Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

«Η μνήμη μου συνίσταται κυρίως από βιβλία. Στην πραγματικότητα, θυμάμαι ελάχιστα την πραγματική μου ζωή»

Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ, Ελένη Γκίκα
 
δημοσιεύθηκε στο book bar
Σημαίνουσα η σιωπή ανάμεσα στις λέξεις |
Με μια ποιητική γλώσσα που σου κόβει την ανάσα η Ελένη Γκίκα
bolero_displayυπογράφει το νέο της μυθιστόρημα Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ από τις εκδόσεις Καλέντης. Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια σύνθεση μέσα στην οποία ο χρόνος και ο χώρος διαστέλλονται και από το έδαφος της αφήγησης αναδύονται αλήθειες και μουσικές που σε συνεπαίρνουν.
Της Πωλίνας Γουρδέα
«Η μνήμη μου συνίσταται κυρίως από βιβλία. Στην πραγματικότητα, θυμάμαι ελάχιστα την πραγματική μου ζωή» ∙ διαβάζει χαμογελώντας, αναλογιζόμενος τη δική του ζωή που είναι κυρίως μουσικές. Μουσικές, κι ένας φόνος. (σελ. 149)
Η πολυγραφότατη Ελένη Γκίκα μας χαρίζει άλλο ένα βιβλίο ποιητικής πεζογραφίας με επαναλαμβανόμενο μοτίβο το Μπολερό του Ραβέλ. Το μυστήριο διαπνέει όλη την ιστορία και χρωματίζεται από μια σκοτεινή λαμπρότητα που αγγίζει τα όρια του νουάρ. Τα πρόσωπα του βιβλίου μπλέκονται αριστοτεχνικά μέσα σε δαιδαλώδεις λαβυρίνθους συνομιλώντας με μεγάλους δημιουργούς όπως ο Ρίλκε, ο Χιουζ αλλά και ο Γκλουκ, ο Βιβάλντι, ο Μοντεβέρντι και πλήθος άλλοι. Η Άλεφ και ο Μπεθ, ονόματα συμβολικά, που δανείζονται τον ορισμό τους από τα δύο πρώτα γράμματα του εβραϊκού αλφαβήτου, μας υπενθυμίζουν πως ένα εγώ κι ένα εσύ αρκούν για να δημιουργηθεί ένας ολόκληρος κόσμος.
«Μα απ’ τη σκακιέρα ποτέ δε δραπέτευσε κανείς. Να του το πει πως, μέσα σ’ αυτό το έρεβος, Άλεφ αυτή, ο Μπεθ εκείνος είναι «η μοναδική της ευτυχία». (σελ. 319)
Διαβάζοντας το Μπολερό ο αναγνώστης χάνει τον μίτο της πλοκής για να αναστοχαστεί μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου. Τα πρόσωπα της ιστορίας αναμετρώνται με τον χρόνο που τα διαβρώνει και τα καθιστά αντιμέτωπα με αλήθειες πανανθρώπινες. Σαν να παίζουν μία παρτίδα σκάκι οι ήρωες του βιβλίου όπου το μαύρο και το άσπρο θα ‘ναι πάντα αντίπαλοι, χωρίς ποτέ να μπορούν να δραπετεύσουν από τη σκακιέρα. Εγκλωβισμός ή εγκλεισμός μέσα στις αναμνήσεις, που σαν τον ταξιδιωτικό σάκο φέρουμε, ασήκωτο φορτίο, στην πλάτη.
«Σφίγγει το σάκο που ουδέποτε αποχωρίζεται στα ταξίδια. Όπως ποτέ δεν αποχωρίζεται κάποιος τις αναμνήσεις του και τον πιο βαθύ, κρυφό του εαυτό.» (σελ. 83)
Το Μπολερό λοιπόν, είναι ένα μυθιστόρημα που με τα αφηγηματικά κενά και τις παύσεις του δημιουργεί ένα μουσικό τοπίο γύρω από την ενοχή της μνήμης. «Μάθε να ξεχνάς» (σελ. 99) μας λέει η συγγραφέας μιας και που «δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι από τους χαμένους παραδείσους» (σελ.155). «Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ» είναι ένα μυθιστόρημα που υπερβαίνει τη συμβατικότητα της ρεαλιστικής αφήγησης και αποκαλύπτει τον συλλογικό χώρο της ονειρικής φαντασίας μέσα στην οποία υπάρχουν οι πιο σημαντικές αλήθειες μας. Ένα μυθιστόρημα υψηλής αισθητικής για απαιτητικούς αναγνώστες.
info@bookbar.gr

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου
Η Εκάτη-Ουλρίκα, μνήμη που συγκρατεί τα μυστικά και κάνει προσωπεία τα πρόσωπα και μαριονέτες τους πεθαμένους της για ν’ αντέξει.
Και ο Μιχαήλ-Σεμπάστιαν που συμπληρώνει τη χαμένη παρτιτούρα – γι’ αυτό έχει έρθει εξάλλου σ’ αυτή τη ζωή.
Ανάμεσά τους, η Ιστορία και η Συγγένεια, το Παρελθόν και η Νέμεσις, το Χρέος και ο Έρωτας, ο Μπόρχες και η Αιώνια Επανάληψη.
“Άλεφ” και “Μπεθ”, υπνοβάτες στο Σολάρις του Διαδικτύου, όπου “ό,τι γεννιέται γεννιέται ξανά”, για μια αιώνια στιγμή. “Δραπέτες”, καταδικασμένοι να συναντιούνται ξανά και ξανά στην ίδια σκακιέρα. Με προσωπεία, έστω. Και με λόγια -για να τ’ αντέξουν? δανεικά. Ακούγοντας πάντα τον δικό τους Ραβέλ ή Βάγκνερ, με την υπόσχεση να αιωρείται εκεί σαν θηλιά: “Πατέρα, δεν ξέχασα, μάνα είμαι εδώ στην ξερολιθιά, σε κάθε ξερολιθιά, κι ακούω πάντα τον δικό μας Βάγκνερ. Θα ξανάρθω, και η τιμωρία θα είναι πορφυρή”.
Είκοσι και ένας οι νεκροί.
Και δύο έγκλειστοι.
Οι πρώτοι, σε νεκρομαντεία, αρχαία θέατρα, ιστορικά μνημεία. Εκεί όπου “η πύλη του Άδη παραμένει ανοιχτή”.
Οι δεύτεροι, σ’ ένα ρημαγμένο ξενοδοχείο που ζωντανεύει με τον καιρό και σ’ ένα Πυργόσπιτο με γκρεμισμένες τις πολεμίστρες, αλλά με στοιχειωμένες τις ζωές και τις μουσικές.
Επειδή οι ιστορίες δεν ξεφεύγουν εύκολα ούτε από την Ιστορία ούτε και από την καταγωγή. Ο Λαβύρινθος παραμένει λαβύρινθος και αναπάντητη η απορία του Αβερρόη. Αλλά εκείνοι οι δύο θα κάνουν τα πάντα για να μπορέσει ν’ απαντηθεί.

Θραύσματα ποιητικής πεζογραφίας, ένας γρίφος με μέρη χρησμικά ή καλοσχεδιασμένα βήματα πάνω σε μια σκακιέρα απ’ όπου όλοι θέλουν να δραπετεύσουν; Οι ήρωες αναμετρώνται με τις αναμνήσεις και το παρόν, αναμετρώνται με το Χρόνο. Και το Μπολερό, κυρίαρχο επαναλαμβανόμενο μοτίβο αλλά και τόπος όπου η ζωή συναντά το θάνατο στο νέο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα “Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ”.

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Για την «πράσινη πέτρα» που, τελικά, δεν είδαμε…


 

Νίκος Καζαντζάκης: «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»

 Για την «πράσινη πέτρα» που, τελικά, δεν είδαμε…

«Μια μέρα, στο Βερολίνο, έλαβα ένα τηλεγράφημα: «Εύρον πρασίνην πέτραν ωραιοτάτην, ελθέ αμέσως, Ζορμπάς»…

«Όμως δεν έφυγα* δεν τόλμησα πάλι. Δεν μπήκα στο τρένο, δεν ακολούθησα, τη θεικιά θηριώδη μέσα μου κραυγή, δεν έκαμα μια γενναία παράλογη πράξη. Ακολούθησα τη μετρημένη, κρύα, ανθρώπινη φωνή του λογικού. Και πήρα την πένα κι έγραψα του Ζορμπά και του ξηγούσα…

Κι αυτός μου αποκρίθηκε:

«Είσαι, και να με συμπαθάς, αφεντικό, καλαμαράς. Μπορούσες και συ, κακομοίρη, μια φορά στη ζωή σου να δεις μιαν όμορφη πράσινη πέτρα και δεν την είδες. Μα το Θεό, κάθουμουν κάποτε, όταν δεν είχα δουλειά, κι έλεγα με το νου μου:

«Υπάρχει, δεν υπάρχει Κόλαση;» Μα χτες που έλαβα το γράμμα σου, είπα: «Σίγουρα πρέπει να υπάρχει Κόλαση για μερικούς καλαμαράδες».

Έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης στο βιβλίο «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» που πρωτοκυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1945 από το Τυπογραφείο Δημητράκου και στο Παρίσι, κυκλοφόρησε το 1947. Με την επανέκδοσή του, το 1954, βραβεύτηκε ως το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς.

Στις σελίδες του, το μέγιστο μάθημα και το συγγραφικό ακατόρθωτο πια, Και κατορθωμένο Και δεδικασμένο:  χρονικό και έπος, όπως έχει ήδη γραφτεί [Αιμ. Χουρμούζιος, 1953],  απομνημονεύματα και θεατρική δημιουργία μαζί, παραμύθι και αλληγορία, η ζωή που έζησε και η ζωή που εν δυνάμει θα ήθελε ή θα μπορούσε να ζει, η ζωή του έλληνα και της ίδιας της χώρας μας μέσα στον χρόνο. Η ζωή που γίνεται χάρτινη για να γίνει αιώνια και για να προσεγγίσει μ’ αυτόν τον τρόπο το άρρητο και το αιώνιο. Ο Καζαντζάκης που γράφει και ο Καζαντζάκης αυτός που υπήρξε τελικά βαθιά στη ψυχή, ο ασυμβίβαστος, ο διονυσιακός, ο περιπλανώμενος, ο άτρωτος, ο αρχετυπικός, η αθωότητα της ψυχής να ατενίζει την κάθε μέρα σαν το αεί υπάρχον θαύμα. Με την λογοτεχνία ως εναπομείναν όχημα πια, εφόσον έτσι ή αλλιώς «ο Ζορμπάς, αντί να γίνει για μένα υψηλό, επιταχτικό πρότυπο  ζωής, ξέπεσε κι έγινε φιλολογικό, αλίμονο, θέμα για να μουτζαλώσω κάμποσες κόλλες χαρτί. Τούτο το θλιβερό προνόμιο, να κάνεις τέχνη τη ζωή…» «Ο  Ζορμπάς, ο γεμάτος σάρκα και κόκαλα» που απόγινε στα χέρια του «μελάνι και χαρτί», για να νικήσει, εντέλει, τον χρόνο.

«Τίποτα δικό του δεν πέθανε μέσα μου, ό,τι άγγιξε το Ζορμπά, θαρρείς κι έγινε αθάνατο», ο ίδιος ο Καζαντζάκης θα πει, αποδεχόμενος τον μοναδικό τρόπο να αναμετρηθεί με την λήθη και με τον θάνατο, με την ίδια ήττα, όταν όλα [λιγνίτης, επιχείρηση, χρήματα] θα γίνουν κάποια στιγμή παρελθόν, ο Ζορμπάς, όμως, θα γίνει σύμβολο, η Κρήτη, η θάλασσα, το Αιγαίο, τα βουνά και ο κόσμος θα βρίσκονται, βρίσκονται πάντα κάπου εκεί, όπως κι εκείνη η πράσινη πέτρα, η ωραία.

Το αποτέλεσμα, ένα βιβλίο – μύθος, μια αιώνια παραβολή, η επανάληψη της αιώνιας στιγμής, με τον Ζορμπά στην καταστροφή να χορεύει. Και με τον Καζαντζάκη ν’ συλλαμβάνει με μοναδικό συγγραφικό τρόπο την αρχετυπική ανθρώπινη ψυχή και στιγμή, το υπεράνθρωπο που εν δυνάμει υπάρχει στον πτωτικό άνθρωπο και αποτελεί μια υπόσχεση, την μόνη υπόσχεση για να μη πάει καμία θυσία χαμένη.

«Σίγουρα η καρδιά του ανθρώπου είναι ένας κλειστός λάκκος αίμα, κι άμα ανοίξει τρέχουν να πιουν και να ζωντανέψουν όλοι οι διψασμένοι απαρηγόρητοι ίσκιοι, που ολοένα και πυκνώνονται γύρω μας και σκοτεινιάζουν τον αγέρα. Τρέχουν να πιουν το αίμα της καρδιάς μας, γιατί ξέρουν πώς άλλη ανάσταση δεν υπάρχει. Κι απ’ όλους πιο μπροστά τρέχει σήμερα ο Ζορμπάς με τις μεγάλες δρασκελιές του κι αναμερίζει τους άλλους ίσκιους, γιατί ξέρει πώς γι’ αυτόν γίνεται σήμερα το μνημόσυνο. Ας του δώσουμε λοιπόν το αίμα μας να ζωντανέψει. Ας κάνουμε ό,τι μπορούμε να ζήσει λίγο ακόμα ο εξαίσιος αυτός φυγάς, πιοτής, δουλευταράς, γυναικάς κι αλήτης. Η πιο πλατιά ψυχή, το πιο σίγουρο σώμα, η πιο λεύτερη κραυγή που γνώρισα στη ζωή μου».

Ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1947 και αποτυπώνει σαν καθρέφτης και εκείνο που γίνεται τώρα:

«Στεκόμουν στην πλώρα και περιχαίρουμουν, ως την άκρα του ουρανοθάλασσου, το θάμα* και μέσα στο βαπόρι οι τετραπέρατοι Ρωμιοί, τα μάτια τ’ αρπαχτικά, τα ψιλικατζίδικα μυαλά, οι μικροπολιτικοί καβγάδες, ένα ξεκουρδισμένο πιάνο, τίμιες φαρμακερές κυράτσες, μοχθηρή, μονότονη επαρχιώτικη μιζέρια. Σου ερχόταν να πιάσεις το βαπόρι από τις δυο άκρες, να το βουτήξεις στη θάλασσα, να το τινάξεις καλά -καλά, να φύγουν όλα τα ζωντανά που το μολεύουν- άνθρωποι, ποντίκια, κορέοι- και να το ανεβάσεις πάλι απάνω στα κύματα, αδειανό και φρεσκοπλυμένο.
Κάποτε πάλι μια συμπόνια με κυρίευε* μια συμπόνια βουδική, κρύα, σα συμπέρασμα από πολύπλοκους μεταφυσικούς συλλογισμούς. Συμπόνια όχι για τους ανθρώπους μονάχα παρά και για τον κόσμο αλάκερο που παλεύει, φωνάζει, κλαίει, ελπίζει και δε βλέπει πως όλα είναι φαντασμαγορία του Τίποτα. Συμπόνια για τους Ρωμιούς και για το βαπόρι και για τη θάλασσα και για μένα και για την επιχείρηση του λιγνίτη και για το χειρόγραφο του «Βούδα», για όλα ετούτα τα μάταια συμπλέγματα από ίσκιο και φως, που μια στιγμή αναστατώνουν και μολεύουν τον αέρα».

Ο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», ένα βιβλίο για την αιώνια μάχη στην ίδια την ανθρώπινη ψυχή και ζωή, που γίνεται και θα γίνεται εις τον αιώνα.

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Ουσιαστικά, όλη μας η Ιστορία είναι μια σπουδή στο παράλογο, δεν ξεχωρίζει διόλου η δική μας.

Κυριάκος Αθανασιάδης
Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα για το «Έθνος της Κυριακής»

Κύριε Αθανασιάδη, δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω — να ξεκινήσουμε από τον Amagi; Έξω σκοτώνονται άνθρωποι, μας ακούει κανείς;

Όχι, κανείς. Κι όσο περνά ο καιρός, κι όσο μπαίνουμε ακόμη πιο βαθιά στο στομάχι του κτήνους, τόσο περισσότερο πιστεύω πως, πλέον, δε μας ακούει καν ο εαυτός μας. Σχεδόν ό,τι κάνουμε, όσο «καλό», «μεγάλο», «πρωτοπόρο», «διαφορετικό» κλπ. κλπ. κι αν είναι, συμβαίνει εντός μίας περιχαρακωμένης κατάστασης: σ’ εκείνο το σκοτεινό μέρος όπου ζούμε μόνοι. Όχι, δε μας ακούει κανείς, κυρία Γκίκα, ακόμη και όταν μας ακούν χιλιάδες. Και, ναι, έξω σκοτώνονται άνθρωποι. Και θα συνεχίσουν να σκοτώνονται.

Να πούμε καταρχάς τι σημαίνει Amagi, και τι ακριβώς γίνεται εκεί;

Είναι το ραδιόφωνό μας. Δανειστήκαμε τη λέξη από την πρώτη καταγεγραμμένη μορφή του όρου «ελευθερία», που είναι σ’ αυτή την παράξενη σφηνοειδή των Σουμερίων. Είναι ωραία λέξη, τη λες και γεμίζει το στόμα σου. Μας φάνηκε απολύτως ταιριαστή, γιατί, πολιτικά, τις αρχές της κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας θέλαμε να εκφράσουμε. Θέλαμε επίσης να συμβάλουμε με τις δυνάμεις μας στην ένωση (έστω: στο πλησίασμα) του φιλοευρωπαϊκού, μη συντηρητικού χώρου — για να το πω με λίγες λέξεις. Δε διατηρούμε τις ίδιες αυταπάτες πλέον, αλλά συνεχίζουμε με περισσότερο πείσμα. Δε μας ένοιαζαν από μιας αρχής οι εκ των προτέρων χαμένες μάχες, ίσα-ίσα που πιστεύουμε ότι είναι οι μόνες που αξίζουν. Επίσης, θέλαμε να είμαστε ένα ποιοτικό, που λένε, ραδιόφωνο, με εκπομπές για τον πολιτισμό που θα μας άρεσε τους ίδιους ν’ ακούμε κάθε μέρα. Αυτό το καταφέραμε, και μας κάνει ιδιαίτερα περήφανους. Και, όσον αφορά τη μουσική, πρέπει να ’μαστε μέσα στο Top-5 των ιντερνετικών σταθμών — και σαφώς πάνω από τους άλλους. Όχι μόνο γιατί μόνο εμείς έχουμε και εκπομπή προκλασικής μουσικής, αλλά γιατί όλοι οι μουσικοί παραγωγοί μας κατέχουν και αγαπούν τους τομείς τους με υπερβολή, και έχουν τεράστια όρεξη. Γινόμαστε καλύτεροι, ωριμάζουμε, μαθαίνουμε και μεγαλώνουμε σχεδόν καθημερινά. Και ερχόμαστε σε επαφή με σπουδαίους ανθρώπους, που κάνουν τον Αμάγκι δικό τους.

Αθήνα-Θεσσαλονίκη: μικρή η απόσταση;

Πολύ μικρή με το Internet και τα social media, πολύ μεγάλη, και ανυπόφορη, με τον ΟΣΕ. Είμαι online όλη τη μέρα, και δουλεύω, φροντίζω για τον Αμάγκι και επικοινωνώ με φίλους σαν να ήμουν στην Αθήνα. Αλλά θα ήθελα, για μία σειρά πραγμάτων, να μπορούσα να είμαι περισσότερο εκεί σώματι.

Το 1987 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Ροές» οι «Ιστορίες Υπερβολής». Και μετά ήρθαν το «Δώδεκα» (μυθιστόρημα, Καστανιώτης, 1991), οι «Μικροί κόσμοι» (μυθιστόρημα, Λιβάνης, 1996), «Το σάβανο της Χιονάτης» (μυθιστόρημα, «Σύγχρονοι Ορίζοντες», 2000), «Το βασίλειο του αποχαιρετισμού» (μυθιστόρημα, «Σύγχρονοι Ορίζοντες», 2002), ο «Πανταχού απών» (μυθιστόρημα, «Τυπωθήτω», 2007), οι «Κακορραφίες» (διηγήματα, «Δήγμα», 2009), η «Ζα Ζα» («Free Thinking Zone», 2012). Τι άλλαξε και τι παραμένει αναλλοίωτο από τις «Ιστορίες υπερβολής» ως τη «Ζα Ζα»;

Ελπίζω να μην παραμένει τίποτε αναλλοίωτο — προσωπικά, δε μπορώ να διαβάσω ούτε μία σελίδα από τα παλιά μου βιβλία, μου φαίνονται ξένα και άγνωστα και κακά, και ξένα. Δεν ξέρω τι άλλαξε. Ίσως μόνο το ότι μεγαλώνω, και, καθώς το γράψιμο είναι κατά κυριότατο λόγο χειρωνακτική εργασία, κουράζομαι ευκολότερα και βρίσκω χρόνο και δύναμη πολύ δυσκολότερα.

Η «Ζα Ζα» είναι σαφώς μια λογοτεχνική πρόταση, φιλοσοφία, τέχνη, ψυχολογία, ερωτισμός, ιδιαίτερο ύφος, αλλά ταυτόχρονα και μια πρόταση ζωής: το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης! Λογικά αυτονόητο, αλλά κατά πόσο εφικτό σ’ αυτή την παράλογη εποχή;

Υπήρξαν πιο παράλογες εποχές. Ουσιαστικά, όλη μας η Ιστορία είναι μια σπουδή στο παράλογο, δεν ξεχωρίζει διόλου η δική μας. (Ας μου συγχωρεθεί το πομπώδες ύφος και η κοινοτοπία). Η αυτοδιάθεση είναι όπως το γυμναστήριο και η δίαιτα: θέλουν απόφαση, πείσμα, πρόγραμμα, και είναι για λίγους.

Όλα στο φως, και οι σκελετοί έξω από την ντουλάπα, σε μιαν εποχή που μας προδίδουν οι λέξεις, ο συγγραφέας με το μυθιστόρημά του τι είναι αυτό που μπορεί να πει;

Απολύτως τίποτε που να αφορά κάποιον άλλον. Ακόμα και όταν φαίνεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο, πρόκειται για αυταπάτη.

Εκείνο που με συνάρπασε προσωπικά είναι η σχεδόν σωματική γλώσσα, καθώς και το απίστευτο παιχνίδι με τα λογοτεχνικά είδη. Κύριε Αθανασιάδη, στη ζωή και στην τέχνη θα πρέπει να τα ξαναδούμε όλα, τελικά, από την αρχή;

Είστε πολύ ευγενική και γενναιόδωρη. Για τη ζωή δεν ξέρω, άλλωστε ακολουθούμε πάντα το ρεύμα της, όχι το αντίθετο. Όσο για την Τέχνη, θαρρώ πως κι εκείνη έχει τον τρόπο της να αλλάζει, και αυτό κάνει πάντα. Κι ας νομίζουμε πως το κάνουμε «εμείς». Οι αλλαγές είναι μόνο για το καλό.

Έχετε γράψει και περισσότερα από 10 βιβλία για παιδιά και εφήβους. Σε ένα σχολείο του Παλαιού Φαλήρου, μαχαιρώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα ένα παιδί από χρυσαυγίτες. Πού ήταν το λάθος και ξαφνικά νομιμοποιήθηκαν κιόλας όλοι αυτοί;

Δεν είμαι επαρκής για να το αναλύσω, και ό,τι κι αν πω θα καλύψει ένα μικρό μέρος της αλήθειας. Ας μου επιτραπεί όμως να πω ότι δεν πιστεύω πως δεν ήταν ποτέ νομιμοποιημένοι αυτοί. Απλώς τώρα η συμμορία της ΧΑ πουλάει και μπλουζάκια με τις κατάπτυστες στάμπες της. Πριν, όντως, δεν το ’κανε αυτό. Και πριν, όντως, δε θα τα αγόραζαν έτσι εύκολα τα παιδάκια του σχολείου και οι φτωχοδιάβολοι των δυτικών συνοικιών. Αλλά, πριν, το περιβάλλον ήταν διαφορετικό: πολύ δανεικό κι αγύριστο χρήμα, απόλυτη αμεριμνησία για το μέλλον, υπέρμετρη αγιοποίηση του Δημοσίου κι αυτού που λέμε κράτος, βούτηγμα με το κεφάλι στο απολιτικό trash. Και, κυρίως: μία χώρα που ούτε τις εμφυλιακές πληγές της δε θέλησε καν να βρει τρόπους να γιατρέψει, που δεν αντιστάθηκε στη χούντα, που δεν είχε (και πώς να ’χε; με τι παρελθόν;) δυνατότητα να παραγάγει και να καταναλώσει δράμι πολιτισμού, βρήκε τον πιο εύκαιρο τρόπο να περνά τις μέρες της: καλλιεργώντας το μύθο της — αυτόν της αμέμπτου κορασίδος υψηλής καταγωγής που όλοι την επιβουλεύονται. Θυμάμαι, παλιά, καθόμουν και μέτραγα πόσες φορές λέγαν τη λέξη «Ελλάδα» τα δελτία ειδήσεων. Εκατοντάδες φορές την ημέρα. Και καμία με λόγο. Ε, τώρα σώθηκαν τα δανεικά (βασικά: τα κλεμμένα), κι έμεινε σκέτη η Ελλάδα. Και θα μας σφάξει.

