Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του

Γράφοντας για βιβλία

Δημοσιεύθηκαν στο Αττικό Βήμα (Πα. 16 Νοε. 2012)

Κοινός άξονας και στα τρία βιβλία, το αυτοβιογραφικό στοιχείο και η εποχή. Το προσωπικό στοιχείο και η Ιστορία. Λογοτεχνία, δοκίμιο και αυτοβιογραφία. Όταν οι αναμνήσεις είναι μια ολόκληρη εποχή, η οποία καθορίζει με τη σειρά της τη δική μας ζωή. Τρία σημαντικά, ούτως ή άλλως, βιβλία.


ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΝΟΥΒΕΛΑ” του Στέφαν Τσβάιχ, Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Εκδ. «Άγρα», σελ. 128, τιμή: 9 ευρώ.

Μη ξεχνάτε ότι ήμουν ένας άνθρωπος που έπρεπε να ξεσπάσει κάπου, οπουδήποτε, τη συσσωρευμένη από καιρό οργή του. Μιας λοιπόν και δεν είχα τίποτα άλλο, παρά μονάχα αυτό το ανόητο παιχνίδι ενάντια στον ίδιο τον εαυτό μου, η λύσσα μου όλη, η μανία μου για εκδίκηση, διοχετεύθηκε σ’ αυτό. Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του».
Η “Σκακιστική νουβέλα” του Στέφαν Τσβάιχ είναι αναμφίβολα κάτι πολύ περισσότερο από το, ούτως ή άλλως, μεταθανάτιο αριστούργημά του (δημοσιεύτηκε στη Στοκχόλμη το 1943, μεταθανάτια έκδοση, αφού ο συγγραφέας αυτοκτόνησε τον προηγούμενο χρόνο μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του στη Βραζιλία, όπου βρέθηκε αυτοεξόριστος). Θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει και ως το χρονικό μιας προαναγγελθείσας αυτοκτονίας.
Η μόλις 120 σελίδων αλληγορική συγγραφική παρτίδα που διαδραματίζεται επάνω σε ένα πλοίο και κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού κατορθώνει και περικλείει μέσα από την προσωπικότητα (και την ιστορία) των δύο σκακιστών μονομάχων, όλη την κοινωνικοπολιτική κατάσταση και τα αδιέξοδα αυτής της σκοτεινής εποχής.
Διότι στο πλοίο, από τη Νέα Υόρκη στο Ρίο και το Μπουένος Άιρες, μαζί με αρκετούς ευρωπαίους επιβάτες οι οποίοι φεύγουν μακριά από τη βία και τη σύγχυση του ναζισμού επιζητώντας καταφύγιο αυτοεξόριστοι στην Αργεντινή ή τη Βραζιλία, ταξιδεύει και ο Μίρκο Τσέντοβιτς, ο σκοτεινός, άξεστος παγκόσμιος πρωταθλητής. Θα τον αντιμετωπίσουν, κατ’ αρχάς, σε μια παρτίδα χωρίς διέξοδο, όλοι οι σκακιστές του πλοίου. Στην τελευταία παρτίδα τους σχεδόν τον νικούν, υπό την καθοδήγηση του δρ Μπ. Ενός ευαίσθητου διανοούμενου δικηγόρου που επέζησε της τρέλας και του εγκλεισμού χάρη σε ένα σκακιστικό βιβλίο. Παίζοντας φανταστικές παρτίδες πάλι και πάλι με τον αντίπαλο εαυτό:
«Αμέσως μόλις το λευκό μου Εγώ έκανε κάποια κίνηση, το μαύρο του απαντούσε με πυρετώδη βιάση. Δεν προλάβαινα να τελειώσω μια παρτίδα, και αυτοστιγμή ξεκινούσα την επόμενη, μιας και πάντα ο μισός μου εαυτός βρισκόταν νικημένος και ζητούσε από τον άλλο μισό τη ρεβάνς».
Κατανοώντας ταυτοχρόνως και όλο το σχιζοφρενικό του εγχειρήματος:
Είναι ένα παιχνίδι καθαρά εγκεφαλικό: δυο διάνοιες, που αντιμετωπίζουν η μία την άλλη. Καταλαβαίνετε επομένως πόσο παράλογο είναι να θέλει κανείς να παίξει εναντίον του εαυτού του».
Αναγνωρίζοντας πως: «Το να θέλει κανείς να παίξει σκάκι εναντίον του εαυτού του αποτελεί παραδοξότητα ίδια με το να θέλει να πηδήξει τον ίδιο του τον ίσκιο”.
Παρ’ όλ’ αυτά όμως:
Οι φρικτές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσα, με ανάγκασαν να επιχειρήσω αυτή τη διάσπαση του Εγώ μου σε Μαύρο και Άσπρο, για να μη συνθλιβώ κάτω από το τρομακτικό Τίποτα, που μ’ έζωνε ασφυκτικά”.
Η σωτηρία γι’ αυτόν ήρθε με την με την μορφή ενός βιβλίου, κι ο συγγραφέας θα κάνει αυτές τις περιγραφές, αριστοτεχνικά:
Τα γόνατά μου άρχισαν να τρέμουν: ένα ΒΙΒΛΙΟ! Τέσσερις μήνες είχα να πιάσω βιβλίο στα χέρια μου και στην ιδέα και μόνο πως θα μπορούσα να δω λέξεις αραδιασμένες τη μια μετά την άλλη, γραμμές ολόκληρες, σελίδες, φύλλα, στην ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσα να διαβάσω νέες, αλλιώτικες σκέψεις, σκέψεις άλλων ανθρώπων, να τις παρακολουθήσω νοερά και να ξεχαστώ, ένιωσα μεθυσμένος και ταυτόχρονα ναρκωμένος”.
Μια ηδονή που χρονοτριβούσε επίτηδες και γαργαλούσε ευχάριστα να νεύρα μου: βυθίστηκα λοιπόν στην ονειροπόληση και προσπαθούσα να φανταστώ τι είδους βιβλίο ήταν αυτό που είχα κλέψει, τι είδους βιβλίο θα προτιμούσα εγώ. Προπάντων έπρεπε να είναι πυκνοτυπωμένο, να έχει πολλά πολλά γράμματα, πολλές πολλές λεπτές σελίδες, για να κρατήσει περισσότερο η ανάγνωση. Κι έπειτα ευχόμουν να δω μπροστά μου ένα έργο που θα απαιτούσε μεγάλη διανοητική προσπάθεια από μέρους μου. Όχι κάτι ελαφρύ κι εύκολο, αλλά κάτι που θα μπορούσε κανείς να το αποστηθίσει, ποίηση, ας πούμε, και το προτιμότερο θα ήταν- τι τολμηρό όνειρο!- Γκαίτε ή Όμηρος”.
Αλλά και η παραφορά θα προκύψει απ’ το ίδιο βιβλίο. Διότι ο αντίπαλος εαυτός είναι, εν τέλει, ο πλέον επικίνδυνος εαυτός. Κι ο ναζισμός, μια μορφή αντίπαλου εαυτού για τον βιεννέζο συγγραφέα ενδεχομένως να ήταν. Ο οποίος και τον συνέτριψε, τελικά.
Ένα λιτό, καλομετρημένο (ούτε σιωπή δεν περισσεύει), σαν καλομελετημένη παρτίδα σκακιού, μικρό αριστούργημα. Ψυχογράφημα ταυτοχρόνως και βαθύτερη πολιτική και κοινωνική αλληγορία. Παιγνιώδες σαν θρίλερ, σκοτεινό και αντιφατικό σαν ανθρώπινη ψυχή. Προφητικό, για τον ίδιο το συγγραφέα του. Εφόσον, όταν γράφουμε, εντέλει υπογράφουμε με τον πιο βαθύ μας, σοφό, παντογνώστη, προφήτη εαυτό. Τελειώνοντάς το αδημονούσα να μάθω σκάκι! Επειγόντως!

ΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΝΙΕΙΡΟ” του Θοδωρή Καλλιφατίδη, Εκδ. “Γαβριηλίδης”, σελ. 230, 18.11 ευρώ

Απ' τους Μολάους όπου γεννήθηκε, έφυγε για την Αθήνα λίγο μετά την Κατοχή. Με τον παππού του. Είχε αποφυλακιστεί και ο πατέρας. Απ' την Ελλάδα για την Σουηδία έφυγε λίγο πριν από την δικτατορία. Με τα πατρικά βάρη, εξάλλου, δεν μπορούσε να βρει δουλειά, η Σχολή του Κουν ήταν περιττή πολυτέλεια.
Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης, γνωστός μας περισσότερο από τα αστυνομικά, παρ' ότι θεωρείται σήμερα “μεγάλο συγγραφικό κεφάλαιο για τον τόπο”, αναγκάστηκε να φύγει για την Στοκχόλμη το 1964. Εκεί σπούδασε Φιλοσοφία και εργάστηκε στο ίδιο πανεπιστήμιο μετά, επί τέσσερα χρόνια διηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό Μπόνιερς Λιττερέρα Μαγκαζίν, άρχισε να γράφει το 1989 στα σουηδικά και από το 1994 γράφει τα βιβλία του και στα ελληνικά. Έχει εκδώσει ήδη 15 βιβλία. Το καινούργιο του βιβλίο “Τα περασμένα δεν είναι όνειρο” είναι πολλά: αυτοβιογραφία πρώτα απ' όλα, ιστορία και φυσικά λογοτεχνία.
Ξεκινά σχεδόν από τις παιδικές αναμνήσεις. Στους Μολάους την Κατοχή, ο πατέρας του είναι στη φυλακή κι εκείνος με τον παππού και τον αδελφό του με Γερμανούς και μαυραγορίτες στο χωριό, “πεινούσαμε. Κτήματα πουλιόνταν για να ένα σακί αλεύρι”, γράφει.
Το κεντρικό βάρος του βιβλίου πέφτει στην αθηναική εποχή, στην εφηβεία του και στην μετέπειτα αγωνία του να σταθεί και να βρει δουλειά, στον παραλογισμό που γνωρίζει κατά και μετά την στρατιωτική του θητεία. Στην υποθηκευμένη ζωή που αναζητούσε αντίδοτο στη γραφή, στον παραλογισμό του φασισμού που εξακολουθούσε και στις αλλεπάλληλες αποτυχίες και απογοητεύσεις.
Θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι η μεταναστευτική του διαδρομή, η εσωτερική μετανάστευση που θα γίνει εξωτερική, η προσωπική ιστορία που σηματοδοτεί την Ιστορία μιας εποχής με τον κύκλο αριστουργηματικά να κλείνει. Επιτυχημένος πια, με τους πάντες νεκρούς, επιστρέφει στους Μολάους για να τον βραβεύσουν εκεί απ' όπου στο παρελθόν τούς είχαν όλους οικογενειακά εκδιώξει. Για να μάθει ποιος πρόδωσε τελικά. Ο προδότης δεν ζει πια αλλά τα περασμένα είναι ιστορία κι ο συγγραφέας γι' αυτό τα θυμάται και γράφει.
Τα περασμένα ξαναγύρισαν. Τα περασμένα δεν ήταν όνειρο, αν και μπορούσες πια να ζήσεις μαζί τους”.



