Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Για την «πράσινη πέτρα» που, τελικά, δεν είδαμε…


 

Νίκος Καζαντζάκης: «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»

 Για την «πράσινη πέτρα» που, τελικά, δεν είδαμε…

«Μια μέρα, στο Βερολίνο, έλαβα ένα τηλεγράφημα: «Εύρον πρασίνην πέτραν ωραιοτάτην, ελθέ αμέσως, Ζορμπάς»…

«Όμως δεν έφυγα* δεν τόλμησα πάλι. Δεν μπήκα στο τρένο, δεν ακολούθησα, τη θεικιά θηριώδη μέσα μου κραυγή, δεν έκαμα μια γενναία παράλογη πράξη. Ακολούθησα τη μετρημένη, κρύα, ανθρώπινη φωνή του λογικού. Και πήρα την πένα κι έγραψα του Ζορμπά και του ξηγούσα…

Κι αυτός μου αποκρίθηκε:

«Είσαι, και να με συμπαθάς, αφεντικό, καλαμαράς. Μπορούσες και συ, κακομοίρη, μια φορά στη ζωή σου να δεις μιαν όμορφη πράσινη πέτρα και δεν την είδες. Μα το Θεό, κάθουμουν κάποτε, όταν δεν είχα δουλειά, κι έλεγα με το νου μου:

«Υπάρχει, δεν υπάρχει Κόλαση;» Μα χτες που έλαβα το γράμμα σου, είπα: «Σίγουρα πρέπει να υπάρχει Κόλαση για μερικούς καλαμαράδες».

Έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης στο βιβλίο «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» που πρωτοκυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1945 από το Τυπογραφείο Δημητράκου και στο Παρίσι, κυκλοφόρησε το 1947. Με την επανέκδοσή του, το 1954, βραβεύτηκε ως το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς.

Στις σελίδες του, το μέγιστο μάθημα και το συγγραφικό ακατόρθωτο πια, Και κατορθωμένο Και δεδικασμένο:  χρονικό και έπος, όπως έχει ήδη γραφτεί [Αιμ. Χουρμούζιος, 1953],  απομνημονεύματα και θεατρική δημιουργία μαζί, παραμύθι και αλληγορία, η ζωή που έζησε και η ζωή που εν δυνάμει θα ήθελε ή θα μπορούσε να ζει, η ζωή του έλληνα και της ίδιας της χώρας μας μέσα στον χρόνο. Η ζωή που γίνεται χάρτινη για να γίνει αιώνια και για να προσεγγίσει μ’ αυτόν τον τρόπο το άρρητο και το αιώνιο. Ο Καζαντζάκης που γράφει και ο Καζαντζάκης αυτός που υπήρξε τελικά βαθιά στη ψυχή, ο ασυμβίβαστος, ο διονυσιακός, ο περιπλανώμενος, ο άτρωτος, ο αρχετυπικός, η αθωότητα της ψυχής να ατενίζει την κάθε μέρα σαν το αεί υπάρχον θαύμα. Με την λογοτεχνία ως εναπομείναν όχημα πια, εφόσον έτσι ή αλλιώς «ο Ζορμπάς, αντί να γίνει για μένα υψηλό, επιταχτικό πρότυπο  ζωής, ξέπεσε κι έγινε φιλολογικό, αλίμονο, θέμα για να μουτζαλώσω κάμποσες κόλλες χαρτί. Τούτο το θλιβερό προνόμιο, να κάνεις τέχνη τη ζωή…» «Ο  Ζορμπάς, ο γεμάτος σάρκα και κόκαλα» που απόγινε στα χέρια του «μελάνι και χαρτί», για να νικήσει, εντέλει, τον χρόνο.

«Τίποτα δικό του δεν πέθανε μέσα μου, ό,τι άγγιξε το Ζορμπά, θαρρείς κι έγινε αθάνατο», ο ίδιος ο Καζαντζάκης θα πει, αποδεχόμενος τον μοναδικό τρόπο να αναμετρηθεί με την λήθη και με τον θάνατο, με την ίδια ήττα, όταν όλα [λιγνίτης, επιχείρηση, χρήματα] θα γίνουν κάποια στιγμή παρελθόν, ο Ζορμπάς, όμως, θα γίνει σύμβολο, η Κρήτη, η θάλασσα, το Αιγαίο, τα βουνά και ο κόσμος θα βρίσκονται, βρίσκονται πάντα κάπου εκεί, όπως κι εκείνη η πράσινη πέτρα, η ωραία.

Το αποτέλεσμα, ένα βιβλίο – μύθος, μια αιώνια παραβολή, η επανάληψη της αιώνιας στιγμής, με τον Ζορμπά στην καταστροφή να χορεύει. Και με τον Καζαντζάκη ν’ συλλαμβάνει με μοναδικό συγγραφικό τρόπο την αρχετυπική ανθρώπινη ψυχή και στιγμή, το υπεράνθρωπο που εν δυνάμει υπάρχει στον πτωτικό άνθρωπο και αποτελεί μια υπόσχεση, την μόνη υπόσχεση για να μη πάει καμία θυσία χαμένη.

«Σίγουρα η καρδιά του ανθρώπου είναι ένας κλειστός λάκκος αίμα, κι άμα ανοίξει τρέχουν να πιουν και να ζωντανέψουν όλοι οι διψασμένοι απαρηγόρητοι ίσκιοι, που ολοένα και πυκνώνονται γύρω μας και σκοτεινιάζουν τον αγέρα. Τρέχουν να πιουν το αίμα της καρδιάς μας, γιατί ξέρουν πώς άλλη ανάσταση δεν υπάρχει. Κι απ’ όλους πιο μπροστά τρέχει σήμερα ο Ζορμπάς με τις μεγάλες δρασκελιές του κι αναμερίζει τους άλλους ίσκιους, γιατί ξέρει πώς γι’ αυτόν γίνεται σήμερα το μνημόσυνο. Ας του δώσουμε λοιπόν το αίμα μας να ζωντανέψει. Ας κάνουμε ό,τι μπορούμε να ζήσει λίγο ακόμα ο εξαίσιος αυτός φυγάς, πιοτής, δουλευταράς, γυναικάς κι αλήτης. Η πιο πλατιά ψυχή, το πιο σίγουρο σώμα, η πιο λεύτερη κραυγή που γνώρισα στη ζωή μου».

Ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1947 και αποτυπώνει σαν καθρέφτης και εκείνο που γίνεται τώρα:

«Στεκόμουν στην πλώρα και περιχαίρουμουν, ως την άκρα του ουρανοθάλασσου, το θάμα* και μέσα στο βαπόρι οι τετραπέρατοι Ρωμιοί, τα μάτια τ’ αρπαχτικά, τα ψιλικατζίδικα μυαλά, οι μικροπολιτικοί καβγάδες, ένα ξεκουρδισμένο πιάνο, τίμιες φαρμακερές κυράτσες, μοχθηρή, μονότονη επαρχιώτικη μιζέρια. Σου ερχόταν να πιάσεις το βαπόρι από τις δυο άκρες, να το βουτήξεις στη θάλασσα, να το τινάξεις καλά -καλά, να φύγουν όλα τα ζωντανά που το μολεύουν- άνθρωποι, ποντίκια, κορέοι- και να το ανεβάσεις πάλι απάνω στα κύματα, αδειανό και φρεσκοπλυμένο.
Κάποτε πάλι μια συμπόνια με κυρίευε* μια συμπόνια βουδική, κρύα, σα συμπέρασμα από πολύπλοκους μεταφυσικούς συλλογισμούς. Συμπόνια όχι για τους ανθρώπους μονάχα παρά και για τον κόσμο αλάκερο που παλεύει, φωνάζει, κλαίει, ελπίζει και δε βλέπει πως όλα είναι φαντασμαγορία του Τίποτα. Συμπόνια για τους Ρωμιούς και για το βαπόρι και για τη θάλασσα και για μένα και για την επιχείρηση του λιγνίτη και για το χειρόγραφο του «Βούδα», για όλα ετούτα τα μάταια συμπλέγματα από ίσκιο και φως, που μια στιγμή αναστατώνουν και μολεύουν τον αέρα».

Ο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», ένα βιβλίο για την αιώνια μάχη στην ίδια την ανθρώπινη ψυχή και ζωή, που γίνεται και θα γίνεται εις τον αιώνα.

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Ουσιαστικά, όλη μας η Ιστορία είναι μια σπουδή στο παράλογο, δεν ξεχωρίζει διόλου η δική μας.

Κυριάκος Αθανασιάδης
Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα για το «Έθνος της Κυριακής»

Κύριε Αθανασιάδη, δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω — να ξεκινήσουμε από τον Amagi; Έξω σκοτώνονται άνθρωποι, μας ακούει κανείς;

Όχι, κανείς. Κι όσο περνά ο καιρός, κι όσο μπαίνουμε ακόμη πιο βαθιά στο στομάχι του κτήνους, τόσο περισσότερο πιστεύω πως, πλέον, δε μας ακούει καν ο εαυτός μας. Σχεδόν ό,τι κάνουμε, όσο «καλό», «μεγάλο», «πρωτοπόρο», «διαφορετικό» κλπ. κλπ. κι αν είναι, συμβαίνει εντός μίας περιχαρακωμένης κατάστασης: σ’ εκείνο το σκοτεινό μέρος όπου ζούμε μόνοι. Όχι, δε μας ακούει κανείς, κυρία Γκίκα, ακόμη και όταν μας ακούν χιλιάδες. Και, ναι, έξω σκοτώνονται άνθρωποι. Και θα συνεχίσουν να σκοτώνονται.

Να πούμε καταρχάς τι σημαίνει Amagi, και τι ακριβώς γίνεται εκεί;

Είναι το ραδιόφωνό μας. Δανειστήκαμε τη λέξη από την πρώτη καταγεγραμμένη μορφή του όρου «ελευθερία», που είναι σ’ αυτή την παράξενη σφηνοειδή των Σουμερίων. Είναι ωραία λέξη, τη λες και γεμίζει το στόμα σου. Μας φάνηκε απολύτως ταιριαστή, γιατί, πολιτικά, τις αρχές της κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας θέλαμε να εκφράσουμε. Θέλαμε επίσης να συμβάλουμε με τις δυνάμεις μας στην ένωση (έστω: στο πλησίασμα) του φιλοευρωπαϊκού, μη συντηρητικού χώρου — για να το πω με λίγες λέξεις. Δε διατηρούμε τις ίδιες αυταπάτες πλέον, αλλά συνεχίζουμε με περισσότερο πείσμα. Δε μας ένοιαζαν από μιας αρχής οι εκ των προτέρων χαμένες μάχες, ίσα-ίσα που πιστεύουμε ότι είναι οι μόνες που αξίζουν. Επίσης, θέλαμε να είμαστε ένα ποιοτικό, που λένε, ραδιόφωνο, με εκπομπές για τον πολιτισμό που θα μας άρεσε τους ίδιους ν’ ακούμε κάθε μέρα. Αυτό το καταφέραμε, και μας κάνει ιδιαίτερα περήφανους. Και, όσον αφορά τη μουσική, πρέπει να ’μαστε μέσα στο Top-5 των ιντερνετικών σταθμών — και σαφώς πάνω από τους άλλους. Όχι μόνο γιατί μόνο εμείς έχουμε και εκπομπή προκλασικής μουσικής, αλλά γιατί όλοι οι μουσικοί παραγωγοί μας κατέχουν και αγαπούν τους τομείς τους με υπερβολή, και έχουν τεράστια όρεξη. Γινόμαστε καλύτεροι, ωριμάζουμε, μαθαίνουμε και μεγαλώνουμε σχεδόν καθημερινά. Και ερχόμαστε σε επαφή με σπουδαίους ανθρώπους, που κάνουν τον Αμάγκι δικό τους.

Αθήνα-Θεσσαλονίκη: μικρή η απόσταση;

Πολύ μικρή με το Internet και τα social media, πολύ μεγάλη, και ανυπόφορη, με τον ΟΣΕ. Είμαι online όλη τη μέρα, και δουλεύω, φροντίζω για τον Αμάγκι και επικοινωνώ με φίλους σαν να ήμουν στην Αθήνα. Αλλά θα ήθελα, για μία σειρά πραγμάτων, να μπορούσα να είμαι περισσότερο εκεί σώματι.

Το 1987 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Ροές» οι «Ιστορίες Υπερβολής». Και μετά ήρθαν το «Δώδεκα» (μυθιστόρημα, Καστανιώτης, 1991), οι «Μικροί κόσμοι» (μυθιστόρημα, Λιβάνης, 1996), «Το σάβανο της Χιονάτης» (μυθιστόρημα, «Σύγχρονοι Ορίζοντες», 2000), «Το βασίλειο του αποχαιρετισμού» (μυθιστόρημα, «Σύγχρονοι Ορίζοντες», 2002), ο «Πανταχού απών» (μυθιστόρημα, «Τυπωθήτω», 2007), οι «Κακορραφίες» (διηγήματα, «Δήγμα», 2009), η «Ζα Ζα» («Free Thinking Zone», 2012). Τι άλλαξε και τι παραμένει αναλλοίωτο από τις «Ιστορίες υπερβολής» ως τη «Ζα Ζα»;

Ελπίζω να μην παραμένει τίποτε αναλλοίωτο — προσωπικά, δε μπορώ να διαβάσω ούτε μία σελίδα από τα παλιά μου βιβλία, μου φαίνονται ξένα και άγνωστα και κακά, και ξένα. Δεν ξέρω τι άλλαξε. Ίσως μόνο το ότι μεγαλώνω, και, καθώς το γράψιμο είναι κατά κυριότατο λόγο χειρωνακτική εργασία, κουράζομαι ευκολότερα και βρίσκω χρόνο και δύναμη πολύ δυσκολότερα.