Στα κόμματα, στη βουλή, στα ΜΜΕ, ξαφνικά όλοι μιλούν καθωσπρέπει. Έπρεπε πρώτα να σκοτωθεί ένα τριανταπεντάχρονο παιδί;

Μιλούν καθωσπρέπει, και θα εξακολουθήσουν να το κάνουν για λίγες ημέρες ακόμη. Μετά, όλα θα μπουν στον κανονικό τους ρυθμό. Το αίμα του όμορφου παιδιού (και κάθε αίμα) χύθηκε άδικα. Αναφορικά, δε, με τα ΜΜΕ, τα λαϊκίστικα ΜΜΕ, αποτελούν το υπ’ αριθμόν ένα αίτιο της γιγάντωσης της ναζιστικής συμμορίας και της ντροπιαστικής εισόδου της στη Βουλή. Ούτε η Κρίση, ούτε τα… Μνημόνια φταίνε. Την εγκληματική αυτή οργάνωση την πήρε από το χεράκι και την οδήγησε στο Κοινοβούλιο και στους δρόμους του αίματος η τηλεόραση, πολλά χρόνια πριν προμοτάρει και επενδύσει τα ρέστα της στο ανατριχιαστικό σόου των Αγανακτισμένων εχθρών της Δημοκρατίας. Και το συνεχίζει, με ακόμα περισσότερα άτομα, και με επιπλέον κανάλια.

Έχετε επιμεληθεί περισσότερα από 300 βιβλία (λογοτεχνικά, φιλοσοφικά, δοκιμιακά), ανάμεσά τους και τη σειρά «Orbis Literae» των εκδόσεων «Gutenberg». Στην ίδια σειρά μεταφράσατε τον «Ζιλ Μπλας» του Alain-Rene Lesage και τα ποιήματα από τον «Καλόγερο» του Matthew Lewis. Διασώζεται, τελικά, η Ιστορία μέσα από την Λογοτεχνία; Είναι η Λογοτεχνία ένας τρόπος να διδαχτούμε την Ιστορία;

Η λογοτεχνία είναι το παν.

Μαθαίνει ο άνθρωπος από την παγκόσμια λογοτεχνία και ιστορία;

Όχι.

Μυθιστορηματικά, σας αρέσουν οι δύσκολες και αλλόκοτες καταστάσεις. Η «Ζα Ζα» θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι και το μυθιστόρημα ή η λογοτεχνία της εποχής;

Όχι.

Έχετε επισημάνει ποια μπορεί να είναι η λογοτεχνική σας εμμονή;

Οι δευτερεύουσες προτάσεις και η ενσάρκωση ενός έργου τέχνης.

Ραδιόφωνο, λογοτεχνία, επιμέλειες, κείμενα… ένας τρόπος ν’ αντέξεις, μια πρόταση να πας παρακάτω… Άλλοι τρόποι για λιγότερο ή καθόλου βιβλιομανείς;

Η φιλανθρωπία και ο εθελοντισμός.

Είναι πιο σπλαχνική από την Αθήνα η Θεσσαλονίκη; Έχετε ζήσει και στις δυο…

Επέστρεψα προ τεσσάρων ετών ακριβώς, αλλά ζω κυρίως στο σπίτι μου, δεν έχω καμία ουσιαστική επαφή με την πόλη εδώ. Δεν ξέρω ποια είναι χειρότερη, η λιγότερο σπλαχνική. Εδώ τουλάχιστον είναι ο ΑΡΗΣ. (Αν και εμένα επί είκοσι τρία χρόνια με έθρεψε η απουσία του).

Συγγνώμη για την αφελή ερώτηση: εκεί είναι… αλλιώς; Παρούσα ή απούσα η Χρυσή Αυγή;

Παρούσα, φυσικά. Παντού. Και εκεί που, παλιότερα, δε θα το περίμενες. Κι αυτά περί μείωσης των δημοσκοπικών της ποσοστών δεν τα πιστεύω, έχω μεγαλώσει και ξέρω. Είναι, μάλιστα, περίεργη πόλη εδώ η δική μας. Η μόνη ελληνική (η μόνη βαλκανική…) που ξεκίνησε την Ιστορία της από την αρχή πριν από εκατό χρόνια, με το έτσι θέλω — και με αίμα, και με σύληση των τάφων της. Μια πόλη χωρίς παρελθόν. Μόνο με φτηνή ποπ, σκυλάδικη κουλτούρα — τίποτε άλλο. Κι όμως: μολονότι ήμουν σίγουρος πως τσάμπα παλεύαμε (ξανά) για τον Μπουτάρη, νά που τα καταφέραμε, πρόσκαιρα-ξεπρόσκαιρα. Αλλά είμαι απαισιόδοξος. Ακόμη και για τον ίδιο. Γκοτζαμάνηδες ζουν και εκτρέφονται πολλοί ανάμεσά μας. Καμιά φορά, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Ή τους σπρώχνουμε το τρίκυκλο για να πάρει μπρος. Έχουμε βέβαια ωραία ηλιοβασιλέματα εδώ, δε μπορώ να το αρνηθώ.


Ο συγγραφέας Κυριάκος Αθανασιάδης είναι συνιδρυτής του Amagi Radio. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, το 1963. Από το 1986 έως το 2009 έζησε στην Αθήνα. Εργάζεται ως επιμελητής εκδόσεων.
[ Η συνέντευξη δόθηκε τη Δευτέρα 23.9.13 στην Ελένη Γκίκα και δημοσιεύτηκε την Κυριακή 29.9.13, στο «Έθνος τής Κυριακής ].

"Η δημοτική γλώσσα και το μονοτονικό αποτελεί το “κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν” του Νίκου Καζαντζάκη"


 

Ο δημοτικιστής Καζαντζάκης

 

«Η δημοτική γλώσσα και το μονοτονικό αποτελεί “κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν”  του Νίκου Καζαντζάκη», υποστηρίζει ο Νίκος Μαθιουδάκης κι όσοι αγαπούν ή γνωρίζουν έστω τον Νίκο Καζαντζάκη, αναγνωρίζουν ότι η γλώσσα υπήρξε στο έργο του «ο μεγάλος πρωταγωνιστής». Την οποία και θα πρέπει να δούμε μαζί με τη βιοθεωρία του, όπως έχει ήδη γραφτεί.

Γιατί «μπορεί να θεωρείται – και σε σημαντικό βαθμό είναι- μια γλώσσα επινοημένη, πεποιημένη… όμως πρόκειται για μια γλώσσα που διαρκώς θέλει να σημαίνει κάτι, πολλές φορές κάτι που βρίσκεται πέρα από τις ικανότητες του προσώπου να το συλλάβει ή να το κατανοήσει. Και μ’ αυτήν την έννοια είναι μια γλώσσα που προσπαθεί να συλλάβει, μαζί με το προφανές, αυτό που θεωρεί ο συγγραφέας μυστηριώδες και σκοτεινό: μια γλώσσα ποιητική μ’ άλλα λόγια» («Η μεταπολεμική πεζογραφία», τόμος Δ).

Το αποτέλεσμα, μια γλώσσα που αποτελεί το εργαλείο του, το μεγάλο κλειδί για του κόσμου το αίνιγμα, μια γλώσσα λαική και γι’ αυτό επαναστατική, μια γλώσσα σαν τον κόσμο του, σχεδόν αρχετυπική. Και ταυτοχρόνως ένα απολύτως στιβαρός λόγος που μπορεί να κάνει την φαντασία ζωή, να αποδώσει στις λέξεις ψυχή. Εξάλλου αυτός ήταν κι ο στόχος του:

«… Κι έτσι ο Ζορμπάς, αντί να γίνει για μένα υψηλό, επιταχτικό πρότυπο ζωής, ξέπεσε κι έγινε φιλολογικό, αλίμονο, θέμα για να μουτζαλώσω κάμποσες κόλλες χαρτί.

Τούτο το θλιβερό προνόμιο, να κάνεις τέχνη τη ζωή, καταντάει σε πολλές σαρκοβόρες ψυχές ολέθριο. Γιατί έτσι, βρίσκοντας διέξοδο το σφοδρό πάθος, φεύγει από το στήθος κι αλαφρώνει η ψυχή, δεν πλαντάει πια, δεν νιώθει πια την ανάγκη κορμί με κορμί να παλέψει, επεμβαίνοντας άμεσα στη ζωή και στην πράξη- μα χαίρεται καμαρώνοντας το σφοδρό της πάθος να δαχτυλιδώνεται στον αέρα και να σβήνει.

Κι όχι μονάχα χαίρεται παρά είναι και περήφανη* θαρρεί πώς πραγματώνει έργο υψηλό, την εφήμερη αναντικατάστατη στιγμή- την μόνη στον απέραντο κόσμο που έχει σάρκα και αίμα- μετατρέποντάς τη τάχα σ’ αιώνια. Κι έτσι ο Ζορμπάς, ο γεμάτος σάρκα και κόκαλα, κατάντησε στα χέρια μου μελάνι και χαρτί» («Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»)

 

Αυτό επιδίωκε ο Καζαντζάκης κι αυτό έκανε, φοβούμενος ακριβώς για το αντίθετο: την Τέχνη, Ζωή. Και το εφήμερο, αιώνιο. Την στιγμή, Αιώνια Στιγμή.

 

 

«Ο ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ

ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΟΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ»

 

από τον Νίκο Μαθιουδάκη, Επιστημονικό Σύμβουλο των Εκδόσεων Καζαντζάκη, δρ Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας & Λογοτεχνικής Υφολογίας

 

 «Η δημοτική γλώσσα αποτέλεσε σύμβολο και ιδέα ενός ολόκληρου έθνους. Ο Καζαντζάκης, όπως αναφέρει ο Χουρμούζιος, με την εργογραφία του αλλά κυρίως με τη συγγραφή της ΟΔΥΣΕΙΑΣ αποδίδει «ένα ωραίο σύμβολο της νίκης της γλώσσας του λαού», αφού είναι από την αρχή ως το τέλος εμπνευσμένη και γραμμένη από ατόφια δημοτική λαϊκή διάθεση”, επισημαίνει ο Νίκος Μαθιουδάκης,  Επιστημονικός Σύμβουλος των Εκδόσεων Καζαντζάκη Δρ. Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας & Λογοτεχνικής Υφολογίας, διευκρινίζοντας:

«Συγκρίνοντας τις συνθήκες της εποχής, κατά την οποία επικρατούσαν αδικαιολόγητοι γλωσσικοί παραλογισμοί ενώ η ανόθευτη δημοτική ταυτιζόταν με το προπατορικό αμάρτημα, ο ποιητής αγωνιά και αγωνίζεται να μετουσιώσει με δημοτικές λέξεις και λαϊκές εκφράσεις την απλή καθομιλουμένη γλώσσας σε γλώσσα ποιητική. Παρά τις πιέσεις από τους κριτικούς και τους εκδότες, ο Καζαντζάκης αρνείται πεισματικά να συμβιβαστεί και εξομολογείται στον Πρεβελάκη πως σε περίπτωση που κάποιος εκδότης του διορθώσει τη γλώσσα, προτιμά να υπογράψει με ψευδώνυμο, αφού δεν επιθυμεί να φαίνεται το όνομά του σε κείμενα με διορθωμένη γλώσσα, γεγονός που αποδεικνύει την ένωση της συνείδησής του με την άκρα δημοτική.

Η Φιλιππάκη-Warburton σημειώνει ότι «το πιο χτυπητό χαρακτηριστικό της γλώσσας του Καζαντζάκη είναι ο δημοτικισμός της» και μάλιστα, «ένας έντονος και φανατικός δημοτικισμός» που αναδεικνύει τη γλώσσα του έργου του αφενός, ως μέσο έκφρασης αλλά αφετέρου, και ως εντύπωση μιας έκφρασης που ταυτίζεται με το ίδιο το μήνυμα του συγγραφέα, ο οποίος παρουσιάζεται δια μέσω της γλωσσικής του γλώσσας να επισημαίνει και να προσδιορίζει την προσωπικότητα και την συγγραφική του υπόσταση.

 

Η γλωσσική τοποθέτηση του συγγραφέα αποδείχθηκε ως «πάθος φλογερό για τη δημοτική» και ως «ενσυνείδητη χρήση της γλώσσας» σε μια εποχή που επικρατούσε ένα πραγματικό γλωσσικό χάος. Ο Καζαντζάκης γίνεται «πολεμιστής μιας γλωσσικής ιδέας», έχοντας ως πνευματική υποχρέωση να προσδιορίσει το χαρακτήρα της δημοτικής ως «κοινή των Ελλήνων γλώσσα» ενώ ταυτόχρονα το συγκεκριμένο γλωσσικό του πάθος «κορυφώνεται στην Οδύσσεια, όπου η γλώσσα και ο στίχος τεντώνονται σαν τις χορδές της κρητικής λύρας μέχρι το τελευταίο σημείο της αντοχής τους».

 

Η δημοτική του Καζαντζάκη διαμορφώθηκε μέσα από τη λογοτεχνική συγγραφή του και την επαφή του με εξέχουσες προσωπικότητας του πολιτικού και πνευματικού κόσμου που τον επηρέασαν και ενίσχυσαν την ελληνική του συνείδηση. Ο οριστικός προσδιορισμός της δημοτικής ως συγγραφικής γλώσσας και ως γλωσσικό μανιφέστο «πλουτίστηκε και μέστωσε δια μέσου της Οδύσσειας». Η στάση του Καζαντζάκη απέναντι στη γλωσσική πραγματικότητα αναδεικνύει την άποψη πως η ελληνικότητα μιας λέξης δεν εξαρτάται μονάχα από την ιστορία της ίδιας της λέξης, μιας και οι λαοί δανείζονται συνεχώς λέξεις ο ένας από τον άλλο χωρίς βασικά να αλλοιώνουν την υφή της γλώσσας τους.

