Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Φαίνομαι δέντρο, αλλ' είμαι της φυγής μέσα μου- μέσα μου


H ζωή σε 40 ερωτήσεις: Ελένη Γκίκα
Η συγγραφέας απαντάει στο ερωτηματολόγιο του Προυστ για το Lifo.gr. Επιμέλεια: Μίνα Καλογερά. Πηγή: www.lifo.gr 

-  Ποια είναι η εικόνα που έχετε για την απόλυτη ευτυχία; 

Όλος ο κόσμος μια τεράστια βιβλιοθήκη που υπόσχεται…


- Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος σας;

Ο φόβος του Φόβου. Δευτερότριτο, μάταιο συναίσθημα. Και το να μη φοβούνται και να πονούν τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι, και – είναι πολλοί- αυτοί που αγαπάω.

- Ποιο εν ζωή πρόσωπο εκτιμάτε περισσότερο;

Την υπέροχα γενναία μαμά μου. Άργησα να την γνωρίσω μέσα στις απίστευτες κόντρες μας, αλλά είμαι πια τόσο υπερήφανη.
 
- Σε ποιο πράγμα προδώσατε τον εαυτό σας και μετανιώνετε περισσότερο γι’ αυτό;

Στο ότι δεν φεύγω εγκαίρως! Αφήνω περιθώρια και περιθώρια και περιθώρια, ελπίζοντας. Αφού ό,τι είναι για να φανεί, συνήθως απ’ την αρχή φαίνεται, προς τι ο μάταιος μόχθος;

- Για ποια προδοσία του εαυτού τους οικτίρετε τους άλλους;.

Για το ότι ζουν από την ατολμία τους, ζωή ερήμην. Το να ζεις την ζωή ενός άλλου επειδή φοβήθηκες, είναι σχεδόν κατάρα.

- Ποιο εν ζωή πρόσωπο σιχαίνεστε περισσότερο;

Είμαι του οίκτου και όχι της απέχθειας. Έχω βέβαια πολλούς να λυπάμαι.

- Ποιο είναι το αγαπημένο σας απόφθεγμα;

Ήμουν ο Όμηρος, σε λίγο θα είμαι Κανένας σαν τον Οδυσσέα. Μπόρχες, κανείς άλλος δεν περιγράφει τόσο σοφά έναν κύκλο ζωής.

- Τι νοσταλγείτε περισσότερο;

Τις στιγμές με τους αγαπημένους μου που έφυγαν και δεν τις χόρτασα, και δεν τους χόρτασα. Αυτό το «έχουμε καιρό», μεγάλη βλακεία.

- Ποιο είναι το πιο εξωφρενικό πράγμα που έχετε κάνει;

Άφησα ό,τι είχα και δεν είχα και έφυγα με ένα εικοσάρικο στη τσέπη στα είκοσι πέντε μου (γάμο, δουλειά, βιβλιοπωλείο). Κι αυτά δεν τα κάνουν «τα κορίτσια από σπίτι», το τελευταίο αυτό για να διαφανεί η δυσκολία. Φαίνομαι άνθρωπος- δέντρο, αλλ’ είμαι της φυγής μέσα μου- μέσα μου.

- Ποιο είναι το αγαπημένο σας ταξίδι;

Στην Αγία Πετρούπολη. Για τον Ντοστογιέφσκι. Κλείνω τα μάτια κι είμαι στην τραπεζαρία, στο γραφείο. Σχεδόν αγγίζω την κούκλα και το αλογάκι των παιδιών, βλέπω το χαλί, τις σκάλες, τον δρόμο…

- Ποια θεωρείτε την πιο υπερεκτιμημένη αρετή;

Την επιδεξιότητα. Σχεδόν την απεχθάνομαι. Με ενοχλούν οι άνθρωποι που τα πολυκαταφέρνουν. Έχω μεγάλη αδυναμία στους αδέξιους.

- Ποιο είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό σας;

Η τεράστια υπομονή και η ανοχή, «άσε, θα δείξει», ακόμα.

- Ποιο χαρακτηριστικό προτιμάτε περισσότερο σε κάποιον;

Την καλοσύνη από επιλογή. Την γενναιοδωρία.

- Τι θεωρείτε πιο σημαντικό στους φίλους σας;

Το ένα τους πρόσωπο. Το ότι είναι αυτό που είναι. Θεωρώ δευτερότριτο τα πολλά πρόσωπα.

-Ποια είναι η καλύτερη συμβουλή που σας έχουν δώσει;

«Να είσαι ευαίσθητη με τους άλλους και όχι με την πάρτη σου» της μάνας μου. Κι εκείνο το αλησμόνητο «ε και;» ενός άντρα.

- Πότε κλάψατε για τελευταία φορά;

Προχθές, που πέθανε ο μπαμπάς του Χρήστου. Γελάω πολύ κι ίσως γι’ αυτό και να είμαι κλαψιάρα.

- Ποιος είναι ο μεγαλύτερος μύθος για τη διασημότητα;

Η ευτυχία. Είναι περίεργο τρένο, όποτε θέλει σε καταδέχεται.

- Διαλέξτε πέντε λέξεις που περιγράφουν τον εαυτό σας;

Εύπιστη, βιβλιομανής, καθηκοντόπληκτη, υπερβολική, σπάταλη μέχρι αμαρτίας σε όλα (και στα συναισθήματα).

- Ποιοι είναι οι δύο καλύτεροί σας φίλοι;

Η Μάρω κι ο Γιάννης. Μ’ αγαπούν κι είναι στο πλάι μου όσο ζαβή και να είμαι. Να πω τρεις; Και η Αρετή. Είναι μεσ’ στο κεφάλι μου και έτσι μπορεί κι επιμελείται τις ιστορίες.

- Ποια μουσική θα θέλατε να παίξουν στην κηδεία σας;

Το Bolero του Ραβέλ γι’ αυτή την αιώνια επανάληψη που 
ανεβοκατεβαίνει. Ή κάποια από τις μουσικές της Καραίνδρου που είναι ένας διαρκής αποχαιρετισμός. Μαχαιράκια που σφάζουν και αγαλλιάζουν.

- Τι θεωρείτε ως έσχατο βαθμό δυστυχίας;

Τους άφιλους. Τους πραγματικούς φίλους μας τους αξίζουμε ή δεν τους αξίζουμε, είναι ο καθρέφτης μας. Χωρίς αυτούς είμαι η Καμία.

- Πού θα θέλατε να ζείτε;

Είμαι άνθρωπος… δωματίου. Κι αυτό το δωμάτιο θα μπορούσε να είναι παντού. Καλά είναι κι εδώ όπου είναι. Αλλ’ έτσι ή αλλιώς χρειάζομαι ελάχιστα. Που όσο περνούν τα χρόνια, όλο και λιγοστεύουν.

- Ποια είναι η αγαπημένη σας απασχόληση;

Ε, το διάβασμα. Μέχρι τελικής πτώσης! Δλδ σχεδόν γίνομαι γραμματοσειρά και μπαίνω στη σελίδα.

- Σε ποιες περιπτώσεις λέτε ψέματα;

Για να μη πονέσω τον άλλον, σταθερά. Σε περίπτωση αρρώστιας, στο φινάλε δεν ξέρεις!

- Τι απεχθάνεστε περισσότερο στην εμφάνισή σας;

Το ό,τι εκείνο που αισθάνομαι φαίνεται! Κοκκινίζω, πρασινίζω, μαυρίζω… δεν μπορώ να κρύψω πια τίποτε. Αλλ’ όσο περνά ο καιρός κι αυτό πια δεν με νοιάζει. Και την τάση μου να αυξομειώνονται τα κιλά μου. Αλλά τώρα ούτε κι αυτό με πειράζει.

- Ποιες λέξεις ή φράσεις χρησιμοποιείτε υπερβολικά;

«Υπέροχο», «μάτια μου», «εντελώς μυθιστορηματικό»… αλλ΄ έτσι είναι. Δεν είναι;

- Τι ή ποιον αγαπάτε περισσότερο στη ζωή σας;

Την Νεφέλη τη βαφτιστήρα μου. Για κείνη θα έδινα και τη ζωή μου.

- Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;

Για τα ταξίδια που δεν έκανα μ’ έναν άντρα που πέθανε. Για τις βόλτες που δεν τις χόρτασα όσο θα ήθελα με τον μπαμπά μου.
 
- Πότε και πού υπήρξατε ευτυχισμένη;

Όταν κρατώ στην αγκαλιά μου την κοιμισμένη Νεφέλη. Όταν διαβάζω. Δλδ είμαι ακόμα και μάλλον έχω βρει και τον τρόπο να υπάρξω σ’ αυτή τη ζωή ευτυχισμένη.

- Ποιο ταλέντο θα θέλατε να είχατε;

Επιδέξια χέρια! Εκτιμώ πολύ αυτούς που πιάνουν τα χέρια τους! Δλδ ζυμώνουν, φυτεύουν, κουρεύουν, ζωγραφίζουν, κάνουν ρούχα, κοσμήματα… προσπαθώ βέβαια…

- Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Ντοστογιέφσκι, Μπόρχες, Τόμας Μαν, Κάφκα, Μαγιακόφσκι, Έμιλυ Ντίκινσον, Κάρεν Μπλίξεν, Βιρτζίνια Γουλφ, Γιόκο Ογκάουα, Πρεβέρ για την ποίηση της καθημερινότητας. Ειδικά οι δυο πρώτοι είναι η ζωή μου, Τους χρωστώ, πώς το λένε.

- Ποιος είναι ο αγαπημένος σας φανταστικός ήρωας;
    Ο πρίγκιπας Μίσκιν από τον «Ηλίθιο». Μου προκαλεί δέος η απόλυτη καλοσύνη. Κι ο Καθηγητής στη «Θυσία» του Ταρκόφσκι.

- Ποιοι είναι οι πραγματικοί ήρωες σας;

Εκείνοι «που δημιουργούν στα όρια της εξάντλησης, αυτοί που λυγίζουν κάτω απ’ το βαρύ μόχθο, που είναι κιόλας τσακισμένοι και στέκουν, ωστόσο, ορθοί» όπως υποστηρίζει ο Άσσενμπαχ στον «Θάνατο στη Βενετία». Εκείνοι που «παρά τούτο» σχεδόν αγγίζουν το μεγάλο.