Η «Ζα Ζα» είναι σαφώς μια λογοτεχνική πρόταση, φιλοσοφία, τέχνη, ψυχολογία, ερωτισμός, ιδιαίτερο ύφος, αλλά ταυτόχρονα και μια πρόταση ζωής: το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης! Λογικά αυτονόητο, αλλά κατά πόσο εφικτό σ’ αυτή την παράλογη εποχή;

Υπήρξαν πιο παράλογες εποχές. Ουσιαστικά, όλη μας η Ιστορία είναι μια σπουδή στο παράλογο, δεν ξεχωρίζει διόλου η δική μας. (Ας μου συγχωρεθεί το πομπώδες ύφος και η κοινοτοπία). Η αυτοδιάθεση είναι όπως το γυμναστήριο και η δίαιτα: θέλουν απόφαση, πείσμα, πρόγραμμα, και είναι για λίγους.

Όλα στο φως, και οι σκελετοί έξω από την ντουλάπα, σε μιαν εποχή που μας προδίδουν οι λέξεις, ο συγγραφέας με το μυθιστόρημά του τι είναι αυτό που μπορεί να πει;

Απολύτως τίποτε που να αφορά κάποιον άλλον. Ακόμα και όταν φαίνεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο, πρόκειται για αυταπάτη.

Εκείνο που με συνάρπασε προσωπικά είναι η σχεδόν σωματική γλώσσα, καθώς και το απίστευτο παιχνίδι με τα λογοτεχνικά είδη. Κύριε Αθανασιάδη, στη ζωή και στην τέχνη θα πρέπει να τα ξαναδούμε όλα, τελικά, από την αρχή;

Είστε πολύ ευγενική και γενναιόδωρη. Για τη ζωή δεν ξέρω, άλλωστε ακολουθούμε πάντα το ρεύμα της, όχι το αντίθετο. Όσο για την Τέχνη, θαρρώ πως κι εκείνη έχει τον τρόπο της να αλλάζει, και αυτό κάνει πάντα. Κι ας νομίζουμε πως το κάνουμε «εμείς». Οι αλλαγές είναι μόνο για το καλό.

Έχετε γράψει και περισσότερα από 10 βιβλία για παιδιά και εφήβους. Σε ένα σχολείο του Παλαιού Φαλήρου, μαχαιρώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα ένα παιδί από χρυσαυγίτες. Πού ήταν το λάθος και ξαφνικά νομιμοποιήθηκαν κιόλας όλοι αυτοί;

Δεν είμαι επαρκής για να το αναλύσω, και ό,τι κι αν πω θα καλύψει ένα μικρό μέρος της αλήθειας. Ας μου επιτραπεί όμως να πω ότι δεν πιστεύω πως δεν ήταν ποτέ νομιμοποιημένοι αυτοί. Απλώς τώρα η συμμορία της ΧΑ πουλάει και μπλουζάκια με τις κατάπτυστες στάμπες της. Πριν, όντως, δεν το ’κανε αυτό. Και πριν, όντως, δε θα τα αγόραζαν έτσι εύκολα τα παιδάκια του σχολείου και οι φτωχοδιάβολοι των δυτικών συνοικιών. Αλλά, πριν, το περιβάλλον ήταν διαφορετικό: πολύ δανεικό κι αγύριστο χρήμα, απόλυτη αμεριμνησία για το μέλλον, υπέρμετρη αγιοποίηση του Δημοσίου κι αυτού που λέμε κράτος, βούτηγμα με το κεφάλι στο απολιτικό trash. Και, κυρίως: μία χώρα που ούτε τις εμφυλιακές πληγές της δε θέλησε καν να βρει τρόπους να γιατρέψει, που δεν αντιστάθηκε στη χούντα, που δεν είχε (και πώς να ’χε; με τι παρελθόν;) δυνατότητα να παραγάγει και να καταναλώσει δράμι πολιτισμού, βρήκε τον πιο εύκαιρο τρόπο να περνά τις μέρες της: καλλιεργώντας το μύθο της — αυτόν της αμέμπτου κορασίδος υψηλής καταγωγής που όλοι την επιβουλεύονται. Θυμάμαι, παλιά, καθόμουν και μέτραγα πόσες φορές λέγαν τη λέξη «Ελλάδα» τα δελτία ειδήσεων. Εκατοντάδες φορές την ημέρα. Και καμία με λόγο. Ε, τώρα σώθηκαν τα δανεικά (βασικά: τα κλεμμένα), κι έμεινε σκέτη η Ελλάδα. Και θα μας σφάξει.

Στα κόμματα, στη βουλή, στα ΜΜΕ, ξαφνικά όλοι μιλούν καθωσπρέπει. Έπρεπε πρώτα να σκοτωθεί ένα τριανταπεντάχρονο παιδί;

Μιλούν καθωσπρέπει, και θα εξακολουθήσουν να το κάνουν για λίγες ημέρες ακόμη. Μετά, όλα θα μπουν στον κανονικό τους ρυθμό. Το αίμα του όμορφου παιδιού (και κάθε αίμα) χύθηκε άδικα. Αναφορικά, δε, με τα ΜΜΕ, τα λαϊκίστικα ΜΜΕ, αποτελούν το υπ’ αριθμόν ένα αίτιο της γιγάντωσης της ναζιστικής συμμορίας και της ντροπιαστικής εισόδου της στη Βουλή. Ούτε η Κρίση, ούτε τα… Μνημόνια φταίνε. Την εγκληματική αυτή οργάνωση την πήρε από το χεράκι και την οδήγησε στο Κοινοβούλιο και στους δρόμους του αίματος η τηλεόραση, πολλά χρόνια πριν προμοτάρει και επενδύσει τα ρέστα της στο ανατριχιαστικό σόου των Αγανακτισμένων εχθρών της Δημοκρατίας. Και το συνεχίζει, με ακόμα περισσότερα άτομα, και με επιπλέον κανάλια.

Έχετε επιμεληθεί περισσότερα από 300 βιβλία (λογοτεχνικά, φιλοσοφικά, δοκιμιακά), ανάμεσά τους και τη σειρά «Orbis Literae» των εκδόσεων «Gutenberg». Στην ίδια σειρά μεταφράσατε τον «Ζιλ Μπλας» του Alain-Rene Lesage και τα ποιήματα από τον «Καλόγερο» του Matthew Lewis. Διασώζεται, τελικά, η Ιστορία μέσα από την Λογοτεχνία; Είναι η Λογοτεχνία ένας τρόπος να διδαχτούμε την Ιστορία;

Η λογοτεχνία είναι το παν.

Μαθαίνει ο άνθρωπος από την παγκόσμια λογοτεχνία και ιστορία;

Όχι.

Μυθιστορηματικά, σας αρέσουν οι δύσκολες και αλλόκοτες καταστάσεις. Η «Ζα Ζα» θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι και το μυθιστόρημα ή η λογοτεχνία της εποχής;

Όχι.