 

Συνάμα με τη χρήση της δημοτικής γλώσσας, ο Καζαντζάκης επιλέγει να παραμείνει ένας ασυμβίβαστος πολεμιστής του μονοτονικού συστήματος. Αξίζει να σημειώσουμε μόνο ότι η ΟΔΥΣΕΙΑ (1938) αποτελεί το πρώτο ελληνικό βιβλίο που εκδίδεται σε μονοτονικό σύστημα. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Καζαντζάκης υποχρεώθηκε από εκδοτικούς κύκλους να συμβιβαστεί και να θυσιάσει την υπερασπιστική θέση του μονοτονικού, προκειμένου να κυκλοφορήσει το ποίημα του, καθώς και τα μετέπειτα λογοτεχνικά του έργα.

Ο Καζαντζάκης είναι ένας πραγματικός επαναστάτης του δημοτικισμού και του μονοτονικού συστήματος. Η δημοτική γλώσσα και το μονοτονικό αποτελεί “κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν”  του Νίκου Καζαντζάκη», καταλήγει ο κύριος Μαθιουδάκης.

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

αλήθεια, εδώ, στην Ελλάδα, το θάμα είναι ο σίγουρος ανθός της ανάγκης


Γιατί ο Καζαντζάκης;

«αλήθεια, εδώ, στην Ελλάδα, το θάμα είναι ο σίγουρος ανθός της ανάγκης».

«Πολύ πιο γρήγορα από τον κόσμο προχωρούσε η ψυχή μου».

Και έτσι ξαφνικά, όσο ζόριζαν και πάλι στη χώρα μας τα ιστορικά δεδομένα, χωρίς ποτέ κατ’ ουσίαν, να έχει πάψει να διαβάζεται, κι αυτό είναι το σπουδαίο, ο Νίκος Καζαντζάκης ξαναγίνεται μότο σε βιβλία, γεμίζει το ίντερνετ και το f.b. Το εκπληκτικό είναι ότι αυτό γίνεται από τα νέα παιδιά. Και το σημαντικό είναι ότι ο μεγάλος έλληνας συγγραφέας, όταν τον ξαναδιαβάζουμε, διαθέτει τις απαντήσεις:

Για τα δύσκολα ιστορικά περάσματα και για τις ζορισμένες ιστορικές στροφές της χώρας μας και των ανθρώπων. Για την ευθύνη και για τον αέναο αγώνα για όλα τα βασικά: υπέρβαση, αξιοπρέπεια και ελευθερία. Για το καινούργιο που θα ‘ρθει, πάντοτε θα ‘ρχεται, και για το παλιό που πρέπει αναγκαστικά να ξεπεραστεί. Για την ανυπέρβλητη ζώσα γλώσσα και το υπερβατικό ύφος. Για την ψυχολογία σε βάθος ανθρώπων και γένους. Για την τοιχογραφία μιας κοινωνίας που παραμένει αναλλοίωτη, ποτέ δεν αλλάζει στα βασικά. Για τα ερωτηματικά που θέτει, εκμαιεύοντας προαιώνιες ερωτήσεις και απαντήσεις. Κάπως έτσι, και στη μέση της κρίσης, ξαναδιαβάζοντας Καζαντζάκη είναι σα να ξαναδιαβάζουνε τα βασικά: όλα αυτά που ξεχάσαμε και κάπως έτσι φτάσαμε και στην κρίση.

Ο Καζαντζάκης στο Έθνος:

Οι εκδόσεις Καζαντζάκη και το Έθνος, ξαναπιάνουν το νήμα απ’ την αρχή. Ο Καζαντζάκης ήξερε, ξαναδιαβάζοντάς τον ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί και να θυμηθεί και να μάθει. Πώς όλα χτίζονται και ξαναχτίζονται απ’ την αρχή.

«Στόχος της συνεργασίας των Εκδόσεων Καζαντζάκη και της εφημερίδας Έθνος είναι και θα παραμείνει να είναι η «διάδοση» των πιο αγαπημένων έργων του Καζαντζάκη σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και η «παράδοση» των πιο ελπιδοφόρων μηνυμάτων του στα χέρια του κάθε Έλληνα, οποιασδήποτε ηλικίας, οποιασδήποτε ιδεολογικής ή πολιτικής κατεύθυνσης. Σκοπός των Εκδόσεων Καζαντζάκη και της εφημερίδας Έθνος είναι να φτάσει ο λόγος του Νίκου Καζαντζάκη σε όλους τους Έλληνες από το βορειότερο ως το νοτιότερο, από το ανατολικότερο ως το δυτικότερο σημείο της χώρας μας: από τη Θράκη ως την Κρήτη, από τα Δωδεκάνησα ως τα Ιόνια νησιά», υπενθυμίζουν οι εκδόσεις Καζαντζάκη».

 

Οι λόγοι, ευδιάκριτοι και σαφείς:

«Σταθεροί άξονες στη σκέψη και στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη είναι η Ευθύνη και ο διαχρονικός Αγώνας του ανθρώπου για υπέρβαση, αξιοπρέπεια και ελευθερία. Οι άνθρωποι των Εκδόσεων Καζαντζάκη διαπιστώνουν καθημερινά, πόσο οι συνάνθρωποί μας στρέφονται στο έργο του μεγάλου κρητικού συγγραφέα, αναζητώντας πνευματικά εργαλεία που θα τους βοηθήσουν να ξεπεράσουν την κρίση που βιώνει η Ελλάδα. Εν μέσω του πανικού και της απαισιοδοξίας των ημερών μας, ο Λόγος του παραμένει φωτεινός φάρος και ηχεί πιο επίκαιρος παρά ποτέ».

Οι χρονικές συγκυρίες, επιτακτικές:

«Η οικονομική κρίση επιβάλλει στην ελληνική κοινωνία να επιστρέψει σε θεμελιώδεις αξίες και να τις αναζητήσει στις πνευματικές πηγές της και οι Έλληνες έχουν ανάγκη να ξεφύγουν από τη σημερινή απαξιωτική εικόνα που αναμεταδίδεται διεθνώς. Ο Νίκος Καζαντζάκης με το έργο του θυμίζει στους Έλληνες, αλλά και ανακηρύσσει στα πλάτη της γης, ότι Έλληνας δε σημαίνει οικονομική ανέχεια, αλλά πολιτισμός, ήθος και ηρωισμός. Ελλάδα δεν είναι μόνο ένα έθνος που υποφέρει από την οικονομική κρίση. Ελλάδα είναι η χώρα που γέννησε τον Ζορμπά, τον ηρωϊκό, ανυπότακτο Φιλόσοφο της Ζωής, που ακόμα κι αν γκρεμίζεται ότι έχει κτίσει, ανοίγει τα χέρια και στήνει χορό, περήφανος και χαμογελαστός. Ελλάδα είναι η χώρα που γέννησε τον Καπετάν Μιχάλη, τον γενναίο αγωνιστή, τον πάντα όρθιο και ελεύθερο Έλληνα».

 

Ο Καζαντζάκης κι ο κόσμος:

 

Κριτικοί, συγγραφείς κι αναγνώστες επιμένουν: «ποτέ δεν έπαψε να διαβάζεται ο Καζαντζάκης» (ο συγγραφέας και πανεπιστημιακός Γιώργος Γραμματικάκης)

Ο Peter Bien  αναλύοντας τους λόγους για τους οποίους πρέπει να διαβάζεται ο Καζαντζάκης στον 21o αιώνα, τονίζει κυρίως τη διαχρονικότητα των ιδεών που ενυπάρχουν στα κείμενα του, καθώς καταλήγει ότι «ο Καζαντζάκης θα εξακολουθήσει να είναι απαραίτητος και να διαβάζεται όχι μόνο κατά τον 21ο αιώνα αλλά και στον 22ο!»

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης παραμένει “ιδεα-λογικά” ένας από τους πιο διαχρονικούς Νεοέλληνες συγγραφείς. Έχει ένα πλούσιο και πολύπλευρο συγγραφικό έργο, καθώς είναι ένας από τους ελάχιστους συγγραφείς, σε ελληνική ή παγκόσμια κλίμακα, που ασχολήθηκε με όλα τα λογοτεχνικά είδη: μυθιστόρημα, ποίηση, δοκίμιο, ταξιδιωτική διήγηση, θέατρο, παιδικά βιβλία, κινηματογραφικά σενάρια, μεταφράσεις, αλληλογραφία. Τα μαθήματα που λαμβάνουμε από τα έργα του αποτελούν την απόλυτα αρμονική συνύπαρξη της θεωρίας και της πράξης, δημιουργώντας την αίσθηση μιας άψογα ισόρροπης φιλοσοφικής θεώρησης που μεταδίδεται άμεσα κυρίως από των λογοτεχνικών τεχνικών της πλοκής, την ανάπτυξη των χαρακτήρων και του γλωσσολογικού ύφους.

Το φαινόμενο “Καζαντζάκης” εντυπωσιάζει, αφενός, για την ποικιλία των ενδιαφερόντων του και τον όγκο της συγγραφικής παραγωγής, και αφετέρου για την απήχηση του έργου του, τόσο στην παγκόσμια διάστασή της, όσο και στη μεγάλη χρονική διάρκειά της· ίσως να πρόκειται από τις σπάνιες περιπτώσεις ελλήνων συγγραφέων που η ζωή και το έργο του συνεχίζουν αδιάκοπα με αυξανόμενη γεωμετρική πρόοδο να προκαλούν το μεγάλο ενδιαφέρον των αναγνωστών και των μελετητών του αιώνα μας!»

Ο συμπατριώτης του, ψυχίατρος και ποιητής Μανόλης Πρατικάκης θα πει:

«Τι είναι σήμερα ο Καζαντζάκης; Γιατί σήμερα; Φαίνεται πως ο χρόνος δεν αφαίρεσε την λάμψη και το μεγαλείο από την μεγάλη στόφα του έργου του αλλά με τα χρόνια μεγάλωσε και σήμερα είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Γιατί είναι από τους ελάχιστους λογοτέχνες στοχαστές που το έργο τους περιέχει όραμα, διαχρονικές οικουμενικές αξίες. Ειδικά στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, το έργο του είναι ένας σταθερός φάρος που μας φέρνει σε όλα τα επίπεδα του επιστητού. Μιλάει για διαρκή αγώνα, για αξιοπρέπεια και ελευθερία, το θείο που βρήκε μέσα μας πρέπει να σκάψει σαν άλλος φρικιαστικός εργάτης για να απελευθερωθεί από τα σύγχρονα δεσμά της αφθονίας και της κατανάλωσης, της υποταγής και της μηχανοκίνητης λαίλαπας που απειλεί να αφανίσει το ανθρώπινο πρόσωπό μας. Το έργο του προτείνει ανυποχώρητο αγώνα μπροστά στα ανταλλάγματα του κενού που μας αποξενώνουν από κάθε αυθεντικό και ουσιώδες, ατομικό και συλλογικό του τόπου μας και του κόσμου».

Εν κατακλείδι, μια παράγραφος από τον «Αλέξη Ζορμπά» μπορεί να σταθεί αρκετή:

«Στεκόμουν στην πλώρα και περιχαίρουμουν, ως την άκρα του ουρανοθάλασσου, το θάμα* και μέσα στο βαπόρι οι τετραπέρατοι Ρωμιοί, τα μάτια τ’ αρπαχτικά, τα ψιλικατζίδικα μυαλά, οι μικροπολιτικοί καβγάδες, ένα ξεκουρδισμένο πιάνο, τίμιες φαρμακερές κυράτσες, μοχθηρή, μονότονη επαρχιώτικη μιζέρια. Σου ερχόταν να πιάσεις το βαπόρι από τις δυο άκρες, να το βουτήξεις στη θάλασσα, να το τινάξεις καλά -καλά, να φύγουν όλα τα ζωντανά που το μολεύουν- άνθρωποι, ποντίκια, κορέοι- και να το ανεβάσεις πάλι απάνω στα κύματα, αδειανό και φρεσκοπλυμένο.

Κάποτε πάλι μια συμπόνια με κυρίευε*  μια συμπόνια βουδική, κρύα, σα συμπέρασμα από πολύπλοκους μεταφυσικούς συλλογισμούς. Συμπόνια όχι για τους ανθρώπους μονάχα παρά και για τον κόσμο αλάκερο που παλεύει, φωνάζει, κλαίει, ελπίζει και δε βλέπει πως όλα είναι φαντασμαγορία του Τίποτα. Συμπόνια για τους Ρωμιούς και για το βαπόρι και για τη θάλασσα και για μένα και για την επιχείρηση του λιγνίτη και για το χειρόγραφο του «Βούδα», για όλα ετούτα τα μάταια συμπλέγματα από ίσκιο και φως, που μια στιγμή αναστατώνουν και μολεύουν τον αέρα».

Για να ξαναπλυθεί το καράβι, για να ξαναπιάσει η ζωή την χαμένη κλωστή, για να ξαναβρεί ο άνθρωπος το θεικό του προορισμό, για να μπορέσουμε τελικά, να πάμε όλοι μαζί παραπέρα.