- Ποια είναι τα αγαπημένα σας ονόματα;

Όλγα, Αντιγόνη, Αριάδνη κι Ορέστης. Τα πρώτα, δυνατά, ο τελευταίος ευάλωτος. Αλλά το εθνικά οικογενειακό μας όνομα είναι Σπυρίδων. Για άπειρους λόγους κι ανεξερεύνητους.

- Τι απεχθάνεστε περισσότερο;

Την αλαζονεία και την κακία, τα θεωρώ βλακεία. Κανείς δεν ξέρει πότε σώζεται το καντήλι του και τι τον περιμένει στη γωνία, κι όσο για την κακία, ε αρκεί ο προσωπικός σταυρός μας, έτσι δεν είναι;

- Ποια είναι η παρούσα διανοητική σας κατάσταση;
 
Χαρμολύπη. Σα να περνάμε καθαρτήριο. Η αίσθηση ότι ζούμε σε σημαντικότατη εποχή που απευχόμαστε.

- Αν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στον εαυτό σας, τι θα ήταν αυτό;
Αυτή την αίσθηση της βαθύτατης λύπης που ώρες- ώρες αγγίζει τα όρια της μελαγχολίας. Να πίστευα περισσότερο. Να, αυτό θ’ άλλαζα. Την πίστη. Θα’ θελα να ‘ταν ακλόνητη.
 
- Aν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στην οικογένεια σας, τι θα ήταν αυτό;

Θα εξαφάνιζα και την ελάχιστη αίσθηση φόβου. Μάταιο συναίσθημα, ποτέ δεν συνέβη ό,τι φοβήθηκα, και εκείνο που δεν αντέχω, θα το ξαναπώ, είναι τους αγαπημένους μου, φοβισμένους.

- Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερή σας επιτυχία;

Τους φίλους μου. Το ό,τι έζησα και ζω όπως μου πάει. Την δική μου ζωή, γι’ αυτό και φτάνω χωρίς να βαρυγκομώ στο ταμείο.

- Αν μπορούσατε να διαλέξετε πώς να επιστρέψετε στη ζωή, τι θα θέλετε να είστε;

Βιβλιοθηκονόμος σε μια βιβλιοθήκη μικρής πόλης. Για τα βιβλία και τους ανθρώπους της πόλης.


H Ελένη Γκίκα είναι συγγραφέας δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός. Μέσα στο 2013 θα κυκλοφορήσουν ,το μυθιστόρημα «Το bolero δεν ήταν του Ravel» και το παραμύθι «Η ζωγραφιά που ταξιδεύει» από τις εκδόσεις «Καλέντη». Πηγή: www.lifo.gr

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Το αυριομυστήριο

Το αυριομυστήριο

Αγριομυστήριο”
άκουσαν,
διαμαρτυρήθηκε'
μα δεν είναι το ίδιο
αύριο”
ξεκάθαρα τους τόνισε'
κύλησε αυτό το ρο
σα γάργαρο γέλιο'
έτσι κι αλλιώς
αυτό το “μυ”
είναι το ίδιο,
μύστης και μάγος
μυστικό
δεν είναι άγριο,
είναι άγιο το αύριο
μόνο να υπογράφεις
εν λευκώ”
βλακεία οι όροι.

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

(από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή "Άδεια δωμάτια")

Ποιητικό Ημερολόγιο 2013 (Εκδ. Ιωλκός)

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

“Μάσκες είναι τα πρόσωπά μας”



δημοσιεύθηκε στο diastixo.gr


Λευκή ρεβάνς” της Αργυρώ Μαντόγλου, Εκδ. “Ψυχογιός”, σελ. 408,


Όλοι φοράμε μάσκες. Είτε το ξέρουμε είτε όχι. Το πρόβλημα είναι με εκείνους που φοράνε μάσκες δηλητηριώδεις και νομίζουν πως μπορούν να απαλλαγούν όποτε το θελήσουν, αλλά η μάσκα πια δε γίνεται να αφαιρεθεί: το πρώην πρόσωπό του έχει αλλοιωθεί ανεπανόρθωτα”.
Μάσκες είναι και τα πρόσωπά μας”.
Στο καινούργιο μυθιστόρημα της Αργυρώς Μαντόγλου, μια Πολυτίμη που είναι τηλεφωνήτρια, μια Ευρυδίκη που δουλεύει σε ταξιδιωτικό γραφείο, η Αντιγόνη που είναι πλαστική χειρουργός, μια Μαριάννα που είναι ήδη νεκρή μα ωστόσο ένα μέιλ της επιμένει σε “παρουσίες”, μια Ελισσάβετ που είναι Έλσα και είναι συγγραφέας και ένας άντρας που απαντά ως paranormal, λειτουργεί σαν Ζορό ο εκδικητής, είναι ο άνδρας της κερδισμένης μέρας (γεννήθηκε την 29η κάποιου Φεβρουαρίου), “ζει από τύχη, αγαπά κατ' επιλογήν και μεταμορφώνεται καθ' έξιν” και μια σειρά από μικρά εγκληματικά οικογενειακά μυστικά. Ένας άντρας που ψάχνει μέσα σε ξένα σκουπίδια.
Ήρωες που συναντούνται τυχαία, σε μια Αθήνα που σπάνε βιτρίνες και σκοτώνονται μαθητές, στο Λονδίνο που εκρήγνυνται βόμβες και σε ένα νησί όπου ο θύτης και το θύμα ετοιμάζονται για το μεγάλο φινάλε.
Η αφήγηση πολυπρισματική, με επίκεντρο πάντα μια Μαριάννα νεκρή και με ένα τατουάζ σκαραβαίο στο χέρι που είναι το εσαεί τέλος. Με εγκιβωτισμένο ένα βιβλίο μέσ' στο βιβλίο. “Το αμάρτημα του πατρός μου”, η συγγραφέας του πιστή στο αρχικό παιχνίδι με τις μάσκες, {έργο σε εξέλιξη της Ε.Λ} είναι αυτή τελικά που θα βάλει την τελεία στης ζωής τους το κείμενο.
Αντιμετωπίζοντας τα όλα στην αρχή σαν “ξένη πλοκή”. Έτσι ακριβώς εκφράστηκε για την οικογένειά της. “Ξένη πλοκή”.
Στην πορεία μια σειρά από ασύνδετους φόνους. Τα θύματα “καμία μεταξύ τους σχέση, πέρα από την ηλικία τους: όλοι γεννημένοι την ίδια χρονιά”. Ο θύτης, ένας άνδρας μ' αγγελικό πρόσωπο που μισεί τους καθρέφτες, ενεργεί μόνος του πιστός σε μια λίστα, ποτέ δεν αναρωτιέται τους λόγους, ακολουθεί αυτή τη λίστα.
Τα θύματά του, από κάποιο σημείο και μετά “γυναίκες που αγαπούν τον ίδιο άντρα”, και γι' αυτό και “εκτεθειμένες στον ίδιο κίνδυνο”. Και μια ζωή σαν τον άνεμο, ή θα λυγίσεις, ή σπας. Ο κόσμος, όπως τον πίστευε ο αυτόχειρας πατέρας του, “μια ασθένεια”.
Εγχειρίδιο σωτηρίας, σελίδες με “Α! Και ΑΧ!” Μια φωτογραφία παλιά με παιδιά, και ένα ξεχασμένο βιβλίο.
Το αποτέλεσμα, ένα βιβλίο ματριόσκα. Αστυνομικό κατ' αρχάς, υπαρξιακό για την τρομοκρατία του τυχαίου στο τέλος. Με τα όρια θύτη και θύματος τόσο θολά, με τα πρόσωπα να μπερδεύονται, τελικά, με το προσωπείο. Με την πρώτη της λίστας, έσχατη, εντέλει. Με τους μυθιστορηματικούς ήρωες να αποφασίζουν γι' αυτούς της ζωής, με τον τρόπο ανάγνωσης ν' αλλάζει όλα τα δεδομένα. Και για τούτο και... άκυρη η ρεβάνς!
Ένα ευφυές, σαν παρτίδα σκακιού, γοητευτικό, τελικά, βιβλίο.


Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

“αν πρόσεχε καλά, έβλεπε πολλές κλωστές να κρέμονται στον αέρα, όποιος θέλει να τις δει τις βλέπει”.

Δεν υπάρχει πουθενά το 1984 που ήξερα. Τώρα είναι το 1Q84. Ο αέρας άλλαξε, το τοπίο άλλαξε. Πρέπει να προσαρμοστώ σ' αυτόν τον κόσμο με τα ερωτήματα το συντομότερο δυνατόν. 

δημοσιεύθηκε στο diavasame.gr 


Οι δυο πρώτοι τόμοι από την μυθιστορηματική τριλογία “1Q84” του Χαρούκι Μουρακάμι και κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις “Ψυχογιός” μας εισάγουν σε έναν αλλόκοτο, μαγικό χωροχρόνο. Στις 900 περίπου σελίδες όλα βρίσκονται εκεί: φιλοσοφικά ερωτήματα και υπαρξιακά διλήμματα, λογοτεχνικοί ήρωες, ποιητική καθημερινότητα, Ιστορία και εφιαλτικό παρασκήνιο. Το καλό και το κακό και δυο που αγαπιούνται και ψάχνονται διαρκώς...

