Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Αυτά που κοιτάμε κάθε μέρα αλλά δεν τα βλέπουμε

Γράφει ο Βασίλης Μόσχης για το μυθιστόρημα “Η γυναίκα της βορινής κουζίνας”, Εκδ. Καλέντη 22/4/2012 Ο κόσμος ο μικρός ο μέγας της Ελένης Γκίκα. Σκαλίζοντας στιγμές σε ένα χρόνο που τρέχει αδιαμαρτύρητα, σκορπίζοντας ένοχα μυστικά, κρυφές ελπίδες και άδοξες υποσχέσεις, μια ζωής που έχει αρχή και τέλος, η Ελένη Γκίκα ζωγραφίζει τη γυναίκα στην ανεξιχνίαστη ατέρμονη πορεία της. Την ξεδιπλώνει, δείχνει καταιγιστικά τις ανήμπορες στην επιφάνεια απορίες της και με σημειωτόν δρασκελιές ανιχνεύει το κουρασμένο της κορμί, τις έξοχες στιγμές ανύποπτων λεπτομερειών, ανοίγει τις πληγές της και τις αφουγκράζεται. Καταβυθίζεται στις πιο ανύποπτα ασήμαντες, αλλά συγχρόνως σημαντικές εικόνες κάτω από ένα άπλετο φως του ήλιου. Τα δείχνει όλα. Μας τα δείχνει όλα. Ξεκλειδώνει το σκοτάδι και ρίχνει μέσα φωτεινές γραμμές, σηματοδοτεί γωνίες και περάσματα για να τα προσέξουμε. Αυτά που κοιτάμε  κάθε μέρα αλλά δεν τα βλέπουμε. Μας αναγκάζει να τα δούμε, να τα νιώσουμε, δεν μας επιτρέπει να τα προσπεράσουμε. Είναι εκπληκτικά πανέμορφο το πόσο διεισδυτικά η Ελένη Γκίκα παρατηρεί με τη ματιά της δευτερόλεπτα στιγμών και τα δείχνει έντονα στο άγουρο βλέμμα μας. Αναπηδά από τη μια εικόνα στην άλλη, την αφήνει ακατέργαστη, την αφήνει ζωντανή και μας γεμίζει απορίες και εύστοχες ενοχές. Ένα γυμνό κορμί το μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα, παραδομένο στην ποίηση της ζωής, στη μαγεία της ψυχής. Με μια υποβόσκουσα ποιητική γραφή να αντιστέκεται στην καθημερινότητα που πυροβολεί, πληγώνει, χάνεται σε στιγμές και παραδίνεται στον τρόμο της. Η πορεία των λέξεων μεθυστική. Ακολουθεί όνειρα και παγίδες και ατενίζει ως πέρα μακριά το πείραμα της ζωής που ξεκινά και χάνεται και πάλι από την αρχή με τα ίδια όνειρα, τις απαράμιλλα ίδιες εκτροπές, μια γιορτή που υπόσχεται πολλά και γνέθει λιγότερα. Είναι η ίδια η ζωή που κρύβει καλά μέσα της το αναπάντεχο που άλλοτε το χάνει και δεν το βρίσκει και άλλοτε το προσφέρει πλουσιοπάροχα δια παν ενδεχόμενο. Ακολουθεί απλές κινήσεις, αδιάφορες και άνευ σημασίας, αλλά είναι αυτές που παράγουν συναισθήματα, απλές σκέψεις και βουτιές σε κλυδωνίζοντες  στοχασμούς. Είναι ο πόθος για γερές και ανεξάντλητες ανάσες. Η συγγραφέας κρατώντας γερά τη γραφίδα της βγαίνει στο δρόμο, τρέχει στις λεωφόρους κλειδώνεται σε τέσσερις τοίχους και αναπολεί το παρελθόν για να γνωρίσει το μέλλον. Ένα άτακτο ταξίδι στις εικόνες και στις γεύσεις, ένα πιστό αντίγραφο της ζωής μας. Ακουμπά με τα δάχτυλά της τα συναισθήματα των ηρωίδων της για να τα νιώσει καλύτερα, ακολουθεί τη σκέψη τους, για να νιώσει και αυτή καλύτερα. Και ανατρέχει στην τέχνη, ίσως εκεί βρει το μυστικό που την ταλανίζει. Ψάχνει να βρει ομοιότητες και παράλληλους βίους. Είναι η στιγμή που η πραγματικότητα αποσύρει το ψεύτικό της προσωπείο. Η Ελένη Γκίκα δεν έγραψε μόνο ένα μυθιστόρημα. Ξεκίνησε ένα μακρινό ταξίδι και περιπλανήθηκε σε φώτα και σκοτάδια, έκλαψε και γέλασε, μετάνιωσε και ξεπρόβαλε μέσα από τα σκοτάδια μας για να απλώσει τα χέρια της και να μας δώσει αυτό που αναπνέουμε καθημερινά αλλά δεν αντιλαμβανόμαστε. Η απολαυστική της γραφή θα σας προκαλέσει να την ξαναδιαβάσετε. Για να ανακαλύπτετε κάθε φορά καινούρια μονοπάτια, μέσα από ένα όλο και περισσότερο ολοκάθαρο βλέμμα. Για να ανακαλύψει η γυναίκα τη γυναίκα. Για να ψηλαφίσει ο άντρας τη γυναίκα! Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: Από παιδί περπατά χωρίς να κοιτά. «Άνοιξε επιτέλους τα μάτια, παιδί μου!» την ακούει – η πανταχού παρούσα μαμά! Βηματίζει αργά, μηχανικά… Κοιτάζοντας αφηρημένα, με εκείνη τη διαρκή έσωθεν όραση, στραμμένη λες στα σπλάχνα… Βαδίζει αργά, σταθερά, πριγκιπικά – όπως εκείνη της έχει μάθει να περπατά. Έστω και κάπως πυρετικά. Σαν υπνοβάτης, δηλαδή, χωρίς να κοιτά… Εκείνη και η Άλλη. Ο εαυτός και το ψεύδος… Τέσσερα τετράγωνα τις χωρίζουν. Τόσο κοντά, και ταυτόχρονα τόσο πολύ μακριά… Την ίδια θάλασσα βλέπουν. Το ίδιο βουνό, από την πίσω πλευρά. Δεν συναντήθηκαν ποτέ. Μονάχα στον καθρέφτη. Κι ανάμεσά τους εγώ, που τις βλέπω, που με επινόησαν εκείνες – ή που υπήρξα εγώ εκείνη που τις επινοώ. Η Αρσινόη –πρόσωπο ή προσωπείο, Ράνια ή Αριάδνη, και Γερτρούδη, και Ουλρίκα– ακροβατεί ανάμεσα στο όνειρο και στην αληθινή ζωή: υποφέρει και πονάει, φοβάται και φεύγει, γράφει για να ξεχάσει, μαγειρεύει για να υπάρξει, νοσταλγεί και θρηνεί, ελευθερώνεται και ζει! Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας, αυτή! Από τη στήλη ΒΙΒΛΙΟ των εφημερίδων ΟΛΥΜΠΙΟ ΒΗΜΑ | ΚΑΤΕΡΙΝΗ ΘΑΡΡΟΣ |ΚΟΖΑΝΗ ΕΠΙΚΑΙΡΑ | ΒΕΡΟΙΑ

