Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Το τέταρτο σημείο του ορίζοντα

Το τέταρτο σημείο του ορίζοντα, για την Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας, γράφει η Ζωή Σαμαρά Το τέταρτο σημείο του ορίζοντα Η Ελένη Γκίκα γράφει γιατί υπάρχει, γιατί υπάρχουμε. Κάθε φορά που γράφει χτίζει ένα πολύπλευρο σύμπαν. Στο νέο της μυθιστόρημα μας εισάγει σε έναν κόσμο όπου τα σημεία του ορίζοντα προσδιορίζουν τη ζωή μας. Η δομή τού έργου θυμίζει μουσική σύνθεση πάνω σε βιογεωγραφική θεματική, σαν να ήταν μια σπουδή για το πώς ο άνθρωπος επηρεάζεται από το χώρο στον οποίο ζει. Και ενώ το βιβλίο προχωρεί, η βιογεωγραφία αποκτά μεταφυσικές διαστάσεις: κάποιες στιγμές αναρωτιόμαστε μήπως ο άνθρωπος επηρεάζεται ακόμη περισσότερο από έναν απειλητικό απόντα χώρο. Με μαθηματική ακρίβεια, η αφήγηση χωρίζεται σε 3 μέρη, το κάθε μέρος σε 11 ενότητες, ενώ οι 33 ενότητες του βιβλίου δομούνται πάνω σε επαναλαμβανόμενα τρίπτυχα με επίκεντρο τρεις εναλλασσόμενες γυναικείες φιγούρες. Τα 99 μικρά κεφάλαια που προκύπτουν τιτλοφορούνται κάθε φορά με τις ίδιες λέξεις και ακολουθούν την ίδια σειρά – Η γυναίκα στο ανατολικό γραφείο, Η γυναίκα της βορινής κουζίνας, Η γυναίκα στον δυτικό καθρέφτη: τρεις ηρωίδες πάνω σε σκηνή κοσμικού δράματος. Εκτός από τον πιθανό συμβολισμό των αριθμών, δύο χαρακτηριστικά τραβούν την προσοχή τού αναγνώστη ευθύς εξαρχής, και αναμφιβόλως γεννούν απορίες: – Η πρώτη γυναίκα είναι στο γραφείο, η τρίτη στον καθρέφτη, η δεύτερη της κουζίνας. Άρα, η κουζίνα δεν είναι ο χώρος στον οποίο η δεύτερη γυναίκα ζει και κινείται, αλλά ένας περιοριστικός χώρος στον οποίο ανήκει, και επιπλέον τόσο κτητικός, που καταλαμβάνει το εξώφυλλο του βιβλίου. – Τρεις γυναίκες, τρία σημεία του ορίζοντα. Εντάξει, υπάρχουν τρία και όχι τέσσερα γυναικεία πρόσωπα, αλλά η παράλειψη ενός σημείου του ορίζοντα πιθανότατα κρύβει κάποιο μυστικό. Αν η γυναίκα της κουζίνας συμβολίζει την παραδοσιακή γυναίκα, γιατί θα πρέπει να βλέπει το βορρά; Και καθώς ο αναγνώστης συλλογίζεται, δεν μπορεί παρά να εικάσει ότι στη σοφία πολλών λαών ο βορράς είναι σχεδόν συνώνυμο της ανατολής. Λ.χ., στον μυητικό προσανατολισμό, που προσδιορίζει τη θέση μας στο χώρο, το φως ξεκινά από την ανατολή ή από το αστέρι του Βορρά. Επίσης, οι Ετρούσκοι πίστευαν ότι οι θεοί έμεναν στο Βορρά. Έχουμε λοιπόν στο μυθιστόρημα δύο μορφές της ανατολής και το αντίθετό της, τη δύση. Ο νότος ζει σε μια ανελέητη μοναξιά, χωρίς ταίρι, χωρίς αντίθετο. Από τις πρώτες σελίδες αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχουν δύο ηρωίδες που εργάζονται