1Q84” του Χαρούκι Μουρακάμι, Μετάφραση: Μαρία Αργυράκη. Εκδ. “Ψυχογιός”, σελ. 471 και 410, πρώτο και δεύτερο βιβλίο, 13.99 και 12.99 ευρώ

Θυμάσαι τίποτα από την ηλικία των δέκα χρόνων;” ρώτησε η Κυρία την Αομάμε. “Θυμάμαι πολύ καλά”, της απάντησε. Εκείνη τη χρονιά είχε κρατήσει σφιχτά το χέρι ενός αγοριού και είχε ορκιστεί πως θα το αγαπάει για πάντα”.
Ο κεντρικός άξονας σ' αυτό το “μυθιστόρημα- ποταμό” όπως έχει χαρακτηριστεί το καινούργιο έργο του Μουρακάμι, είναι αυτή ακριβώς η συνάντηση. Μια δεκάχρονη, κόρη Μαρτύρων του Θεού, συναντά και κρατά σφιχτά το χέρι ενός επίσης δεκάχρονου γιου φοροεισπράκτορα του ΝΗΚ.
Αλλά ο αλλόκοτος μαγικός κόσμος του Μουρακάμι στην ιστορία, ξεκινά διαφορετικά: Η Αομάμε που θα βρεθεί σε ένα ταξί ακούγοντας τη “Συμφωνιέτα” του Γιάνατσεκ, για ν' αποφύγει το μποτιλιάρισμα θα κατεβεί και θα περάσει από τις σκάλες κινδύνου σε έναν χωροχρόνο “εκτός της πεπατημένης”, όπου “τα φαινόμενα απατούν”, όπως της είχε πει ο ταξιτζής.
Την ίδια ώρα, ο Τένγκο, καθηγητής μαθηματικών και επίδοξος συγγραφέας, θα αναλάβει εκών άκων να ξαναγράψει την παράξενη ιστορία μιας δεκαεπτάχρονης για την “Χρυσαλίδα του αέρα” και μαζί της, έχοντας συμπληρωματικές ικανότητες, θα απελευθερώσει τα ανθρωπάκια στη γη.
Η αφήγηση συνεχίζεται από την Αομάμε στον Τένγκο, σαν σκυταλοδρομία. Οι δρόμοι τους παράλληλοι συνεχώς, κατά τρόπο παράδοξο ακόμα και όταν βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής, δεν συναντιούνται ποτέ. Αναζητά, όμως, για μια ζωή (είκοσι χρόνια) ο ένας τον άλλον. Με έναν ήρεμο τρόπο, σίγουρο, θα 'λεγε κανείς αξιοθαύμαστο και δυναμωτικό. Η Αομάμε αντέχει τους “φόνους” και την άδεια ζωή ακριβώς χάρη σ' αυτό. Αλλά κι ο Τένγκο, με την ανάμνησή της είναι λιγότερο μόνος και σχεδόν καθόλου τρωτός.
Στο μεταξύ και από τον ένα στον άλλον, σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, ξετυλίγεται ένα μυστηριώδες και μαγικό σύμπαν στο οποίο ενυπάρχουν κομψές Κυρίες με σκοτεινό παρελθόν, κακοποιημένα κορίτσια και σύζυγοι, επαναστατικές οργανώσεις και θρησκευτικές σέχτες, οικογενειακά μυστικά και παιδικές αναμνήσεις, ένας γκουρού με μυστηριώδεις δυνάμεις, μια νουβέλα που θα γίνει μπεστ σέλλερ, μια τυφλή κατσίκα, η πόλη των γάτων, τα ανθρωπάκια, ένας ανοΊκός πατέρας, η μάδα (το σώμα), η ντότα (η σκιά) και δυο φεγγάρια.
Σε έναν κόσμο- παράκαμψη της όντως χρονιάς: “1Q84- έτσι θα λέω τον καινούργιο κόσμο, κατέληξε η Αομάμε. Όπου το Q θα στέκει για το “question mark”, το ερωτηματικό. Ένας κόσμος γεμάτος ερωτήματα.
Η Αομάμε έγνεψε καταφατικά στον εαυτό της καθώς περπατούσε.
Είτε μ' αρέσει είτε όχι, τώρα βρίσκομαι στο έτος 1Q84. Δεν υπάρχει πουθενά το 1984 που ήξερα. Τώρα είναι το 1Q84. Ο αέρας άλλαξε, το τοπίο άλλαξε. Πρέπει να προσαρμοστώ σ' αυτόν τον κόσμο με τα ερωτήματα το συντομότερο δυνατόν. Σαν ζώο που το άφησαν ελεύθερο σ' ένα καινούργιο δάσος. Αν θέλω να προστατέψω τον εαυτό μου και να επιβιώσω, πρέπει να μάθω τους κανόνες αυτού του χώρου και να προσαρμοστώ”.
Όλοι όσοι βλέπουν εκείνο -τον- κόσμο- με- τα- δυο- φεγγάρια, βρέθηκαν εκεί για κάποιο σκοπό, αλλά η Αομάμε κι ο Τένγκο ανάμεσα σε όλην αυτή τη δίνη, αυτό που επιθυμούν είναι -κάποια στιγμή- να συναντηθούν.
Εσύ κι ο Τένγκο έχετε έρθει σ' αυτόν τον κόσμο με το ίδιο τρένο” θα της πει ο Γκουρού λίγο πριν να πεθάνει. Και γι' αυτό “ο καθένας με τον τρόπο του καταπιάνεστε με κάτι επικίνδυνο, σε ένα πολύ επικίνδυνο μέρος”. Βέβαια, “η καλύτερη λύση θα ήταν να συναντηθείτε κάπου και να φύγετε από τούτον εδώ τον κόσμο κρατημένοι από το χέρι”, αλλά ο χρόνος κι ο χώρος για την ώρα, δεν ευνοούν τη συνάντηση.
Ιστορίες μέσα στην ιστορία με πλοκή που σου κόβει την ανάσα και φαντασία που σε καθηλώνει και σε ξανακάνει παιδί. Με φιλοσοφικές αναφορές και διλήμματα με τον τρόπο που τα θέτει η αλληγορία και η παραβολή, με το καλό και το κακό και την επανάσταση του έρωτα πάντα στο κάδρο. Με το κέντημα της ζωής πάντα στον ίδιο ουρανό, όπου κάποιος “αν πρόσεχε καλά, έβλεπε πολλές κλωστές να κρέμονται στον αέρα” γιατί “όποιος θέλει να τις δει τις βλέπει”.
Ο συγγραφέας Χαρούκι Μουρακάμι πάντως σίγουρα τις βλέπει. Κι αυτό το γνωρίζουμε ήδη καλά από το “Κουρδιστό πουλί”, το “Νορβηγικό δάσος”, το “Μετά το σεισμό” και την “Σπούτνικ αγαπημένη”. Δεν θα πρέπει, φυσικά, να παραλείψει κανείς ότι με αυτό το βιβλίο ο Ιάπωνας συγγραφέας αποτίει, κατά κάποιον τρόπο, “φόρο τιμής” στον Όργουελ και το “1984”, καθώς και το ότι πρόκειται για τριλογία. Η Αομάμε κι ο Τένγκο θα συνεχίσουν να ψάχνονται στο δικό τους αλλόκοτο 1Q84 και στο μέλλον...

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

η Ιστορία μέσα στις ιστορίες (Η Ιστορία Σήμερα, τεύχος Δεκεμβρίου)

Δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό “Η Ιστορία Σήμερα” (Σάββατο 8 Δεκεμβρίου, μαζί με το έθνος, το περιοδικό κυκλοφορεί κάθε δεύτερο Σάββατο του μήνα μαζί με την εφημερίδα)

Και ένα μάρκο να ήταν...” του Μανώλη Γλέζου, Εκδ. “Α.Α.Λιβάνη”, σελ. 286, 9.90 ευρώ.

Με τον υπότιτλο “οι οφειλές της Γερμανίας στην Ελλάδα” ο Μανώλης Γλέζος, υπογράφει ένα επίκαιρο και καταγγελτικό βιβλίο. Στις σελίδες του, όπως ο ίδιος επισημαίνει: “η περιφρονητική, υποτιμητική και απαξιωτική, όλο λοιδωρίες, ως και απάνθρωπη συμπεριφορά της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα που, φαίνεται, από πρώτη όψη, δυσεξήγητη και εύλογα δημιουργεί πολλά ερωτήματα. Τι συμβαίνει; Γιατί αυτή η στυγνή διαγωγή; Η στάση αυτή υποχρεώνει, πρώτα και κύρια, να υπενθυμίσουμε τι υπέστη ο ελληνικός λαός από τα γερμανικά στρατεύματα στη διάρκεια της Κατοχής στο Β' παγκόσμιο Πόλεμο – ολόκληρο το σχέδιο διάλυσης της Ελλάδας με το διαμελισμό της και αφανισμού του Ελληνικού Λαού με τη γενοκτονία-, να παρουσιάζουμε τις ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις, να τονίσουμε τις σημερινές οφειλές της Γερμανίας προς την Ελλάδα και, πάνω απ' όλα, να υπογραμμίσουμε την ουσιαστική και ηθική πλευρά του προβλήματος”.
Με μότο, ένα απόσπασμα από το “Κατηγορώ του Ζολά”, “Αν θάψετε την αλήθεια κάτω από τη γη, διογκώνεται εκεί μέσα και συλλέγει τέτοια εκρηκτική δύναμη, ώστε την ημέρα που ξεσπά παρασύρει τα πάντα μπροστά της”, με πρόλογο του Ευάγγελου Μαχαίρα (καπετάνιος Λόχου Πολυβόλων του ΕΛΑΣ, και πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών 1081-84, Γραμματέας του ΕΣΔΟΓΕ) και προλεγόμενα με υπογραμμισμένη σημείωση του ίδιου του συγγραφέα “δε μας διακατέχει μίσος κατά του γερμανικού λαού. Θέλουμε διακαώς, επιδιώκουμε με κάθε τρόπο και ευελπιστούμε στη φιλία των λαών Ελλάδας – Γερμανίας/ Προυπόθεση απαραίτητη όμως της φιλίας αποτελεί η αποκατάσταση του δικαίου”, ο Μανώλης Γλέζος υπογράφει και εν θερμώ ένα βιβλίο προς αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας.
Στις σελίδες του: η ηθική του ζητήματος και η ισχυρισμοί της Γερμανίας. Οι παλαιότερες οφειλές της Γερμανίας, η Γερμανική εισβολή και η τριπλή Κατοχή. Η καταστροφή της Οικονομίας, το αναγκαστικό δάνειο και οι νεκροί από τις εκτελέσεις και την πείνα. Οι ανεξόφλητες υποχρεώσεις της Γερμανίας όσον αφορά τους αρχαιολογικούς θησαυρούς και τα έργα τέχνης, το αναγκαστικό δάνειο, τις αποζημιώσεις των θυμάτων και τις συνεχείς αναβολές για την καταβολή των οφειλών. Καθώς και τα τί έχει δώσει ως τώρα η Γερμανία και τι ακριβώς συμβαίνει με τις διεκδικήσεις από κυβερνητικής πλευράς, από την πλευρά του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα και από τους συγγραφείς των θυμάτων
Η επιδίωξή του: η ολόπλευρη ενηµέρωση και κατανόηση του προβλήµατος απ' όλους. “Αποσκοπούμε να ξεθάψουµε το θέµα των οφειλών της Γερµανίας προς την Ελλάδα, το οποίο έχουν θάψει στα τάρταρα της λησµοσύνης από τη μια η Γερµανική εκδικητικότητα και από την άλλη το μένος κατά της Εθνικής Αντίστασης. Δε µάς διακατέχει µίσος κατά του Γερµανικού λαού”.
Η επισήμανση: “Και ένα μάρκο να ήταν η οφειλή, η Γερμανία έχει τη νομική, την ιστορική, αλλά προπαντός την ηθική υποχρέωση να εκπληρώσει τα χρέη της απέναντι στην Ελλάδα”.