Έχετε επισημάνει ποια μπορεί να είναι η λογοτεχνική σας εμμονή;

Οι δευτερεύουσες προτάσεις και η ενσάρκωση ενός έργου τέχνης.

Ραδιόφωνο, λογοτεχνία, επιμέλειες, κείμενα… ένας τρόπος ν’ αντέξεις, μια πρόταση να πας παρακάτω… Άλλοι τρόποι για λιγότερο ή καθόλου βιβλιομανείς;

Η φιλανθρωπία και ο εθελοντισμός.

Είναι πιο σπλαχνική από την Αθήνα η Θεσσαλονίκη; Έχετε ζήσει και στις δυο…

Επέστρεψα προ τεσσάρων ετών ακριβώς, αλλά ζω κυρίως στο σπίτι μου, δεν έχω καμία ουσιαστική επαφή με την πόλη εδώ. Δεν ξέρω ποια είναι χειρότερη, η λιγότερο σπλαχνική. Εδώ τουλάχιστον είναι ο ΑΡΗΣ. (Αν και εμένα επί είκοσι τρία χρόνια με έθρεψε η απουσία του).

Συγγνώμη για την αφελή ερώτηση: εκεί είναι… αλλιώς; Παρούσα ή απούσα η Χρυσή Αυγή;

Παρούσα, φυσικά. Παντού. Και εκεί που, παλιότερα, δε θα το περίμενες. Κι αυτά περί μείωσης των δημοσκοπικών της ποσοστών δεν τα πιστεύω, έχω μεγαλώσει και ξέρω. Είναι, μάλιστα, περίεργη πόλη εδώ η δική μας. Η μόνη ελληνική (η μόνη βαλκανική…) που ξεκίνησε την Ιστορία της από την αρχή πριν από εκατό χρόνια, με το έτσι θέλω — και με αίμα, και με σύληση των τάφων της. Μια πόλη χωρίς παρελθόν. Μόνο με φτηνή ποπ, σκυλάδικη κουλτούρα — τίποτε άλλο. Κι όμως: μολονότι ήμουν σίγουρος πως τσάμπα παλεύαμε (ξανά) για τον Μπουτάρη, νά που τα καταφέραμε, πρόσκαιρα-ξεπρόσκαιρα. Αλλά είμαι απαισιόδοξος. Ακόμη και για τον ίδιο. Γκοτζαμάνηδες ζουν και εκτρέφονται πολλοί ανάμεσά μας. Καμιά φορά, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Ή τους σπρώχνουμε το τρίκυκλο για να πάρει μπρος. Έχουμε βέβαια ωραία ηλιοβασιλέματα εδώ, δε μπορώ να το αρνηθώ.


Ο συγγραφέας Κυριάκος Αθανασιάδης είναι συνιδρυτής του Amagi Radio. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, το 1963. Από το 1986 έως το 2009 έζησε στην Αθήνα. Εργάζεται ως επιμελητής εκδόσεων.
[ Η συνέντευξη δόθηκε τη Δευτέρα 23.9.13 στην Ελένη Γκίκα και δημοσιεύτηκε την Κυριακή 29.9.13, στο «Έθνος τής Κυριακής ].

"Η δημοτική γλώσσα και το μονοτονικό αποτελεί το “κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν” του Νίκου Καζαντζάκη"


 

Ο δημοτικιστής Καζαντζάκης

 

«Η δημοτική γλώσσα και το μονοτονικό αποτελεί “κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν”  του Νίκου Καζαντζάκη», υποστηρίζει ο Νίκος Μαθιουδάκης κι όσοι αγαπούν ή γνωρίζουν έστω τον Νίκο Καζαντζάκη, αναγνωρίζουν ότι η γλώσσα υπήρξε στο έργο του «ο μεγάλος πρωταγωνιστής». Την οποία και θα πρέπει να δούμε μαζί με τη βιοθεωρία του, όπως έχει ήδη γραφτεί.

Γιατί «μπορεί να θεωρείται – και σε σημαντικό βαθμό είναι- μια γλώσσα επινοημένη, πεποιημένη… όμως πρόκειται για μια γλώσσα που διαρκώς θέλει να σημαίνει κάτι, πολλές φορές κάτι που βρίσκεται πέρα από τις ικανότητες του προσώπου να το συλλάβει ή να το κατανοήσει. Και μ’ αυτήν την έννοια είναι μια γλώσσα που προσπαθεί να συλλάβει, μαζί με το προφανές, αυτό που θεωρεί ο συγγραφέας μυστηριώδες και σκοτεινό: μια γλώσσα ποιητική μ’ άλλα λόγια» («Η μεταπολεμική πεζογραφία», τόμος Δ).

Το αποτέλεσμα, μια γλώσσα που αποτελεί το εργαλείο του, το μεγάλο κλειδί για του κόσμου το αίνιγμα, μια γλώσσα λαική και γι’ αυτό επαναστατική, μια γλώσσα σαν τον κόσμο του, σχεδόν αρχετυπική. Και ταυτοχρόνως ένα απολύτως στιβαρός λόγος που μπορεί να κάνει την φαντασία ζωή, να αποδώσει στις λέξεις ψυχή. Εξάλλου αυτός ήταν κι ο στόχος του:

«… Κι έτσι ο Ζορμπάς, αντί να γίνει για μένα υψηλό, επιταχτικό πρότυπο ζωής, ξέπεσε κι έγινε φιλολογικό, αλίμονο, θέμα για να μουτζαλώσω κάμποσες κόλλες χαρτί.

Τούτο το θλιβερό προνόμιο, να κάνεις τέχνη τη ζωή, καταντάει σε πολλές σαρκοβόρες ψυχές ολέθριο. Γιατί έτσι, βρίσκοντας διέξοδο το σφοδρό πάθος, φεύγει από το στήθος κι αλαφρώνει η ψυχή, δεν πλαντάει πια, δεν νιώθει πια την ανάγκη κορμί με κορμί να παλέψει, επεμβαίνοντας άμεσα στη ζωή και στην πράξη- μα χαίρεται καμαρώνοντας το σφοδρό της πάθος να δαχτυλιδώνεται στον αέρα και να σβήνει.

Κι όχι μονάχα χαίρεται παρά είναι και περήφανη* θαρρεί πώς πραγματώνει έργο υψηλό, την εφήμερη αναντικατάστατη στιγμή- την μόνη στον απέραντο κόσμο που έχει σάρκα και αίμα- μετατρέποντάς τη τάχα σ’ αιώνια. Κι έτσι ο Ζορμπάς, ο γεμάτος σάρκα και κόκαλα, κατάντησε στα χέρια μου μελάνι και χαρτί» («Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»)

 

Αυτό επιδίωκε ο Καζαντζάκης κι αυτό έκανε, φοβούμενος ακριβώς για το αντίθετο: την Τέχνη, Ζωή. Και το εφήμερο, αιώνιο. Την στιγμή, Αιώνια Στιγμή.