ΟΙ ΔΑΚΤΥΛΙΟΙ ΤΟΥ ΚΡΟΝΟΥ” του W.G. Sebald. Μετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης. Εκδ. “Άγρα”, σελ. 340, € 21
Σε έναν κόκκο άμμου, πιασμένο στο στρίφωμα ενός χειμερινού φορέματος της Εμμά Μποβαρύ, είπε η Τζάνιν, ο Φλωμπέρ είχε αντικρίσει ολόκληρη τη Σαχάρα, και κάθε μόριο σκόνης ζύγιζε για τον ίδιο όσο η οροσειρά το 'Άτλαντα”. Γράφει ο Ζέμπαλντ και στους “Δακτύλιους του Κρόνου” ακριβώς το ίδιο ηθελημένα ή αθέλητα, υπηρετεί.
Μακρά οδοιπορία στην Αγγλία” ο υπότιτλος. Και στις σελίδες του, η επί αποδείξει διαπίστωση ότι όλα είναι δρόμος και τα πάντα ρει. Ξεκινώντας, καθόλου τυχαία, την ιστορία του από το τέλος, στο νοσοκομείο τον Αύγουστο του 1992, ανασυνθέτει τον κόσμο από την φθορά και παρακμή. Ξαναθυμάται ό,τι έζησε, γιατί εν τέλει και όλα είναι μνήμη. Ξαναδιαβαίνει με τα πόδια πάντοτε την κομητεία Σάφφολκ της Ανατολικής Αγγλίας, μπαινοβγαίνει σε ερειπωμένες επαύλεις, διασχίζει ανθισμένους ερεικώνες, επισκέπτεται δοξασμένες πολιτείες που βουλιάζουν ή ήδη έχουν βουλιάξει, έχουν πια ολοσχερώς ηττηθεί.
Ξαναζεί στα ερείπια την αίγλη τους. Αντικρίζει στην παρακμή την μεγίστη ακμή. Αφουγκράζεται τους αρμούς της καταστροφής όσον αφορά τα ίδια τα ανθρώπινα αλλά και αυτή την εν πολλοίς ακατανόητη Ιστορία, διασώσει ιστορικά παράδοξα, καθημερινά θαύματα, μικρές αλλά αρχετυπικές ζωές.
Απ' τις σελίδες του, παρελαύνουν η ζωή και τα ταξίδια του Κόνραντ, ο άτυχος έρωτας του Σατωμπριάν, Το μάθημα ανατομίας στην πραγματικότητα και στο έργο του Ρέμπραντ, η ιστορία της μεταξουργίας και η εμπλοκή του Τρίτου Ράιχ σ' αυτήν.
Τολμά ν' αγγίξει τα πάντα, την μετενσάρκωση κατά ιατρόν Μπράουν, τη γερμανική αμνησία μπροστά στην καταστροφή, την κατά Ντεκάρτ “ιστορία της υποταγής”, την ανθρώπινη μηδαμινότητα μπροστά στην απεραντοσύνη του κόσμου...
Μέσα από ένα έργο που είναι πέρα από τα δεδομένα και συνήθη, είναι πολλά: αυτοβιογραφία και οδοιπορικό, ημερολογιακές σελίδες ταξιδίου, φιλοσοφικό και ταξιδιωτικό δοκίμιο, δοκίμιο περί της καταστροφής.
Εξάλλου το συνηθίζει αυτό το ανθρώπινο είδος, κι αναζητώντας τις ρίζες της ανθρώπινης εξουσίας κι αλαζονείας, διαπιστώνει ο Ζέμπαλντ πως “όσο πιο φανταχτερά είναι τα μέσα που ίδια χρησιμοποιεί προς επίδειξη, τόσο περισσότερο κυριεύεται από την αγωνία μην τυχόν και απολέσει την παντοκρατορία που έχει συγκεντρώσει στα χέρια της με τόσο καταστροφικό μόχθο, σε μιαν αποτυχημένη προσπάθεια να μιμηθεί τη φύση που νομοτελειακά αλέθει στον μύλο της καθετί που έχει πλάσει νωρίτερα”.
Εκλεκτικές συγγένειες, ζωές παράλληλες, η ρίζα της σύμπτωσης, μοιραίες διαδρομές, ανθρώπινα και ιστορικά παράδοξα, αλλόκοτες κι απρόσμενες καταστροφές, ξετυλίγονται στα έκπληκτα μάτια μας που για κλάσματα χρόνου κατανοούν. Για να χαθούν κατόπιν στο ανθρώπινο πεπερασμένο που προστατεύει απ' την ύβρη αλλά οδηγεί αναπόφευκτα στην απώλεια και τη φθορά.
Καθ' ότι όπως έλεγε ο Μπράουν “κάθε γνώση περιβάλλεται από αδιαπέραστο σκοτάδι”. Κι εμείς, μονάχα τόσοι, “Δεν αντιλαμβανόμαστε παρά τις ξαφνικές λάμψεις στην άβυσσο της άγνοιας, στο οικοδόμημα του κόσμου που κλονίζεται από βαθείς ίσκιους”.
Κάπως έτσι, και με τρόπο ολότελα προσωπικό ο Ζέμπαλντ κατορθώνει βαδίζοντας από ίσκιο σε ίσκιο να κάνει τη λάμψη του κόσμου να ανατείλει ξανά. Εξάλλου όλα καταστρέφονται από την ώρα ακριβώς που δημιουργούνται και όλα αφότου υπήρξαν, ακόμα και αν πεθάνουν και καταστραφούν που, και θα πεθάνουν και θα καταστραφούν, δεν γίνεται παρά να γεννιούνται αενάως. Ξανά και ξανά και ξανά...
Ένα βιβλίο που εύχεσαι ποτέ να μην τελειώσεις, μαγεία και λύση του γρίφου μαζί, για όσο διαρκεί. Η Σαχάρα σε κάθε γράμμα, σε κάθε λέξη, η ανθρώπινη φύση, σαν την ίδια την Φύση, αυτοκαταστροφική, για να μπορέσει πεθαίνοντας και να ξαναγεννηθεί...


«Υφαίνω λέξεις, σβήνω, σχίζω, πληρώνω, πληγώνω»,

Η Βασιλική Φαρμάκη γράφει για το βιβλίο
«Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΒΟΡΙΝΗΣ ΚΟΥΖΙΝΑΣ»
Της Ελένης Γκίκα, Εκδ. Καλέντης

Δημοσιεύθηκε στο σάιτ Salonica news και στη στήλη “Οδός Βιβλίου” που επιμελείται ο ποιήτης και δημοσιογράφος Στέλιος Λουκάς