Η περιπέτεια του Κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα” του Γιώργου Ρωμαίου, Εκδ. “Πατάκη”, σελ. 543, 30 ευρώ

Το έργο στο σύνολό του, αφηγείται τη δυσχερή και ασταθή πορεία του κοινοβουλευτικής ζωής στην Ελλάδα. Πολιτικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις, γνήσιες και νόθες εκλογές, παρασκήνια και ξένες επιδράσεις, οι πρωταγωνιστές και οι πράξεις τους, αποτελούν, εν τέλει, “το μωσαικό της περιπέτειας του κοινοβουλευτισμού”.
Ο τρίτος τόμος της "Περιπέτειας του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα" που κυκλοφόρησε πρόσφατα, αφηγείται τις πολιτικές εξελίξεις από τη ναζιστική Κατοχή έως και τη χούντα των συνταγματαρχών. “Μια εποχή δραματική, γεμάτη πόλωση, η οποία στις αρχές της καθορίστηκε από έναν νέο μεγάλο εθνικό διχασμό, τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, και προς το τέλος της σφραγίστηκε από τη σύγκρουση κορυφής ανάμεσα στον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου και τον βασιλιά Κωνσταντίνο Β”, επισημαίνει ο συγγραφέας. Στις σελίδες του βιβλίου, από τις πολιτικές δυνάμεις, τα κέντρα εξουσίας και τ' Ανάκτορα, την Κατοχή και την Αντίσταση μέχρι την δραματική τριετία του εμφυλίου, τον Παπάγο στην εξουσία, τα Ιουλιανά και τη δικτατορία.
“Η έναρξη της μεταπολεμικής περιόδου στην Ελλάδα σήμανε την είσοδο της χώρας στο διεθνές ψυχροπολεμικό σκηνικό. Ταυτόχρονα σήμανε την "εξάρτηση" του ελληνικού κοινοβουλευτισμού από τρεις πόλους εξουσίας που εξήλθαν ενισχυμένοι από την ελληνική εμφύλια σύγκρουση: τον αμερικανικό παράγοντα, το Στέμμα και το στρατό. Η αδυναμία του ελληνικού κοινοβουλευτισμού να υπερκεράσει την αυξανόμενη επιρροή των τριών αυτών πόλων οδήγησε στη μοιραία διετία 1965-1967, ένα συνεχές πολιτικό αδιέξοδο με αποτέλεσμα μια ακόμα κατάλυση της ελληνικής δημοκρατίας. Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών θα ρίξει τους τίτλους τέλους σε μια καθοριστική και δραματική περίοδο για τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό. Η ελληνική δημοκρατία θα παραμείνει υπό τη βαριά σκιά της δικτατορίας για επτά χρόνια, έως και το 1974”, επισημαίνει ο συγγραφέας.


Όπλων κρίσις” του Μίμη Ανδρουλάκη, Εκδ. “Πατάκη”, σελ. 283, 14 ευρώ.

Με τον υπότιτλο “Νεκρικοί διάλογοι με την αριστερά” ο Μίμης Ανδρουλάκης αποφασίζει να τα ξαναθέσει όλα επί χάρτου ή μάλλον να τους επαναφέρει όλους στο προσκήνιο, από τους κομμουνιστές Λένιν, Τρότσκι, Λούξεμπουργκ, Γκράμσι, μέχρι τους σοσιαλιστές Ζορές, Μπερντσάιν, Κάουτσκι, Χίλφερνιντγκ, Μπάουερ, Μπλουμ. Από τους Τολιάττι, Τορέζ, Μπερλινγκουέρ, Μαρσαί, Καρίγιο, Φλωράκη, Κύρκο, μέχρι τους Άττλι, Μολλέ, Κάλλαχαν, Μπραντ, Σμιτ, Κράισκι, Μιττεράν, Πάλμε και Ανδρέα Παπανδρέου. Ένα έργο “πολιτικής φαντασίας” όπως ο ίδιος το χαρακτηρίζει το οποίο κλείνοντας το μάτι στους “Νεκρικούς διαλόγους” του Λουκινού και αποτελώντας “μια κάθοδο στον Κάτω Κόσμο”, επιχειρεί να αναζητήσει, τελικά, δρόμο και λύση.
Ο τίτλος- δάνειο από μια σκηνή στον Τρωικό πόλεμο. Η βασική ερώτηση, σε όλους κοινή “Τι να κάνουμε;”
Ο συγγραφέας, εννοείται, είναι εκείνος ο οποίος κατεβαίνει στον Άδη και ρωτά, το αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζει: “γυρίζουμε το χρονοδιακόπτη και κοιτάζουμε μαζί τους την Αριστερά του 21ου αιώνα από τα δικά τους ορόσημα, από τις πιο αντιπροσωπευτικές κορυφογραμμές της ιστορίας, πίσω εκατό, ενενήντα, ογδόντα, εβδομήντα, εξήντα, πενήντα, σαράντα, τριάντα, είκοσι χρόνια”. Το αποτέλεσμα, ευφάνταστο και εντυπωσιακό: ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ μάς υπενθυμίζει ότι κάθε ανανεωτικό εγχείρημα περιλαμβάνει και μια “ανάσταση νεκρών”. Ο Φρανσουάζ Μιττεράν θυμάται την παρατήρηση του Μαρξ πως, όταν οι άνθρωποι ετοιμάζονται να κάνουν κάτι που δεν έχει προυπάρξει, επιστρέφουν με δέος στο παρελθόν και με μια δανεική σεβάσμια μεταμφίεση ετοιμάζονται να παραστήσουν τη νέα σκηνή της ιστορίας. Ο Ανδρέας Παπανδρέου εξομολογείται, πρώτη φορά, (πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, άλλωστε) τις εν ζωή εμπειρίες της καθόδου του στον Κάτω Κόσμο. Ξαναθυμόμαστε μαζί του ότι “ο Καρλ Μαρξ συλλαμβάνει εξαρχής το “Κεφάλαιο”, το αριστούργημα της σοσιαλιστικής σκέψης, σαν μια κάθοδο στον Άδη, ακολουθώντας τα βήματα του Οδυσσέα”.
Το βασικό ζητούμενο, το ότι “ο αναγνώστης θα δοκιμάσει την ίδια με μας έκπληξη, ίσως και τον ίδιο φόβο, όταν διαπιστώσει τις κρυφές αναλογίες, συσχετίσεις και διασταυρώσεις ανάμεσα στις αποπληθωριστικές πολιτικές του Μεσοπολέμου, που οδήγησαν στην εφιαλτική αύξηση της ανεργίας, με τις καθιερωμένες πολιτικές της Ευρωζώνης στις χώρες της περιφέρειάς της”. Η Ιστορία που επαναλαμβάνεται αλλά οι πρωταγωνιστές της, εκεί, αμετάβλητοι στον αιώνα τον άπαντα. Δεν αλλάζει ο άνθρωπος στα βασικά.


Το χαστουκόδεντρο” του Άρη Μαραγκόπουλου. Εκδ. “Τόπος”, σελ. 444, 18 ευρώ.

Γράφοντας το Χαστουκόδεντρο προσπάθησα να καταλάβω πρώτα απ' όλα τι σημαίνει το ρήμα “αντέχω”. Τι σημαίνει δηλαδή να τρως απανωτά «χαστούκια», όπως συνέβη με χιλιάδες ανθρώπους στην Ελλάδα από τον πόλεμο ως το 1974, κι εσύ, ωστόσο, εκεί, ακλόνητος, εφ ω ετάχθης, να αντέχεις συνέχεια. Κι από την ανάποδη: τι σημαίνει για τη ζωή σου να αντέχεις τα «χαστούκια”, εξηγεί ο συγγραφέας κρατώντας όσον αφορά τον αναγνώστη έναν γρίφο σε σχέση με τον τίτλο, και σε ένα μυθιστόρημα- ντοκιμαντέρ όπως το χαρακτηρίζει, αναφέρεται στον τελευταίο μισό του αιώνα μια πολύπαθης χώρας.
Τις σελίδες του διατρέχει η ερωτική σχέση δύο ανθρώπων, δύο κομμουνιστών της εποχής, του Τόνι Αμπατιέλου και της Μπέτι Μπάρτλετ. Εκείνος, μπαίνει στη φυλακή στα 33 του, αποφυλακίζεται στα 50 και ζει έγκλειστος για τα φρονήματά του 17 χρόνια. Εκείνη, κάνει ό,τι περνά απ' το χέρι της για να τον ελευθερώσει. Επιλέγοντας την επαναστατικότητα του έρωτα για ν' αποδείξει την αλληλένδετη σχέση έρωτα και πολιτικής, ο συγγραφέας παραθέτει στοιχεία εποχής για ό,τι συνέβαινε παράλληλα μέσα και έξω απ' την χώρα. Εκείνοι οι δύο κι ο κόσμος, οι ήρωες που αγωνίζονται και οι παράπλευρες απώλειες, όταν η Ιστορία αλλάζει πλευρό. Προσπαθώντας να κατανοήσει για να εξηγήσει “πώς γίνεται να μη ζεις σαν κανονικός άνθρωπος για να αντέξεις, πώς γίνεται να μένεις τις δυο πιο σημαντικές δεκαετίες της ζωής σου φυλακή, να μην υπογράφεις, να ζεις τη ζωή κλεισμένος μέσα, να αγωνίζεσαι για «ένα καλύτερο αύριο» και η ζωή απέξω να προχωράει με τον όποιο βηματισμό, να βγαίνεις μια μέρα στην πραγματικότητα που έχει αλλάξει χωρίς εσένα. Και μαζί μ' αυτό πώς γίνεται να έχεις ζήσει αυτή την υπεράνθρωπη «αντοχή» και μια μέρα να μαθαίνεις ότι μερικά απ' όσα πίστευες, τα περισσότερα, δεν ήταν ακριβώς έτσι”.
Η συγγραφική άποψη “Κι εμείς είμαστε πάντα ένας λαός πειραματόζωο με διεφθαρμένους πολιτικούς, ζούμε μια ζωή ως guinea pigs: μια χώρα που δεν αγαπάει τον εαυτό της, μια χώρα που σκοτώνει τον καλύτερο εαυτό της, μια χώρα σταθερά σε εμφύλια διαμάχη, το πιο συχνά για ένα τίποτε, για ένα άδειο πουκάμισο”. Το αναγνωστικό αποτέλεσμα, ένα μυθιστόρημα που είναι Ιστορία αλλά και ζωντανός οργανισμός, έχει δλδ πολλαπλές αναγνώσεις.



