στη σύγχρονη συνθήκη, ανέγγιχτα από τη φθορά. Προσωπικά δεν θα χρησιμοποιούσα τη λέξη προφητικοί. Ο Δημόκριτος και ο Ηράκλειτος έγραψαν στίχους που επαλήθευσε η σύγχρονη Φυσική.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ποιητής γεννιέται ή γίνεται;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι μεγάλοι αυθεντικοί ποιητές νομίζω γεννιούνται. Όπως οι μεγάλοι εφευρέτες οι μεγάλοι συνθέτες, ζωγράφοι. Πρέπει μα συνδυάζεις πολλά προσόντα: όραμα, γλωσσικό πλούτο, ευφυΐα, ευαισθησία, ακουστική φαντασία, εκφραστική τόλμη, καινοτόμες συλλήψεις και πηγαία έμπνευση. Μπορεί κανείς να γίνει ποιητής αν συνδυάζει μερικά από τα παραπάνω προσόντα, αλλά ποτέ δεν θα μπορέσει να γίνει Σολωμός ή Πάουντ. Φυσικά και οι μεγάλοι ποιητές χρειάζονται να διαθέτουν εργατικότητα και άοκνο Πάθος. Αλλά οι ιδιότητες αυτές ενυπάρχουν σ’ αυτούς τους προικισμένους δημιουργούς. Η ίδια η ποιητική ύλη τους σπρώχνει, τους βασανίζει τους παροτρύνει να σκάβουν, ακόμα και στον ύπνο τους. Το αγώϊ κινεί τον αγωγιάτη. Τελευταία η ψυχολογία διατείνεται ότι η θέληση είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ευφυΐας. Υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν ατέλειωτα και με μεγάλο πάθος. Μπορεί να γίνουν μέτριοι ποιητές ποτέ μεγάλοι.&lt;br /&gt;                      &lt;br /&gt;Ποιητής συνεπάγεται αναγκαστικά και ποιητική ζωή;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όχι απαραίτητα. Γνωρίζω ποιητές που ζουν μια πεζή, τετριμμένη καθημερινή ζωή που δεν τους ξεχωρίζεις από τους άλλους αν δεν ξέρεις πως είναι ποιητές. Εσωτερικά όμως η ποιητική ουσία τους προσδιορίζει. Βασανίζονται για μία λέξη, μια μεταφορά για ένα σύμβολο, τη στιγμή π.χ. που ψωνίζουν από το Super Market ή βάφουν ένα παράθυρο. Υπάρχουν αρκετοί στους οποίους υπάρχει ταύτιση έργου και ζωής. Είναι ποιητές κάθε στιγμή. (Λειβαδίτης, Καρούζος, Σικελιανός, Σαραντάρης, Καζαντζάκης, και τόσοι άλλοι).&lt;br /&gt;Παλιότερα οι ποιητές ξεχώριζαν περισσότερο. Στο ντύσιμο, στους τρόπους στην ομιλία, στα μακριά αχτένιστα μαλλιά. Ο παλιός εκείνος κομφορμισμός τείνει να εκλείψει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Το νερό» πανταχού παρόν στην ποίησή σας. Λόγω καταγωγής;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πιστεύω πως ναι. Το σπίτι μας χτισμένο όπως σας είπα πάνω στο Λιβυκό. Ο ήχος των κυμάτων ήταν οι πρώτοι ρυθμοί. Τα πρώτα μουσικά σύνολα, κάθε ώρα και διαφορετικά. Αυτό το φλοίσβο, σαν απαλό τσέλο έως τα πνευστά με το σιρόκο πάνω στα καμπύλα κύματα και τα κρουστά με τα μεγάλα χαλίκια χτυπώντας το ένα στο άλλο, κατεβαίνοντας στην άμπωτη, και ως την φουρτούνα που με γέμιζε φόβο δέος. Ή Δίπλα η λίμνη ένα απάνεμο κοινόβιο αλληλεγγύης και κοινοκτημοσύνης. Μια παραδείσια παιδική χαρά και πιο κει το ποτάμι που πάντα ρει πάντα χωρεί και ουδέν μένει. Αλλά πέρα από αυτά το νερό είναι οντολογικό στοιχείο. Πρωταρχική πηγή ζωής. Σύμβολο αδιάκοπης μεταμόρφωσης. Όλοι από εκεί ερχόμαστε.