 

 

«Ο ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ

ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΟΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ»

 

από τον Νίκο Μαθιουδάκη, Επιστημονικό Σύμβουλο των Εκδόσεων Καζαντζάκη, δρ Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας & Λογοτεχνικής Υφολογίας

 

 «Η δημοτική γλώσσα αποτέλεσε σύμβολο και ιδέα ενός ολόκληρου έθνους. Ο Καζαντζάκης, όπως αναφέρει ο Χουρμούζιος, με την εργογραφία του αλλά κυρίως με τη συγγραφή της ΟΔΥΣΕΙΑΣ αποδίδει «ένα ωραίο σύμβολο της νίκης της γλώσσας του λαού», αφού είναι από την αρχή ως το τέλος εμπνευσμένη και γραμμένη από ατόφια δημοτική λαϊκή διάθεση”, επισημαίνει ο Νίκος Μαθιουδάκης,  Επιστημονικός Σύμβουλος των Εκδόσεων Καζαντζάκη Δρ. Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας & Λογοτεχνικής Υφολογίας, διευκρινίζοντας:

«Συγκρίνοντας τις συνθήκες της εποχής, κατά την οποία επικρατούσαν αδικαιολόγητοι γλωσσικοί παραλογισμοί ενώ η ανόθευτη δημοτική ταυτιζόταν με το προπατορικό αμάρτημα, ο ποιητής αγωνιά και αγωνίζεται να μετουσιώσει με δημοτικές λέξεις και λαϊκές εκφράσεις την απλή καθομιλουμένη γλώσσας σε γλώσσα ποιητική. Παρά τις πιέσεις από τους κριτικούς και τους εκδότες, ο Καζαντζάκης αρνείται πεισματικά να συμβιβαστεί και εξομολογείται στον Πρεβελάκη πως σε περίπτωση που κάποιος εκδότης του διορθώσει τη γλώσσα, προτιμά να υπογράψει με ψευδώνυμο, αφού δεν επιθυμεί να φαίνεται το όνομά του σε κείμενα με διορθωμένη γλώσσα, γεγονός που αποδεικνύει την ένωση της συνείδησής του με την άκρα δημοτική.

Η Φιλιππάκη-Warburton σημειώνει ότι «το πιο χτυπητό χαρακτηριστικό της γλώσσας του Καζαντζάκη είναι ο δημοτικισμός της» και μάλιστα, «ένας έντονος και φανατικός δημοτικισμός» που αναδεικνύει τη γλώσσα του έργου του αφενός, ως μέσο έκφρασης αλλά αφετέρου, και ως εντύπωση μιας έκφρασης που ταυτίζεται με το ίδιο το μήνυμα του συγγραφέα, ο οποίος παρουσιάζεται δια μέσω της γλωσσικής του γλώσσας να επισημαίνει και να προσδιορίζει την προσωπικότητα και την συγγραφική του υπόσταση.

 

Η γλωσσική τοποθέτηση του συγγραφέα αποδείχθηκε ως «πάθος φλογερό για τη δημοτική» και ως «ενσυνείδητη χρήση της γλώσσας» σε μια εποχή που επικρατούσε ένα πραγματικό γλωσσικό χάος. Ο Καζαντζάκης γίνεται «πολεμιστής μιας γλωσσικής ιδέας», έχοντας ως πνευματική υποχρέωση να προσδιορίσει το χαρακτήρα της δημοτικής ως «κοινή των Ελλήνων γλώσσα» ενώ ταυτόχρονα το συγκεκριμένο γλωσσικό του πάθος «κορυφώνεται στην Οδύσσεια, όπου η γλώσσα και ο στίχος τεντώνονται σαν τις χορδές της κρητικής λύρας μέχρι το τελευταίο σημείο της αντοχής τους».

 

Η δημοτική του Καζαντζάκη διαμορφώθηκε μέσα από τη λογοτεχνική συγγραφή του και την επαφή του με εξέχουσες προσωπικότητας του πολιτικού και πνευματικού κόσμου που τον επηρέασαν και ενίσχυσαν την ελληνική του συνείδηση. Ο οριστικός προσδιορισμός της δημοτικής ως συγγραφικής γλώσσας και ως γλωσσικό μανιφέστο «πλουτίστηκε και μέστωσε δια μέσου της Οδύσσειας». Η στάση του Καζαντζάκη απέναντι στη γλωσσική πραγματικότητα αναδεικνύει την άποψη πως η ελληνικότητα μιας λέξης δεν εξαρτάται μονάχα από την ιστορία της ίδιας της λέξης, μιας και οι λαοί δανείζονται συνεχώς λέξεις ο ένας από τον άλλο χωρίς βασικά να αλλοιώνουν την υφή της γλώσσας τους.

 

Συνάμα με τη χρήση της δημοτικής γλώσσας, ο Καζαντζάκης επιλέγει να παραμείνει ένας ασυμβίβαστος πολεμιστής του μονοτονικού συστήματος. Αξίζει να σημειώσουμε μόνο ότι η ΟΔΥΣΕΙΑ (1938) αποτελεί το πρώτο ελληνικό βιβλίο που εκδίδεται σε μονοτονικό σύστημα. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Καζαντζάκης υποχρεώθηκε από εκδοτικούς κύκλους να συμβιβαστεί και να θυσιάσει την υπερασπιστική θέση του μονοτονικού, προκειμένου να κυκλοφορήσει το ποίημα του, καθώς και τα μετέπειτα λογοτεχνικά του έργα.

Ο Καζαντζάκης είναι ένας πραγματικός επαναστάτης του δημοτικισμού και του μονοτονικού συστήματος. Η δημοτική γλώσσα και το μονοτονικό αποτελεί “κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν”  του Νίκου Καζαντζάκη», καταλήγει ο κύριος Μαθιουδάκης.

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

αλήθεια, εδώ, στην Ελλάδα, το θάμα είναι ο σίγουρος ανθός της ανάγκης


Γιατί ο Καζαντζάκης;

«αλήθεια, εδώ, στην Ελλάδα, το θάμα είναι ο σίγουρος ανθός της ανάγκης».

«Πολύ πιο γρήγορα από τον κόσμο προχωρούσε η ψυχή μου».