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

«Τα όνειρα, όπως και το φιλί, και η γραφή, αφήνουν τη δική τους, ολόδική τους υπογραφή»

Στο http://www.artmag.gr/art-articles/arts/about-art/3576#.T4sd3L_L6gk.facebook


Συντάκτης: Γιάννης Φαρσάρης


Τετάρτη, 11 Απρίλιος 2012 02:38


Παρουσίαση του νέου βιβλίου της Ελένης Γκίκα με τίτλο «Η γυναίκα της βορινής κουζίνας», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καλέντη.


Η συγγραφέας στο νέο της βιβλίο καταθέτει την αγωνιώδη προσπάθεια μιας γυναίκας που αναζητά ταυτότητα μέσα στη ζωή, η οποία φαίνεται να την έχει θέσει στο περιθώριο. Και το περιθώριο της ζωής έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον καθώς, όπως διαβάζουμε «αποτελεί κέντρο για του καθένα τη ζωή. Με ανεπίδοτες λαχτάρες και καταχωνιασμένες επιθυμίες, τόσο βαθιά, ώσπου ξεχάστηκαν τελικά». Η Ελένη Γκίκα συνθέτει την εικόνα μιας γυναίκας που αποζητά να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει τα όνειρά της, να τιθασεύσει τις εσωτερικές της φωνές και να κατακτήσει την αυτογνωσία. Μιας γυναίκας που αγωνίζεται να καταλάβει σε τι έσφαλε, και οι σχέσεις που ανέπτυξε με τους άλλους δεν στηρίχθηκαν ποτέ σε στέρεο έδαφος. Μιας γυναίκας που σύμφωνα με τη συγγραφέα, δυσκολεύεται να παραδεχτεί ότι «τις δυστυχίες μας τις δημιουργούμε εμείς και μόνο και ότι επάνω σ' αυτές μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τα ίδια μας τα δαχτυλικά αποτυπώματα».

Η Ελένη Γκίκα αποδίδει τις σύνθετες ψυχολογικές και συναισθηματικές διακυμάνσεις της Γυναίκας της Βορινής Κουζίνας, η οποία διχάζεται καθώς έρχεται αντιμέτωπη με τους πολλαπλούς της ρόλους, με τις αντιφάσεις, τις τραυματικές απώλειες, τις συχνά επιβαλλόμενες δεσμεύσεις και τελικά με τις αλήθειες της ζωής της, τις οποίες δεν κατάφερε να αντικρίσει έως τώρα.

Στο δυτικό καθρέφτη προβάλλονται ενσαρκωμένες σε άλλες γυναίκες όλες οι διαφορετικές πτυχές του εαυτού της. Η Ράνια ή Αριάδνη, η Αρσινόη, η Γερτρούδη, η Ουλρίκα. Ποτέ τους δε συνομιλούν μεταξύ τους. Αρκούνται στις σιωπηλές συναντήσεις μέσα στους χώρους του σπιτιού. Είναι άραγε όλες τους επινοήσεις της φαντασίας της ή μήπως όψεις του πραγματικού της εαυτού, όπως αυτός μετεξελίχθηκε στο χρόνο; «Τα σπέρματα των μελλοντικών γεγονότων τα κουβαλάμε μέσα μας», διαβάζουμε στο βιβλίο. Και λίγο πιο κάτω: «είμαστε ό,τι ζήσαμε και ό,τι μάθαμε. Μ' αυτά πορευόμαστε και βλέπουμε τα αντίστοιχα γύρω μας – αντικατοπτρισμός σε αινιγματικό καθρέπτη». Όπως και να έχει, το βέβαιο είναι ότι καθεμιά τους αποτελεί μια λογοτεχνική persona αυθύπαρκτη, μιας και η συγγραφέας έχει φροντίσει με ευαισθησία να φωτίσει ολόπλευρα το ήθος και την ψυχοσύνθεσή της.

Η ηρωίδα αρέσκεται να αναπαράγει με τη μνήμη της, στιγμές του παρελθόντος που τη στιγμάτισαν. Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας αναζητά απεγνωσμένα διόδους απόδρασης μέσα από τη λυτρωτική δύναμη της μνήμης. Θα έλεγε κανείς ότι με τον τρόπο αυτό επιχειρεί εναγωνίως να αναπληρώσει τα κενά του παρόντος της. Ο αφηγηματικός χρόνος συχνά ταυτοποιείται με αυτόν της συναισθηματικής μνήμης, καθώς η ηρωίδα ακροβατεί ανάμεσα στο παρόν και σε στιγμές του παρελθόντος της, χαρακτηρισμένες τόσο από δηλώσεις, όσο και από άκρως ενδιαφέρουσες αποσιωπήσεις. Άλλωστε, στο βιβλίο οι διάλογοι τοποθετούνται χρονικά στο παρελθόν. Στο παρόν κυριαρχούν οι σκέψεις και τα παράδοξα επινοήματα του νου.

Διαβάζουμε σχετικά: «Βουτηγμένη στο θαύμα είναι όλη μας η ζωή, αλλά το μεγάλο αγκάθι είναι ο λογισμός. Μεγάλη αρρώστια στην εποχή μας ο λογισμός! Ακόμα και χρυσάφι να βάλεις μέσα του, αν είναι χαλασμένος,... σφαίρες θα βγάλει».
Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας όμως δεν είναι μια ηρωίδα απομονωμένη στον προσωπικό της χώρο, αναζητώντας τις απαντήσεις στα «γιατί» της ζωής της. Ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο αυτό. Η ηρωίδα αφουγκράζεται τους κραδασμούς της κοινωνίας και εξεγείρεται ενάντια στις τρομοκρατικές ενέργειες της εξουσίας που ευθύνονται για τον άδικο χαμό του νεαρού αγοριού στα Εξάρχεια.