&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;Υπάρχουν εμμονές στη γραφή σας;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πιστεύω πως ναι. Ορισμένα σύμβολα έρχονται κι επανέρχονται: Η μήτρα, η γέννα, η παιδική αμεριμνησία και ο τρόπος που αυτά τα τρυφερά πλάσματα μπαίνουν και χάνονται «μέσα σε σκοτεινούς και κουρασμένους άντρες». Ακόμα η εμμονή μου να κάνω ποίηση με τα φυσικά όντα, με την πρώτη πατημασιά, με κάθε τι αρχέγονο και ανεξερεύνητο. Προσεγγίζω τη γλώσσα ως πνευματικό οικοσύστημα και όχι ως απλό όχημα νοημάτων. Επιμένω να συνδυάζω το λυρισμό με τη στοχαστικότητα. Τους προσωκρατικούς με την ανατολική φιλοσοφία. την ψυχιατρική με το όνειρο και τη διασαλευμένη συμπεριφορά των «ασθενών» σε αντίστιξη με τη ζοφερή και απέραντη υποκρισία των λογικών ανθρώπων, των τόσο αφομοιωμένων στη σύγχρονη θεσμοθετημένη συνθήκη, που σχεδόν «απουσιάζουν δια της παρουσίας τους»&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;Υπάρχει κάτι που να φοβάται ένας ψυχίατρος;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν υπάρχει κάποια πανοπλία που είναι προνόμιο των ψυχιάτρων. Μπορεί τις απλές καθημερινές νευρώσεις και αντιξοότητες να τις αντιμετωπίζει με μικρότερο κόστος και να τις ελέγχει καλύτερα, ξέροντας π.χ. ότι μια φοβία είναι φανταστική γιατί συχνά γνωρίζει το συμβολισμό που κρύβεται πίσω της. Αλλά στα μεγάλα ανθρώπινα προβλήματα, έρωτας, θάνατος, χωρισμός, γηρατειά, αποξένωση, αλλοτρίωση, εικονική πραγματικότητα, κυνισμός, βία, κ.τ.λ. παραμένει το ίδιο ευάλωτος. Εδώ υπάρχει οικουμενική κοινοκτημοσύνη στον φόβο.&lt;br /&gt;   &lt;br /&gt;Πέντε σταθμοί ζωής;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1.Ο πρόωρος θάνατος της μητέρας μου&lt;br /&gt;2.Η δικτατορία των συνταγματαρχών&lt;br /&gt;3.Η γέννηση του πρώτου μου παιδιού&lt;br /&gt;4.Η εκπροσώπηση βιβλίου μου για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας και το Κρατικό βραβείο ποίησης&lt;br /&gt;5.Η δημιουργία Συμφωνητικού έργου από τον μεγάλο Συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, πάνω σε τρία μου βιβλία, που ανέβηκε στο Μέγαρο Μουσικής με μεγάλη επιτυχία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπορεί ένα βιβλίο να μας αλλάξει τη ζωή; Υπήρξε για σας τέτοιο βιβλίο; Συγγραφέας;&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;Μέχρι τα πρώτα φοιτητικά χρόνια, μέσα στο νωχελικό και ηδονικό τοπίο του Λιβυκού, δεν είχα διαβάσει σχεδόν κανένα βιβλίο. Και ξαφνικά πέφτει στα χέρια μου η «Αναφορά στον Γκρέκο» του Καζαντζάκη. Ένοιωσα εκμηδενισμένος, κενός, κούφιος, ένα άθυρμα. Με συγκλόνισε τόσο που