Και έτσι ξαφνικά, όσο ζόριζαν και πάλι στη χώρα μας τα ιστορικά δεδομένα, χωρίς ποτέ κατ’ ουσίαν, να έχει πάψει να διαβάζεται, κι αυτό είναι το σπουδαίο, ο Νίκος Καζαντζάκης ξαναγίνεται μότο σε βιβλία, γεμίζει το ίντερνετ και το f.b. Το εκπληκτικό είναι ότι αυτό γίνεται από τα νέα παιδιά. Και το σημαντικό είναι ότι ο μεγάλος έλληνας συγγραφέας, όταν τον ξαναδιαβάζουμε, διαθέτει τις απαντήσεις:

Για τα δύσκολα ιστορικά περάσματα και για τις ζορισμένες ιστορικές στροφές της χώρας μας και των ανθρώπων. Για την ευθύνη και για τον αέναο αγώνα για όλα τα βασικά: υπέρβαση, αξιοπρέπεια και ελευθερία. Για το καινούργιο που θα ‘ρθει, πάντοτε θα ‘ρχεται, και για το παλιό που πρέπει αναγκαστικά να ξεπεραστεί. Για την ανυπέρβλητη ζώσα γλώσσα και το υπερβατικό ύφος. Για την ψυχολογία σε βάθος ανθρώπων και γένους. Για την τοιχογραφία μιας κοινωνίας που παραμένει αναλλοίωτη, ποτέ δεν αλλάζει στα βασικά. Για τα ερωτηματικά που θέτει, εκμαιεύοντας προαιώνιες ερωτήσεις και απαντήσεις. Κάπως έτσι, και στη μέση της κρίσης, ξαναδιαβάζοντας Καζαντζάκη είναι σα να ξαναδιαβάζουνε τα βασικά: όλα αυτά που ξεχάσαμε και κάπως έτσι φτάσαμε και στην κρίση.

Ο Καζαντζάκης στο Έθνος:

Οι εκδόσεις Καζαντζάκη και το Έθνος, ξαναπιάνουν το νήμα απ’ την αρχή. Ο Καζαντζάκης ήξερε, ξαναδιαβάζοντάς τον ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί και να θυμηθεί και να μάθει. Πώς όλα χτίζονται και ξαναχτίζονται απ’ την αρχή.

«Στόχος της συνεργασίας των Εκδόσεων Καζαντζάκη και της εφημερίδας Έθνος είναι και θα παραμείνει να είναι η «διάδοση» των πιο αγαπημένων έργων του Καζαντζάκη σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και η «παράδοση» των πιο ελπιδοφόρων μηνυμάτων του στα χέρια του κάθε Έλληνα, οποιασδήποτε ηλικίας, οποιασδήποτε ιδεολογικής ή πολιτικής κατεύθυνσης. Σκοπός των Εκδόσεων Καζαντζάκη και της εφημερίδας Έθνος είναι να φτάσει ο λόγος του Νίκου Καζαντζάκη σε όλους τους Έλληνες από το βορειότερο ως το νοτιότερο, από το ανατολικότερο ως το δυτικότερο σημείο της χώρας μας: από τη Θράκη ως την Κρήτη, από τα Δωδεκάνησα ως τα Ιόνια νησιά», υπενθυμίζουν οι εκδόσεις Καζαντζάκη».

 

Οι λόγοι, ευδιάκριτοι και σαφείς:

«Σταθεροί άξονες στη σκέψη και στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη είναι η Ευθύνη και ο διαχρονικός Αγώνας του ανθρώπου για υπέρβαση, αξιοπρέπεια και ελευθερία. Οι άνθρωποι των Εκδόσεων Καζαντζάκη διαπιστώνουν καθημερινά, πόσο οι συνάνθρωποί μας στρέφονται στο έργο του μεγάλου κρητικού συγγραφέα, αναζητώντας πνευματικά εργαλεία που θα τους βοηθήσουν να ξεπεράσουν την κρίση που βιώνει η Ελλάδα. Εν μέσω του πανικού και της απαισιοδοξίας των ημερών μας, ο Λόγος του παραμένει φωτεινός φάρος και ηχεί πιο επίκαιρος παρά ποτέ».

Οι χρονικές συγκυρίες, επιτακτικές:

«Η οικονομική κρίση επιβάλλει στην ελληνική κοινωνία να επιστρέψει σε θεμελιώδεις αξίες και να τις αναζητήσει στις πνευματικές πηγές της και οι Έλληνες έχουν ανάγκη να ξεφύγουν από τη σημερινή απαξιωτική εικόνα που αναμεταδίδεται διεθνώς. Ο Νίκος Καζαντζάκης με το έργο του θυμίζει στους Έλληνες, αλλά και ανακηρύσσει στα πλάτη της γης, ότι Έλληνας δε σημαίνει οικονομική ανέχεια, αλλά πολιτισμός, ήθος και ηρωισμός. Ελλάδα δεν είναι μόνο ένα έθνος που υποφέρει από την οικονομική κρίση. Ελλάδα είναι η χώρα που γέννησε τον Ζορμπά, τον ηρωϊκό, ανυπότακτο Φιλόσοφο της Ζωής, που ακόμα κι αν γκρεμίζεται ότι έχει κτίσει, ανοίγει τα χέρια και στήνει χορό, περήφανος και χαμογελαστός. Ελλάδα είναι η χώρα που γέννησε τον Καπετάν Μιχάλη, τον γενναίο αγωνιστή, τον πάντα όρθιο και ελεύθερο Έλληνα».

 

Ο Καζαντζάκης κι ο κόσμος:

 

Κριτικοί, συγγραφείς κι αναγνώστες επιμένουν: «ποτέ δεν έπαψε να διαβάζεται ο Καζαντζάκης» (ο συγγραφέας και πανεπιστημιακός Γιώργος Γραμματικάκης)

Ο Peter Bien  αναλύοντας τους λόγους για τους οποίους πρέπει να διαβάζεται ο Καζαντζάκης στον 21o αιώνα, τονίζει κυρίως τη διαχρονικότητα των ιδεών που ενυπάρχουν στα κείμενα του, καθώς καταλήγει ότι «ο Καζαντζάκης θα εξακολουθήσει να είναι απαραίτητος και να διαβάζεται όχι μόνο κατά τον 21ο αιώνα αλλά και στον 22ο!»

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης παραμένει “ιδεα-λογικά” ένας από τους πιο διαχρονικούς Νεοέλληνες συγγραφείς. Έχει ένα πλούσιο και πολύπλευρο συγγραφικό έργο, καθώς είναι ένας από τους ελάχιστους συγγραφείς, σε ελληνική ή παγκόσμια κλίμακα, που ασχολήθηκε με όλα τα λογοτεχνικά είδη: μυθιστόρημα, ποίηση, δοκίμιο, ταξιδιωτική διήγηση, θέατρο, παιδικά βιβλία, κινηματογραφικά σενάρια, μεταφράσεις, αλληλογραφία. Τα μαθήματα που λαμβάνουμε από τα έργα του αποτελούν την απόλυτα αρμονική συνύπαρξη της θεωρίας και της πράξης, δημιουργώντας την αίσθηση μιας άψογα ισόρροπης φιλοσοφικής θεώρησης που μεταδίδεται άμεσα κυρίως από των λογοτεχνικών τεχνικών της πλοκής, την ανάπτυξη των χαρακτήρων και του γλωσσολογικού ύφους.