Η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος είναι μια γυναίκα πολυδιάστατη. Είναι η κόρη που έχασε πρόωρα τη μητέρα της, είναι η μητέρα που αφιερώνεται στην αναζήτηση του αγαπημένου της γιου, είναι η προδομένη σύζυγος, η γυναίκα που αναζητά τον έρωτα, η συνεπής επαγγελματίας μεταφράστρια, η γυναίκα που γράφει και την ίδια στιγμή φτιάχνει μαντλέν για να ξορκίσει τον πόνο. Στο τέλος του βιβλίου η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας σχεδόν συμβολοποιείται, αφού φαίνεται να αντιπροσωπεύει τη γυναίκα ως φύση βιολογική, συναισθηματική, πνευματική και κοινωνική.

Η γλωσσική εκφορά της συγγραφέως είναι λιτή και ταυτοχρόνως περίτεχνη, καθώς η Ελένη Γκίκα επιλέγει λέξεις με έντονη φόρτιση για να αποδώσει τις εκρήξεις και τις απελπισμένες κραυγές του εσωτερικού κόσμου, γεγονός που χαρίζει ιδιαίτερη αισθαντικότητα στο λόγο της. Η γραφή της θα λέγαμε ότι είναι βαθιά υπαινικτική και την ίδια ώρα εξόχως τολμηρή, μαρτυρώντας τη μακρά θητεία της συγγραφέως στο χώρο της ποίησης.

Η Ελένη Γκίκα στο τελευταίο μυθιστόρημά της ενσωματώνει αρμονικά φιλοσοφικούς στοχασμούς πολλών επιφανών ανθρώπων του πνεύματος. Συνομιλεί με ευχέρεια με συγγραφείς, με τους οποίους νιώθει ότι έχει συγγένεια. Εκτός από τον Ντάρελ, η σκέψη του οποίου κυριαρχεί στο κείμενο, ο Μπόρχες, ο Περβέρ, ο Κάφκα, ο Ντίκενς, η Σέξτον, ο Προύστ, ο Γιουνγκ, ο Φρόυντ, ο Ουγκώ, ο Πεσσόα είναι οι συγγραφείς με τους οποίους συνδιαλέγεται, με τρόπο που καταδεικνύει πόσο η ίδια έχει αφομοιώσει το πνεύμα τους. Επιπλέον, η συγγραφέας συνθέτει έξοχες ποιητικές εικόνες εμπνευσμένες από τον Σεφέρη και τον Τζόυς.

Η Ελένη Γκίκα είναι βέβαιο ότι απευθύνεται σε απαιτητικούς αναγνώστες που αναζητούν από ένα βιβλίο να εγείρει ερωτηματικά, παρά να παράσχει έτοιμες απαντήσεις. Οι αναγνώστες καθαίρονται από τη βασανιστική διαδρομή της ηρωίδας σ' ένα χρόνο άχρονο (η ηρωίδα ταλαντεύεται ανάμεσα σε παρόν και παρελθόν) που αποκαλύπτει ωστόσο σύγχρονες κοινωνικές αλήθειες που πληγώνουν.

«Τα όνειρα, όπως και το φιλί, και η γραφή, αφήνουν τη δική τους, ολόδική τους υπογραφή. Κάποιοι από μας, στη συνέχεια, είναι πιο ικανοί στην αποκρυπτογράφηση»

Ύμνος και Θρήνος

Για το βιβλίο «Η γυναίκα της βορεινής κουζίνας» της Ελένης Γκίκα (Εκδ. Καλέντη)