Με ένα εξώφυλλο καλλιτεχνικό , ένα τίτλο καθαρά γυναικείο, με έντονη λυρική διάθεση
έρχεται συγγραφέας Ελένη Γκίκα να αναδιπλώσει με ευκρίνεια και στοχασμό το γυναικείο ψυχισμό,
πρόσφορο ανάγνωσμα και των δύο φύλων.
Η ανδρική παρουσία στις σελίδες του βιβλίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την γυναικεία πορεία.
Άλλωστε ποιάς γυναίκας η ζωή δεν καθορίζεται αργά ή γρήγορα από την παρουσία ενός άνδρα, πατέρα ή γιού, αδελφού ή συζύγου, φίλου για πάντα αγαπημένου.
Κάποια γεγονότα προδίδουν το σήμερα της ιστορίας και κάποια άλλα θέτουν και πάλι τα διαχρονικά ερωτήματα.
Σκεπτόμενη γυναίκα, μάνα, σύζυγος, ερωμένη, αγαπημένη πετυχημένη ή αδικημένη, παρεξηγημένη, προβληματισμένη, καταξιωμένη ή περιθωριοποιημένη.
Όλα μαζί σε μια κλιμακούμενη ένταση σκέψεων, απόψεων, καταγραφών , δηλώσεων και πικρών διαπιστώσεων….
Βιβλίο ωριμότητας, όχι απαραίτητα ηλικιακής, αλλά συγγραφικής και γλωσσικής.
Βιβλίο ύφους πυκνού, όχι αδιαπέραστου αντίθετα βασανιστικά διαπερατού.
Βιβλίο πλοκής όχι πολλών προσώπων, αλλά αισθημάτων και συναισθημάτων.
Βιβλίο μεγάλων εναλλαγών σχέσεων και τοποθετήσεων του ίδιου του εαυτού μας, απέναντι στους δικούς μας και στους γύρω.
Βιβλίο έντονων απογραφών και απολογισμών, καθόλου εξωστρεφές αλλά «εκ βαθέων».
Ράνια ή Γερτρούδη και Αρσινόη ή Ουλρίκα, οι ηρωίδες, απέναντι αλλά δίπλα, μακριά αλλά και κοντά, η μία με τα παιδιά και η άλλη με τα βιβλία, παλεύουν το χρόνο, την μοναξιά, τη ζωή, κάνουν τα δικά τους όνειρα, ζουν την δική τους καθημερινότητα, η μία στη κουζίνα και η άλλη στο γραφείο, αναζητώντας ένα βαθύτερο νόημα, στη ροή των πραγμάτων, αλλά στο βάθος παλεύοντας να κερδίσουν το χαμένο χρόνο, -αν υπάρχει- και εν τέλει την εσωτερική γαλήνη, πολυπόθητο αλλά και πολύπονο δώρημα, όχι τυχαία αποκτημένο , αλλά με ωριμότητα αναζητημένο και με δια βίου αγώνες κατακτημένο .
H πορεία για εκεί δύσβατη, ανηφορική γεμάτη εκπλήξεις και ερωτήματα, διλήμματα και ενοχές, σκέψεις και απογοητεύσεις, υποχωρήσεις και ηθελημένες σιωπές.
Άβουλες οι σκεπτόμενες , παραιτημένες, κρυμμένες, παθητικές;
Ή εκούσια παγιδευμένες σε ένα πρέπει που άλλοι επέβαλλαν, σένα δικό τους «θέλω», που έπαψε προ πολλού να υπάρχει;
Ανήσυχα ησυχασμένες σε ένα πλαστό κόσμο που οι ίδιες δημιούργησαν για να υπάρξουν, σ’ ένα κέλυφος που κινδυνεύει να κομματιαστεί στην πορεία του χρόνου από τα ερωτήματα ,που θα δημιουργηθούν.
Θα αναζητήσουν βοήθεια στον Κάφκα και τον Μπόρχες, στον Τζόυς και τον Γέιτς, θα καταφύγουν στην ποίηση στην Τζαστίν και την ΄Αν Σέξτον, θα αναζητήσουν διεξόδους στη Σαρλότ Μπροντέ, ακόμα και στα παραμύθια θα καταφύγουν,
στον Σεβάχ τον Θαλασσινό με το Ζαραντάν και τον Λούις Κάρολ με την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων».
Η πραγματικότητα όμως χτυπά σειρήνες, το σήμερα αιμορραγεί.
«Η εποχή μας έχει πέσει χαμηλά», διαπιστώνει η συγγραφέας Ελένη Γκίκα «και η φιλοσοφία ζει το τέλος της».
Θα αναγκαστούν κάποτε να βγουν από την προστατευμένη θέση τους, να δουν το αδυσώπητο σήμερα, θα πρέπει να προσαρμοστούν, μέχρι να βρουν τη γαλήνη.
Η ίδια η συγγραφέας «παρατηρητής» στον δυτικό καθρέπτη τις βλέπει και τις αναλύει, τις μελετά και μονολογεί:
«Αρκεί ο Ντάρελ και η Τζαστίν για να πάει να πλαγιάσει κανείς;»
Αλλά και για να ζήσει άραγε πόσο λυτρωτικά στηρίγματα προσφέρουν ο Ντίκενς, ο Πρεβέρ, ο Ελυάρ, ο Χιούζ ακόμα και ο Τόμας Μάν;
Λουτήρες της σκέψης οι γνώσεις, αλλά η ψυχή κάτι ακόμα αναζητά και ψάχνει και ερευνά.
Κάποια στιγμή η Ράνια θα σκεφτεί να φωνάξει «δεν την μπορώ άλλο αυτή την άδεια ζωή-χάρτινη ζωή», δεν θα το κάνει, μη τυχόν και ενοχλήσει, μη τυχόν και διαταράξει την φαινομενική ηρεμία των άλλων.
Θα θυσιάσει την κραυγή, αλλά και πάλι εκείνη δεν θα ησυχάσει.
Αργότερα θα κάνει την εφήμερη δική της επανάσταση, έτσι σαν δοκιμασία για τον εαυτό της, αλλά και πάλι δεν θα λυτρωθεί.
Η Αρσινόη θα βγει κάποια στιγμή στον κόσμο, στη διαδήλωση , θα αψηφήσει τον κίνδυνο, θα πάρει το ρίσκο.
Γιατί η γυναίκα του γραφείου και η γυναίκα της κουζίνας, όπως κι’ αν πορευτούν, στο ίδιο σημείο θα σταθούν και θα αναρωτηθούν:
Τι έκανα λάθος, ποιο μονοπάτι διάβηκα αδιέξοδο, που παγιδεύτηκα και τι να περιμένω;
Κι’ οι δύο τους κάτι κυνηγάνε, κάτι περιμένουν, διαφορετικό ή ολόιδιο, πιστευτό ή απίστευτο, συγκεκριμένο ή αφηρημένο, ορατό ή αόρατο, δεδομένο ή ανύπαρκτο, υλικό ή άυλο.
Το ίδιο και η γυναίκα του δυτικού καθρέπτη, με αντικατοπτρισμό των δύο γυναικών ή δικός αντικατοπτρισμός οι δύο γυναίκες. Κι’ αυτή κάτι περιμένει κι’ ας λέει πως «οι λέξεις είναι για να αμύνεσαι στην απόγνωση, για να βρίσκεις τη λύτρωση». Δεν τη βρήκε μέσα από αυτές, ομολογεί
«Υφαίνω λέξεις, σβήνω, σχίζω, πληρώνω, πληγώνω», δίνει με σαρκασμό τον ορισμό της, η συγγραφέας και συνεχίζει:
«απουσίες ζωής και κλάματα των άλλων, που ξεδιαλύνω μες στο χαρτί».
Η γραφή είναι μια διέξοδος, αλλά είναι η μόνη άραγε;
Κάτι παραπάνω ζητάνε και οι τρεις όταν κονταροχτυπιούνται με τον χρόνο και την μοναξιά, στις στιγμές της διαπίστωσης ρυτίδων και ρωγμών στο πρόσωπο, κραδασμών ανελέητων στην ψυχή και σιωπών εκκωφαντικών στη ζωή.
Κάτι παραπάνω ζητάνε, ψάχνουν, αναζητούν και βασανίζονται να κρατηθούνε στη ζωή, που ολοένα και μικραίνει και κυλά και τις ξεχνά και προσπερνά.
Ένα βαθύτερο νόημα, ένα βήμα πιο πέρα.
Οι ηρωίδες της ποίησης και της λογοτεχνίας έχουν τη δική τους ζωή, δεν τις συμμερίζονται και οι γυναίκες των παραμυθιών έχουν τη ζωή τους, δεν αλλάζουν και έρχεται η ώρα που ούτε και οι φιλόσοφοι δεν βοηθούν και στέκουν παράπλευρα -ασυγκίνητοι, στο δικό τους μαρτύριο.
Ερωτήματα ακατάπαυστα και σκέψεις και ενοχές και δίνες και λαχτάρες και ενδοσκοπήσεις και ερμηνείες αυστηρές και επίπονες και αναζητήσεις και παιδέματα και απογνώσεις και αποφάσεις και κρίματα που τελειωμό δεν έχουν.
Πού να αναζητήσεις βοήθεια, πώς να βάλεις την ζωή σε τάξη, πώς να βρεις τις σταθερές;
«Ζόρικος δρόμος ο χρόνος», διαπιστώνει με πίκρα η συγγραφέας.
Γυναικεία φύση ανεξερεύνητη και μονίμως προβληματισμένη, και κάποιες φορές ερεβώδης και καχύποπτη, συνεχώς σκεπτόμενη και αβυσσαλέα εσωτερικά κρινόμενη, αέναα ανήσυχη και μόνιμα αυτοτιμωρούμενη.
Σε ναρκοπέδιο βαδίζεις , σε καθαρτήριο δρασκελίζεις, αλλά δεν βρίσκεις γιατρειά.
Σε ναρκοπέδιο θα πορεύεσαι, σε πεδίο βολής θ’
αργοπατάς, αφού η φύση εσένα έταξε για του κόσμου τ’ άδικο εσύ να ξαγρυπνάς.
Κάποια στιγμή θα κάνει την εμφάνισή της η γυναίκα της νότιας αποβάθρας,- η αναγνώστρια- προβληματισμένη κι’ αυτή με το δικό της ταξίδι,-με το εάν και πότε και γιατί-. Η αναγνώστρια της νότιας αποβάθρας θα βρει τις προηγούμενες, θα τις δεχτεί, θα τις αγκαλιάσει και θα τις συμπονέσει ,ανακουφίζοντας την ίδια.
Παρόμοια βιώματα και ενοχές, παρόμοιοι προβληματισμοί και απογνώσεις.
Όμως αφού δεν υπάρχουν ασφαλείς κανόνες πλεύσης και πλοήγησης, ούτε θα τις συμβουλευτεί, ούτε και θα τις συμβουλεύσει.
Εκείνες θα τις ευχηθούν ,όσο τρικυμιώδες και νάναι το ταξίδι, νάβρει τελικά, το απάνεμο λιμάνι της εσωτερικής της γαλήνης.
Δύσκολος αλλά μοναδικός επίγειος προορισμός.
Άραγε θα τα καταφέρουμε;