Το φαινόμενο “Καζαντζάκης” εντυπωσιάζει, αφενός, για την ποικιλία των ενδιαφερόντων του και τον όγκο της συγγραφικής παραγωγής, και αφετέρου για την απήχηση του έργου του, τόσο στην παγκόσμια διάστασή της, όσο και στη μεγάλη χρονική διάρκειά της· ίσως να πρόκειται από τις σπάνιες περιπτώσεις ελλήνων συγγραφέων που η ζωή και το έργο του συνεχίζουν αδιάκοπα με αυξανόμενη γεωμετρική πρόοδο να προκαλούν το μεγάλο ενδιαφέρον των αναγνωστών και των μελετητών του αιώνα μας!»

Ο συμπατριώτης του, ψυχίατρος και ποιητής Μανόλης Πρατικάκης θα πει:

«Τι είναι σήμερα ο Καζαντζάκης; Γιατί σήμερα; Φαίνεται πως ο χρόνος δεν αφαίρεσε την λάμψη και το μεγαλείο από την μεγάλη στόφα του έργου του αλλά με τα χρόνια μεγάλωσε και σήμερα είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Γιατί είναι από τους ελάχιστους λογοτέχνες στοχαστές που το έργο τους περιέχει όραμα, διαχρονικές οικουμενικές αξίες. Ειδικά στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, το έργο του είναι ένας σταθερός φάρος που μας φέρνει σε όλα τα επίπεδα του επιστητού. Μιλάει για διαρκή αγώνα, για αξιοπρέπεια και ελευθερία, το θείο που βρήκε μέσα μας πρέπει να σκάψει σαν άλλος φρικιαστικός εργάτης για να απελευθερωθεί από τα σύγχρονα δεσμά της αφθονίας και της κατανάλωσης, της υποταγής και της μηχανοκίνητης λαίλαπας που απειλεί να αφανίσει το ανθρώπινο πρόσωπό μας. Το έργο του προτείνει ανυποχώρητο αγώνα μπροστά στα ανταλλάγματα του κενού που μας αποξενώνουν από κάθε αυθεντικό και ουσιώδες, ατομικό και συλλογικό του τόπου μας και του κόσμου».

Εν κατακλείδι, μια παράγραφος από τον «Αλέξη Ζορμπά» μπορεί να σταθεί αρκετή:

«Στεκόμουν στην πλώρα και περιχαίρουμουν, ως την άκρα του ουρανοθάλασσου, το θάμα* και μέσα στο βαπόρι οι τετραπέρατοι Ρωμιοί, τα μάτια τ’ αρπαχτικά, τα ψιλικατζίδικα μυαλά, οι μικροπολιτικοί καβγάδες, ένα ξεκουρδισμένο πιάνο, τίμιες φαρμακερές κυράτσες, μοχθηρή, μονότονη επαρχιώτικη μιζέρια. Σου ερχόταν να πιάσεις το βαπόρι από τις δυο άκρες, να το βουτήξεις στη θάλασσα, να το τινάξεις καλά -καλά, να φύγουν όλα τα ζωντανά που το μολεύουν- άνθρωποι, ποντίκια, κορέοι- και να το ανεβάσεις πάλι απάνω στα κύματα, αδειανό και φρεσκοπλυμένο.

Κάποτε πάλι μια συμπόνια με κυρίευε*  μια συμπόνια βουδική, κρύα, σα συμπέρασμα από πολύπλοκους μεταφυσικούς συλλογισμούς. Συμπόνια όχι για τους ανθρώπους μονάχα παρά και για τον κόσμο αλάκερο που παλεύει, φωνάζει, κλαίει, ελπίζει και δε βλέπει πως όλα είναι φαντασμαγορία του Τίποτα. Συμπόνια για τους Ρωμιούς και για το βαπόρι και για τη θάλασσα και για μένα και για την επιχείρηση του λιγνίτη και για το χειρόγραφο του «Βούδα», για όλα ετούτα τα μάταια συμπλέγματα από ίσκιο και φως, που μια στιγμή αναστατώνουν και μολεύουν τον αέρα».

Για να ξαναπλυθεί το καράβι, για να ξαναπιάσει η ζωή την χαμένη κλωστή, για να ξαναβρεί ο άνθρωπος το θεικό του προορισμό, για να μπορέσουμε τελικά, να πάμε όλοι μαζί παραπέρα.

Γι’ αυτό στο έθνος και με τον Νίκο Καζαντζάκη θα ξαναπιάσουμε το νήμα από την αρχή.

 

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

μια αναγνωστική συνάντηση με το ενδεχόμενο, όπου ο μαγικός ρεαλισμός συναντά τον υπερρεαλισμό και ο φόνος τη μουσική κλίμακα μιας υψηλής αισθητικής

Μια υπερρεαλιστική προσέγγιση στον κόσμο του βιβλίου, της μουσικής, των εκλεκτικών πνευματικών συγγενειών και του ονείρου είναι το νέο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καλέντης με τίτλο «Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ».

Από την Τέσυ Μπάιλα στο culture now.gr

Γραμμένο με τη γνωστή ποιητική διάθεση της Ελένης Γκίκα, με γλώσσα λυρική που ρέει βουτηγμένη στη συνείδηση των ονείρων, το κείμενο«παίζει» με συμβολισμούς εικόνων και φλύαρες σιωπές σαν ανάσες, ανάσες που, ενώ τροφοδοτούν τον αναγνώστη με το απαραίτητο χρόνο για να συλλάβει το μέγεθος των νοημάτων από τη μια, από την άλλη πετυχαίνουν να δώσουν μια ακουστική στο έργο , ένα ρυθμό προσωπικό όπου μέσα σ’ αυτόν, αναρίθμητα σύμβολα στροβιλίζονται και δίνουν τελικά την εικόνα της πραγματικότητας μέσα από το παιχνίδι της με το όνειρο.

Καταιγισμός διακειμενικών αναφορών. Το βιβλίο συνομιλεί με εξαιρετική δεξιοτεχνία αλλά και διαφάνεια με μεγάλους δημιουργούς, τον Ντοστογιέφσκι, τον Χιουζ, τον Ρίλκε και βεβαίως τον Βάγκνερ, τον Μαραί, τον Μοντεβέρντι και τον Φίτσεκ. Μα περισσότερο από όλους με την ποιητική του Ταρκόφσκι και βεβαίως τον μεγάλο Μπόρχες, τον συγγραφέα που μαγνητίζει την Ελένη Γκίκα ως δημιουργό και ως άνθρωπο περισσότερο από όλους και δίνει τροφή στην αισθητική των προσωπικών της ιδεών. Το Άλεφ και το Μπεθ ως μαγικά σύμβολα αυτού του κόσμου, η προστασία του Γκόλεμ, αγαπημένα παιχνίδια στα χέρια της Ελένης Γκίκα, που ενώ στην περίπτωσή της εξελίσσονται αυθόρμητα στην περίπτωση του αναγνώστη γίνονται η αφορμή για ένα ταξίδι μέσα στην τέχνη, ένα μονοπάτι προσωπικής διαφυγής μέσα στον υπερβατικό κόσμο του ονείρου, ένα σημείο αναφοράς για αναγνωστικές αναζητήσεις. Κι ενώ όλα αυτά μοιάζουν να είναι «ανώφελα ξόρκια» μετατρέπουν τελικά το βιβλίο της Ελένης Γκίκα σε οξυγόνο που θα σου επιτρέψει να «αναπνέεις κανονικά».