πυρετωδώς, σαν να βιάζονται να προλάβουν κάτι: η Αρσινόη γράφει, η Ράνια μαγειρεύει. Ή μήπως πρόκειται για ένα πρόσωπο με δύο προσωπεία; Όντως, όταν οι δύο γυναίκες συναντηθούν, η Αρσινόη θα αρχίσει να μαγειρεύει –αν και «μισεί την κουζίνα» (σ. 306)–, ενώ η Ράνια, ξεχνώντας ότι παλιά έκρυβε τα βιβλία που διάβαζε «σαν τα μπουκάλια του αλκοολικού» (σ. 73) –τόσο απαγορευμένη ήταν η ανάγνωση–, θα γράψει ένα μυθιστόρημα, πολύ πετυχημένο, με ηρωίδα μια γυναικεία οπτασία που την ακολουθεί όλη της τη ζωή. Όπως μας πληροφορεί η γυναίκα στον καθρέφτη: «Απ’ την κουζίνα ως το γραφείο, τι θαρρείς; Μια ανάσα χαλί» (σ. 49). Όταν ξεφύγει από την κουζίνα, από τη μοίρα της παλιάς γυναίκας, η Ράνια θα επιλέξει να γίνει χαρτί. Το χαρτί, η γραφή, αναπαριστά την αναζήτηση του αληθινού εαυτού της. Η Αρσινόη ζει ανάμεσα σε βιβλία, μια χάρτινη ζωή, και η λέξη «χάρτινη» επαναλαμβάνεται συχνά στο μυθιστόρημα. Το χαρτί είναι ένα πολύσημο σύμβολο. Όταν το διπλώνουμε για να το βάλουμε σε φάκελο, διπλώνουμε μαζί και τα μυστήρια της ζωής μας. Όταν δένουμε τις σελίδες σε βιβλίο, τετράδιο, ημερολόγιο, κάνουμε μια προσπάθεια να δέσουμε τα σκόρπια γεγονότα που οδηγούν σε διάσπαση του εγώ. Σχίζεται εύκολα, όπως διαμελίζεται η εύθραυστη ζωή μας. Η καθαρότητά του σαν φόντο της γραφής αντιστοιχεί στη νοσταλγία μιας χαμένης αγνότητας. Γράφουμε πάνω στο άσπρο χαρτί για να ζήσουμε μια νέα αρχή με τη γραφή μας. Δεν έχω πρόθεση να συνθέσω μια πραγματεία για το συμβολισμό του χαρτιού, λέω όσα με εμπνέει το ίδιο το μυθιστόρημα. Υπάρχει μια τρίτη γυναίκα, που τοποθετείται στη δύση∙ μπροστά ή μέσα σε καθρέφτη, δεν μπορεί να αποφασίσει ούτε η ίδια. Δεν φαίνεται να έχει δική της αυτόνομη ζωή, σαν να είναι αυτή η χάρτινη γυναίκα, ηρωίδα σε κάποιο μυθιστόρημα, ή ακόμη ένα είδωλο μέσα σε καθρέφτη. Δεν ονομάζεται τυχαία Αριάδνη∙ αυτή κρατά το μίτο της αφήγησης∙ περιγράφει και σχολιάζει τη ζωή των δύο γυναικών. Κοιτάζοντας στον δυτικό καθρέφτη, δεν βλέπει τον εαυτό της, αλλά τις άλλες, και δεν γνωρίζει ακριβώς ποια πλευρά του καθρέφτη είναι η πραγματικότητα και ποια η αντανάκλαση. Καθώς αφηγείται την ιστορία τους, δεν είναι βέβαιη αν εκείνη επινοεί την ύπαρξή τους ή μήπως και η ίδια είναι επινόηση των δύο γυναικών που επινοεί (σ. 373). Η αφήγηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια φεμινιστική θεώρηση της κοινωνίας. Η γυναίκα προσπαθεί να παραμείνει αυτό που όλοι αποκαλούν γυναίκα, όχι το βιολογικό ον αλλά ο κοινωνικός μύθος. «Δεν ύφαινε, δεν έπλεκε καμιά τους. Γυναίκες στο περβάζι της ζωής», θα σχολιάσει, με ποιητικό ρυθμό, η Αριάδνη (σ. 127). Η