υγ. Από την εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο Πλους στην Κέρκυρα, 6/6/2012



Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Η Ιστορία Σήμερα (βιβλία)


Δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό "Η Ιστορία Σήμερα" (Έθνος 10 Νοε 2012)

Η εμπειρία της κατοχής και της αντίστασης στην Αθήνα” του Μενέλαου Χαραλαμπίδη. Εκδ. “Αλεξάνδρεια”, σελ. 382, 20 ευρώ.

Ανθρωποκεντρική μελέτη που αποδεικνύεται άκρως επίκαιρη έως και ωφέλιμη όσον αφορά την εποχή. Ο συγγραφέας μέσα από το πρίσμα της κοινωνικής ιστορίας, αναδεικνύει ιδιαίτερα την Κατοχική Αθήνα σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πως αντιδρά μια κοινωνία σε περιόδους κρίσης: η εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων στις παρυφές, η οικονομική και κοινωνική τους περιθωριοποίηση, η πολιτισμική τους συμπεριφορά, τα γερμανικά κατοχικά στρατεύματα και η κατάρρευση της οικονομίας, ο κατοχικός λιμός, το αντιστασιακό κίνημα και οι προσφυγικές συνοικίες της Καισαριανής, τα συσσίτια και οι αντιδράσεις, τελικά, των ανθρώπων, μέσα από εμπειρίες φοιτητών, δημοσίων υπαλλήλων και εργατών, περνούν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου και αποτελούν πολύτιμη εμπειρία και ιστορία.
Στον ίδιο συνοικισμό (Δουργούτι, σημερινό, Νέο Κόσμο) δώσαμε λίγα γραμμάρια λάδι στην Ε. Σωτηρίου 35 χρονών που ήτανε κάποτε όμορφη. Αγνώριστη τώρα και κουρελιασμένη άνοιξε την εξώπορτα. Αναγκάστηκε να δώσει όλα της τα έπιπλα στη μαύρη αγορά για λίγα τρόφιμα. Για να μπορέσει να ζεσταθεί λίγο αναγκάστηκε να κάψει τα σανίδια του πατώματος. Σε μια γωνιά στέκουνται κλαίγοντας τα τρία της παιδιά. Την περασμένη εβδομάδα πέθαναν ο άνδρας της και ένα παιδί της που χρειάστηκε να μείνουν αρκετές μέρες πεθαμένοι μέσα στο σπίτι, ώσπου να μπορέσουν να τους μεταφέρουν” (ανταπόκριση δημοσιογράφου του περιοδικού Ρεαλιτέ που εκδιδόταν στην Κωνσταντινούπολη).
Ζω σε μια πολιτεία που έχει πάθει ένα είδος αμόκ. Στην περιφέρεια της Αθήνας, κάθε βράδυ γίνουνται μάχες σωστές ανάμεσα στο ΕΑΜ και στα σώματα ασφαλείας. Στο κέντρο της πόλης συνεχώς γίνουνται δολοφονίες. Είναι κάτι τόσο συνηθισμένο που κανείς πια δεν το συζητά. Παράξενο μας φαίνεται όταν δεν ακούγονται πυροβολισμοί” (γράφει τον Αύγουστο του 1944 ο Γιώργος Θεοτοκάς στο ημερολόγιό του).
Μία ιστορική μελέτη... οδηγός επιβίωσης τελικά, ναι ο κόσμος έχει ζήσει και τα χειρότερα και δικαιώνονται οι μπαμπάδες και οι παππούδες για κείνη την απειλή “ε ρε Κατοχή που σας χρειάζεται!” Αλλά τρόποι υπάρχουν πολλοί. Κι η Ιστορία γυρίζει σελίδα κάποια στιγμή. Αλλ' όπως υποστηρίζουν οι επιζήσαντες “τα γεγονότα που ζήσαμε κι αυτά που νιώσαμε, με τον παλμό και τα “πιστεύω” εκείνης της εποχής αλλά και όπως τα βλέπουμε και τα εκτιμούμε με την ασφάλεια της απόστασης των μεταγενέστερων χρόνων” αποτελούν και διατυπώνουν την υποχρέωσή τους απέναντι στις επόμενες γενιές, εν τέλει, απέναντι στην Ιστορία.
Ο συγγραφέας του βιβλίου που γεννήθηκε το 1970 στην Αθήνα, σπούδασε Οικονομικά και στη συνέχεια έκανε τη διδακτορική του διατριβή στον τομέα της Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ασχολείται ερευνητικά με την Κατοχή και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα.


Ένα κάποιο τέλος” του Τζούλιαν Μπαρνς. Μετάφραση: Θωμάς Σκάσσης. Εκδ. “Μεταίχμιο”, σελ. 210, 13.30 ευρώ