Η ιστορία του έργου κινείται μέσα στη σφαίρα του μυστηρίου, του αστυνομικού, του νουάρ. Νεκρομαντεία, αρχαία θέατρα, μια σειρά μυστήριων φόνων, δολοφόνοι που τα ίχνη που αφήνουν πίσω τους είναι μουσικές παρτιτούρες, νότες που αναμειγνύονται με την εκδίκηση, μια εκδίκηση που διατρέχει δυο ολόκληρες γενιές κι ένα Μπολερό, που δεν είναι του Ραβέλ αλλά ένα παγωτό σοκολάτα πλέκουν ένα γαϊτανάκι αναμνήσεων και συναισθημάτων, βιωμάτων και αληθειών που όταν ξεδιπλωθεί θα αφήσει να φανούν σε όλους μας οι αδυναμίες, τα πάθη και η μοναξιά που βιώσαμε, συναισθήματα βαθιά καταχωνιασμένα μέσα μας, όλα όσα μας όρισαν και καθόρισαν το μέλλον μας, όλα όσα με οδυνηρό ή ηδονικό τρόπο έγιναν βιώματα και εμπειρίες.

Ανάμεσα σε όλα αυτά, ένα ζευγάρι αντιφατικών ανθρώπων με ονόματα ομιλούντα και σημαίνοντα, η Εκάτη-Ουλρίκα και ο Μίχαελ-Σεμπάστιαν, θα συναντηθούν στη ζωή και θα παλέψουν για το μέλλον αυτής της συνάντησης. Άνθρωποι εμβληματικοί με ευαισθησίες που τους κάνουν να ζουν μέσα στη μνήμη του αίματος των οικογενειών ένα μεγάλο έρωτα, θα βαδίσουν μαζί μέσα από το μονοπάτι της μνήμης, της βουτηγμένης στην ενοχή, το αίμα και την εκδίκηση, για να βγουν στο ξέφωτο μιας τρυφερής μοίρας κι ενός κοινού, μοιραίου τέλους που θα τους οδηγήσει στο φως της προσωπικής αυτογνωσίας - αυτό πάντα το ζητούμενο- στο κόψιμο των δεσμών που κρατούν τους ανθρώπους βουτηγμένους στο μίσος, στον πόνο, στον εμφύλιο σπαραγμό. «Άλλωστε οι ιστορίες δεν ξεφεύγουν ποτέ από την Ιστορία», όπως μας λέει η ίδια.

Ακολουθώντας αντίστροφα αυτή τη φορά έναν αόρατο μίτο της Αριάδνης – αφού όλα σ’ αυτό το βιβλίο έχουν μια απροσδόκητη τροπή - θα φτάσουν από την έξοδο στην καρδιά του λαβυρίνθου για να τον γκρεμίσουν και να βγουν μέσα από τα χαλάσματα του οι ίδιοι, συλλαμβάνοντας το νόημα της αγάπης για τη ζωή ακόμη πιο δυνατό μέσα τους.

«Ένα έργο μένει πάντοτε ανοιχτό στο ενδεχόμενο» μας λέει η Ελένη στη Γυναίκα της Βορινής κουζίνας και το βιβλίο της αυτό είναι για άλλη μια φορά μια αναγνωστική συνάντηση με το ενδεχόμενο, όπου ο μαγικός ρεαλισμός συναντά τον υπερρεαλισμό και ο φόνος τη μουσική κλίμακα μιας υψηλής αισθητικής, αυτής που τόσα χρόνια υπηρετεί η Ελένη Γκίκα.

Από το οπισθόφυλλο διαβάζουμε:
Η Εκάτη-Ουλρίκα, μνήμη που συγκρατεί τα μυστικά και κάνει προσωπεία τα πρόσωπα και μαριονέτες τους πεθαμένους της για ν' αντέξει.
Και ο Μιχαήλ-Σεμπάστιαν που συμπληρώνει τη χαμένη παρτιτούρα - γι' αυτό έχει έρθει εξάλλου σ' αυτή τη ζωή.

Ανάμεσά τους, η Ιστορία και η Συγγένεια, το Παρελθόν και η Νέμεσις, το Χρέος και ο Έρωτας, ο Μπόρχες και η Αιώνια Επανάληψη .
"Άλεφ" και "Μπεθ", υπνοβάτες στο Σολάρις του Διαδικτύου, όπου "ό,τι γεννιέται γεννιέται ξανά", για μια αιώνια στιγμή. "Δραπέτες", καταδικασμένοι να συναντιούνται ξανά και ξανά στην ίδια σκακιέρα. Με προσωπεία, έστω. Και με λόγια -για να τ' αντέξουν? δανεικά. Ακούγοντας πάντα τον δικό τους Ραβέλ ή Βάγκνερ, με την υπόσχεση να αιωρείται εκεί σαν θηλιά: "Πατέρα, δεν ξέχασα, μάνα είμαι εδώ στην ξερολιθιά, σε κάθε ξερολιθιά, κι ακούω πάντα τον δικό μας Βάγκνερ. Θα ξανάρθω, και η τιμωρία θα είναι πορφυρή". Είκοσι και ένας οι νεκροί. Και δύο έγκλειστοι. Οι πρώτοι, σε νεκρομαντεία, αρχαία θέατρα, ιστορικά μνημεία. Εκεί όπου "η πύλη του Άδη παραμένει ανοιχτή". Οι δεύτεροι, σ' ένα ρημαγμένο ξενοδοχείο που ζωντανεύει με τον καιρό και σ' ένα Πυργόσπιτο με γκρεμισμένες τις πολεμίστρες, αλλά με στοιχειωμένες τις ζωές και τις μουσικές. Επειδή οι ιστορίες δεν ξεφεύγουν εύκολα ούτε από την Ιστορία ούτε και από την καταγωγή. Ο Λαβύρινθος παραμένει λαβύρινθος και αναπάντητη η απορία του Αβερρόη. Αλλά εκείνοι οι δύο θα κάνουν τα πάντα για να μπορέσει ν' απαντηθεί. Θραύσματα ποιητικής πεζογραφίας, ένας γρίφος με μέρη χρησμικά ή καλοσχεδιασμένα βήματα πάνω σε μια σκακιέρα απ' όπου όλοι θέλουν να δραπετεύσουν; Οι ήρωες αναμετρώνται με τις αναμνήσεις και το παρόν, αναμετρώνται με το Χρόνο. Και το Μπολερό, κυρίαρχο επαναλαμβανόμενο μοτίβο αλλά και τόπος όπου η ζωή συναντά το θάνατο στο νέο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα "Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ".

Το βιβλίο της Ελένης Γκίκα Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καλέντης.