συγγραφέας, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη γυναίκα∙ στο κέντρο του σύμπαντος που παρουσιάζει τοποθετεί τον άνθρωπο. Ο άνδρας ανάμεσα στις δύο γυναίκες ανάγεται τελικά σε τέταρτο σημείο του ορίζοντα, ταυτίζεται με το νότο και την απουσία που σηματοδοτεί στο μυθιστόρημα. Νιώθει τόσο άβολα ανάμεσα στους δύο χώρους που τελικά δεν υπάρχει χώρος γι’ αυτόν στη ζωή. Οι δύο γυναίκες αντιμετωπίζουν τη φθορά και την ανία που τις περιβάλλουν, με τη δουλειά. Σε επιστολή στον αγαπημένο της, η Αρσινόη γράφει με τρόπο αναιρετικό, σαν να αμφισβητεί τη δύναμη της αγάπης: «Απόψε το βράδυ, αγάπη μου, θα δουλέψω ως το πρωί. Δεν έχω βρει άλλον τρόπο σ’ αυτή τη ζωή για ν’ αντέξω» (σ. 154). Και η Ράνια, σαν να συμπληρώνει αναδρομικά, έγραφε στη δική της εισαγωγή του πρώτου μέρους: «Έφυγαν όλοι. Κι εγώ στην κουζίνα να φτιάχνω γενέθλιες μαντλέν, για να με γιορτάσω μόνον εγώ» (σ. 14). Με τα τρία σημεία του ορίζοντα, η συγγραφέας οργανώνει το χώρο. Το τέταρτο σημείο είναι δεδομένο, αναδύεται μέσα από την ίδια την ύπαρξη: ο νότος δεν μπορεί παρά να είναι ο θάνατος που καραδοκεί, η φυγή έξω από το χώρο και το χρόνο. Μαγειρεύουμε ή γράφουμε για να μη σκεφτόμαστε το τέλος. Γι’ αυτό πραγματικοί ήρωες του μυθιστορήματος είναι το κοριτσάκι με το κόκκινο παλτό που προκαλεί το θάνατο, ο Φώτης που τον προσκαλεί και ο Άγγελος που βρίσκεται συμπτωματικά αντιμέτωπος με το πεπρωμένο του. Ξανά τρία πρόσωπα, που ίσως ερμηνεύουν το πρώτο τρίπτυχο: τρεις πτυχές της Μοίρας. Για τις δύο γυναίκες η μόνη οδός είναι η λογοτεχνία. «Το μόνο που μ’ απομένει», θα γράψει η Ράνια, «είναι να ξαναπιάσω της ζωής μου το νήμα και πάλι απ’ την αρχή, να τη ζήσω με τα σωστά και τα λάθη της πια μέσα από το χαρτί» (σ. 293). Και η Ελένη Γκίκα γράφει, ίσως για να βρίσκει κάθε φορά έναν καινούργιο εαυτό, ίσως για να μας οδηγήσει στην αναζήτηση των αιώνων που «χωρίζουν τον ένα εαυτό [μας] από τον άλλο» (σ. 66), ίσως ακόμη και για τα δύο. Ζωή Σαμαρά Η Ζωή Σαμαρά είναι Πανεπιστημιακός και ποιήτρια, το κείμενο από την Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

«Σαν μέσα από θρυμματισμένο καθρέφτη» της Λένας Λόππα

Ελένη Γκίκα, Η γυναίκα της βορινής κουζίνας, εκδ. Καλέντη, 2011. Το καλαίσθητο βιβλίο της Ελένης Γκίκα, με τον πρωτότυπο τίτλο, Η γυναίκα της βορινής κουζίνας, αποτελεί το 13ο μυθιστόρημά της. Πρόκειται για ένα κείμενο «ποιητικό», ένα ποίημα εν εξελίξει, αλλά συνάμα και βαθιά φιλοσοφικό. Ο λόγος είναι συνήθως μικροπερίοδος, κοφτός, μερικές φορές αποσπασματικός. Συχνά παραληρηματικός, με εσωτερικούς μονολόγους, συνεχή flash back, συνειρμικός, ασθματικός, όπου