Ένα τέλειο μυθιστόρημα ευρωπαικής οικονομίας και δύναμης (απόηχοι Σνίτζλερ, απόηχοι Καμύ)”, “Ένα ακριβές, διεισδυτικό, αριστοτεχνικά γραμμένο μυθιστόρημα για τις ατέλειες και τις σκοτεινές κόγχες της μνήμης”.
Στο καινούργιο του μυθιστόρημα ο Τζούλιαν Μπαρνς, μέσα από την ιστορία τεσσάρων φίλων και με ιστορικό φόντο την δεκαετία του '60, αποδεικνύει με τρόπο μαθηματικό, σαν θεώρημα, την ιστορική δεδομένη από γεγονότα αλυσίδα. Ο Κόλιν, ο Άλεξ, ο Τόνι και ο Έντριαν, βιώνουν αντίστροφα (όσοι τουλάχιστον έχουν απομείνει) αυτό που συνέβη. Οι αυταπάτες και τα άλλοθι του καθενός, οι επιλογές και η οπτική του που μπορεί αναλόγως την εποχή και να αλλάζει, παραμερίζουν μπροστά στην απαράβατη και απαραβίαστη ιστορική αλήθεια τελικά.
Την αποκαλύπτει ο αυτόχειρας Έντριαν χρόνια μετά, την υφίσταται εκών άκων ο Τζόνι εξηντάρης.
Το ζήτημα της συσσώρευσης, των ορίων της ευθύνης και του επιμερισμού της ευθύνης θα τεθούν ως το τέλος ξανά και ξανά. Το παρελθόν θα γραφτεί με διαφορετικούς τρόπους πολλές φορές, μέχρι να αποδειχθεί τελικά ότι όλα – συνέβησαν- μόνον – έτσι.
Στις μόλις 210 σελίδες του βιβλίου που σε αναγκάζει τελειώνοντας να το ξαναπιάσεις από την αρχή (δεν συμβαίνει αυτό συχνά με βιβλία) η ιστορική αλυσίδα ξεπροβάλει ξεκάθαρη στο τέλος και σταθερή, όταν όλα έχουν ήδη συμβεί και “πού πια καιρός” και όλα- ήταν- αυτά κι ας θεωρούσαν οι ήρωες πως ήταν -τελικά- άλλα.
Κι όσο κι αν επέμεναν νέοι πως “η Ιστορία δεν είναι τα ψέματα των νικητών αλλά μάλλον οι αναμνήσεις των επιζώντων”, η Ιστορία είναι Ιστορία και έχει ήδη συμβεί, δλδ η Ιστορία είναι αυτή, πέρα από νικητές και ηττημένους. H ιστορία τους, εξάλλου, σε πρώτο επίπεδο, φαινομενικά καθαρά προσωπική. Είναι μόνον η ιστορία μιας παρέας, είναι τέσσερις φίλοι. Ένας αγάπησε μια. Η μία αγάπησε τον άλλον. Ο άλλος, αν και υπήρξε ο πολλά υποσχόμενος, αυτοκτόνησε κάποια στιγμή. Τριγύρω τους μια δεκαετία σαν άγονη επαρχία. Η ζωή τους, μερικά μικρογεγονότα ικανά να δημιουργήσουν φράκταλ. Σαν εκείνο το γνωστό πέταγμα της πεταλούδας στη Νέα Υόρκη και την θύελλα στο Πεκίνο.
Ένα μυθιστόρημα για τον χαμένο χρόνο που είναι πάντοτε πανταχού- παρών και εκτυλίσσεται κυκλικά:
Ζούμε εντός του χρόνου- αυτός μας κρατάει και μας πλάθει-, εγώ όμως δεν ένιωσα ποτέ να τον κατανοώ πλήρως, δεν αναφέρομαι στις θεωρίες για το πώς κάμπτεται και αναδιπλώνεται ή πώς μπορεί να υπάρχουν κι αλλού παράλληλες εκδοχές του... αφού δεν μπορώ πια να είμαι βέβαιος για τα πραγματικά γεγονότα, ας μείνω πιστός στην εντύπωση που άφησαν τα συμβάντα αυτά”, ξεκινά. “Πλησιάζεις στο τέλος της ζωής- όχι, όχι στο τέλος της ίδιας της ζωής, αλλά κάποιου άλλου πράγματος: στο τέλος της όποιας πιθανότητας να υπάρξει αλλαγή σε αυτή τη ζωή...Υπάρχει συσσώρευση. Υπάρχει ευθύνη. Και πέρα από αυτά υπάρχει αναβρασμός. Μεγάλος αναβρασμός”, για να καταλήξει.

Τα περασμένα δεν είναι όνειρο” του Θοδωρή Καλλιφατίδη, Εκδ. “Γαβριηλίδης”, σελ. 230, 18.11 ευρώ

Απ' τους Μολάους όπου γεννήθηκε, έφυγε για την Αθήνα λίγο μετά την Κατοχή. Με τον παππού του. Είχε αποφυλακιστεί και ο πατέρας. Απ' την Ελλάδα για την Σουηδία έφυγε λίγο πριν από την δικτατορία. Με τα πατρικά βάρη, εξάλλου, δεν μπορούσε να βρει δουλειά, η Σχολή του Κουν ήταν περιττή πολυτέλεια.
Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης, γνωστός μας περισσότερο από τα αστυνομικά, παρ' ότι θεωρείται σήμερα “μεγάλο συγγραφικό κεφάλαιο για τον τόπο”, αναγκάστηκε να φύγει για την Στοκχόλμη το 1964. Εκεί σπούδασε Φιλοσοφία και εργάστηκε στο ίδιο πανεπιστήμιο μετά, επί τέσσερα χρόνια διηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό Μπόνιερς Λιττερέρα Μαγκαζίν, άρχισε να γράφει το 1989 στα σουηδικά και από το 1994 γράφει τα βιβλία του και στα ελληνικά. Έχει εκδώσει ήδη 15 βιβλία. Το καινούργιο του βιβλίο “Τα περασμένα δεν είναι όνειρο” είναι πολλά: αυτοβιογραφία πρώτα απ' όλα, ιστορία και φυσικά λογοτεχνία.
Ξεκινά σχεδόν από τις παιδικές αναμνήσεις. Στους Μολάους την Κατοχή, ο πατέρας του είναι στη φυλακή κι εκείνος με τον παππού και τον αδελφό του με Γερμανούς και μαυραγορίτες στο χωριό, “πεινούσαμε. Κτήματα πουλιόνταν για να ένα σακί αλεύρι”, γράφει.
Το κεντρικό βάρος του βιβλίου πέφτει στην αθηναική εποχή, στην εφηβεία του και στην μετέπειτα αγωνία του να σταθεί και να βρει δουλειά, στον παραλογισμό που γνωρίζει κατά και μετά την στρατιωτική του θητεία. Στην υποθηκευμένη ζωή που αναζητούσε αντίδοτο στη γραφή, στον παραλογισμό του φασισμού που εξακολουθούσε και στις αλλεπάλληλες αποτυχίες και απογοητεύσεις.
Θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι η μεταναστευτική του διαδρομή, η εσωτερική μετανάστευση που θα γίνει εξωτερική, η προσωπική ιστορία που σηματοδοτεί την Ιστορία μιας εποχής με τον κύκλο αριστουργηματικά να κλείνει. Επιτυχημένος πια, με τους πάντες νεκρούς, επιστρέφει στους Μολάους για να τον βραβεύσουν εκεί απ' όπου στο παρελθόν τούς είχαν όλους οικογενειακά εκδιώξει. Για να μάθει ποιος πρόδωσε τελικά. Ο προδότης δεν ζει πια αλλά τα περασμένα είναι ιστορία κι ο συγγραφέας γι' αυτό τα θυμάται και γράφει.
Τα περασμένα ξαναγύρισαν. Τα περασμένα δεν ήταν όνειρο, αν και μπορούσες πια να ζήσεις μαζί τους”.