Γι’ αυτό στο έθνος και με τον Νίκο Καζαντζάκη θα ξαναπιάσουμε το νήμα από την αρχή.

 

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

μια αναγνωστική συνάντηση με το ενδεχόμενο, όπου ο μαγικός ρεαλισμός συναντά τον υπερρεαλισμό και ο φόνος τη μουσική κλίμακα μιας υψηλής αισθητικής

Μια υπερρεαλιστική προσέγγιση στον κόσμο του βιβλίου, της μουσικής, των εκλεκτικών πνευματικών συγγενειών και του ονείρου είναι το νέο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καλέντης με τίτλο «Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ».

Από την Τέσυ Μπάιλα στο culture now.gr

Γραμμένο με τη γνωστή ποιητική διάθεση της Ελένης Γκίκα, με γλώσσα λυρική που ρέει βουτηγμένη στη συνείδηση των ονείρων, το κείμενο«παίζει» με συμβολισμούς εικόνων και φλύαρες σιωπές σαν ανάσες, ανάσες που, ενώ τροφοδοτούν τον αναγνώστη με το απαραίτητο χρόνο για να συλλάβει το μέγεθος των νοημάτων από τη μια, από την άλλη πετυχαίνουν να δώσουν μια ακουστική στο έργο , ένα ρυθμό προσωπικό όπου μέσα σ’ αυτόν, αναρίθμητα σύμβολα στροβιλίζονται και δίνουν τελικά την εικόνα της πραγματικότητας μέσα από το παιχνίδι της με το όνειρο.

Καταιγισμός διακειμενικών αναφορών. Το βιβλίο συνομιλεί με εξαιρετική δεξιοτεχνία αλλά και διαφάνεια με μεγάλους δημιουργούς, τον Ντοστογιέφσκι, τον Χιουζ, τον Ρίλκε και βεβαίως τον Βάγκνερ, τον Μαραί, τον Μοντεβέρντι και τον Φίτσεκ. Μα περισσότερο από όλους με την ποιητική του Ταρκόφσκι και βεβαίως τον μεγάλο Μπόρχες, τον συγγραφέα που μαγνητίζει την Ελένη Γκίκα ως δημιουργό και ως άνθρωπο περισσότερο από όλους και δίνει τροφή στην αισθητική των προσωπικών της ιδεών. Το Άλεφ και το Μπεθ ως μαγικά σύμβολα αυτού του κόσμου, η προστασία του Γκόλεμ, αγαπημένα παιχνίδια στα χέρια της Ελένης Γκίκα, που ενώ στην περίπτωσή της εξελίσσονται αυθόρμητα στην περίπτωση του αναγνώστη γίνονται η αφορμή για ένα ταξίδι μέσα στην τέχνη, ένα μονοπάτι προσωπικής διαφυγής μέσα στον υπερβατικό κόσμο του ονείρου, ένα σημείο αναφοράς για αναγνωστικές αναζητήσεις. Κι ενώ όλα αυτά μοιάζουν να είναι «ανώφελα ξόρκια» μετατρέπουν τελικά το βιβλίο της Ελένης Γκίκα σε οξυγόνο που θα σου επιτρέψει να «αναπνέεις κανονικά».

Η ιστορία του έργου κινείται μέσα στη σφαίρα του μυστηρίου, του αστυνομικού, του νουάρ. Νεκρομαντεία, αρχαία θέατρα, μια σειρά μυστήριων φόνων, δολοφόνοι που τα ίχνη που αφήνουν πίσω τους είναι μουσικές παρτιτούρες, νότες που αναμειγνύονται με την εκδίκηση, μια εκδίκηση που διατρέχει δυο ολόκληρες γενιές κι ένα Μπολερό, που δεν είναι του Ραβέλ αλλά ένα παγωτό σοκολάτα πλέκουν ένα γαϊτανάκι αναμνήσεων και συναισθημάτων, βιωμάτων και αληθειών που όταν ξεδιπλωθεί θα αφήσει να φανούν σε όλους μας οι αδυναμίες, τα πάθη και η μοναξιά που βιώσαμε, συναισθήματα βαθιά καταχωνιασμένα μέσα μας, όλα όσα μας όρισαν και καθόρισαν το μέλλον μας, όλα όσα με οδυνηρό ή ηδονικό τρόπο έγιναν βιώματα και εμπειρίες.

Ανάμεσα σε όλα αυτά, ένα ζευγάρι αντιφατικών ανθρώπων με ονόματα ομιλούντα και σημαίνοντα, η Εκάτη-Ουλρίκα και ο Μίχαελ-Σεμπάστιαν, θα συναντηθούν στη ζωή και θα παλέψουν για το μέλλον αυτής της συνάντησης. Άνθρωποι εμβληματικοί με ευαισθησίες που τους κάνουν να ζουν μέσα στη μνήμη του αίματος των οικογενειών ένα μεγάλο έρωτα, θα βαδίσουν μαζί μέσα από το μονοπάτι της μνήμης, της βουτηγμένης στην ενοχή, το αίμα και την εκδίκηση, για να βγουν στο ξέφωτο μιας τρυφερής μοίρας κι ενός κοινού, μοιραίου τέλους που θα τους οδηγήσει στο φως της προσωπικής αυτογνωσίας - αυτό πάντα το ζητούμενο- στο κόψιμο των δεσμών που κρατούν τους ανθρώπους βουτηγμένους στο μίσος, στον πόνο, στον εμφύλιο σπαραγμό. «Άλλωστε οι ιστορίες δεν ξεφεύγουν ποτέ από την Ιστορία», όπως μας λέει η ίδια.

Ακολουθώντας αντίστροφα αυτή τη φορά έναν αόρατο μίτο της Αριάδνης – αφού όλα σ’ αυτό το βιβλίο έχουν μια απροσδόκητη τροπή - θα φτάσουν από την έξοδο στην καρδιά του λαβυρίνθου για να τον γκρεμίσουν και να βγουν μέσα από τα χαλάσματα του οι ίδιοι, συλλαμβάνοντας το νόημα της αγάπης για τη ζωή ακόμη πιο δυνατό μέσα τους.

«Ένα έργο μένει πάντοτε ανοιχτό στο ενδεχόμενο» μας λέει η Ελένη στη Γυναίκα της Βορινής κουζίνας και το βιβλίο της αυτό είναι για άλλη μια φορά μια αναγνωστική συνάντηση με το ενδεχόμενο, όπου ο μαγικός ρεαλισμός συναντά τον υπερρεαλισμό και ο φόνος τη μουσική κλίμακα μιας υψηλής αισθητικής, αυτής που τόσα χρόνια υπηρετεί η Ελένη Γκίκα.

Από το οπισθόφυλλο διαβάζουμε:
Η Εκάτη-Ουλρίκα, μνήμη που συγκρατεί τα μυστικά και κάνει προσωπεία τα πρόσωπα και μαριονέτες τους πεθαμένους της για ν' αντέξει.
Και ο Μιχαήλ-Σεμπάστιαν που συμπληρώνει τη χαμένη παρτιτούρα - γι' αυτό έχει έρθει εξάλλου σ' αυτή τη ζωή.

Ανάμεσά τους, η Ιστορία και η Συγγένεια, το Παρελθόν και η Νέμεσις, το Χρέος και ο Έρωτας, ο Μπόρχες και η Αιώνια Επανάληψη .
"Άλεφ" και "Μπεθ", υπνοβάτες στο Σολάρις του Διαδικτύου, όπου "ό,τι γεννιέται γεννιέται ξανά", για μια αιώνια στιγμή. "Δραπέτες", καταδικασμένοι να συναντιούνται ξανά και ξανά στην ίδια σκακιέρα. Με προσωπεία, έστω. Και με λόγια -για να τ' αντέξουν? δανεικά. Ακούγοντας πάντα τον δικό τους Ραβέλ ή Βάγκνερ, με την υπόσχεση να αιωρείται εκεί σαν θηλιά: "Πατέρα, δεν ξέχασα, μάνα είμαι εδώ στην ξερολιθιά, σε κάθε ξερολιθιά, κι ακούω πάντα τον δικό μας Βάγκνερ. Θα ξανάρθω, και η τιμωρία θα είναι πορφυρή". Είκοσι και ένας οι νεκροί. Και δύο έγκλειστοι. Οι πρώτοι, σε νεκρομαντεία, αρχαία θέατρα, ιστορικά μνημεία. Εκεί όπου "η πύλη του Άδη παραμένει ανοιχτή". Οι δεύτεροι, σ' ένα ρημαγμένο ξενοδοχείο που ζωντανεύει με τον καιρό και σ' ένα Πυργόσπιτο με γκρεμισμένες τις πολεμίστρες, αλλά με στοιχειωμένες τις ζωές και τις μουσικές. Επειδή οι ιστορίες δεν ξεφεύγουν εύκολα ούτε από την Ιστορία ούτε και από την καταγωγή. Ο Λαβύρινθος παραμένει λαβύρινθος και αναπάντητη η απορία του Αβερρόη. Αλλά εκείνοι οι δύο θα κάνουν τα πάντα για να μπορέσει ν' απαντηθεί. Θραύσματα ποιητικής πεζογραφίας, ένας γρίφος με μέρη χρησμικά ή καλοσχεδιασμένα βήματα πάνω σε μια σκακιέρα απ' όπου όλοι θέλουν να δραπετεύσουν; Οι ήρωες αναμετρώνται με τις αναμνήσεις και το παρόν, αναμετρώνται με το Χρόνο. Και το Μπολερό, κυρίαρχο επαναλαμβανόμενο μοτίβο αλλά και τόπος όπου η ζωή συναντά το θάνατο στο νέο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα "Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ".

Το βιβλίο της Ελένης Γκίκα Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καλέντης.

Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Το βιβλίο των σκιών: η συγγραφέας δημιουργεί μια νέα γλώσσα ή ίσως επαναφέρει στη ζωή μια νεκρή γλώσσα

Γράφει η Αγγέλα Γαβρίλη στο diavasame.gr για το βιβλίο
της Ελένης Γκίκα "Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ" εκδ. "Καλέντη"

Ένα θρίλερ από βιβλία, χώμα και μουσική Μια ιστορία φόνων που αρχίζει στον Εμφύλιο, με μια δολοφονία μπροστά σε ένα νεκρομαντείο... Ένας δολοφόνος-εκδικητής που αφήνει πίσω του μουσικές παρτιτούρες... Αμαρτίες γονέων που κάνουν τα τέκνα τους να ερωτευτούν... Και μια γραμμή αίματος που διασχίζει δυο γενιές, για να φτάσει στη Ρόδο όπου το διάσημο μπολερό από μουσικό κομμάτι γίνεται ένα «σημαδιακό» παγωτό σοκολάτα...

Αυτό είναι το νέο βιβλίο της πολυγραφότατης Ελένης Γκίκα, που καταδύεται για πρώτη φορά, όμως, στον κόσμο του νουάρ αλλά και στον ωκεανό του διαδικτύου, όπου όλα συνυπάρχουν σε έναν μη-τόπο. Το ζευγάρι των βασικών ηρώων ακούει σε παράξενα ονόματα, σημαίνοντα και σημαινόμενα ταυτόχρονα, που τους κρύβουν και τους αποκαλύπτουν την ίδια στιγμή. Θα συναντηθούν τυχαία, αλλά αυτή η τυχαία συνάντηση είναι ραντεβού (μια αγαπημένη φράση της Ελένης Γκίκα που συχνά έχω ακούσει από τα χείλη της). Κι ανάμεσά τους το αίμα, η μουσική και ο Μπόρχες: τα γραπτά του είναι ο συνδετικός τους κρίκος και τα γράμματα του εβραϊκού αλφαβήτου, το Άλεφ και το Μπεθ (το Άλφα και το Βήτα αντίστοιχα), με τα οποία ανασυνθέτουν με τη δύναμη της μαγείας τον κόσμο τους, το παρελθόν και το μέλλον, όπως οι καβαλιστές.

«Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ» είναι ένα βιβλίο σε γλώσσα ποιητική, με εικόνες ομορφιάς σκοτεινιασμένης, χτισμένο με διακειμενικές αναφορές όχι προς επίδειξη γνώσεων (αδιανόητο για την ποιότητα της Ελένης Γκίκα), αλλά ως αντικαταστάτες των διαλόγων των ηρώων: αφηγούνται την ιστορία τους μέσα από τα λόγια άλλων. Αλλά και μέσα από σιωπές εγκυμονούσες τις αλήθειες που ο λόγος δεν αντέχει... Και μέσα από σύμβολα, τόσα πολλά που φτιάχνουν μια καινούρια γλώσσα: σε αυτό το μυθιστόρημα, πράγματι, η συγγραφέας δημιουργεί μια νέα γλώσσα ή ίσως επαναφέρει στη ζωή μια νεκρή γλώσσα. Στην αρχή σε παραξενεύει, έπειτα ακούγεται όλο και περισσότερο οικεία... Και μετά θυμάσαι ότι τη μίλαγες σε άλλες εποχές, σε άλλες ζωές, με νεκρούς προγόνους.

Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω το βιβλίο, δεν θα το ονόμαζα μυθιστόρημα αλλά «Βιβλίο των Σκιών», όπου οι γενιές των μάγων και των μαγισσών (κι οι συγγραφείς δεν απέχουν πολύ από τους μάγους) καταγράφουν τα ξόρκια τους. Κι αν από όλα τα σύμβολά του έπρεπε να κρατήσω ένα κλείνοντας τις σελίδες του, αυτό δεν θα ήταν το Μπολερό του Ραβέλ (καλά ίσως να κρατούσα το παγωτό Μπολερό ως εθισμένη στη σοκολάτα), αλλά εκείνο που με ακολούθησε και μένα από την Πράγα μέχρι το σπίτι μου, τυπωμένο σε μια κάρτα (κι ακόμα φυλάει τον ύπνο μου): το Γκόλεμ, το χωμάτινο πλάσμα που οι Εβραίοι καβαλιστές της Πράγας δημιούργησαν με μαγεία για να προστατεύει το λαό τους. Ως κατακλείδα: όλοι τις ίδιες ιστορίες λέμε από την αρχή του κόσμου κι όλες οι ιστορίες είναι μία, από διαφορετικούς αφηγητές – χωμάτινες κούκλες που τους δίνουμε ζωή ή τους την αφαιρούμε. Η διαφορά είναι μόνο ένα γράμμα...

http://www.facebook.com/


Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Η εμμονή με τις εμμονές



 

«Προστάτεψέ με απ’ το να είμαι αυτός που ήδη υπήρξα, αυτός που ήδη υπήρξα ανεπανόρθωτα» (Λ.Χ.Μπόρχες “Religio Medici, 1643”)

Όταν επτά χρόνια πριν ξεκινούσε «Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ» (εκδ. «Καλέντης»), αυτή η φράση του Μπόρχες μού χαρίστηκε μαζί με τον τίτλο. Την ίδια στιγμή που έπεφτα επάνω σε εκείνο το αλλόκοτο παγωτό στην παλιά πόλης της Ρόδου που το ‘λεγαν… μπολερό και που, αν είχε φτάσει εγκαίρως τότε το ραντεβού μου δεν θα μπορούσα ούτε και να το φάω αλλά ούτε καν να το ζήσω ή να το γνωρίσω. Θα μπορούσα, θα μου πείτε, να είχα παραγγείλει καφέ, και να μη το προσέξω.

Για να φτάσω όμως μέχρι την ιστορία του, θα έπρεπε προηγουμένως με ό,τι δικό μου να ξεμπερδέψω. Με την «Αιώνια επιστροφή» που μου είχε καθίσει για χρόνια ως εμμονή, δλδ όλοι μας ζούμε για να επαναλάβουμε κάποια στιγμή τη βασική μας σκηνή, καθώς και με την «Γυναίκα της Βορινής κουζίνας» που ήταν ό,τι είχα ζήσει κι ό,τι ποτέ δεν θα ζήσω. Ο κόσμος μέσα από μια θηλυκή ανάγνωση ζωής αλλά και οι εκδοχές του κόσμου που επιτρέπονται αυτή τη στιγμή στην ίδια γυναίκα έστω ως ενδεχόμενα στη ζωή, αφού ό,τι ήταν να ζήσω, το έχω σχεδόν ζήσει (αν μη τι άλλο έχω επιλέξει τη δική μου εκδοχή).

Στο μεταξύ, παρ’ ότι ως δημοσιογραφική ερώτηση μου είχε γίνει σχεδόν εμμονή, στη ζωή μας συμβαίνει ό,τι με τον τσαγκάρη, τελευταία θ’ ασχοληθεί –και αν- με τα δικά του τρύπια παπούτσια.

«Υπάρχουν συγγραφικές εμμονές; Λένε ότι οι συγγραφείς το ίδιο βιβλίο γράφουν σε όλη τους τη ζωή», είχα φτάσει σχεδόν στο σημείο να κάνω ολόκληρη συνέντευξη στον άλλον προκειμένου σ’ αυτό ειδικά κάποια στιγμή να μου απαντήσει.

Οι περισσότεροι, έμοιαζαν ν’ αγνοούν τις συγγραφικές τους εμμονές. Υπήρξαν και κάποιοι, ελάχιστοι, που δήλωσαν ότι όχι, δεν είχαν. Σε όσους παρακολουθούσα, με προσήλωση εντομολόγου και από βήμα σε βήμα, το ρωτούσα αλλά ήταν σα να μη το ρωτούσα. Από βιβλίο σε βιβλίο εκείνο που απομένει και επανέρχεται «εν πλήρη δόξη και τιμή» είναι το βασικό αγκαθάκι, το υπαρξιακό αίνιγμα, η πληγή, η βαριά σκιά, εκείνο που σε κάνει να γράφεις, τελικά, και να ξαναγράφεις.

Ο Βασίλης Αλεξάκης, θυμάμαι, επικαλέστηκε τον Μαρσέλ Προυστ, «έτσι είπε κι αυτό έκανε μια ζωή», αναφερόμενος  και στις δικές του εμμονές, αυτές της ταυτότητας και του θανάτου. Στον Αντώνη Σουρούνη το ανακάλυψα μόνη μου, είναι «ένα αγόρι που κλαίει και γελάει στη ζωή», στην Έρση Σωτηροπούλου αρκέστηκα στην θανάσιμη ειρωνεία της και στην Μαρία Γαβαλά στους πατρικούς ή μητρικούς «Λεμονόκηπους» που ποτέ της ενδεχομένως δεν θα ξεχάσει.

Υπήρξαν εποχές που με ένα βιβλίο ξανάρχιζα τον συγγραφέα απ’ την αρχή. Όσο πιο σημαντικός τόσο πιο βαθιά πληγή η εμμονή, είχα φτάσει στο μεγαλεπίβολο «δίχως βαριά σκιά τέχνη, τελικά, δεν υπάρχει».  Υπήρχαν συγγραφείς που είχαν ήδη αναγνωρίσει την αξία της εμμονής, ο Γιώργος Μανιώτης την χαρακτήριζε σαν το παγόβουνο, όλο και κάτι βρίσκεις, γι’ αυτό γράφεις και ξαναγράφεις. Υπήρξαν κι άλλοι που είπαν πως για τον καθένα αρκεί μια εμμονή, το ίδιο συγγραφικό έργο πόσες εμμονές πια ν’ αντέξει.

Σαν τον φιλάργυρο μάζευα (και μαζεύω) εμμονή την εμμονή. Η δική μου αναπάντητη σαν πληγή ανοιχτή. Χρειάστηκε ένα μυθιστόρημα που συνηθίζω να αποκαλώ πια εντελώς «κατασκευή», για να κατανοήσω πώς «αυτό που ήδη υπήρξα ανεπανόρθωτα» ήταν εκείνο που τόσο χρόνια ρωτώντας και γράφοντας προσπαθούσα, τελικά, να κατανοήσω.

Η απορία του Αβερρόη από το «Αναζητώντας τη Μαρία» (εκδ. «Άγκυρα»), δλδ ήδη από την πρώτη στιγμή μού κρατούσε την απάντηση στην ερώτηση που όσο και να ρωτούσα αναπάντητη έμοιαζε, αφήνοντάς με, με την αίσθηση ότι «χτίζω στην άμμο σα να ‘ναι να χτίζω στην πέτρα»:

«Στην τελευταία σελίδα κατάλαβα πως το αφήγημά μου ήταν ένα σύμβολο αυτού που ήμουνα τη στιγμή που το έγραφα, κι ότι για να γράψω αυτή την ιστορία θα έπρεπε να ήμουν εκείνος ο άνθρωπος, και όντας εκείνος ο άνθρωπος θα έπρεπε να γράψω εκείνη την ιστορία και πάει λέγοντας εις τους αιώνας των αιώνων (Τη στιγμή που παύω να πιστεύω σε κείνον, ο Αβερρόης εξαφανίζεται)» (Μπόρχες, από μια συλλογή των εκδόσεων «Δόμος»).

Λες και γράφοντας αυτήν ακριβώς την ιστορία κάθε φορά, θα μπορούσα και να την γλυτώσω. Παίζοντας πάλι και πάλι τον αποχαιρετισμό, λες και είναι δυνατόν στη ζώσα ζωή να μη χρειαστείς ποτέ σου, ό,τι αγαπάς πιο πολύ, κάποια στιγμή, να αποχαιρετήσεις.

 

Ελένη Γκίκα

 

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Culture now mag, τεύχος 25 (το τεύχος ήταν αφιέρωμα Λογοτεχνία)

Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

 
 
Η Εκάτη-Ουλρίκα, μνήμη που συγκρατεί τα μυστικά και κάνει προσωπεία τα πρόσωπα και μαριονέτες τους πεθαμένους της για ν’ αντέξει.
Και ο Μιχαήλ-Σεμπάστιαν που συμπληρώνει τη χαμένη παρτιτούρα – γι’ αυτό έχει έρθει εξάλλου σ’ αυτή τη ζωή.
Ανά...μεσά τους, η Ιστορία και η Συγγένεια, το Παρελθόν και η Νέμεσις,
το Χρέος και ο Έρωτας, ο Μπόρχες και η Αιώνια Επανάληψη.
«Άλεφ» και «Μπεθ», υπνοβάτες στο Σολάρις του Διαδικτύου, όπου «ό,τι γεννιέται γεννιέται ξανά», για μια αιώνια στιγμή. «Δραπέτες», καταδικασμένοι να συναντιούνται ξανά και ξανά στην ίδια σκακιέρα. Με προσωπεία, έστω. Και με λόγια –για να τ’ αντέξουν− δανεικά. Ακούγοντας πάντα τον δικό τους Ραβέλ ή Βάγκνερ, με την υπόσχεση να αιωρείται εκεί σαν θηλιά: «Πατέρα, δεν ξέχασα, μάνα είμαι εδώ στην ξερολιθιά, σε κάθε ξερολιθιά, κι ακούω πάντα τον δικό μας Βάγκνερ. Θα ξανάρθω, και η τιμωρία θα είναι πορφυρή».
Είκοσι και ένας οι νεκροί.
Και δύο έγκλειστοι.
Οι πρώτοι, σε νεκρομαντεία, αρχαία θέατρα, ιστορικά μνημεία. Εκεί όπου «η πύλη του Άδη παραμένει ανοιχτή».
Οι δεύτεροι, σ’ ένα ρημαγμένο ξενοδοχείο που ζωντανεύει με τον καιρό και σ’ ένα Πυργόσπιτο με γκρεμισμένες τις πολεμίστρες, αλλά με στοιχειωμένες τις ζωές και τις μουσικές.
Επειδή οι ιστορίες δεν ξεφεύγουν εύκολα ούτε από την Ιστορία ούτε και από την καταγωγή. Ο Λαβύρινθος παραμένει λαβύρινθος και αναπάντητη η απορία του Αβερρόη. Αλλά εκείνοι οι δύο θα κάνουν τα πάντα για να μπορέσει ν’ απαντηθεί.
Θραύσματα ποιητικής πεζογραφίας, ένας γρίφος με μέρη χρησμικά ή καλοσχεδιασμένα βήματα πάνω σε μια σκακιέρα απ’ όπου όλοι θέλουν να δραπετεύσουν; Οι ήρωες αναμετρώνται με τις αναμνήσεις και το παρόν, αναμετρώνται με το Χρόνο. Και το Μπολερό, κυρίαρχο επαναλαμβανόμενο μοτίβο αλλά και τόπος όπου η ζωή συναντά το θάνατο στο νέο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΛΕΝΤΗ
www.kalendis.gr
Λ. Βουλιαγμένης 70, 16777 – Ελληνικό
Τηλ.: 2109638790 Fax: 2109638791

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ

Η Εκάτη-Ουλρίκα, μνήμη που συγκρατεί τα μυστικά και κάνει προσωπεία τα πρόσωπα και μαριονέτες τους πεθαμένους της για ν’ αντέξει. Και ο Μιχαήλ-Σεμπάστιαν που συμπληρώνει τη χαμένη παρτιτούρα – γι’ αυτό έχει έρθει εξάλλου σ’ αυτή τη ζωή.
Ανάμεσά τους, η Ιστορία και η Συγγένεια, το Παρελθόν και η Νέμεσις,
το Χρέος και ο Έρωτας, ο Μπόρχες και η Αιώνια Επανάληψη.
«Άλεφ» και «Μπεθ», υπνοβάτες στο Σολάρ...ις του Διαδικτύου, όπου «ό,τι γεννιέται γεννιέται ξανά», για μια αιώνια στιγμή. «Δραπέτες», καταδικασμένοι να συναντιούνται ξανά και ξανά στην ίδια σκακιέρα. Με προσωπεία, έστω. Και με λόγια –για να τ’ αντέξουν− δανεικά. Ακούγοντας πάντα τον δικό τους Ραβέλ ή Βάγκνερ, με την υπόσχεση να αιωρείται εκεί σαν θηλιά: «Πατέρα, δεν ξέχασα, μάνα είμαι εδώ στην ξερολιθιά, σε κάθε ξερολιθιά, κι ακούω πάντα τον δικό μας Βάγκνερ. Θα ξανάρθω, και η τιμωρία θα είναι πορφυρή».
Είκοσι και ένας οι νεκροί.
Και δύο έγκλειστοι.
Οι πρώτοι, σε νεκρομαντεία, αρχαία θέατρα, ιστορικά μνημεία. Εκεί όπου «η πύλη του Άδη παραμένει ανοιχτή».
Οι δεύτεροι, σ’ ένα ρημαγμένο ξενοδοχείο που ζωντανεύει με τον καιρό και σ’ ένα Πυργόσπιτο με γκρεμισμένες τις πολεμίστρες, αλλά με στοιχειωμένες τις ζωές και τις μουσικές.
Επειδή οι ιστορίες δεν ξεφεύγουν εύκολα ούτε από την Ιστορία ούτε και από την καταγωγή. Ο Λαβύρινθος παραμένει λαβύρινθος και αναπάντητη η απορία του Αβερρόη. Αλλά εκείνοι οι δύο θα κάνουν τα πάντα για να μπορέσει ν’ απαντηθεί.