Ελέησόν με” του Ζαν- Κριστόφ Γκρανζέ. Μετάφραση: Ρίτα Κολαίτη. Εκδ. “Καλέντη”, σελ. 685, 22.50 ευρώ



Όλα αρχίζουν με τη σύγκρουση στο ύψιστο σημείο της: ένας Χιλιανός διευθυντής χορωδίας δολοφονείται με τρόπο αλλόκοτο σε μια αρμένικη εκκλησία του Παρισιού και υπό τον ήχο αγγελικής μουσικής. Κατόπιν, γίνονται τέρατα: παιδιά εξαφανίζονται, δολοφονίες με το ίδιο μακάβριο τελετουργικό –στους τοίχους στίχοι από το «Ελέησόν με»– συνεχίζονται, τα σύνορα καταλύονται και όλα αρχίζουν ή μοιάζουν να έρχονται από πολύ μακριά. Από τη Χιλιανή Χούντα στην Πόλη του Φωτός κι απ' εκεί στη Γερμανία της Καθαρής Αρίας Φυλής, όπου εν μέσω Βάγκνερ και Σκάρλετ Ο'Χάρα η ανθρώπινη ύπαρξη και υπόληψη γίνονταν χίλια δυο κομματάκια.
Με κεντρικό άξονα εκκλησίες και παιδικές χορωδίες, ο Γάλλος συγγραφέας και δημοσιογράφος Ζαν-Κριστόφ Γκρανζέ στήνει ένα σκοτεινό ιστορικό ατμοσφαιρικό θρίλερ αναζητώντας τις απαρχές του Κακού. Με εναπομείναντες ναζί –η Ιστορία αποδεικνύει ότι εντέλει είναι παγκόσμια ιστορία ο ναζισμός, βρίσκει πεδίο γόνιμο στην ανθρώπινη ψυχή– που οργανώνουν στρατόπεδα «σωφρονισμού» στη Λατινική Αμερική και κοινωνίες στο απυρόβλητο στην καρδιά της Γαλλίας και υπό τους ήχους θεϊκής μουσικής, χρησιμοποιώντας ως όπλα αγγελικές φωνές, εκτελούν ένα απίστευτο τελετουργικό εκδικητικό γαϊτανάκι.
Το ερώτημα, ασύλληπτο όσον αφορά την απάντηση: Τελικά μπορεί να σκοτώσει η μουσική; Και η μουσική, ναι, όπως ο τάχα μου υπερπατριωτισμός, μπορεί να σκοτώσει!
Με το παρελθόν να καθορίζει το στοιχειωμένο απ' αυτό παρόν, ο συγγραφέας με τρόπο αριστοτεχνικό το κρατά σαν καμβά στην ιστορία αλλά και στη ζωή των δυο περιθωριακών μπάτσων που κατά κάποιον τρόπο πρωταγωνιστούν. Ο Λιονέλ Κασντάν –Αρμένης συνταξιούχος βετεράνος που κουβαλά μια πατρίδα– και ο Βολό –Ρώσος, τοξικομανής και ωραίος σαν ροκ σταρ– ξεφλουδίζουν την Ιστορία μαζί με το δικό τους προσωπικό παρελθόν και αντιμετωπίζουν το γρίφο βαδίζοντας επάνω στον δικό τους προσωπικό γρίφο.
Το αποτέλεσμα, ένα βιβλίο που αναλόγως τον αναγνώστη του έχει τη δύναμη και την αφηγηματική δεινότητα να γίνεται πολλά: ατμοσφαιρικό θρίλερ και πολιτικό μυθιστόρημα, δοκίμιο για τη Μουσική και το Κακό (οποία αντίφαση!), ψυχαναλυτική ιστορία και αφήγημα ιστορικό – κατορθώνει πολλές φορές να ξαφνιάσει.



Ιστορίες ντροπής” του Γιώργου Παμπούκη, Εκδ. “Πατάκη”Ιστορίες Ντροπής” του Γιώργου Παμπούκη. Εκδ. “Πατάκης”, σελ. 421,

Στο εξώφυλλο του δοκιμίου, μια γκραβούρα του 190υ αιώνα. Από κεφάλι γυναίκας ξεπηδούν από τις μάγισσες του Μεσαίωνα μέχρι την Ιωάννα της Λωραίνης και την Αφροδίτη της Μήλου. Στα περιεχόμενα, η ιστορία των γυναικών μέσα από την Ιστορία, την Πολιτική, τη Θρησκεία, την καθημερινότητα και τη νοοτροπία. “Όλοι οι απίστευτα απάνθρωποι καταναγκασμοί που έχουν επιβληθεί “θεσμικά” στις γυναίκες” και έχουν από τους άντρες σχεδιαστεί και επιβληθεί: οι αρχικοί λόγοι και οι γυναίκες στις μη μονοθειστικές θρησκείες, η μητέρα Θεά, οι Κέλτισσες, οι Αμαζόνες και οι γυναίκες στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, οι Ρωμαίες, οι γυναίκες στις ανατολικές θρησκείες , ο Ιουδαισμός, οι γυναίκες στο Ισλάμ και στο σύγχρονο κόσμο. Θεσμικές ρυθμίσεις και ορισμοί, ανατροπές στον τομέα της απασχόλησης, ο φεμινισμός, ο μεταφεμινισμός και ο ανεξερεύνητος ανθρώπινος ψυχισμός. Το “γιατί άραγε” σε εγκλήματα που αφορούν το μισό πληθυσμό της γης, θα μείνει ανοιχτό, καθώς και η διερεύνηση στη συλλογική συνείδηση του δυτικού κόσμου, η σεξουαλική τρομοκρατία που εξακολουθεί να ασκείται στις μέρες μας σε βάρος των γυναικών. Η ιστορία των γυναικών που είναι και η ιστορία του κόσμου. Ή άλλως η ιστορία του κόσμου που καθορίζει την ιστορία των γυναικών.
Οι πιο γενναιόδωροι όσον αφορά το ζήτημα των γυναικών, ήταν η Μινωική Κρήτη κι οι Κέλτες. Σκληρότεροι όλων η Καθολική εκκλησία και οι Ιεροεξεταστές. Το μεγάλο αγκάθι, το υψηλό μορφωτικό επίπεδο των ιεροεξεταστών. Οι μοναδικές γυναίκες που στην ιστορία των γυναικών μοιάζει να είχαν το πάνω χέρι, οι αμαζόνες “αλλά στην κοινωνία των αμαζόνων δεν υπήρχαν άντρες. Συνευρίσκονταν μια φορά το χρόνο σε κάποιο χωριό, γεννούσαν και μάλιστα υπάρχει και ένας ανατριχιαστικός θρύλος ότι τα αρσενικά τα θανάτωναν ή τα στέλνανε πίσω στον πατέρα, αν ήταν γνωστός ο πατέρας”.
Ο Γιώργος Παμπούκης, ο συγγραφέας, πολιτικός μηχανικός σπούδασε, αλλά ως δοκιμιογράφος καταγράφηκε στις συνειδήσεις μας. Με μελέτες χρόνων για τον “Μεγάλο κόσμο του μικρού ανθρώπου”, για τις μονοθειστικές θρησκείες “Στην τροχιά του ενός Θεού”, για τη Γυναίκα μέσα από την Ιστορία, την Θρησκεία και την Φιλοσοφία στις “Ιστορίες Ντροπής”, για το Τυχαίο, στο μέλλον.


Το πρόβλημα Σπινόζα” του Irvin D. Yalom. Μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου. Εκδ. “Άγρα”, σελ. 506, 19.80 ευρώ