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΕ 6 ΠΙΑΤΑ” του Tom Standage. Μετάφραση: Ρούλα Κοκκολιού. Εκδ. “Κέδρος”, σελ. 335, 19 ευρώ
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να δούμε το παρελθόν: σαν μια λίστα σημαντικών ημερομηνιών, σαν κυλιόμενο διάδρομο βασιλιάδων και βασιλισσών, σαν μια ακολουθία από αυτοκρατορίες που ακμάζουν και παρακμάζουν ή σαν μια αφήγηση πολιτικών, φιλοσοφικών βιβλίων”, ξεκινώντας μ' αυτό τον τρόπο την εισαγωγή, ο συγγραφέας επιλέγει να δει από ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα την Ιστορία. Εξετάζοντας τις κοινωνικοοικονομικές μεταβολές που προκάλεσε ή κατέστησε δυνατές η τροφή. Ή κι αντιστρόφως.
Ο Tom Standage, ο συγγραφέας του βιβλίου “Η ιστορία του κόσμου σε έξι ποτήρια”, στο καινούργιο του βιβλίο “Η ιστορία του κόσμου σε έξι πιάτα” ξαναγράφει την ιστορία. Ξεκινώντας από “Τα εδώδιμα θεμέλια του πολιτισμού” (ανακάλυψη της γεωργίας και οι ρίζες της σύγχρονης εποχής), συνεχίζει με “Τροφή και κοινωνική δομή” και αναφερόμενος στις “Παγκόσμιες διαδρομές της τροφής”, φτάνει ως την “Τροφή, την ενέργεια και την εκβιομηχάνιση”. Στην έρευνά του και τα “Πολεμοφόδια” και οι “Πόλεμοι τροφίμων”. Για να καταλήξει στα “παράδοξα της αφθονίας” και στα “υλικά του μέλλοντος”.
Αναφερόμενος στον Άνταμ Σμιθ και στον “Πλούτο των εθνών” που κυκλοφόρησε το 1776, ο Tom Stradage θα υπενθυμίζει και στους ελάχιστους που αμφιβάλλουν, “παρομοίασε τις αθέατες δυνάμεις της αφοράς, που επενεργούν πάνω στους ανθρώπους χωρίς να γίνονται αντιληπτές, με μια αόρατη χειρ”, “στο κάτω κάτω ό,τι έκανε ο κόσμος στη μακραίωνη ιστορία του, το έκανε για να εξασφαλίσει την τροφή του”, καταλήγει.
Καλαμπόκι, Αζτέκοι, η κοσμογονία των Μάγια, τα παντεσπάνια της Αντουανέτας και οι πατάτες, η Βιομηχανική επανάσταση, οι μεγάλοι λιμοί και η πράσινη επανάσταση, η αναπτυξιακή απογείωση της Βρετανίας και η ανάκαμψη της Ασίας, έως το άμεσο μέλλον όπου η γεωργία -σύμφωνα με το πιο αισιόδοξο σενάριο- θα χρειαστεί να προσαρμοστεί στις κλιματικές αλλαγές, όλα περνούν από τις 335 σελίδες αυτού του βιβλίου. Το αποτέλεσμα “μια αντισυμβατική, όσο και χορταστική ιστορία της ανθρωπότητας”. Ένα ευφυές βιβλίο που “αποκαλύπτει τις αόρατες δυνάμεις – πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές- που δρουν στα παρασκήνια όταν καθόμαστε να φάμε”.


Η βιβλιοθήκη του Χίτλερ” του Timothy W.Ryback, Μετάφραση: Αλεξάνδρα Κονταξάκη, Εκδ. “Πατάκη”, σελ. 445, 19.50 ευρώ

Να καίει τον ξέρουμε. Βιβλιοθήκες επί βιβλιοθηκών. Και όμως μέχρι τον θάνατό του σε ηλικία πενήντα έξι χρόνων διέθετε, σύμφωνα με υπολογισμούς, βιβλιοθήκη δεκαέξι χιλιάδων τόμων. Όλον τον Σαίξπηρ (είχε αδυναμία στον Άμλετ, κι επαναλάμβανε συνεχώς εκείνο το “να ζει κανείς ή να μη ζει”), βιβλία παλιά και σπάνια με περίτεχνα μαροκινά δερμάτινα εξώφυλλα και σπάνιες γκραβούρες, τα απομνημονεύματα του Μέγερ, τον “Πέερ Γκυντ” του Ίψεν με αφιέρωση του Ντίτριχ Έκαρντ που θεωρούσε μέντορά του, και φυσικά όλα τα βιβλία πολιτικής προπαγάνδας του μέντορά του. Στα εναπομείναντα βιβλία του στην Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και οι ιστορίες περιπλάνησης, η σειρά “Ιστορίες της δερμάτινης κάλτσας' του Κούπερ, ο “Ροβινσώνας Κρούσος” του Νταφόε, το “Ταξίδι στην έρημο” του Μάυ και οι αυτοβιογραφικές περιπέτειες του Σουηδού εξερευνητή Σβεν Χεντίν. Είναι γνωστό ότι κατέτασσε τον “Δον Κιχώτη” μαζί με τον “Ροβινσώνα Κρούσο”, την “Καλύβα του μπαρμπα- Θωμά” και τα “Ταξίδια του Γκάλλιβερ” στα σπουδαιότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Διάβαζε αχόρταγα κι ακατάσταστα, και διατηρούσε ιδιωτικές βιβλιοθήκες σ' όλες τις κατοικίες του (Βερολίνο, Μόναχο, Ομπερζάλιτσμεργκ, καθώς και στο χώρο ασφαλούς αποθήκευσης στο “Αρχείο Φίρερ).
Πέρα από μια μερική απογραφή της βιβλιοθήκης της Καγκελαρίας του Ράιχ στο Βερολίνο, η οποία φυλάσσεται στο Ινστιτούτο Χούβερ στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, δεν διασώζεται κάποιος κατάλογος της συλλογής βιβλίων του Χίτλερ. Είναι όμως γνωστό ότι ο στρατιωτικός τομέας περιείχε 7.000 τόμους, ο δεύτερος τομέας που περιλαμβάνει 1.500 περίπου βιβλία, καλύπτοντας καλλιτεχνικά θέματα με προσωπικά του σχόλια απείρου κάλλους όπως “Η μοντέρνα τέχνη θα φέρει την επανάσταση στον κόσμο; Σιγά!”, εξάλλου ο Χίτλερ συνήθιζε να σημειώνει στο περιθώριο των βιβλίων. Ο τρίτος τομέας, αφορούσε βιβλία για την αστρολογία και τον πνευματισμό απ' όλο τον κόσμο. Υπάρχουν 400 βιβλία για την Εκκλησία, 800 με 1000 βιβλία με λαικά μυθιστορήματα, ένα μεγάλο δείγμα κοινωνιολογικών έργων, φυσικά τα έργα του Άλφρεντ Ρόζεμπεργκ ακόμα και το απαγορευμένο του για τη δημιουργία Εκκλησίας του Ναζιστικού Ράιχ, το μπεστ σέλλερ του Χίτλερ “Mein Kampf” (που του απέφερε μια περιουσία, υπολογίζεται από γερμανικούς τραπεζικούς κύκλους ότι ανέρχεται σε περίπου 50.000.000 μάρκα), ό,τι εμπεριείχε στο τίτλο ή στις σελίδες του τη λέξη “Εβραίοι”, καθώς και ένας τόμος για την σπουδή των χεριών που τον ενδιέφερε αφάνταστα.
Ο συγγραφέας της “Βιβλιοθήκης του Χίτλερ” που μας τα κάνει γνωστά όλα αυτά, Timothy W.Ryback, είναι ιδρυτικό μέλος του Ινστιτούτου για την Ιστορική Δικαιοσύνη και Συμφιλίωση που εδρεύει στη Χάγη. Και η μελέτη του αυτή θεωρείται “σημαντικός σταθμός στην έρευνα της εξέλιξης του Τρίτου Ράιχ”.