εμβολίζονται αποσπάσματα από τους: Πρεβέρ, Ανν Σέξτον, Προυστ, Λ. Κάρολ, Τζόις, Κάφκα, Τολστόι, Γέιτς, Σάλιντζερ, Πεσσόα, Γερτρούδη Άθερτον, Αλτουσέρ, Καβάφη, Αξελό, γερόντισσα Γαβριηλία και κυρίως Μπόρχες και Ντάρελ. Αυτός κατεξοχήν, αφού οι ηρωίδες συσχετίζονται ή ταυτίζονται με τις ηρωίδες του «Αλεξανδρινού κουαρτέτου». Σε κάποια σημεία το κείμενο διανθίζεται με πολιτικά συνθήματα της νεολαίας, τραγούδια του Θεοδωράκη και του Σαββόπουλου, ποιήματα, αλλά και στίχους από την ποιητική συλλογή της Γκίκα, Το γράμμα που λείπει, υπαρξιακά ερωτήματα, φιλοσοφικές σκέψεις και αφορισμούς, αποφθέγματα, κυρίως στους τίτλους και στα μότο των κεφαλαίων. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ότι πολύ συχνά τίτλοι κεφαλαίων, μότο, φράσεις από άλλα κεφάλαια, στοχασμοί, κ.τ.λ. επανέρχονται και εμβολίζονται σε άλλα σημεία του βιβλίου. Θα μπορούσε να κάνει κανείς μια ολόκληρη εισήγηση, στηριζόμενος αποκλειστικά και μόνο στον πλούτο αυτών των φράσεων, παραθεμάτων, φιλοσοφικών στοχασμών. Εντυπωσιακά στοιχεία του κειμένου είναι και η πυκνή χρήση των σημείων στίξης, οι εναλλαγές των ρηματικών προσώπων και φυσικά οι αφηγηματικοί τρόποι. Στα τρία μέρη του βιβλίου, που καλύπτουν σχεδόν ίσες σε αριθμό σελίδες το καθένα (σ.140, 138, 129), εναλλάσσονται διαδοχικά τρεις γυναίκες: Η γυναίκα στο ανατολικό γραφείο, Η γυναίκα της βορινής κουζίνας, Η γυναίκα στον δυτικό καθρέφτη. Θα μπορούσαν να ζουν, λοιπόν, στο ίδιο σπίτι, μοιρασμένες σε διαφορετικά δωμάτια, με διαφορετικό προσανατολισμό, ανάλογα με αυτό κυρίως που διάλεξαν να κάνουν στη ζωή τους. Κάθε κεφάλαιο αναφέρεται ξεχωριστά και στις τρεις γυναίκες και έτσι σταδιακά χτίζεται η ιστορία και η προσωπικότητα, πρόσωπο/προσωπείο, της καθεμιάς. Σαν τις ψηφίδες ενός πολύπλοκου μωσαϊκού ενώνονται σιγά-σιγά τα κομμάτια. Υπάρχει, λοιπόν, μια επαναλαμβανόμενη ροή, που επιτυγχάνει την εσωτερική σύνδεση και ενότητα των κεφαλαίων του κειμένου. Ανάμεσα στις δύο πρώτες γυναίκες, τις κατεξοχήν ηρωίδες, την Αρσινόη και τη Ράνια, κινούνται κάποια πρόσωπα, γυναικεία ή αντρικά, με τα οποία διασταυρώνονται οι ζωές τους που, είτε δρουν και παίρνουν το λόγο δυναμικά, όπως ο Ορφέας, ο γιος της Ράνιας, είτε κινούνται σχεδόν άφωνα, στο ημίφως, ωστόσο καταλυτικά, όπως η μάνα της Αρσινόης και η γιαγιά της (Αρσινόη), ο Φώτης, το κοριτσάκι με το κόκκινο παλτό, ο Άγγελος, η Γερτρούδη και η Ουλρίκα, περσόνες της Ράνιας, ο πατέρας της, η Καπαδόκισσα γιαγιά της, Ουρανία. Υπάρχουν τέλος και κάποια άλλα πρόσωπα, όπως οι κόρες της Ράνιας, Βεατρίκη και Οφηλία, ο πνιγμένος στο πηγάδι αδελφός της Ορφέας, η Αιγυπτιώτισσα θεία της Ευανθούλα, ο εραστής της για τη μοιραία βραδιά των γεγονότων, Ορφέας κι αυτός και άλλα ακόμη πρόσωπα, που λειτουργούν περιφερειακά, χωρίς όμως γι’ αυτό να μειώνεται η σημασία τους μέσα στο κείμενο. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα πολυφωνικό, πολυεπίπεδο, περίτεχνο μυθιστόρημα, με ποικίλες αναφορές σε λογοτεχνικά κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Μποντλέρ, Ρεμπό, Σεμπρούν, Γκαλεάνο, Μπροντέ, Ντίκινσον, Πλαθ, Βιρτζίνια Γουλφ, Χιουζ, Μπλίξεν, Γιουρσενάρ, Ντίκενς, Πολυδούρη, κ.ά), ψυχαναλυτικά βιβλία (π.χ. Φ. Τσαλίκογλου, Το χάρισμα της Βέρθας), βιβλία θεολογικού περιεχομένου (Η «Ασκητική της αγάπης», της γερόντισσας Γαβριηλίας), κινηματογραφικά έργα (Η διπλή ζωή της Βερόνικας του Κισλόφσκι και κυρίως Ο Καθρέφτης του Ταρκόφσκι), συνθέτες κλασικής και μοντέρνας μουσικής (Μπαχ, Τσαϊκόφσκι, Σοπέν, Αλμπινόνι, Ραχμάνινοφ, Πράισνερ, αλλά και Μπιτλς, Σκόρπιονς, Μπαέζ, Ντύλαν). Στην αρχική σελίδα, πριν από το πρώτο μέρος, φιλοξενείται ένα απόσπασμα από το «Θάνατος στη Βενετία» του Τόμας Μαν σημαντικό για την αποκωδικοποίηση του όλου κειμένου: «{…}δεν υπάρχει άλλος ηρωισμός, από τον ηρωισμό της αδυναμίας». Πράγματι, οι ηρωίδες της Γκίκα είναι ευάλωτες, τραγικές, γεμάτες ενοχές και αδιέξοδα, που προσπαθούν να τα ξορκίσουν. Η Αρσινόη με τις μεταφράσεις και το γράψιμο –άλλωστε «οι λέξεις εφευρέθηκαν καταρχήν ως άμυνα στην απόγνωση»- η Ράνια με το διάβασμα και τις μαντλέν. Και οι δύο ερωτευμένες με τον ίδιο, μοιραίο άντρα, τον Φώτη. Το κάθε μέρος ανοίγει με ένα ερωτικό, σπαραχτικό, ανεπίδοτο γράμμα της Αρσινόης στον αγαπημένο της και με μια σελίδα ημερολογίου της Ράνιας, με την οποία απευθύνεται στη Γερτρούδη, στο alter ego της, της εκμυστηρεύεται τα μυστικά της και υπογράφει με το ψευδώνυμο Ουλρίκα. Οι ημερολογιακές ενδείξεις, δηλώνουν τον αφηγηματικό χρόνο που περικλείεται από το Μάιο έως τον Δεκαπενταύγουστο του επόμενου έτους. Στην τελευταία σελίδα, υπάρχει η ημερολογιακή ένδειξη, Ιανουάριος, 2011, τελευταία Κυριακή, με την οποία η συγγραφέας δηλώνει την καταληκτική ημερομηνία της συγγραφής του βιβλίου. Αυτά, όσον αφορά τη δομή, τη μορφή, τα πρόσωπα και εν μέρει το περιεχόμενο του βιβλίου. Το βιβλίο της Γκίκα σε παγιδεύει με τη γοητεία του και ο καθρέφτης, μόνιμο σύμβολο και μοτίβο, όπως και ο λαβύρινθος, που παραπέμπει στο ομώνυμο βιβλίο του Μπόρχες, αντικατοπτρίζει, τελικά, όχι μόνο το είδωλο των ηρωίδων, αλλά και το είδωλο του κάθε αναγνώστη. Χαμένη, λοιπόν, κι εγώ στον γοητευτικό λαβύρινθο, έπρεπε να διαλέξω πού ακριβώς να εστιάσω. Αποφάσισα