έκανα μέρες να κοιμηθώ. Αυτή ήταν η αρχή της περιπλάνησης. Αργότερα σε μεγαλύτερο εύρος και βάθος, παρ’ ότι ήμουν υποψιασμένος, με αναστάτωσε ο Ντοστογιέφσκι, και ειδικά το Έγκλημα και Τιμωρία, οι Δαιμονισμένοι και Αδερφοί Καραμαζώφ. Αυτός ο «ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής» με άφησε άφωνο, δηλ. με άλλαξε. Επίσης με επηρέασε να γίνω ψυχίατρος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ψυχιατρικό περιστατικό;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια παρατεταμένη ψυχική τύφλωση μηνών μετά από τραυματικό γεγονός (το περιστατικό αυτό έγινε αφήγημα και περιέχεται στα Αφηγήματα ενός Ψυχιάτρου).Ένα ψυχικό ραιβόκρανο. Μερικά «Αποκαλυπτικά» παραληρήματα με κοσμογονικό περιεχόμενο. Το καταθλιπτικό και το κατατονικό Stupor, με την κηρώδη ευκαμψία και «το κατατονικό προσκεφάλαιο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα Αφηγήματα ή τα ποιήματα θεωρείτε ότι είναι πιο κοντά στην ψυχιατρική;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα αφηγήματα προσφέρονται περισσότερο γιατί χρειάζεται ανάλυση, πλοκή, εκτενέστερος αφηγηματικός λόγος, μεγαλύτερη ευκρίνεια για την πρόσληψη, πιο απλή γραφή χωρίς μεγάλες αφαιρέσεις και ελλειπτικότητες. Στην ποίηση συνήθως προσλαμβάνονται οι γενικές αρχές της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής. Στην πρόζα συνήθως οι συγκεκριμένες με χαλαρότερο αφηγηματικό ιστό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάθε περιστατικό είναι για σας και μία συνάντηση;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όχι. Εξαρτάται από το περιστατικό. Αν πρόκειται δηλ. για μια απλή κρίση άγχους, μια κλειστοφοβία, μια ελαφριά κατάθλιψη, ή μια αϋπνία. Αυτά είναι περιστατικά ρουτίνας, καθημερινά. Είναι η μεγάλη πλειοψηφία των περιστατικών. Είναι οι προβλεπόμενες καθημερινές συναντήσεις, χωρίς ιδιαίτερο συγκινησιακό φορτίο. Αλλά μια ακραία κρίση πανικού με αίσθημα ασφυξίας και θανάτου, μια βαριά κατάθλιψη, μια παρανοϊκή σχιζοφρένεια με διέγερση ένα βαρύ στερητικό σύνδρομο ηρωϊνομανούς, ένα Delirium “tremens” ένα κακόηθες νευρολειωτικό σύνδρομο, ή μια εμβροντησία, είναι πραγματικές συναντήσεις που παρά τις εμπειρίες, μας γεμίζουν δέος, εγρήγορση. Είναι άτομα που βρίσκονται σε ακραία διασάλευση. Πρέπει να τα συγκρατήσουμε από το γκρεμό. Γιατί πέραν των άλλων ο κίνδυνος αυτοκτονίας είναι μεγάλος. κινητοποιείται όλος ο μηχανισμός της ομάδας, σωστή θεραπεία και αντιμετώπιση, περιφρούρηση και επαγρύπνηση. Οι περισσότεροι ψυχίατροι είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και τα «Αφηγήματα ενός ψυχιάτρου» Τι είναι τελικά; Μια σειρά από τέτοιες συναντήσεις;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα «Αφηγήματα ενός ψυχιάτρου» είναι συνέχεια της ποίησής μου. Εξ’ άλλου προηγήθηκαν «Η