Η οξείδωση της αμαρτίας (Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ)

ΜΕΡΟΣ 11ο Κεφάλαιο 1ο Η οξείδωση της αμαρτίας το έχει πια σβήσει. Η Λουίζα είναι βαρύθυμη − εάν θα μπορούσε ν’ αποφασίσει, θα έμενε σπίτι. Χρόνια το κάνει αυτό. Έτσι την έμαθε η μάνα της: να βγαίνει στον κόσμο με τον καλό της εαυτό. Βέβαια, η μάνα της, με τον κακό εαυτό που εί...χε, δεν έβγαινε σχεδόν ποτέ απ’ το σπίτι. Ο Γκρέκορι που ήρθε όμως να τη δει, δε σήκωνε καμιά αναβολή. Εχθές του το υποσχέθηκε: Δωδώνη. Μηχανικά βάζει τα κλειδιά στη μηχανή. Οι δρόμοι σχεδόν άδειοι. Καλοκαίρι της κρίσης, σκέφτεται. Μα πού χάθηκαν όλοι; Στο ξενοδοχείο του, την ώρα ακριβώς που το υποσχέθηκε, σταματά. «Μαντείον», ξαναδιαβάζει το όνομα. Όλα σήμερα είναι μόνο τουριστικά. Ατραξιόν! Φολκλόρ, πώς το λένε. Το παρελθόν και το παρόν μας, το μέλλον, να το χαζεύουν τουρίστες. Ο Γκρέκορι είναι ήδη στην έξοδο. Ο Γκρέκορι δίπλα της στο αμάξι. Ο Γκρέκορι βιάζεται να φτάσει. Ο Γκρέκορι που λείπει χρόνια από την πατρίδα. Ο Γκρέκορι που, όταν αποφάσισε να γυρίσει, για τους δικούς του ήταν ήδη αργά. Ούτε την κηδεία της μάνας του δεν πρόλαβε. Ο μπαμπάς του βυθισμένος ήδη στην άνοια, εξασφαλίζει για πάντα τα οικογενειακά μυστικά. Μαυραγορίτης! Βαριά η κατηγορία του Αλέξη, και ποιον να ρωτήσει; Όσοι ήξεραν, με τον δικό τους τρόπο, έχουν ήδη αναχωρήσει − αυτά σκέφτεται και βιάζεται. Και αφήνοντας τη Λουίζα τρέχει μπροστά. Το μαντείο σιωπηλό στον Ιούλιο, που συνήθως φοβάται σαν μήνα γιατί όλα τ’ αλλάζει. Η βελανιδιά κι οι χάλκινοι λέβητες· τα τρίποδα 2600 χρόνια και βάλε σιωπηλά. Δεν ακούγεται τίποτε. Ούτε ξέρει τι περιμένει. Αλλά αυτό το ταξίδι το ονειρεύεται μήνες. Και τώρα που ήρθε, ούτε Γαία, σκέφτεται, ούτε Δίας, ούτε Διώνη. Μονάχα λίγοι τουρίστες κι ένας άντρας που κάτι του θυμίζει. Ένας άντρας με τζιν και τι σερτ, καστανός − στον καθένα, σκέφτεται, θα φαινόταν γνωστός. Τον βλέπει που φωτογραφίζει. Ο Γκρέκορι απεχθάνεται τις φωτογραφίες. Βάζει το δεξί χέρι του στο κεφάλι − μάταιο κόπος· ό,τι χρειάζεται είναι εδώ. Τώρα βαδίζει προς το Αρχαίο Θέατρο. Μόνο ρίγος αισθάνεται, ένα αλλόκοτο ρίγος − άραγε να ’ναι το δέος αυτό; Κι ύστερα, ένα τσίμπημα εντόμου αριστερά στα πλευρά. Δε ραντίζουνε πια… Η Λουίζα που τον ακολουθεί τρέχοντας τον βλέπει να πέφτει. Θεέ μου, σκόνταψε, σκέφτεται. Κατρακυλά! Ένας άντρας καστανός με τζιν και άσπρο τι σερτ σκύβει από πάνω του. Η Λουίζα φτάνει επιτέλους – «είναι καλά;» τον ρωτά. Οι φύλακες, οι ελάχιστοι τουρίστες σε λίγο, κι αυτός ο άντρας, που, όσο κι αν ψάχνει τριγύρω, δεν τον βλέπει πια πουθενά. Μονάχα μια παρτιτούρα σαν πανάρχαιη ερώτηση και η απάντηση μαντική πάνω σε έλασμα: Γκέοργκ Φίλιπ Τέλεμαν και Κοντσέρτο για βιολί και πιάνο σε Λα.

Οι εκδοχές του Ιούδα (Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ)

ΜΕΡΟΣ 8ο Κεφάλαιο 1ο Οι εκδοχές του Ιούδα. «Η μοίρα μου το θέλησε να σκοτώσω, και να που τώρα πάλι μου βάζει το σουγιά στο χέρι». Ο Πέτρος τσαντίζεται με τον εαυτό του. Βλέπει τη σύζυγό του να τον αγριοκοιτάει κι είναι η πρώτη φορά που την καταλαβαί...νει. Φεύγοντας από την Αθήνα για Ρόδο αυτό ακριβώς της υποσχέθηκε. Ολοδικές τους, έστω ολιγοήμερες, ρομαντικές διακοπές. Για να ξεφεύγει απ’ τον εαυτό του βρήκε δωμάτιο στη Λίνδο, μακριά απ’ την πόλη − «όχι τηλέφωνα στην εταιρεία» και, πάνω απ’ όλα, μακριά από τα βιβλία. Τα μισούσε η Καίτη με όλη της την καρδιά. Ακούγοντάς τη να βγαίνει απ’ το μπάνιο, τα κρύβει στο στρώμα. «Το τέλος» και τις «Τρεις εκδοχές του Ιούδα». Απ’ τα Τεχνάσματα, στην καρδιά του κρατούσε το πρώτο: «Φούνες, ο Μνήμων». Όπως στον κόσμο του έτσι και στον δικό του δεν υπήρχαν παρά λεπτομέρειες, στο ελάχιστο όλο το χαοτικό σύμπαν. Τη βλέπει ντυμένη με ένα κρεμ ταγέρ. Κοιτάει τις γόβες της. Χαμογελά μέσα απ’ τα δόντια. Σε λίγο στις πλάκες στην Αρχαία Κάμειρο θα χρειάζεται διαρκώς να την κρατά. «Θα τσακιστώ εδώ που με έφερες» του ψιθυρίζει απειλητικά. Την κρατά. Οι τουρίστες κοιτούν τις αρχαίες πέτρες με αποβλακωμένο δέος. Κάποιοι γνωρίζουν − φαίνεται αυτό στη διάθεση, ναι το φωνάζουν: «ξέρω γιατί βρίσκομαι εδώ». Οι περισσότεροι βρέθηκαν επειδή έπρεπε, επειδή το τουριστικό γραφείο υποδείκνυε, διότι αυτό ήταν προκαθορισμένο ως η δεύτερη μέρα στην εκδρομή. «Οι ρομαντικές διακοπές», της ψιθυρίζει στ’ αυτί, «περιλαμβάνουν, ξέρεις, και την Αρχαία Κάμειρο». Τον αφήνει και κάθεται με πείσμα στην πέτρα. «Εσύ πήγαινε. Εγώ αποφάσισα να μείνω εδώ». Έχουν περάσει δεκαπέντε λεπτά με το ρολόι. Η Καίτη βράζει − θέλει δε θέλει, την ώρα κοιτά. Με την περιμετρική όρασή της τον βλέπει προσκολλημένο σ’ ένα γκρουπ να φλερτάρει την ξεναγό − «δες τον, ακούει!» Αφηρημένη, παρ’ ότι τον βλέπει να πέφτει, εκείνο που θα τη ζωντανέψει, τελικά, είναι οι φωνές. Οι τουρίστες που τρέχουν αλαλιασμένοι γύρω απ’ τον Πέτρο. Ο Πέτρος που, όταν τον πλησιάζει, είναι σαν πέτρα. Η Καίτη, προσπαθώντας να καταλάβει, τον σκουντά, του μιλά. Αφημένα δίπλα του, σχεδόν πάνω του, μια παρτιτούρα κι ένα cd − αν μπορούσε, ο Πέτρος θα της έλεγε Αντουάν Φορκερέ και βιόλα ντα γκάμπα, κι εκείνη θα τον κοίταζε εκνευρισμένη. Πουθενά δε συναντήθηκαν − φυσικά, ούτε στη μουσική. Απ’ τις ειδήσεις των οκτώ θα ακούσει, μαζί με όλη τη χώρα, για μια ακόμη μυστηριώδη δολοφονία σε αρχαιολογικό χώρο, με μουσική υπόκρουση βιόλας ντα γκάμπα, κάτι που επιτείνει το μυστήριο του αλλόκοτου δολοφόνου με την εμμονή στην κλασική μουσική. Ο τρόπος ο ίδιος: ένα ανεπαίσθητο τσίμπημα. Χωρίς σύριγγα στον τόπο του αλλόκοτου θανάτου αυτή τη φορά. Η Καίτη κλαίει. Ο αστυνομικός διευθυντής τη ρωτά. Ο υπεύθυνος του ξενοδοχείου, αμήχανος, βιάζεται − όσο το δυνατόν γρηγορότερα να ξεμπερδέψει με το συμβάν. Η καμαριέρα, μαζεύοντας το δωμάτιο, αφήνει κάτω απ’ το στρώμα το βιβλίο Τρεις εκδοχές του Ιούδα, τσαλακωμένο στην τελευταία σελίδα. «… το Μυστικό Όνομα του Θεού». Η επόμενη φράση: «Ήταν, λοιπόν, και ο ίδιος ένοχος του σκοτεινού εγκλήματος;» Το χαρτί έκανε πιέτα. Και αυτήν ακριβώς τη μικρή λεπτομέρεια δε θα την προσέξει κανείς.

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Μια κρυφά και ελλειπτικά καταγραμμένη ερωτική ιστορία που ματαιώθηκε.


H  συγγραφέας Λεία Βιτάλη

για τη «Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας», εκδ. Καλέντη

 

Πνευματικό Κέντρο Νέας Ερυθραίας, Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

 

Γνωρίζω την Ελένη γύρω στα 20 χρόνια. Από τότε που μου είχε κάνει εκείνη μια συνέντευξη για το Έθνος σχετικά με κάποιο θεατρικό μου έργο που είχε πάρει κρατικό βραβείο.

Εκείνο που με είχε κατακτήσει στη γνωριμία μας ήταν η ευαισθησία της, η γενναιοδωρία της και οι γνώσεις της στη λογοτεχνία. Μπορούσες να μιλάς μαζί της για ώρες. Χωρίς να νιώσεις τον χρόνο να περνά. Και περνούσες καλά.

Από τότε πέρασαν χρόνια και χάρισαν σε όλους μας την ωριμότητα. Η Ελένη αυτή την ωριμότητα την μετέτρεψε σε έργο. Βαθυστόχαστο, πυκνό, ευαίσθητο, όλο και πιο ουσιαστικό.

Έχει γράψει μυθιστορήματα, ποιήματα, παιδικά αναγνώσματα, κριτικές βιβλίων που είναι αυτούσια δοκίμια. Έχει κάνει συνεντεύξεις που αποκαλύπτουν τον πυρήνα της ψυχής των καλλιτεχνών με τη διεισδυτική ματιά της. Και σήμερα έχουμε στα χέρια μας το 13ο μυθιστόρημά της «Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας». Τίτλος περιεκτικός που αμέσως σε κατευθύνει στο περιεχόμενο. Ο Βορράς δεν έχει ήλιο κι όταν αρχίσει να φυσάει καλύτερα να προστατευθείς. Τα παλιά σπίτια όταν τα έχτιζαν δεν έβαζαν ποτέ παράθυρο στον βοριά. Ήξεραν τι σημαίνει.