να σταθώ στο τρίτο πρόσωπο του κάθε κεφαλαίου, στη γυναίκα στον δυτικό καθρέφτη, γιατί είναι αυτή τελικά που ως Γερτρούδη ή ως άλλη Αριάδνη, κρατώντας τον μίτο της αφήγησης, θα επιχειρήσει να βγάλει από το λαβύρινθο τις άλλες δύο γυναίκες και θα οδηγήσει στη λύση. Η γυναίκα στον δυτικό καθρέφτη, λοιπόν, είναι ένας παντογνώστης αφηγητής, ο καλλιτέχνης, που μέσα από τον καθρέφτη παρακολουθεί και τελικά διασταυρώνει και συναιρεί τις ζωές των δύο άλλων γυναικών. Ο καθρέφτης, όπως στο ομώνυμο έργο του Ταρκόφσκι, παίζει εδώ – και σε ολόκληρο το βιβλίο- το ρόλο της αντανάκλασης ή της εξαπάτησης. Ο καθρέφτης αντικατοπτρίζει τις ιστορίες των δύο γυναικών από τα παιδικά τους χρόνια, τη νοσταλγία και τον τρόμο τους, τις ενοχές τους, την καθημερινότητά τους, τις μνήμες –συχνά τραυματικές- από τα πρόσωπα του περιβάλλοντός τους: Να πώς μας τις παρουσιάζει η αφηγήτρια, αλλά συγχρόνως και τη δική της εμπλοκή στις ζωές τους: «Δε συναντήθηκαν ποτέ. Μονάχα στον καθρέφτη. Το είδωλο στον καθρέφτη και ο αντικατοπτρισμός του. Τώρα, πώς γίνεται; Τα κάνει αυτά τα μαγικά ο Καθρέφτης! Εκείνη και η Άλλη. Ο εαυτός και το ψεύδος. Ποιο το πρόσωπο τώρα, και ποια η αντανάκλαση… «Γυναίκες στο περβάζι της ζωής {…} «Κι ανάμεσά τους ο ίδιος άντρας, με άπειρα πρόσωπα και προσωπείο ίδιο». «Έτσι γυρίζει η κούπα του έρωτα, από τον έναν στον άλλο, η δηλητηριώδης κούπα του έρωτα…(Ντάρελ, σ. 93). Ο καταλύτης, για να συναντηθούν οι δύο γυναίκες, που μέχρι τότε βιώνουν η καθεμιά χωριστά τη μοναξιά της, είναι ο Ορφέας (παραπομπή στον Ορφέα στον Άδη, του Τέννεση Ουίλιαμς, στην όπερα του Όφενμπαχ, αλλά και στην όπερα του Γκλουκ, Ορφέας και Ευρυδίκη), που τις συνδέει τελικά, όπως και το γεγονός της αυτοκτονίας του κοινού αγαπημένου, συζύγου και εραστή, του Φώτη. Γιατί «Σε κάθε θάνατο ενυπάρχει το σπέρμα μιας νέας γνώσης». Διάσπαρτες σε όλο το βιβλίο είναι οι αναφορές σε κείμενα μεταφυσικού χαρακτήρα και θεολογικού περιεχομένου (σ.191), αλλά κυρίως προς το τέλος, όταν οι δύο γυναίκες και ο Ορφέας συνειδητοποιούνται, βρίσκουν το Θεό, στηρίζει ο ένας τον άλλον («Στη μοναξιά του «εγώ», το «εσύ» γίνεται μια προσευχή» (σ.158-159) και συμφιλιώνονται επιτέλους με τη ζωή και το θάνατο. Όταν έχουν πεισθεί πια πως «Ό,τι πεθαίνει δε χάνεται, αλλά βρίσκεται αλλαγμένο στην καινούρια αρχή» (σ. 407). Η γυναίκα στον δυτικό καθρέφτη ταυτίζεται και συμπάσχει με τους ήρωες και τις ηρωίδες, αλλά δεν μπορεί, όπως λέει με απόγνωση και, υιοθετώντας το πρώτο ρηματικό πρόσωπο, «Κανέναν, καμιά τους να προφυλάξω. Οπτασία την ίδια ώρα μέσα στο χρόνο κι εγώ, να θρηνώ το