Γράφει η Βίκυ Κόλλια

«Η λογοτεχνία όπως και κάθε μορφή τέχνης, ισοδυναμεί με την ομολογία, ότι η ζωή δεν αρκεί»
Όπως πολλές έννοιες και προσδιορισμοί εκπίπτουν από την αρχική τους υπόσταση, ακριβώς έτσι και η δημοσιογραφία απέκτησε τιμητές, κατήγορους και αμφισβητίες. Δεν είναι ψέμα πως, από τον χώρο της ενημέρωσης, λιγότερο έντυπο και κυρίως ηλεκτρονικό, εκπορεύεται η συνείδηση που δυστυχώς συχνά φτάνει παραποιημένη στο κοινό.
Στοχοποιούνται, όπως είναι επόμενο, οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι θεωρούνται από πολλούς συνυπεύθυνοι για την γενικότερα διαταραγμένη κατάσταση στην οποία έχει επέλθει η χώρα.
Και όμως, η δημοσιογραφία, όπως και τα συνθετικά της λέξης ορίζουν, αφορά μια μορφή γραφής που απευθύνεται στο λαό.
Η κα. Ελένη Γκίκα και από την επιτυχημένη δημοσιογραφική της πορεία και από τη μυθιστορηματική της αναζήτηση αποδεικνύει ότι άξια φέρει τον τίτλο της δημοσιογράφου που τολμηρά αλλά και με σεβασμό έχει εισβάλλει και στο χώρο της λογοτεχνίας.
Και δεν είναι εύκολο πραγματικά, σε μέρες που πολλοί αυτοπροσδιορίζονται ως συγγραφείς, να γίνει κάποιος αποδεκτός ως πνευματικός δημιουργός. Θεωρώ πως εκείνος που εκτιμά και τιμά έναν τέτοιο τίτλο και επιθυμεί επάξια να τον φέρει, οφείλει να αποδεικνύει με κάθε του πόνημα ότι τον αξίζει. Οι εξετάσεις γίνονται από το τμήμα εκείνο του αναγνωστικού κοινού που έχει αποφασίσει να βάζει ψηλά τον πήχυ, επιδιώκοντας και δικαίως την ποιότητα.
Πόσο δύσκολο είναι άραγε, για μια επιτυχημένη και κοινά αποδεκτή δημοσιογράφο να επιλέγει τη λογοτεχνία ως μορφή αυτοέκφρασης; Πόσο τολμηρό και ριψοκίνδυνο; Φαντάζομαι πολύ, εφόσον η δημοσιογραφική πένα δεν είναι πάντοτε ικανή να παράγει λογοτεχνία. Αρκετοί το τόλμησαν, όχι πάντοτε με επιτυχία.
Η κα. Ελένη Γκίκα διαθέτει ευαισθησία, ποιητική φλέβα, φιλοσοφική διάθεση και κυρίως σεβασμό στον αναγνώστη, στοιχεία που συνθέτουν μια πραγματική λογοτέχνιδα. Και σίγουρα δεν είναι εύκολο από τη σκληρή, βουτηγμένη στην κυριολεξία- κατ’ απαίτηση του κοινού- γλώσσα της δημοσιογραφίας να αρθρώσει κάποιος λογοτεχνικό λόγο.
Η Ελένη Γκίκα, όπως είναι γνωστό, κινείται ανάμεσα στην πεζογραφία και την ποίηση με εξαιρετική ευελιξία. Πρόκειται προφανώς ένα δύσκολο εγχείρημα, που προφανώς απαιτεί υψηλή γνώση της ελληνικής γλώσσας αλλά και συγγραφικό χάρισμα, κάτι που εκείνη διαθέτει.
«Η γυναίκα της βορεινής κουζίνας» είναι ένας ύμνος και ένας θρήνος για τη γυναίκα του χθες, του σήμερα, του αύριο.
Η Ράνια, η Αρσινόη και η γυναίκα στον δυτικό καθρέφτη. Και ο καθρέφτης, ένα διαχρονικό σύμβολο ομορφιάς και αυτοπροσδιορισμού του γυναικείου φύλου. Το αθώο παιδικό βλέμμα, η πρώιμη συνειδητοποιημένη θηλυκότητα, της εφηβείας, η γυναικεία φιλαρέσκεια... η αγωνία της πρώτης ρυτίδας, το άγχος της μοναξιάς, της απώλειας του ερωτισμού, η αποδόμηση του γυναικείου συμβόλου... και η παράλληλη ανύψωσή της.
Η εναλλαγή σκέψεων και συναισθημάτων από τις ηρωίδες, οι ημερολογιακής φύσης καταθέσεις ψυχής και η δυναμική παρέμβαση της αφηγήτριας στο μυθιστόρημα χαρίζουν μοναδική θεατρικότητα.
Ίσως έγραφαν κοιτώντας τον καθρέφτη τους, χρίζοντάς τον σιωπηλό μάρτυρα της ζωής τους.
Η σημειολογία στο μυθιστόρημα αυτό επικρατεί απόλυτα. Συμβολικά αναφέρονται τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά, η 15ηΑυγούστου, ακόμα οι μαντλέν που με πείσμα επιμένει να παρασκευάζει η Ράνια ακόμα και στις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής της. Ο χρόνος αποδεικνύεται άλλοτε εχθρός άλλοτε φίλος συμπονετικός και συνοδοιπόρος τους. Το κόκκινο παλτό του μικρού πρόωρα χαμένου κοριτσιού στη Μάνη, η μνήμη του αδικοχαμένου βρέφους της Αρσινόης, η βορεινή κουζίνα της Ράνιας, ‘ναός και τάφος’ αντίστοιχα, το ανατολικό γραφείο της Αρσινόης, το καταφύγιο και η φυλακή της, το Ζαραντάν, το περίεργο νησί, η κόλαση και ο παράδεισος.
Δυο γυναίκες τόσο όμοιες- ακόμα και στην εμφάνιση- και τόσο ανόμοιες .Δυο ζωές παράλληλες που συγκλίνουν. Δυο σπίτια τόσο διαφορετικά. Το ένα ζεστό οικογενειακό, που με τον καιρό αδειάζει δραματικά, εκείνο της Ράνιας, το άλλο ψυχρό, αδιάφορο, εργένικο, με έναν νεαρό επαναστάτη τον Ορφέα να του δίνει προσωρινά ζωή. Δυο σπίτια φωλιά και παγίδα μαζί.
Η Ράνια που έψαχνε ουρανό... «Γινόμαστε ό,τι ονειρευόμαστε», λέει ο Ντάρελ. Η Ράνια όμως μεγάλωσε, ωρίμασε, έγινε μητέρα και σύζυγος με όνειρα ανεκπλήρωτα. Η Ράνια, μια μητρική παρουσία από την αρχή έως το τέλος, να αποζητά αγκαλιά και τρυφερότητα, επιβεβαίωση και αποδοχή στον άνδρα της Φώτη, στα τρία της παιδιά, στον ανώνυμο εραστή. Μια αγκαλιά που στερήθηκε από τον πρόωρο χαμό της αδιάφορης μητέρας της και τον πρόωρο πνευματικό παροπλισμό του αγαπημένου της πατέρα.
Η Ράνια, η προσωποποίηση της ενοχής, της ματαίωσης, της ακύρωσης αλλά και της καλοσύνης, της ανθρωπιάς, της ευαισθησίας. Τρία παιδιά, τρεις άγκυρες. Πώς να μπορέσει να ξεφύγει; Η Βεατρίκη, η Οφηλία και ο Ορφέας είναι το καταφύγιο από τα λάθη της, οι μόνες αδιαπραγμάτευτες, θετικές επιλογές της και ο λόγος να συνεχίζει να ζει...