Παραλοϊσμένη» (1980) και η «Γενεαλογία» (1984) που είναι συνθετικά κείμενα πρόζας και γράφτηκαν σε έναν ευρύ χρονικό ορίζοντα. Γι’ αυτό και τα εκφραστικά μέσα και το όλο ύφος δεν είναι ενιαία, όπως ήταν φυσικό, αλλά παρουσιάζουν τεράστιες γλωσσικές και υφολογικές διαφορές. Όλα όμως έχουν ένα ενιαίο άξονα: Είναι μια σειρά από τέτοιες «συναντήσεις» όπως λέτε. Είναι βιωμένες εμπειρίες που μεταπλάστηκαν σε αφηγήματα (καμία φορά θεραπεύεις ένα κείμενο όπως θεραπεύεις ένα άνθρωπο). Είναι πρόσωπα ποικίλλων ψυχικών εκτροπών που με τη στάση τους καταγράφουν μια αίρεση βίου, μια ανατροπή των κανόνων, που τα κάνει ελπίζω, ενδιαφέροντα. Μετά από τα συχνά φωτεινά τους παραληρήματα λάμπει ο υπαρξιακός τους πυρήνας, αυθεντικός και ανεπιτήδευτος, αβυσσαλέος ή τρυφερός, σπαρακτικός συχνά και ανθρώπινος μέσα στα πολύπλοκα διανοητικά και άλλα αδιέξοδα που δημιουργούν μια Σχάση. Έναν ανεξέλεγκτο τρόμο. Μπορεί να μοιάζουν παράλογα και εξωπραγματικά. Αλλά συμβαίνουν σε ανθρώπους σαν κι εμάς και ότι έχει συμβεί σ’ εκείνους μπορεί κάλλιστα να συμβεί και σε εμάς, μια που όλοι είμαστε εν δυνάμει ασθενείς. Όπως στο περίφημο διήγημα του Τσέχωφ «θάλαμος 6», όπου ο αδιάφορος και υπεροπτικός θεράπων δεν φαντάζεται πως υπάρχουν θεμελιώδεις ανατροπές. Καθώς γίνεται αιφνίδια ο ίδιος δεσμώτης – θεραπευόμενος, για να αποκτήσει για πρώτη φορά συνείδηση της μοίρας των ασθενών του και τους κατανοήσει, κάτι που μέχρι τότε φάνταζε αδιανόητο, και γι’ αυτό τους φερόταν με τέτοια αδιαφορία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βλέπουμε λοιπόν κ. Πρατικάκη πως υπάρχουν κοινοί δεσμοί και κοινές ευαισθησίες ποίησης και ψυχιατρικής προς όφελος της δημιουργικής γραφής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πράγματι υπάρχει συνάφεια δεσμών. Είναι λειτουργίες παράλληλες. Και οι δυο δουλεύουν κυρίως με τα ασυνείδητα περιεχόμενα και τους άγνωστους μηχανισμούς. Παίζουν γλωσσικά ή διανοητικά με την παραδοξότητα. Τα υλικά αυτά μοιάζουν ξεκομμένα από την ανθρώπινη λογική, παρ’ ότι αυτά κυρίως μας προσδιορίζουν. Γιατί ο ανθρώπινος νους είναι υποχείριο του θεσμοθετημένου λόγου και του κυρίαρχου τρόπου σκέψης.. Έχουν στόχο έναν επαναπροσδιορισμό, μια ανανέωση, μια ανατροπή με νέους συνδυασμούς, από μια θεμελιώδη και παγιωμένη καθήλωση. Υπάρχει μια ολόκληρη εποποιΐα προβολών, απωθήσεων, μετουσιώσεων, εξιδανικεύσεων που συσκοτίζει την διάνοια και την όλη μας ύπαρξη. Και η ποίηση και η ψυχιατρική δουλεύουν, εν πολλοίς με τα όνειρα, τους απρόβλεπτους συνειρμούς, τις παραδρομές της γλώσσας, τα λάψους κ.τ.