αναπόφευκτο, την απόλυτη επιλογή μας. Φιγούρες όλοι μας, πες από παιδική νερομπογιά. {…}Κι εγώ φιγούρα και ξεπλένομαι! Μονάχα εδώ, στον Δυτικό καθρέφτη είμαστε τόσες πολλές. Εδώ συγκεντρώνονται ζωντανές και νεκρές. {…} Το ζήτημα παραμένει ποιος έπλασε εμένα». Άλλη μια φορά επανέρχεται το υπαρξιακό ερώτημα που μένει αναπάντητο και καταλήγει: «Κι όλα είναι Καθρέφτης, με εμένα «Αριάδνη», που δεν τον χρειάζομαι τον μίτο πια» (σ.287). Κι αναρωτιέται: {…} Πόσο, όμως, αντέχεις να ζεις με τις αντανακλάσεις ενός καθρέφτη, πάλι και πάλι την ίδια σκηνή; {…} (σ.304). (Ίσως εδώ γίνεται μια παραπομπή στο «Θρήνο της Αριάδνης» του Νίτσε ή στην ημιτελή μουσική σύνθεση του Χάυδν «Τα θραύσματα μέσα σου», που οδηγεί τον ακροατή στην αναζήτηση του προσωπικού του λαβύρινθου). Η αφηγήτρια φαντάζεται τον εαυτό της ανάμεσα στις δύο γυναίκες και, χρησιμοποιώντας και πάλι το πρώτο πρόσωπο, μοιάζει σαν να μονολογεί: «Κι ανάμεσά τους εγώ, που τις βλέπω που με επινόησαν εκείνες ή που τις επινοώ εγώ»… «Βουβές και οι τρεις. Αρσινόη, Ράνια, Γερτρούδη πιόνια σε αόρατη σκακιέρα. Αριάδνη, Βεατρίκη, Οφηλία, Ουλρίκα, όπως κι αν σε λένε, χαρτί από σάρκα που ματώνει. (σ. 383, 384). Ο καθένας, όνειρο στο όνειρο του άλλου. Κι όλο αυτό μια αλυσίδα αδιάκοπη και ατέρμονη και αδιαίρετη, που κρατά και μια, και δεύτερη και χιλιοστή αιώνια ζωή». Η κοινή μοίρα όλων των γυναικών αποδίδεται με συνταρακτικό τρόπο: «Γυναίκες-μπάμπουσκες…η μια μέσα στην άλλη, και μέσα στην άλλη, και μέσα στην άλλη…, σχεδόν ξύλινες στις μικρές τους δειλές –ή ψευδαισθησιακά τολμηρές επιλογές». Ο Καθρέφτης είναι η άβυσσος, αλλά και η λύση στο αίνιγμα. Και το πλήρωμα του Χρόνου, τελικά, το κλειδί. {…} Ο πολυεδρικός καθρέφτης είναι η συνείδηση που μένει εγκλωβισμένη και πάσχουσα ως τη στιγμή της μεταμέλειας. Μέσα από το καθρέφτη η πραγματικότητα θρυμματίζεται και ένας άλλος κόσμος πλαστός ανασυντίθεται από τα συντρίμμια της. Είναι η αναζήτηση του φαντασιακού, μέσα από το κομμάτιασμα του πραγματικού «Επιβιώνουμε με τις επιλογές του φαντασιακού», λέει το μότο ενός κεφαλαίου (στη σ. 205). « Ώστε, λοιπόν, αυτό που μας τρέφει είναι όλο κι όλο η φαντασία μας, τα ψεύδη;», αναρωτιέται και η Ράνια κάποια στιγμή (σ.213). Ο καθρέφτης θυμίζει τον κόσμο του Προυστ και της μνήμης. Πράγματι σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου οι αναμνήσεις εκρήγνυνται και σπάζουν τη συνοχή της αφήγησης. Ο χρόνος σχετικοποιείται. Το παρελθόν διασταυρώνεται διαρκώς με το παρόν και ο χώρος, παρόλη τη στατικότητα των τριών σημείων του ορίζοντα, όπου κατοικούν οι τρεις γυναίκες, εναλλάσσεται συνεχώς. Ο