Μόνο που η μητρότητα δεν καλύπτει πάντοτε τα κενά. Κάποιες φορές μόνο τεχνητά και παροδικά τα σκεπάζει.
Οι μαντλέν της και οι γκουρμέ βορεινή κουζίνα της δεν μπορούν να παραπλανήσουν και να κρατήσουν κοντά της τον Φώτη που προτιμά τελικά τις απλές και καθαρές γεύσεις. Ευτυχώς που η μαγειρική της δεινότητα δελέαζε τα παιδιά της. Ακόμα κι όταν εκείνα φεύγουν και η φωλιά αδειάζει, η Ράνια με πείσμα συνεχίζει να δημιουργεί στην κουζίνα της. Είναι άλλωστε η γυναίκα της Βορεινής κουζίνας ένα και το αυτό με τον χώρο της. Κανείς και τίποτα δεν θα την μετακινήσει από το βασίλειό της. Εκεί τουλάχιστον νιώθει ασφαλής και πλήρης. Ειδικά, όταν ο ‘Φώτης της’ έγινε απλά ‘ο Φώτης’ ο ηθελημένα αόρατος σχεδόν συγκάτοικος.
Τόσο παρών μα και τόσο απών κι όμως τόσο όμοιος τελικά με τη Ράνια. Στην απώλεια της αδιάφορης μητέρας προστίθεται και η τραγική απουσία του Φώτη. Ευτυχώς, τα αποθέματα αγάπης της Ράνιας είναι ατελείωτα...το ίδιο και τα αποθέματα ενοχής.
Ενοχική και η Αρσινόη, η άλλη ηρωίδα από μικρή κι εκείνη. ‘Γεμίζω ενοχές! Δεν θα με γεμίσεις εσύ ενοχές...’ Η μαμά της δεν αναγνώριζε ποτέ ότι είχε ενοχές, όπως δεν αναγνώριζε ποτέ της ότι έσφαλε.
Ενοχική με το φαγητό που πιέζονταν να φάει από μικρή , ενοχική με τη μητέρα της που δεν κατάφερε ποτέ να την καλύψει αλλά που η Αρσινόη τόσο την αγάπησε και δεν πρόλαβε ποτέ της να το πει.
Η Αρσινόη που ποτέ δεν ανήκε στο ανατολικό της γραφείο. Απλά, έμενε εκεί περιμένοντας την ανατολή μιας καλύτερης ζωής. Και η ξαφνική εισβολή του Φώτη στην καθημερινότητά της, στην Αλεξάνδρειά της ήταν μαγική. Βρήκε και νόμισε πως βρήκε το απάνεμο λιμάνι της και όταν ετοιμάστηκε να αγκυροβολήσει η καρδιά της, εκείνος ο πρίγκηπας υπήρξε μια ζωή μονάχα μέσα στα χαρτιά. Η δική του άγκυρα, τα δικά του δεσμά ήταν βαριά, αφόρητα.
Ευτυχώς, υπήρχαν για την Αρσινόη οι μεταφράσεις, η συγγραφή. Όμως, η αιφνιδιαστική και απροσδόκητη εμφάνιση του νεαρού Ορφέα κάνει και τη συγγραφή να φαντάζει ανεπαρκής. Χάρτινη φυλακή τα λέει τα βιβλία ο νεαρός επαναστάτης, η μεγάλη ανατροπή της ζωής της ύστερα από τον Φώτη. Εκείνος θα της αποκαλύψει το ψέμα που συντηρούσε τόσα χρόνια, τη ματαιότητα και το κενό που επέλεξε για ζωή.
Τουλάχιστον, ο Ορφέας και οι συνομήλικοί του είχαν όνειρα και αγωνίζονταν για να τα δουν να πραγματοποιούνται. Ρίσκαραν κι ας κινδύνευαν. Όπως ο Άγγελος, που χάθηκε άδικα, σημαδεύοντας με τον χαμό του τις ζωές των φίλων του.
Ο Ορφέας, ο γιος που αναζητούσε απελπισμένα η μητέρα του η Ράνια στους δρόμους της Αθήνας και ήθελε πάντα απεγνωσμένα η Αρσινόη. Ο Ορφέας, το παιδί του Φώτη.
Ο Φώτης κι ο Ορφέας, οι δυο διακριτικές ανδρικές παρουσίες, θύτες και θύματα σ’ ένα μυθιστόρημα όπου η γυναίκα αυτοπεριγράφεται, αυτοπροσδιορίζεται.
Υπάρχει έντονη ελληνικότητα στη γυναικεία παρουσία του μυθιστορήματος. Η υπερπροστατευτικότητα, η ανασφάλεια, η πρόσκόλληση στα παιδιά, οι νευρώσεις, η μαγειρική, η ανάγκη για ανδρική παρουσία, πληγή από τον απογαλακτισμό των παιδιών, τα σύνδρομα καταπίεσης. Μεσογειακό πρότυπο γυναίκας τόσο τρυφερό κι όμως τόσο επικίνδυνα ανελεύθερο.
Η ζωή που δεν έζησαν. Η Ράνια, η Αρσινόη ακόμα και ο Φώτης, ο συνδετικός τους κρίκος. Δίχως να το ξέρουν, δίχως να το ξέρει, δίχως να το θέλουν, χωρίς να το θέλει.
Εκείνος, η άκρη του ξεχασμένου νήματος, εκείνος το τέλος και η αρχή μιας νέας, μιας άλλης, διαφορετικής ζωής και για τις δυο. Σε απόσταση αναπνοής η ζωή τους, τα σπίτια τους, η σκέψη τους, η καρδιά τους, το παρελθόν τους.
Η Αλεξάνδρεια, ο Ντάρελ, η Μάνη, η μαγειρική, τα βιβλία, η συγγραφή...ο Φώτης.
Η απουσία του αποδεικνύεται πιο ευεργετική για όλους από την απουσία του. Και τον ίδιο τον βασάνιζε τελικά η εσωτερική του ανεπάρκεια. Λυτρώνεται τραγικά, δραματικά. Κι αρχίζουν τα ταξίδια της ψυχής για την Αρσινόη και τον Ορφέα. Η ζωή και ο θάνατος. Ο καθρέφτης δεν μπορεί να απαντήσει, ούτε η γυναίκα του δυτικού καθρέφτη.
Η αναζήτηση της αλήθειας και η αλήθεια που είναι τόσο φανερή, τόσο απλή, τόσο προσιτή.
Το θεϊκό παρόν, που ο Ορφέας με την επίσκεψή του στο Άγιο Όρος ανακαλύπτει και μεταλαμπαδεύει στην Αρσινόη. Και ξαφνικά, όλα γίνονται απλά, φωτεινά, καθαρά.
Οι φίλοι, η αγάπη και η γερόντισσα Γαβρηιλία ακόμα και η μαγειρική για την Αρσινόη γίνονται η νέα όψη της ζωής.
Και η συγγραφή, αυτή θα είναι η νέα αλήθεια της Ράνιας. Τελικά, τώρα που υπάρχει στη ζωή της η Αρσινόη, το πλήρωμα του χρόνου είναι το κλειδί. Κι ο καθρέφτης εκεί στη θέση του τις περιμένει να τον αντικρύσουν τώρα πια με καθαρή ματιά, ατρόμητες, με γνώση της δύναμης και της αδυναμίας τους, της υπεροχής και της μειονεξίας τους, της πληρότητας και της ανεπάρκειάς τους, της ευαισθησίας και του κυνισμού τους. Είναι η προσωπική αλήθεια για την Ράνια και την Αρσινόη, την αιώνια γυναίκα…