Υπάρχει ένα μυστικό στο βιβλίο αυτό της Γκίκα. Μια κρυφά και ελλειπτικά καταγραμμένη ερωτική ιστορία που ματαιώθηκε. Αλλά συνεχίζεται ακόμη και σήμερα με απόγονο ένα παιδί που- αν και δεν προέκυψε από αυτή την ερωτική ιστορία ούτε από την ίδια την πρωταγωνίστρια της ιστορίας- είναι ο κρίκος που συνδέει τους δυο εραστές για πάντα. Αυτή την ερωτική ιστορία ανακαλύπτουμε με πυκνές και εξαιρετικά συγκεκριμένες περιγραφές- σαν επιστολές ανεπίδοτες- σαν έναρξη στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου και στο τέλος. Είναι η σύνοψη της ερωτικής ιστορίας που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο.

Αλλά στο βιβλίο της αυτό η Ελένη μιλά και για άλλα πολλά. Με πολλή δεξιοτεχνία χρησιμοποιεί τον Βορρά σε συνδυασμό με την κουζίνα, σαν φυλακή και σαν ματαίωση της ηλιοφάνειας στη ζωή της ηρωίδας της της Ράνιας. Αλλά επίσης δεν κάνει μόνο αυτό. Θα ήταν λίγο για την εμβρίθεια της  Γκίκα. Με το βιβλίο αυτό συνομιλεί με όλες τις μεγάλες μορφές της λογοτεχνίας, της μουσικής και άλλων τεχνών αλλά ακόμη και με την επικαιρότητα, που την σχολιάζει και την καταγγέλλει.

Στη Βορινή της κουζίνα ξεδιπλώνει όλες τις λογοτεχνικές της αγάπες και τις ενσωματώνει μπολιασμένες με τη δική της σοφία ζωής και ευαισθησία, για να τον παρασύρει σ’ ένα ονειρικό σύμπαν, κάπου μεταξύ του παρόντος και του παρελθόντος, κάπου μεταξύ της βιωμένης ζωής και του ενδεχόμενου.

Λέει κάπου στο βιβλίο της η Ελένη ότι ο Κάφκα θεωρεί πως «το βιβλίο πρέπει να λειτουργεί σαν τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα εντός μας». Και αυτό κάνει θρυμματίζοντας τη βορινή κουζίνα του καθενός μας. Και είναι η Βορινή Κουζίνα ο τόπος που παίζονται όλα. Που κρύβονται όλα.

Αλλά για ποιο θέμα μας μιλά η Ελένη στη Βορινή της Κουζίνα; Μιλά κατ’ αρχήν για τις γυναίκες αλλά και όχι μόνον γι’ αυτές. Γιατί η ψυχή δεν έχει φύλο. Τα συναισθήματα είναι πανανθρώπινα. Είναι λοιπόν μια γυναίκα πολυπρόσωπη η οποία αγωνίζεται να συμφιλιωθεί με τις πολλές εκδοχές του εαυτού της. Και κυρίως με τη ματαίωση αυτών των εκδοχών, τη ματαίωση της μητρότητας, τη ματαίωση του έρωτα, τη ματαίωση της επιθυμίας, τη ματαίωση που φέρνει μια απώλεια. Αυτές οι ματαιώσεις, μας λέει η Γκίκα, αντισταθμίζονται από τη γνώση και από την τέχνη. Και παραθέτει χαρακτήρες γυναικών- δημιουργών.

Και να λοιπόν που φτάσαμε να μιλάμε για την τέχνη. Ο Νίτσε λέει ότι «χρειαζόμαστε την τέχνη για να μπορέσουμε να αντέξουμε την πραγματικότητα». Η Γκίκα το επιβεβαιώνει.

Στη Βορινή Κουζίνα η Ράνια της σπαράζει, αλλά στο Ανατολικό Γραφείο της η Αρσινόη βρίσκει τη λύτρωση και μπορεί να συνεχίζει να ζει διαβάζοντας, μεταφράζοντας και παραλληλίζοντας τη ζωή της με ήρωες της λογοτεχνίας. Αλλά υπάρχει και η γυναίκα του Δυτικού Καθρέφτη που θα δώσει- τα καινούργια μάτια- για να δουν, να εξηγήσουν και να ερμηνεύσουν οι δυο προηγούμενες ηρωίδες τη δική τους ζωή.

«Τα βιβλία με ασφαλίζουν, με προστατεύουν, επιβάλλουν την τάξη στο χάος…», λέει η ίδια η συγγραφέας.

Και βέβαια το βιβλίο της αυτό αποτελεί έναν ύμνο στη γυναίκα με τα χίλια πρόσωπα.

Έναν ύμνο στη Λίλιθ και στην Εύα, στη Κλυταιμνήστρα και στην Αντιγόνη, στην Ηλέκτρα και την Μήδεια, στη Βιρτζίνια Γουλφ και την Μπροντέ, στην Πολυδούρη και την Πασιφάη, στη Ράνια, και την Γερτρούδη, στην Αρσινόη και την Αριάδνη.

Στη μία και μόνη Γυναίκα που αενάως κινεί τον τροχό της ζωής. Σε σας και σε μένα, σε όλες μας.

Το ύφος της Γκίκα έχει χαρακτηριστεί «ποιητικά ελλειπτικό». Που σημαίνει ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια παραδοσιακού τύπου αφήγηση. Υπάρχουν συνεχείς αναδρομές που φωτίζουν τα πρόσωπα και τα γεγονότα, σαν κομμάτια ενός παζλ τα οποία η συγγραφέας τοποθετεί κατά βούληση. Έτσι μας δίνει, αν θέλετε, ένα πανόραμα των πιθανών καταστάσεων, των ενδεχομένων. Η γραφή της είναι ανοιχτή λοιπόν σε κάθε ενδεχόμενο. Κι αυτό την κάνει ρευστή, ονειρική, απρόβλεπτη, κάποιες φορές, αλλά πάντα με το ένα πόδι στο βίωμα. Είναι πρωτότυπη, ξεχωριστή γραφή, συχνά απαιτητική, αλλά μαγεύει τον αναγνώστη και τον οδηγεί στους δρόμους της λογοτεχνίας.  

 

Και τώρα ας μιλήσουμε με την ίδια την συγγραφέα.

Ερώτηση Α: Διαβάζοντας τη Βορινή Κουζίνα ανακαλύπτει κανείς την πάλη της γυναίκας με το χρόνο, με τη μοναξιά, με την απώλεια, με την ίδια τη ζωή. Βλέπουμε τις δυο γυναίκες σου να κάνουν τα δικά τους όνειρα, να ζουν τη δική τους καθημερινότητα, η μια στην κουζίνα και η άλλη στο γραφείο, αναζητώντας ένα βαθύτερο νόημα στην πορεία των πραγμάτων, αλλά στο βάθος ουσιαστικά, νομίζω, τις βλέπουμε να παλεύουν για να κερδίσουν την εσωτερική τους γαλήνη μέσω της αυτογνωσίας. Πόσο βιωμένα είναι όλα αυτά; Και πόσο ο συγγραφέας για να είναι αληθινός άρα πειστικός χρησιμοποιεί τον εαυτό του προσφέροντάς τον βορά στον αναγνώστη του; Εν τέλει εκτεθειμένος ο συγγραφέας οδηγείται στην αυτογνωσία και στη «θεραπεία» της ψυχής του μαζί με τον αναγνώστη; Το γράψιμο και το διάβασμα αποτελεί μια, αν θέλεις, δυαδική ψυχοθεραπεία;

 

Για τον εαυτό σου μιλάς ακόμα κι όταν μιλάς για τους άλλους. Όσο πιο πολύ για τους άλλους μιλάς, τόσο πιο πολλά από σένα ανακαλύπτεις σε εκείνους. Ακόμα και όταν δεν μιλάμε για την δική μας ζωή, εκείνα που γράφουμε είναι εκείνα που φανταστήκαμε, ονειρευτήκαμε, φοβηθήκαμε. Μόνο γενναίοι και ταπεινοί μπορούμε να βαδίσουμε σε μια ειλικρινή ιστορία. Με την αλήθεια μας σώζουμε και σωζόμαστε τελικά. Ναι, εάν δεν πλέκουμε δόλια τα άλλοθί μας, το γράψιμο και η ανάγνωση θα μπορούσαν να αποτελέσουν εξαιρετική δυαδική ψυχοθεραπεία. Αλλά ποιος μιλώντας για τον εαυτό του ακόμα και στον εαυτό του, μιλάει αληθινά; Το ιάσιμο ζητούμενο όμως αυτό είναι. Κι εκείνο είναι που αντέχει και παραμένει. Στην καρδιά μας, στον Χρόνο.

 

Ερώτηση Β: Η ανδρική παρουσία στις σελίδες του βιβλίου σου είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την γυναικεία πορεία. Μοιάζει να λες, η πες μου αν κάνω λάθος, ότι η ζωή κάθε γυναίκας, πέρα από τα άλλα ενδεχόμενα, καθορίζεται αργά ή γρήγορα και από την παρουσία ενός άνδρα, είτε αυτός είναι πατέρας ή γιος, είτε είναι αδελφός ή σύζυγος,  φίλος ή εραστής. Τελικά η ζωή μιας γυναίκας είναι έρμαιο των σχέσεών της με έναν άντρα κάθε φορά;

 

Ακόμα κι η… Λίλιθ, η πρώτη εκείνη που δεν πλάστηκε τελικά απ’ τα δικά του πλευρά, για το χατίρι του έγινε εκπεσούσα, βρικόλακας. Ακόμα κι αν ο άλλος είναι απέναντι, καθρέφτης μας, για ν’ αγαπήσουμε εμάς, ο θείος έρωτας, η αναζήτηση του απόλυτου, του άλλου μισού μας που τελικά είμαστε ο εαυτός μας ολόκληρος, εμείς οι ίδιοι, από τον αντίπαλο  ή σύντροφο πατέρα, εραστή, γιο, φίλο μας περνά. Αλλά μη ξεχνάμε ότι εμείς είμαστε τελικά το υποκείμενο, ο δημιουργός της κόλασης ή του παράδεισου είμαστε εμείς. Αλλά ναι, όλα στη ζωή είναι «σε σχέση». Κι οι άλλοι είναι παράδεισος ή κόλαση αναλόγως του τι ακριβώς κουβαλάμε στην καρδιά μας εμείς. Αλλά πάντοτε όπως στα μεγάλα βαδίζουμε μόνοι, ερχόμαστε μόνοι, και τερματίζουμε μόνοι. Την διαδρομή, όμως, επιμένουμε να την κάνουμε «μαζί». Είναι ζόρικο αλλιώς. Και λίγοι τ’ αντέχουν. Εκτός κι έχει βρεθεί από… δειλία, κάποιος, εκτός!

 

Ερώτηση Γ: Ο Φερνάντο Πεσόα λέει ότι: «η τέχνη ισοδυναμεί με την ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί». Κι εσύ συμπληρώνεις ότι: «Ένας καλλιτέχνης δεν ζει την προσωπική του ζωή όπως εμείς. Την κρύβει, υποχρεώνοντάς μας να πάμε στα βιβλία του ή στους πίνακές του, στις μουσικές του, αν θέλουμε να αγγίξουμε την αληθινή συναισθηματική του πηγή». Η τέχνη λοιπόν ανακατεύεται παντού στη ζωή μας είτε είμαστε καλλιτέχνες και κρυβόμαστε πίσω από αυτήν, με απλά λόγια, είτε είμαστε καθημερινοί άνθρωποι που ζητάμε από αυτήν- την τέχνη δηλαδή- να μας στηρίξει στην πραγματική ζωή. Πιστεύεις ότι σήμερα η τέχνη μπορεί να βοηθήσει στην καθημερινή πορεία του ανθρώπου;

 

Έτσι δεν είναι; Έχετε δει έναν απολύτως ευτυχισμένο να γράφει, να ζωγραφίζει ή να αφουγκράζεται μουσική; Με τη σειρά του το έργο του είναι της ψυχής του το άλυτο αίνιγμα. Το ψυχανεμίζεται όταν το φτιάχνει για να το ξεχάσει αμέσως ευθύς. Γι’ αυτό και ξαναγράφει, ζωγραφίζει και πάλι, κάθεται γράφει καινούργια μουσική. Η Τέχνη μπορεί να είναι υποστηρικτική αλλά μπορεί να είναι και αποκαλυπτική συνάμα. Η Τέχνη σίγουρα υπάρχει όχι μόνο για ν’ αντέχουμε – όπως λέει- ο Νίτσε τη ζωή. Αλλά και για να την ερμηνεύουμε, να ζούμε μέσα σ’ αυτήν. Κι ειδικά σήμερα, είναι το μόνο που μπορεί να μας αλλάζει ζωή, αισθητική, προοπτική. Να μας δώσει τη δύναμη να ξαναδούμε την χαλασμένη μας ζωή απ’ την αρχή. Αν όχι η Τέχνη, ποιος; Το θέμα, όμως, παραμένει το πώς. Η τέχνη δεν είναι εκεί για να μας δικαιώνει, είναι εκεί για να μας οδηγήσει μέσα απ’ τα σκοτάδια του δημιουργού ή τα δικά μας, στο Φως. Η τέχνη είναι η αέναη αναζήτηση, ο θείος έρωτας, τελικά η θέαση και βίωση εκείνου που δεν αντέχεται αλλιώς!