εξωκειμενικός όμως χρόνος παραμένει παρών, με τις έντονες περιγραφές των εκρηκτικών γεγονότων που συμβαίνουν στο κέντρο της Αθήνας. Είναι αυτά τα γεγονότα που θα οδηγήσουν τα βήματα της Αρσινόης εκεί, σ’ αυτό που πρόκειται να συμβεί, σχεδόν με ένα μεταφυσικό τρόπο: «Η Αρσινόη επείγεται να είναι στην ώρα της σ’ αυτό το «θα συμβεί». Η Αρσινόη αποτελεί μέρος αυτού του «θα συμβεί». Χρειάζεται την Αρσινόη για να μπορεί να συμβεί!» (σ.161). Παρατηρούμε και πάλι το ιδιαίτερο ύφος, με τις κοφτές φράσεις, τις επαναλήψεις του ρήματος, που δίνουν στις κινήσεις της Αρσινόης τον χαρακτήρα του πεπρωμένου. Ο καλλιτέχνης, όμως, για πολλοστή φορά αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί, γιατί, παρόλο που γνωρίζει πολύ καλά ότι για κάθε συμφορά είναι υπεύθυνη η φύση του ανθρώπου, ωστόσο, «είναι ανήμπορος να προειδοποιήσει ή να σώσει τους φίλους του» {…}Το μόνο που μπορεί να τους επαναλάβει είναι εκείνη η πατερική φράση: «Στοχαστείτε και θρηνήστε». Και συνεχίζει: {…} «Ο καθένας μας πορεύεται με τη σκιά του, τον σωσία του, τον Doppelganger. Είναι ο αντίθετός μας, αυτός που μας συμπληρώνει. Αυτός που δεν είμαστε και που δε θα γίνουμε ποτέ». Μόνο με τη μαγική δύναμη της τέχνης είναι δυνατόν να ανακαλύψει κανείς τη σκιά του, το αντίθετό του, αυτόν που μας συμπληρώνει, μας ολοκληρώνει τελικά. Με τον τρόπο αυτό επιβεβαιώνει ο καλλιτέχνης τη φράση του Πεσσόα: «Η λογοτεχνία, όπως και κάθε μορφή τέχνης, ισοδυναμεί με ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί» (267). Σαν μέσα από ένα θρυμματισμένο καθρέφτη παρακολουθήσαμε κι εμείς τα όνειρα, τους πόθους και τις οδύνες των ηρωίδων και των ηρώων της Ε. Γκίκα. Αφουγκραστήκαμε με προσοχή τις σοφές συμβουλές: «Να μην είσαι τίποτε, για να μπορείς να γίνεις τα πάντα. {…} Να τα σβήνεις όλα πάνω στον πίνακα μέρα με τη μέρα, να γίνεσαι καινούριος κάθε αυγή, το συναίσθημά σου να είναι πάντα παρθένο. Ιδού, ιδού το μόνο που αξίζει να έχεις, για να είσαι ή να έχεις αυτό το ατελές που είμαστε όλοι» (σ.338-339). Ακολουθήσαμε τους στοχασμούς της για τον έρωτα, το θάνατο, τη λυτρωτική λειτουργία της τέχνης, την επίμονη αναζήτηση της ευτυχίας, αλλά και τη συντριβή των ονείρων, τον χαμένο, αλλά και τον ξανακερδισμένο χρόνο και σίγουρα βγήκαμε πλουσιότεροι, σοφότεροι και πιο αισιόδοξοι. Τώρα, Σιωπή θωπευτική Πέλαγος, και ταξιδεύεις… Ύστερα λες: Έγινα δέντρο… Από «Το γράμμα που λείπει», της Ελένης Γκίκα. Η εξαιρετική εισήγηση της συγγραφέως Λένας Λόππα στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη. Ολόθερμα την ευχαριστώ. Για όλα. Και για την φιλία της πάνω απ’ όλα… ε.γκ