λ. που συχνά εκπέμπουν μια κρυμμένη αλήθεια ή έναν καινοφανή ποιητικό σπινθήρα (σύμφωνα με το «γλώσσα λανθάνουσα τ’ αληθή λέγει»  &lt;br /&gt;            &lt;br /&gt;Και με ποιο εργαλείο δουλεύουν. Που τέμνονται και που διαφέρουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εργαλείο πρωταρχικό και για τις δυο είναι η γλώσσα που ανεβάζει στο φως της συνείδησης μπερδεμένα συναισθήματα. Και οι δύο λειτουργίες είναι ιαματικές. Η ποίηση βάζει μουσική στον τρόμο. Είναι «εγχειρίδιο ευθανασίας» τρόπος έκφρασης ότι βαθύτερο μας παιδεύει και μας συνιστά. Το ίδιο και η ψυχιατρική. Προσπαθεί να μας απαλλάξει από φοβίες και φανταστικές απειλές, το να αναλύσει με τους πιο πάνω μηχανισμούς άμυνας και μέσω αυτών να βρει τους κρυμμένους συμβολισμούς, απ’ όπου εκπορεύεται το παραλήρημα ή ο τρόμος. Κάπου γράφω: «Γιατί τα συμπτώματα είναι τα φυσιολογικά γνωρίσματα των ανθρώπων».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακούγεται παράξενο κ. Πρατικάκη, πως το εννοείτε;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το σύμπτωμα είναι μια μεταγλώσσα του σώματος ή της ψυχής. Είναι ένα φυσικό ανθρώπινο ράγισμα, προς τη συνωμοσία της άκαμπτης και αδιάλλακτης «πανοπλίας του «Εγώ». Το σύμπτωμα είναι η κατακραυγή της απονενοημένης μας μέριμνας για εξιδανίκευση. Είναι η «αλήθεια» που διαφεύγει από τους ελεγκτικούς μας μηχανισμούς (εσωτερικούς και εξωτερικούς). Είναι η αποκάλυψη της πλαστογραφίας, του ψεύδους και της υποκρισίας του καθενός μας, για να χτίσουμε το θλιβερό μας πορτρέτο. Αυτά τα μικρά ραγίσματα φωτίζει η ψυχιατρική και η ψυχανάλυση. Και από το φορτίο τους αυτό εμπνέεται η ποίηση. Το ποίημα είναι, κατά βάθος, το αυθεντικότερο, το δραστικότερο πρόσωπό μας. Είναι υλικό ονείρων. Εκεί που διαφέρουν οι δύο λειτουργίες είναι ότι η ψυχανάλυση αναλύει, ερμηνεύει, απομαγεύει. Τείνει στην επίγνωση, στην εναισθησία, για να βρει ο ασθενής τη συνοχή του, το βηματισμό του. Δεν την αφορά η αισθητική. Ενώ η ποίηση παραμένει μαγική, αρχέγονη, με πολυσημίες και ελειπτικότητες. Είναι αλλιώς ανατρεπτική. Απευθύνεται σε ολόκληρη την ύπαρξη, στην οντική της διάσταση και προβληματική και όχι μόνο στη γνώση. Προσπαθεί να αποσπάσει ένα μικρό κλαδάκι από το ανέκφραστο. Δεν είναι ενεργούμενο κανενός συστήματος. Δεν προσπαθεί να περιγράψει ή να αναλύσει τον κόσμο. Αποτελεί κόσμο. Ένα δικό της αισθητικό σύμπαν. Ο ποιητής συχνά από την πέτρα που του εμπιστεύθηκαν προσπαθεί να βγάλει το άστρο της. Από την κάθε δίψα το ποτάμι της. Από μια ανθρώπινη κραυγή τη νύχτα, την οικουμενική μοίρα του Ανθρώπου. Κάθε κραυγή κρύβει τη χαράδρα της..&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δημοσιεύθηκε στο Index&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3659403438138105875-2350684282519666040?l=elenigika.psichogios.gr' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</description><link>http://elenigika.psichogios.gr/2011/09/blog-post_20.html</link><author>noreply@blogger.com (Eleni Gika)</author></item></channel></rss>