Το γεγονός ότι ένα επιχείρημα διαθέτει τη δύναμη να σε γαληνεύει στηρίζει την ιδέα ότι κανένα πράγμα δεν είναι πραγματικά καλό ή κακό, ευχάριστο ή τρομακτκό αφ' εαυτού και εαυτό. Μόνο το μυαλό σου το καθιστά τέτοιο”.
Στο καινούργιο βιβλίο του ο ψυχοθεραπευτής Γιάλομ εξετάζει μέσα από τη ζωή και το έργο του Σπινόζα, δυο εποχές και δυο βίους αλλόκοτα παράλληλους. Αυτή του εβραίου φιλοσόφου που έζησε αποσυνάγωγος το 17ο αιώνα και του οποίου το έργο επηρέασε την παγκόσμια σκέψη και την άλλη του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ που υπήρξε ο ιδεολόγος των ναζί. Συνδετικός κρίκος ο... Γκαίτε και η αδυναμία του στον Σπινόζα. Κεντρικός άξονας αυτού του ιστορικού και φιλοσοφικού μυθιστορήματος μια αναγνωστική παρεξήγηση και μια διανοητική εμμονή.
Στις σελίδες του, οι εποχές και οι διαδρομές των δυο ανδρών εκτυλίσσονται παράλληλα. Η καταγωγή του ενός και του άλλου, το ιστορικό πλαίσιο, οι αναγνώσεις και το συγγραφικό έργο, οι εκ διαμέτρου διαφορετικές ζωές. Η ασκητική ζωή του ενός και η μεγαλομανής ζωή του άλλου. Η “Ηθική” του ενός και το καταστροφικό μένος του άλλου. Το σημείο εκκίνησης του ενός και η απώθηση και αυτής καθ' εαυτής της καταγωγής του άλλου. Η γαλήνια ζωή του ενός. Και η εγκληματική διαδρομή του άλλου.
Στα περιεχόμενα οι σύνθετες εποχές και των δυο. Οι εβραίοι της Ισπανίας στη Γερμανία όσον αφορά την εποχή του Σπινόζα. Η απρόσμενη άνοδος του ναζισμού, όσον αφορά την εποχή του Ρόζενμπεργκ.
Στην “Ηθική” του εξάλλου ως και αυτό το είχε προβλέψει ο Σπινόζα:
Διαφορετικοί άνθρωποι μπορούν να επηρεαστούν από ένα και το αυτό αντικείμενο με διαφορετικούς τρόπους. Ένας και ο αυτός άνθρωπος μπορεί να επηρεαστεί από ένα και το αυτό αντικείμενο με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικούς χρόνους”.
Κι ο Ίρβιν Γιάλομ ως ψυχοθεραπευτής με εβραικές ρίζες είναι κάτι που το γνωρίζει καλά, με αποτέλεσμα να ανατέμνει το απόστημα της κάθε εποχής, να εξηγεί την απαρχή του κακού και να φωτίζει αυτή την αλλόκοτη ιστορική παρεξήγηση.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του

Γράφοντας για βιβλία

Δημοσιεύθηκαν στο Αττικό Βήμα (Πα. 16 Νοε. 2012)

Κοινός άξονας και στα τρία βιβλία, το αυτοβιογραφικό στοιχείο και η εποχή. Το προσωπικό στοιχείο και η Ιστορία. Λογοτεχνία, δοκίμιο και αυτοβιογραφία. Όταν οι αναμνήσεις είναι μια ολόκληρη εποχή, η οποία καθορίζει με τη σειρά της τη δική μας ζωή. Τρία σημαντικά, ούτως ή άλλως, βιβλία.


ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΝΟΥΒΕΛΑ” του Στέφαν Τσβάιχ, Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Εκδ. «Άγρα», σελ. 128, τιμή: 9 ευρώ.

Μη ξεχνάτε ότι ήμουν ένας άνθρωπος που έπρεπε να ξεσπάσει κάπου, οπουδήποτε, τη συσσωρευμένη από καιρό οργή του. Μιας λοιπόν και δεν είχα τίποτα άλλο, παρά μονάχα αυτό το ανόητο παιχνίδι ενάντια στον ίδιο τον εαυτό μου, η λύσσα μου όλη, η μανία μου για εκδίκηση, διοχετεύθηκε σ’ αυτό. Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του».
Η “Σκακιστική νουβέλα” του Στέφαν Τσβάιχ είναι αναμφίβολα κάτι πολύ περισσότερο από το, ούτως ή άλλως, μεταθανάτιο αριστούργημά του (δημοσιεύτηκε στη Στοκχόλμη το 1943, μεταθανάτια έκδοση, αφού ο συγγραφέας αυτοκτόνησε τον προηγούμενο χρόνο μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του στη Βραζιλία, όπου βρέθηκε αυτοεξόριστος). Θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει και ως το χρονικό μιας προαναγγελθείσας αυτοκτονίας.
Η μόλις 120 σελίδων αλληγορική συγγραφική παρτίδα που διαδραματίζεται επάνω σε ένα πλοίο και κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού κατορθώνει και περικλείει μέσα από την προσωπικότητα (και την ιστορία) των δύο σκακιστών μονομάχων, όλη την κοινωνικοπολιτική κατάσταση και τα αδιέξοδα αυτής της σκοτεινής εποχής.
Διότι στο πλοίο, από τη Νέα Υόρκη στο Ρίο και το Μπουένος Άιρες, μαζί με αρκετούς ευρωπαίους επιβάτες οι οποίοι φεύγουν μακριά από τη βία και τη σύγχυση του ναζισμού επιζητώντας καταφύγιο αυτοεξόριστοι στην Αργεντινή ή τη Βραζιλία, ταξιδεύει και ο Μίρκο Τσέντοβιτς, ο σκοτεινός, άξεστος παγκόσμιος πρωταθλητής. Θα τον αντιμετωπίσουν, κατ’ αρχάς, σε μια παρτίδα χωρίς διέξοδο, όλοι οι σκακιστές του πλοίου. Στην τελευταία παρτίδα τους σχεδόν τον νικούν, υπό την καθοδήγηση του δρ Μπ. Ενός ευαίσθητου διανοούμενου δικηγόρου που επέζησε της τρέλας και του εγκλεισμού χάρη σε ένα σκακιστικό βιβλίο. Παίζοντας φανταστικές παρτίδες πάλι και πάλι με τον αντίπαλο εαυτό:
«Αμέσως μόλις το λευκό μου Εγώ έκανε κάποια κίνηση, το μαύρο του απαντούσε με πυρετώδη βιάση. Δεν προλάβαινα να τελειώσω μια παρτίδα, και αυτοστιγμή ξεκινούσα την επόμενη, μιας και πάντα ο μισός μου εαυτός βρισκόταν νικημένος και ζητούσε από τον άλλο μισό τη ρεβάνς».
Κατανοώντας ταυτοχρόνως και όλο το σχιζοφρενικό του εγχειρήματος:
Είναι ένα παιχνίδι καθαρά εγκεφαλικό: δυο διάνοιες, που αντιμετωπίζουν η μία την άλλη. Καταλαβαίνετε επομένως πόσο παράλογο είναι να θέλει κανείς να παίξει εναντίον του εαυτού του».
Αναγνωρίζοντας πως: «Το να θέλει κανείς να παίξει σκάκι εναντίον του εαυτού του αποτελεί παραδοξότητα ίδια με το να θέλει να πηδήξει τον ίδιο του τον ίσκιο”.
Παρ’ όλ’ αυτά όμως:
Οι φρικτές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσα, με ανάγκασαν να επιχειρήσω αυτή τη διάσπαση του Εγώ μου σε Μαύρο και Άσπρο, για να μη συνθλιβώ κάτω από το τρομακτικό Τίποτα, που μ’ έζωνε ασφυκτικά”.
Η σωτηρία γι’ αυτόν ήρθε με την με την μορφή ενός βιβλίου, κι ο συγγραφέας θα κάνει αυτές τις περιγραφές, αριστοτεχνικά:
Τα γόνατά μου άρχισαν να τρέμουν: ένα ΒΙΒΛΙΟ! Τέσσερις μήνες είχα να πιάσω βιβλίο στα χέρια μου και στην ιδέα και μόνο πως θα μπορούσα να δω λέξεις αραδιασμένες τη μια μετά την άλλη, γραμμές ολόκληρες, σελίδες, φύλλα, στην ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσα να διαβάσω νέες, αλλιώτικες σκέψεις, σκέψεις άλλων ανθρώπων, να τις παρακολουθήσω νοερά και να ξεχαστώ, ένιωσα μεθυσμένος και ταυτόχρονα ναρκωμένος”.
Μια ηδονή που χρονοτριβούσε επίτηδες και γαργαλούσε ευχάριστα να νεύρα μου: βυθίστηκα λοιπόν στην ονειροπόληση και προσπαθούσα να φανταστώ τι είδους βιβλίο ήταν αυτό που είχα κλέψει, τι είδους βιβλίο θα προτιμούσα εγώ. Προπάντων έπρεπε να είναι πυκνοτυπωμένο, να έχει πολλά πολλά γράμματα, πολλές πολλές λεπτές σελίδες, για να κρατήσει περισσότερο η ανάγνωση. Κι έπειτα ευχόμουν να δω μπροστά μου ένα έργο που θα απαιτούσε μεγάλη διανοητική προσπάθεια από μέρους μου. Όχι κάτι ελαφρύ κι εύκολο, αλλά κάτι που θα μπορούσε κανείς να το αποστηθίσει, ποίηση, ας πούμε, και το προτιμότερο θα ήταν- τι τολμηρό όνειρο!- Γκαίτε ή Όμηρος”.
Αλλά και η παραφορά θα προκύψει απ’ το ίδιο βιβλίο. Διότι ο αντίπαλος εαυτός είναι, εν τέλει, ο πλέον επικίνδυνος εαυτός. Κι ο ναζισμός, μια μορφή αντίπαλου εαυτού για τον βιεννέζο συγγραφέα ενδεχομένως να ήταν. Ο οποίος και τον συνέτριψε, τελικά.
Ένα λιτό, καλομετρημένο (ούτε σιωπή δεν περισσεύει), σαν καλομελετημένη παρτίδα σκακιού, μικρό αριστούργημα. Ψυχογράφημα ταυτοχρόνως και βαθύτερη πολιτική και κοινωνική αλληγορία. Παιγνιώδες σαν θρίλερ, σκοτεινό και αντιφατικό σαν ανθρώπινη ψυχή. Προφητικό, για τον ίδιο το συγγραφέα του. Εφόσον, όταν γράφουμε, εντέλει υπογράφουμε με τον πιο βαθύ μας, σοφό, παντογνώστη, προφήτη εαυτό. Τελειώνοντάς το αδημονούσα να μάθω σκάκι! Επειγόντως!

ΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΝΙΕΙΡΟ” του Θοδωρή Καλλιφατίδη, Εκδ. “Γαβριηλίδης”, σελ. 230, 18.11 ευρώ

Απ' τους Μολάους όπου γεννήθηκε, έφυγε για την Αθήνα λίγο μετά την Κατοχή. Με τον παππού του. Είχε αποφυλακιστεί και ο πατέρας. Απ' την Ελλάδα για την Σουηδία έφυγε λίγο πριν από την δικτατορία. Με τα πατρικά βάρη, εξάλλου, δεν μπορούσε να βρει δουλειά, η Σχολή του Κουν ήταν περιττή πολυτέλεια.
Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης, γνωστός μας περισσότερο από τα αστυνομικά, παρ' ότι θεωρείται σήμερα “μεγάλο συγγραφικό κεφάλαιο για τον τόπο”, αναγκάστηκε να φύγει για την Στοκχόλμη το 1964. Εκεί σπούδασε Φιλοσοφία και εργάστηκε στο ίδιο πανεπιστήμιο μετά, επί τέσσερα χρόνια διηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό Μπόνιερς Λιττερέρα Μαγκαζίν, άρχισε να γράφει το 1989 στα σουηδικά και από το 1994 γράφει τα βιβλία του και στα ελληνικά. Έχει εκδώσει ήδη 15 βιβλία. Το καινούργιο του βιβλίο “Τα περασμένα δεν είναι όνειρο” είναι πολλά: αυτοβιογραφία πρώτα απ' όλα, ιστορία και φυσικά λογοτεχνία.
Ξεκινά σχεδόν από τις παιδικές αναμνήσεις. Στους Μολάους την Κατοχή, ο πατέρας του είναι στη φυλακή κι εκείνος με τον παππού και τον αδελφό του με Γερμανούς και μαυραγορίτες στο χωριό, “πεινούσαμε. Κτήματα πουλιόνταν για να ένα σακί αλεύρι”, γράφει.
Το κεντρικό βάρος του βιβλίου πέφτει στην αθηναική εποχή, στην εφηβεία του και στην μετέπειτα αγωνία του να σταθεί και να βρει δουλειά, στον παραλογισμό που γνωρίζει κατά και μετά την στρατιωτική του θητεία. Στην υποθηκευμένη ζωή που αναζητούσε αντίδοτο στη γραφή, στον παραλογισμό του φασισμού που εξακολουθούσε και στις αλλεπάλληλες αποτυχίες και απογοητεύσεις.
Θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι η μεταναστευτική του διαδρομή, η εσωτερική μετανάστευση που θα γίνει εξωτερική, η προσωπική ιστορία που σηματοδοτεί την Ιστορία μιας εποχής με τον κύκλο αριστουργηματικά να κλείνει. Επιτυχημένος πια, με τους πάντες νεκρούς, επιστρέφει στους Μολάους για να τον βραβεύσουν εκεί απ' όπου στο παρελθόν τούς είχαν όλους οικογενειακά εκδιώξει. Για να μάθει ποιος πρόδωσε τελικά. Ο προδότης δεν ζει πια αλλά τα περασμένα είναι ιστορία κι ο συγγραφέας γι' αυτό τα θυμάται και γράφει.
Τα περασμένα ξαναγύρισαν. Τα περασμένα δεν ήταν όνειρο, αν και μπορούσες πια να ζήσεις μαζί τους”.



ΟΙ ΔΑΚΤΥΛΙΟΙ ΤΟΥ ΚΡΟΝΟΥ” του W.G. Sebald. Μετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης. Εκδ. “Άγρα”, σελ. 340, € 21
Σε έναν κόκκο άμμου, πιασμένο στο στρίφωμα ενός χειμερινού φορέματος της Εμμά Μποβαρύ, είπε η Τζάνιν, ο Φλωμπέρ είχε αντικρίσει ολόκληρη τη Σαχάρα, και κάθε μόριο σκόνης ζύγιζε για τον ίδιο όσο η οροσειρά το 'Άτλαντα”. Γράφει ο Ζέμπαλντ και στους “Δακτύλιους του Κρόνου” ακριβώς το ίδιο ηθελημένα ή αθέλητα, υπηρετεί.
Μακρά οδοιπορία στην Αγγλία” ο υπότιτλος. Και στις σελίδες του, η επί αποδείξει διαπίστωση ότι όλα είναι δρόμος και τα πάντα ρει. Ξεκινώντας, καθόλου τυχαία, την ιστορία του από το τέλος, στο νοσοκομείο τον Αύγουστο του 1992, ανασυνθέτει τον κόσμο από την φθορά και παρακμή. Ξαναθυμάται ό,τι έζησε, γιατί εν τέλει και όλα είναι μνήμη. Ξαναδιαβαίνει με τα πόδια πάντοτε την κομητεία Σάφφολκ της Ανατολικής Αγγλίας, μπαινοβγαίνει σε ερειπωμένες επαύλεις, διασχίζει ανθισμένους ερεικώνες, επισκέπτεται δοξασμένες πολιτείες που βουλιάζουν ή ήδη έχουν βουλιάξει, έχουν πια ολοσχερώς ηττηθεί.
Ξαναζεί στα ερείπια την αίγλη τους. Αντικρίζει στην παρακμή την μεγίστη ακμή. Αφουγκράζεται τους αρμούς της καταστροφής όσον αφορά τα ίδια τα ανθρώπινα αλλά και αυτή την εν πολλοίς ακατανόητη Ιστορία, διασώσει ιστορικά παράδοξα, καθημερινά θαύματα, μικρές αλλά αρχετυπικές ζωές.
Απ' τις σελίδες του, παρελαύνουν η ζωή και τα ταξίδια του Κόνραντ, ο άτυχος έρωτας του Σατωμπριάν, Το μάθημα ανατομίας στην πραγματικότητα και στο έργο του Ρέμπραντ, η ιστορία της μεταξουργίας και η εμπλοκή του Τρίτου Ράιχ σ' αυτήν.
Τολμά ν' αγγίξει τα πάντα, την μετενσάρκωση κατά ιατρόν Μπράουν, τη γερμανική αμνησία μπροστά στην καταστροφή, την κατά Ντεκάρτ “ιστορία της υποταγής”, την ανθρώπινη μηδαμινότητα μπροστά στην απεραντοσύνη του κόσμου...
Μέσα από ένα έργο που είναι πέρα από τα δεδομένα και συνήθη, είναι πολλά: αυτοβιογραφία και οδοιπορικό, ημερολογιακές σελίδες ταξιδίου, φιλοσοφικό και ταξιδιωτικό δοκίμιο, δοκίμιο περί της καταστροφής.
Εξάλλου το συνηθίζει αυτό το ανθρώπινο είδος, κι αναζητώντας τις ρίζες της ανθρώπινης εξουσίας κι αλαζονείας, διαπιστώνει ο Ζέμπαλντ πως “όσο πιο φανταχτερά είναι τα μέσα που ίδια χρησιμοποιεί προς επίδειξη, τόσο περισσότερο κυριεύεται από την αγωνία μην τυχόν και απολέσει την παντοκρατορία που έχει συγκεντρώσει στα χέρια της με τόσο καταστροφικό μόχθο, σε μιαν αποτυχημένη προσπάθεια να μιμηθεί τη φύση που νομοτελειακά αλέθει στον μύλο της καθετί που έχει πλάσει νωρίτερα”.
Εκλεκτικές συγγένειες, ζωές παράλληλες, η ρίζα της σύμπτωσης, μοιραίες διαδρομές, ανθρώπινα και ιστορικά παράδοξα, αλλόκοτες κι απρόσμενες καταστροφές, ξετυλίγονται στα έκπληκτα μάτια μας που για κλάσματα χρόνου κατανοούν. Για να χαθούν κατόπιν στο ανθρώπινο πεπερασμένο που προστατεύει απ' την ύβρη αλλά οδηγεί αναπόφευκτα στην απώλεια και τη φθορά.
Καθ' ότι όπως έλεγε ο Μπράουν “κάθε γνώση περιβάλλεται από αδιαπέραστο σκοτάδι”. Κι εμείς, μονάχα τόσοι, “Δεν αντιλαμβανόμαστε παρά τις ξαφνικές λάμψεις στην άβυσσο της άγνοιας, στο οικοδόμημα του κόσμου που κλονίζεται από βαθείς ίσκιους”.
Κάπως έτσι, και με τρόπο ολότελα προσωπικό ο Ζέμπαλντ κατορθώνει βαδίζοντας από ίσκιο σε ίσκιο να κάνει τη λάμψη του κόσμου να ανατείλει ξανά. Εξάλλου όλα καταστρέφονται από την ώρα ακριβώς που δημιουργούνται και όλα αφότου υπήρξαν, ακόμα και αν πεθάνουν και καταστραφούν που, και θα πεθάνουν και θα καταστραφούν, δεν γίνεται παρά να γεννιούνται αενάως. Ξανά και ξανά και ξανά...
Ένα βιβλίο που εύχεσαι ποτέ να μην τελειώσεις, μαγεία και λύση του γρίφου μαζί, για όσο διαρκεί. Η Σαχάρα σε κάθε γράμμα, σε κάθε λέξη, η ανθρώπινη φύση, σαν την ίδια την Φύση, αυτοκαταστροφική, για να μπορέσει πεθαίνοντας και να ξαναγεννηθεί...


«Υφαίνω λέξεις, σβήνω, σχίζω, πληρώνω, πληγώνω»,

Η Βασιλική Φαρμάκη γράφει για το βιβλίο
«Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΒΟΡΙΝΗΣ ΚΟΥΖΙΝΑΣ»
Της Ελένης Γκίκα, Εκδ. Καλέντης

Δημοσιεύθηκε στο σάιτ Salonica news και στη στήλη “Οδός Βιβλίου” που επιμελείται ο ποιήτης και δημοσιογράφος Στέλιος Λουκάς