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

Δεν υπάρχει τίποτα πιο απατηλό από τις προφανείς εξηγήσεις

Από την Βασιλική Πιτούλη στον “Βιβλιοφάγο” για το βιβλίο
“Η γυναίκα της βορινής κουζίνας” της Ελένης Γκίκα, Εκδ. Καλέντη

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Σκοπεύω να το ξεκαθαρίσω ευθύς εξ αρχής: θεωρώ ότι με το μυθιστόρημά της αυτό, η Ελένη Γκίκα προσεγγίζει τη συγγραφική της ωριμότητα.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία, μάλλον ισοδύναμα μεγάλα μέρη. Κάθε μέρος περιλαμβάνει πολλά κομμάτια (άλλωστε ο τεμαχισμός είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής) τα οποία όμως έχουν ένα κοινό: τρεις γυναίκες, τη γυναίκα στο ανατολικό γραφείο, τη γυναίκα της βορινής κουζίνας, και τη γυναίκα στον δυτικό καθρέφτη. Ο κατακερματισμός των οικιακών χώρων, της γυναικείας φυλακής. Κάθε κομμάτι εισάγεται από μια καταπληκτική ρήση, όπως: Στο σπίτι μου, που δεν είναι σπίτι μου… Είμαι ζωντανή τη νύχτα, είμαι νεκρή το πρωί! Σαν την κάμπια, πάνω στην άμμο της ζωής… Δεν υπάρχει τίποτε πιο απατηλό από τις προφανείς εξηγήσεις, τίποτε πιο μυστηριώδες από τη διαύγεια… Έτσι γυρίζει η κούπα του έρωτα, από τον ένα στον άλλο, η δηλητηριώδης κούπα του έρωτα… Στον κόσμο που γεννήθηκα, τα χάνει κανείς όλα… Αν είναι δυνατόν να μη συνεχίζουμε να παίζουμε ένα ρόλο… Μονάχα ένας άνθρωπος γεννήθηκε, μονάχα ένας άνθρωπος πέθανε, σ’ ολόκληρη τη γη… Δεν ξέραμε ότι το μέλλον μας επιφύλασσε τον κεραυνό! Νιώθω σαν ν’ ακουμπά ο ουρανός πάνω στη γη, κι εγώ, ανάμεσά τους, ν’ ανασαίνω μέσα απ’ το μάτι μιας βελόνας. Επιβιώνουμε με τις επιλογές του φαντασιακού… Είναι ποτέ δυνατόν ένας κομήτης να αποφασίσει μόνος του την πορεία; Την Ένωση με τη ζωή σου την πληρώνεις, αλλιώς θα την κατάφερνε ο καθένας. Δε θα ’ναι νερό, θα ’ναι μέλι, η τελευταία σταγόνα της κλεψύδρας… Τρώγε, τρώγε σοκολάτες, μικρή μου! Δεν υπάρχει άλλος κανείς από μας σ’ αυτό το σπίτι… Νερομπογιές τα κρίματα, και ξεπλένονται… Η λογοτεχνία, όπως και κάθε μορφή τέχνης, ισοδυναμεί με ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί.
Οι ηρωίδες είναι ρευστές, όπως ρευστό και ακαθόριστο είναι το υλικό της ζωής. Αρσινόη, Ράνια ή Αριάδνη, Γερτρούδη και Ουλρίκα. Ερωτεύονται – γιατί ποια γυναίκα δεν πάσχει για τον έρωτα – τεκνοποιούν ή όχι, παγιδεύονται μέσα στη σπιτική φυλακή. Ονειροβατούν, υπνοβατούν, ακολουθούν την προσωπική τους φυγή προς την ελευθερία. Αλήθεια, ποια είναι τα όρια του έρωτα και της ελευθερίας; Αξίζει να το διερευνήσει κανείς, έστω και με τίμημα θανάτου. Μαγειρεύουν για να υπάρχουν, γράφουν για να ξεχάσουν, ή σαν το μόνο υποκατάστατο αληθινής ζωής. Ζούνε χάρτινες ζωές, μέσα από την ποίηση ή την πεζογραφία. Γνωρίζουν ότι συχνά, η χειρότερη παγίδα που ο άντρας στήνει στη γυναίκα, είναι η μητρότητα. Ποια έχει το σθένος να το παραδεχτεί; Θρηνούν για τα πεθαμένα τους, έστω και όταν αυτά ζούσαν, ήταν τα φοβερά και τρομερά πρόσωπα, μαμά και μπαμπάς ονόματι… Η γυναίκα, αφού μαγειρεύει και γεννά, είναι δυνατόν να μη βρίσκεται πιο κοντά από τον άντρα στην πολύκλαυστη και οδυνηρή, την απερίγραπτη και μοναδική, πηγή της ζωής;
«Είσαι χώμα, και αφού το χώμα πατιέται, οφείλεις κι εσύ να πατηθείς». Η χοϊκή γυναίκα, σε αντίστιξη με την ονειρική, τη φευγαλέα. Την προδότρα; Κάθε ιστορία εμπεριέχει το σπέρμα της προδοσίας της, εφ’ όσον όλοι είμαστε βροτοί, υποψήφιοι θανάτου. Η Γκίκα παλεύει με το χρόνο, το μεγάλο αίνιγμα. Ξορκίζει το θάνατο, αφού κάθε τέλος τροφοδοτεί αναγκαστικά την αρχή για κάτι νέο. Ένα άλλο θέμα που αιωρείται στις σελίδες του βιβλίου, η απώλεια, προσφιλές θέμα της λογοτεχνίας της. Η φυγή και η αέναη επάνοδος, η πολλαπλότητα των εαυτών, επίσης. Ντυνόμαστε τη γυμνή, αδιάντροπη αλήθεια μας, ή τα προσωπεία που κατά περίπτωση επιλέγουμε; Ιδού ένα ερώτημα που θα άξιζε να απαντηθεί.
Το βιβλίο κοσμείται με διακριτικές εικόνες που έχουν ως λεζάντα στίχους μεγάλων ποιητών, ή της ίδιας της Γκίκα, γιατί η Ελένη είναι και ποιήτρια. Η γλώσσα έξοχη, πλούσια, με έντονο το ποιητικό στοιχείο. Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι η Ελένη Γκίκα, με το πρόσφατο βιβλίο της, δίνει ένα αξιοπρόσεχτο και απόλυτα διακριτό στίγμα στην νεοελληνική πεζογραφία, μια ωδή στη γυναίκα, που συγκινεί.