Με ένα εξώφυλλο καλλιτεχνικό , ένα τίτλο καθαρά γυναικείο, με έντονη λυρική διάθεση
έρχεται συγγραφέας Ελένη Γκίκα να αναδιπλώσει με ευκρίνεια και στοχασμό το γυναικείο ψυχισμό,
πρόσφορο ανάγνωσμα και των δύο φύλων.
Η ανδρική παρουσία στις σελίδες του βιβλίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την γυναικεία πορεία.
Άλλωστε ποιάς γυναίκας η ζωή δεν καθορίζεται αργά ή γρήγορα από την παρουσία ενός άνδρα, πατέρα ή γιού, αδελφού ή συζύγου, φίλου για πάντα αγαπημένου.
Κάποια γεγονότα προδίδουν το σήμερα της ιστορίας και κάποια άλλα θέτουν και πάλι τα διαχρονικά ερωτήματα.
Σκεπτόμενη γυναίκα, μάνα, σύζυγος, ερωμένη, αγαπημένη πετυχημένη ή αδικημένη, παρεξηγημένη, προβληματισμένη, καταξιωμένη ή περιθωριοποιημένη.
Όλα μαζί σε μια κλιμακούμενη ένταση σκέψεων, απόψεων, καταγραφών , δηλώσεων και πικρών διαπιστώσεων….
Βιβλίο ωριμότητας, όχι απαραίτητα ηλικιακής, αλλά συγγραφικής και γλωσσικής.
Βιβλίο ύφους πυκνού, όχι αδιαπέραστου αντίθετα βασανιστικά διαπερατού.
Βιβλίο πλοκής όχι πολλών προσώπων, αλλά αισθημάτων και συναισθημάτων.
Βιβλίο μεγάλων εναλλαγών σχέσεων και τοποθετήσεων του ίδιου του εαυτού μας, απέναντι στους δικούς μας και στους γύρω.
Βιβλίο έντονων απογραφών και απολογισμών, καθόλου εξωστρεφές αλλά «εκ βαθέων».
Ράνια ή Γερτρούδη και Αρσινόη ή Ουλρίκα, οι ηρωίδες, απέναντι αλλά δίπλα, μακριά αλλά και κοντά, η μία με τα παιδιά και η άλλη με τα βιβλία, παλεύουν το χρόνο, την μοναξιά, τη ζωή, κάνουν τα δικά τους όνειρα, ζουν την δική τους καθημερινότητα, η μία στη κουζίνα και η άλλη στο γραφείο, αναζητώντας ένα βαθύτερο νόημα, στη ροή των πραγμάτων, αλλά στο βάθος παλεύοντας να κερδίσουν το χαμένο χρόνο, -αν υπάρχει- και εν τέλει την εσωτερική γαλήνη, πολυπόθητο αλλά και πολύπονο δώρημα, όχι τυχαία αποκτημένο , αλλά με ωριμότητα αναζητημένο και με δια βίου αγώνες κατακτημένο .
H πορεία για εκεί δύσβατη, ανηφορική γεμάτη εκπλήξεις και ερωτήματα, διλήμματα και ενοχές, σκέψεις και απογοητεύσεις, υποχωρήσεις και ηθελημένες σιωπές.
Άβουλες οι σκεπτόμενες , παραιτημένες, κρυμμένες, παθητικές;
Ή εκούσια παγιδευμένες σε ένα πρέπει που άλλοι επέβαλλαν, σένα δικό τους «θέλω», που έπαψε προ πολλού να υπάρχει;
Ανήσυχα ησυχασμένες σε ένα πλαστό κόσμο που οι ίδιες δημιούργησαν για να υπάρξουν, σ’ ένα κέλυφος που κινδυνεύει να κομματιαστεί στην πορεία του χρόνου από τα ερωτήματα ,που θα δημιουργηθούν.
Θα αναζητήσουν βοήθεια στον Κάφκα και τον Μπόρχες, στον Τζόυς και τον Γέιτς, θα καταφύγουν στην ποίηση στην Τζαστίν και την ΄Αν Σέξτον, θα αναζητήσουν διεξόδους στη Σαρλότ Μπροντέ, ακόμα και στα παραμύθια θα καταφύγουν,
στον Σεβάχ τον Θαλασσινό με το Ζαραντάν και τον Λούις Κάρολ με την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων».
Η πραγματικότητα όμως χτυπά σειρήνες, το σήμερα αιμορραγεί.
«Η εποχή μας έχει πέσει χαμηλά», διαπιστώνει η συγγραφέας Ελένη Γκίκα «και η φιλοσοφία ζει το τέλος της».
Θα αναγκαστούν κάποτε να βγουν από την προστατευμένη θέση τους, να δουν το αδυσώπητο σήμερα, θα πρέπει να προσαρμοστούν, μέχρι να βρουν τη γαλήνη.
Η ίδια η συγγραφέας «παρατηρητής» στον δυτικό καθρέπτη τις βλέπει και τις αναλύει, τις μελετά και μονολογεί:
«Αρκεί ο Ντάρελ και η Τζαστίν για να πάει να πλαγιάσει κανείς;»
Αλλά και για να ζήσει άραγε πόσο λυτρωτικά στηρίγματα προσφέρουν ο Ντίκενς, ο Πρεβέρ, ο Ελυάρ, ο Χιούζ ακόμα και ο Τόμας Μάν;
Λουτήρες της σκέψης οι γνώσεις, αλλά η ψυχή κάτι ακόμα αναζητά και ψάχνει και ερευνά.
Κάποια στιγμή η Ράνια θα σκεφτεί να φωνάξει «δεν την μπορώ άλλο αυτή την άδεια ζωή-χάρτινη ζωή», δεν θα το κάνει, μη τυχόν και ενοχλήσει, μη τυχόν και διαταράξει την φαινομενική ηρεμία των άλλων.
Θα θυσιάσει την κραυγή, αλλά και πάλι εκείνη δεν θα ησυχάσει.
Αργότερα θα κάνει την εφήμερη δική της επανάσταση, έτσι σαν δοκιμασία για τον εαυτό της, αλλά και πάλι δεν θα λυτρωθεί.
Η Αρσινόη θα βγει κάποια στιγμή στον κόσμο, στη διαδήλωση , θα αψηφήσει τον κίνδυνο, θα πάρει το ρίσκο.
Γιατί η γυναίκα του γραφείου και η γυναίκα της κουζίνας, όπως κι’ αν πορευτούν, στο ίδιο σημείο θα σταθούν και θα αναρωτηθούν:
Τι έκανα λάθος, ποιο μονοπάτι διάβηκα αδιέξοδο, που παγιδεύτηκα και τι να περιμένω;
Κι’ οι δύο τους κάτι κυνηγάνε, κάτι περιμένουν, διαφορετικό ή ολόιδιο, πιστευτό ή απίστευτο, συγκεκριμένο ή αφηρημένο, ορατό ή αόρατο, δεδομένο ή ανύπαρκτο, υλικό ή άυλο.
Το ίδιο και η γυναίκα του δυτικού καθρέπτη, με αντικατοπτρισμό των δύο γυναικών ή δικός αντικατοπτρισμός οι δύο γυναίκες. Κι’ αυτή κάτι περιμένει κι’ ας λέει πως «οι λέξεις είναι για να αμύνεσαι στην απόγνωση, για να βρίσκεις τη λύτρωση». Δεν τη βρήκε μέσα από αυτές, ομολογεί
«Υφαίνω λέξεις, σβήνω, σχίζω, πληρώνω, πληγώνω», δίνει με σαρκασμό τον ορισμό της, η συγγραφέας και συνεχίζει:
«απουσίες ζωής και κλάματα των άλλων, που ξεδιαλύνω μες στο χαρτί».
Η γραφή είναι μια διέξοδος, αλλά είναι η μόνη άραγε;
Κάτι παραπάνω ζητάνε και οι τρεις όταν κονταροχτυπιούνται με τον χρόνο και την μοναξιά, στις στιγμές της διαπίστωσης ρυτίδων και ρωγμών στο πρόσωπο, κραδασμών ανελέητων στην ψυχή και σιωπών εκκωφαντικών στη ζωή.
Κάτι παραπάνω ζητάνε, ψάχνουν, αναζητούν και βασανίζονται να κρατηθούνε στη ζωή, που ολοένα και μικραίνει και κυλά και τις ξεχνά και προσπερνά.
Ένα βαθύτερο νόημα, ένα βήμα πιο πέρα.
Οι ηρωίδες της ποίησης και της λογοτεχνίας έχουν τη δική τους ζωή, δεν τις συμμερίζονται και οι γυναίκες των παραμυθιών έχουν τη ζωή τους, δεν αλλάζουν και έρχεται η ώρα που ούτε και οι φιλόσοφοι δεν βοηθούν και στέκουν παράπλευρα -ασυγκίνητοι, στο δικό τους μαρτύριο.
Ερωτήματα ακατάπαυστα και σκέψεις και ενοχές και δίνες και λαχτάρες και ενδοσκοπήσεις και ερμηνείες αυστηρές και επίπονες και αναζητήσεις και παιδέματα και απογνώσεις και αποφάσεις και κρίματα που τελειωμό δεν έχουν.
Πού να αναζητήσεις βοήθεια, πώς να βάλεις την ζωή σε τάξη, πώς να βρεις τις σταθερές;
«Ζόρικος δρόμος ο χρόνος», διαπιστώνει με πίκρα η συγγραφέας.
Γυναικεία φύση ανεξερεύνητη και μονίμως προβληματισμένη, και κάποιες φορές ερεβώδης και καχύποπτη, συνεχώς σκεπτόμενη και αβυσσαλέα εσωτερικά κρινόμενη, αέναα ανήσυχη και μόνιμα αυτοτιμωρούμενη.
Σε ναρκοπέδιο βαδίζεις , σε καθαρτήριο δρασκελίζεις, αλλά δεν βρίσκεις γιατρειά.
Σε ναρκοπέδιο θα πορεύεσαι, σε πεδίο βολής θ’
αργοπατάς, αφού η φύση εσένα έταξε για του κόσμου τ’ άδικο εσύ να ξαγρυπνάς.
Κάποια στιγμή θα κάνει την εμφάνισή της η γυναίκα της νότιας αποβάθρας,- η αναγνώστρια- προβληματισμένη κι’ αυτή με το δικό της ταξίδι,-με το εάν και πότε και γιατί-. Η αναγνώστρια της νότιας αποβάθρας θα βρει τις προηγούμενες, θα τις δεχτεί, θα τις αγκαλιάσει και θα τις συμπονέσει ,ανακουφίζοντας την ίδια.
Παρόμοια βιώματα και ενοχές, παρόμοιοι προβληματισμοί και απογνώσεις.
Όμως αφού δεν υπάρχουν ασφαλείς κανόνες πλεύσης και πλοήγησης, ούτε θα τις συμβουλευτεί, ούτε και θα τις συμβουλεύσει.
Εκείνες θα τις ευχηθούν ,όσο τρικυμιώδες και νάναι το ταξίδι, νάβρει τελικά, το απάνεμο λιμάνι της εσωτερικής της γαλήνης.
Δύσκολος αλλά μοναδικός επίγειος προορισμός.
Άραγε θα τα καταφέρουμε;

υγ. Από την εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο Πλους στην Κέρκυρα, 6/6/2012