Για την “Γυναίκα της βορινής κουζίνας” από τον blogger Akamas.http://akamas.wordpress.com/, στις 8 Απριλίου 2012

Η γυναίκα της βορινής κουζίνας στο νέο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα δεν έχει να μας προσφέρει κάποια συνταγή, αλλά μας προσφέρει κάτι πολύ σημαντικότερο. Πρόκειται για ένα πλάσμα αρκετά ευαίσθητο, το οποίο απεικονίζει αρκετά ανάγλυφα τη γυναικεία φύση στην εποχή μας.  Η ηρωίδα αναζητά την ταυτότητά της στην εποχή μας και αγωνίζεται για ένα καλύτερο μέλλον. Με γλώσσα αρκετά λιτή και ποιητική η συγγραφέας αποτυπώνει αρκετά ανάγλυφα τη σύγχρονη γυναίκα, η οποία μέσα στον κόσμο θα πρέπει να αναδειχθεί σε μια πολυσχιδή προσωπικότητα. Μέσα από το κείμενο αυτό μπορούμε να προσεγγίσουμε τη ψυχολογία της γυναίκας της εποχής μας.

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας στο σεληνόφως της γραφής

Από την Ελπίδα Πασαμιχάλη στο BOOK BAR

Αφηγηματικό τρέιλερ γυναικείου στοχασμού

Γυναίκα της βορινής κουζίνας είναι
ένα πλάσμα ευαίσθητο, ανήσυχο, μυστηριώδες, ένα πλάσμα που έχει κρυψώνα πίσω από τις πόρτες παλιών σπιτιών και τα στοιχειώνει, ένα αερικό που αναδύεται μέσα από  σελίδες παλιών ποιημάτων που γράφτηκαν σε  άλλες εποχές, όταν ο κόσμος ήταν ακόμη νέος. . Η γυναίκα της βορινής κουζίνας δεν θα σας μυήσει σε παλιές σοφές και πατροπαράδοτες συνταγές μαγειρικής ούτε σε μαγικά ξόρκια φίλτρα και βότανα που αλλάζουν τη μοίρα των ανθρώπων. Δεν είναι αυτό το μυστικό της. Το μυστικό της είναι πως συνεχίζει να ζει, να αναπνέει και να αισθάνεται ενώ όλοι οι άλλοι πιστεύουν πως έχει πεθάνει….
Της Ελπίδας Πασαμιχάλη
Η Ελένη Γκίκα, στο νέο της πεζογράφημα με τίτλο «Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας» (Εκδόσεις Καλέντη) παρουσιάζει ένα έργο στοχαστικό, φιλοσοφικό, αισθαντικό και  ποιητικό, πιο ώριμο από ποτέ, ένα έργο «σαν έτοιμο από καιρό», το οποίο ολοκληρώνει και μορφοποιεί το «τρέιλερ» για το γυναικείο ψυχισμό που είχε ξεκινήσει να συνθέτει  από τα προηγούμενα βιβλία της, με άμεσο προκάτοχο την «Αιώνια Επιστροφή» (Εκδόσεις Ψυχογιός). Το νέο της βιβλίο έχει για μία ακόμη φορά τα χαρακτηριστικά του πεζοποιήματος, όμως ο λόγος αυτή τη φορά είναι πολύ πιο εύστοχος, πιο καίριος, πιο μεστός, συμπυκνωμένος και σταθερός . Η αφήγηση αποκτά νέου είδους ενότητα και συνοχή, παρουσιάζοντας ένα αυθεντικό και πρωτότυπο λογοτεχνικό κείμενο.
Η γυναίκα της βορινής κουζίνας είναι μια σύγχρονη γυναίκα που στοχάζεται για τον έρωτα και το τίμημα, για την παρουσία και την απώλεια, για τη ζωή και το θάνατο, για την πραγματικότητα και τη φαντασία και πάνω από όλα διερευνά τη λεπτή κόκκινη γραμμή που χωρίζει την πραγματική ζωή από την επίφαση ζωής, τη  γνησιότητα από την συνήθεια, την ύπαρξη από την αλλοτρίωση. «Στο σπίτι μου, που δεν είναι σπίτι μου…» ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου, «Είμαι ζωντανή τη νύχτα. Είμαι νεκρή το πρωί!» ο τίτλος ενός άλλου.
Εμβληματικά πρόσωπα ή προσωπεία γυναικών περνούν από τις σελίδες. Κλεοπάτρα, Βερενίκη, αλλά και η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, η Πολυάννα, η Μπλέ Πριγκίπισσα, η Ωραία Κοιμωμένη και άλλες πολλές  που μεταπλάθονται στο πρόσωπο μιας Ράνιας, μιας Αρσινόης, μιας Ευρυδίκης. «Αν είναι δυνατόν να μη συνεχίζουμε να παίζουμε ένα ρόλο» κραυγάζει ένας ακόμη τίτλος του βιβλίου.
Οι ηρωίδες της Ελένης Γκίκα , ξεδιπλώνονται σαν αρχαίος χορός γυναικών κάτω από τους ήχους μιας αιθέριας μουσικής. Γυναίκες που αγωνίζονται να φύγουν από τη σκιά και να βγουν στο φως. Στα βήματα τους αναδύεται η γυναίκα που στοχάζεται για το θαύμα της ζωής για την οδύνη του θανάτου, για το μυστήριο του έρωτα, για τη χαρά της μητρότητας, για το αίνιγμα της ύπαρξης. Η γυναίκα στο σεληνόφως της γραφής.
info@bookbar.gr
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας
«Τα χρυσόψαρα γράφουν τους νωθρούς νοσταλγικούς τους κύκλους μέσα στη μεγάλη φωτεινή τους γυάλα, χωρίς καθόλου να αντιλαμβάνονται πως ο κόσμος τους, το πεδίο των διαδρομών τους είναι καμπύλο».
Κοιτάζει αυτές τις δύο τόσο όμοιες –διαφορετικές  γυναίκες- στην  ίδια γυάλα χρυσόψαρα, να αγνοεί το ένα το άλλο. Πώς να το πει; Ότι «τις δυστυχίες μας τις δημιουργούμε εμείς και μόνο και ότι επάνω σ’ αυτές μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τα ίδια μας τα δακτυλικά αποτυπώματα» ή ότι «η αλήθεια είναι η πιο αντιφατική απ’ όλες τις έννοιες»;  [….]
«Και το ότι «όταν ερωτεύεται κανείς μια μάσκα, υποχρεώνεται αυτομάτως να φορέσει επίσης, μια μάσκα» σ’ αυτές τις δύο τόσο διαφορετικές – όμοιες γυναίκες πώς να το πει;
«Μήπως τέτοιου είδους ζωές, σχέσεις, εραστές, θα έπρεπε να πορευτούν τη ζωή τους ενωμένοι, όμως φορώντας τις μάσκες τους; Εξάλλου, «ο έρωτας απολαμβάνει να αυτοβασανίζεται», όπως και η ζωή.»  (σελ 62 – 63) από το Κεφάλαιο «Η Γυναίκα στον Δυτικό Καθρέφτη»
ΒΙΟ
Η Ελένη Γκίκα γεννήθηκε το 1959 στο Κορωπί. Δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός στις «Εικόνες» και στο « Έθνος της Κυριακής» από το 1983, έχει ασχοληθεί με το μυθιστόρημα, το διήγημα, την ποίηση, το παραμύθι, έχει συμμετάσχει σε συλλογικές εκδόσεις και έχει επιμεληθεί βιβλία και σειρές. Κυκλοφορούν είκοσι οκτώ βιβλία της. «Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας» είναι το δέκατο τρίτο μυθιστόρημα της.
Το προσωπικό της ιστολόγιο στη διεύθυνση
http://alefmoha.blogspot.com  
INFO
«Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας»
Ελένη Γκίκα
Εκδόσεις Καλέντης
Σελ. 424, Τιμή € 17,00

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Φωτογραφία της σκληρής πραγματικότητας

Για την “Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας” (Εκδ. Καλέντη), γράφει στο Art του Ελεύθερου Τύπου, την Κυριακή 1η Απριλίου

η Αρετή Νταραδήμου

Φωτογραφία της σκληρής πραγματικότητας

Ελένη Γκίκα
Στο τελευταίο της μυθιστόρημα συνυπάρχουν
όλοι οι σπουδαίοι ήρωες της σύγχρονης λογοτεχνίας

Την προσπάθεια μιας γυναίκας να βρει την ταυτότητά της, να αποκτήσει υπόσταση και να ξεφύγει από το περιθώριο στο οποίο έχει εγκλωβιστεί πραγματεύεται στο νέο μυθιστόρημά της η συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας Ελένη Γκίκα.
“Με ανεπίδοτες λαχτάρες και καταχωνιασμένες επιθυμίες, τόσο βαθιά, ώσπου ξεχάστηκαν τελικά”, η “Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας” επιχειρεί να εξερευνήσει τη φύση της, την ψυχή της, να κατανοήσει τις αιτίες που τα όνειρά της έμειναν απραγματοποίητα. Αναπαράγει με τη μνήμη της τις στιγμές εκείνες του παρελθόντος της που τη στιγμάτισαν, καθώς προσπαθεί εναγωνίως να καταλάβει πού έσφαλε, καθώς και γιατί δεν κατόρθωσε να χτίσει γερές σχέσεις με τους γύρω της, με τα πρόσωπα που εμφανίστηκαν είτε σε πρωταγωνιστικό ρόλο είτε σ εκείνον του κομπάρσου στη ζωή της.

“Γυάλινος Πύργος”
Παρ' όλα αυτά, η “Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας”, η οποία θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε γυναίκα του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος, δεν είναι απομονωμένη, κλεισμένη μέσα στο “γυάλινο πύργο” της, όπως ενδεχομένως θα περιμέναμε.
Αντιθέτως, αντιλαμβάνεται πλήρως τους τριγμούς μιας σαθρής κοινωνίας, που αναπτύσσεται γύρω της, και εξεγείρεται με σθένος ενάντια στις ενέργειες μιας στείρας εξουσίας, η οποία ευθύνεται τελικά για το χαμό του νεαρού στα Εξάρχεια. Ενός χαμού που κυριολεκτικά “έπνιξε” την Αθήνα στις φλόγες. Η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος της Ελένης Γκίκα διαθέτει πολλά πρόσωπα. Είναι η γυναίκα που αναζητά το χαμένο γιο της, η γυναίκα που ψάχνει τον έρωτα, η προδομένη γυναίκα, η επαγγελματίας. Είναι όμως και η γυναίκα που φτιάχνει μαντλέν, το παραδοσιακό γαλλικό γλυκό, αγαπημένο του Προυστ.

Διακυμάνσεις.
Η συγγραφέας αποδίδει υποδειγματικά τις πολυδιάστατες διακυμάνσεις, τόσο ψυχολογικές όσο και συναισθηματικές, της “Γυναίκας της Βορινής Κουζίνας”. Με περίτεχνη αλλά και λιτή γλώσσα, η οποία μαρτυρά την πολύχρονη “θητεία” της συγγραφέως στο χώρο της ποίησης, η Ελένη Γκίκα συμβολοποιεί τελικά την πρωταγωνίστριά της.
Στο τελευταίο της μυθιστόρημα, η γνωστή συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας κατορθώνει να ενσωματώσει, αλλά και να δέσει σε ένα αρμονικό αποτέλεσμα τους φιλοσοφικούς στοχασμούς πληθώρας ανθρώπων του πνεύματος. Με κυρίαρχο τον Ντάρελ, στις σελίδες του βιβλίου συναντώνται ο Μπόρχες με τον Κάφκα, ο Ντίκενς με τον Προυστ, ο Ουγκό με τον Πεσόα και, φυσικά, ο Φρόιντ με τον Γιουνγκ.
“Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας” απευθύνεται σε απαιτητικούς αναγνώστες. Σε εκείνους που προτιμούν τις ερωτήσεις από τις “εύκολες” απαντήσεις. Τόσο σε προσωπικό επίπεδο, όσο και σε κοινωνικό, η διαδρομή της ηρωίδα είναι βασανιστική, ενώ η αέναη ταλάντευσή της ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν ξεγυμνώνει την πραγματικότητα και τη “φωτίζει” σε όλο της το σκληρό, ενίοτε, μεγαλείο.

Ελεύθερος Τύπος
Art
Κυριακή 1η Απριλίου 2012