Ιστορίες από την Κολιμά” του Βαρλάμ Σαλάμοφ. Μετάφραση από τα Ρωσικά- Πρόλογος: Ελένη Μπακοπούλου, Εκδ. “Ίνδικτος”, σελ. 1968, 43 ευρώ.
Χαρακτηρίστηκε ως εκδοτικό γεγονός που έφτασε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με σαράντα χρόνια, σχεδόν, καθυστέρηση. Οι 145 “Ιστορίες από την Κολιμά” αποτελεί ταυτοχρόνως ντοκουμέντο, μαρτυρία και ακριβή λογοτεχνία που καθιέρωσε τον συγγραφέα σαν ένα από τους σημαντικότερους συγγραφείς του εικοστού αιώνα. Οι ήρωές του, πρόσωπα υπαρκτά, θύτες και θύματα ενός αλλόκοτου κόσμου. Ο συγγραφέας τους υπήρξε “τρόφιμος” των στρατοπέδων στην Κολιμά, αρχικά με πενταετή ποινή καταναγκαστικών έργων για να περάσει τελικά εκεί δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια. Όμως, η ποίησή του και τα πεζά δεν έφυγαν ποτέ από την Κολιμά, κι απέμειναν ωμά ρεαλιστικά και απίστευτα ζοφερά, σα μαχαιράκι να ανατέμνουν το σκοτάδι μιας εποχής, την ανθρώπινη ψυχική άβυσσο σε ένα τυφλό σχεδόν κόσμο. Η πρόζα του σύντομη, σαν χαστούκι- αυτή την παρομοίωση έδωσε ο ίδιος- χωρίς κανένα καλολογικό στοιχείο, αναγνωστικά σχεδόν γδέρνει.
Συμμετείχα κι εγώ σε μια χαμένη μάχη για πραγματική ανανέωση της ζωής” αναγνωρίζει ο Σαλάμοφ που γεννήθηκε το 1907 στη Βολογκντά, μια μικρή πόλη που κατά τον 19ο αιώνα υπήρξε τόπος εξορίας των πολιτικών αντιπάλων του τσαρικού καθεστώτος, σπούδασε Νομικά για να συλληφθεί την πρώτη φορά με την κατηγορία ότι διακινούσε το “Γράμμα προς το Συνέδριο”, γνωστότερο ως “Διαθήκη του Λένιν”. Αποφυλακίζεται, παντρεύεται, δουλεύει σαν δημοσιογράφος και γίνεται σπουδαίος ποιητής και αποκτά μια κόρη για να ξανασυλληφθεί με την κατηγορία της αντεπαναστατικής τροτσκιστικής δράσης, χαρακτηρίζεται ως “εχθρός του λαού” για να έρθει μετά στη ζωή του ο εγκλεισμός και τα χρυσωρυχεία της Κολιμά, οι ιστορίες που έζησε κι έγραψε για να μη συνέλθει ποτέ του. Έτσι το 1982 μεταφέρεται σε ψυχιατρείο δίχως τη θέλησή του για να πεθάνει λίγες μέρες μετά, “έχοντας κληροδοτήσει στην ανθρωπότητα μια από τις πιο συγκλονιστικές μαρτυρίες της παγκόσμιας Ιστορίας”. Με τον ίδιο μέχρι την τελευταία στιγμή ν' αναρωτιέται και να αμφιβάλει: “θα χρειαστεί άραγε σε κανένα αυτή η θλιβερή αφήγηση; Μια αφήγηση που δεν είναι για το νικηφόρο πνεύμα αλλά για το πνεύμα που ποδοπατήθηκε. Πού δεν είναι ο θρίαμβος της ζωής και της πίστης μέσα στη δυστυχία, όπως οι “Σημειώσεις από το σπίτι των πεθαμένων” αλλά η έλλειψη ελπίδας και η κατάπτωση; Ποιον θα παραδειγματίσει, ποιον θα αποτρέψει, από το κακό; Όχι, όχι, παρ' όλ' αυτά, θα είναι επιβεβαίωση του καλού, του καλού- αφού στην ηθική αξία βλέπω εγώ το μοναδικό αυθεντικό κριτήριο της τέχνης”.
Και παρ' όλα αυτά, να επιμένει: “Τα γραπτά μου αφορούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης όσο αυτά του Εξυπερύ στον ουρανό ή του Μέλβιλ στη θάλασσα. Βασικά, οι ιστορίες μου συνιστούν οδηγίες για το πώς να δρα κανείς μέσα στο πλήθος. Να είναι όχι απλώς λιγάκι αριστερότερα απ' τ' αριστερά, μα ακόμα περισσότερο αληθινός από αληθινός από την αλήθεια την ίδια. Για το αίμα που είναι αληθές κι
ανώνυμο”. Το έργο του σήμερα είναι πλέον αντικείμενο διεθνών μελετών, διατριβών, συνεδρίων, ντοκιμαντέρ, αλλά και πηγή έμπνευσης κινηματογραφικών φιλμ.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

πού πας καραβάκι με τέτοιο καιρό; (ο πολιτισμός μέσα από την Ιστορία)

H Ιστορία Σήμερα”,
αρχίζουμε. Κι αργήσαμε μάλλον.
Κάθε μήνα στο έθνος ένα περιοδικό για τον πολιτισμό αλλά με επίκεντρο την Ιστορία.
Αυτό το Σάββατο (10 Νοε) και στις σελίδες βιβλίου:
Η εμπειρία της κατοχής και της αντίστασης στην Αθήνα” του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, Εκδ. Αλεξάνδρεια
Η βιβλιοθήκη του Χίτλερ” του Timothy W.Ryback, Εκδ. Πατάκη
Ένα κάποιο τέλος” του Τζούλιαν Μπαρνς, Εκδ. Μεταίχμιο
Τα περασμένα δεν είναι όνειρο” του Θοδωρή Καλλιφατίδη. Εκδ. Γαβριηλίδης”
Η ιστορία του κόσμου σε 6 πιάτα” του Tom Strandage, Εκδ. Κέδρος
Ιστορίες από την Κολιμά” του Βαρλάμ Σαλάμοφ, Εκδ. Ίνδικτος,
Η Ισμήνη Καπάνταη μιλά για το καινούργιο της ιστορικό μυθιστόρημα “Σικελικός εσπερινός”
Ο Μετίν Αρντιτί (“Το Τουρκάκι” Εκδ. Καλέντη) γράφει για τον “Σουλειμάν τον μεγαλοπρεπή”
και ο Γιάννης Γιαννούδης για το ιστορικό παραμύθι του “A very Bad Bad Thing” που εκδόθηκε στο Amazon.
Κρατώ την ανάσα μου, μακάρι να πάμε, να πάει...
πού πας καραβάκι με τέτοιο καιρό” αλλά και να θαλασσοπνιγείς ακίνητος δεν λέει, λέει;

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

είμαστε ό,τι μας έκαναν...

 
Σε ζωντανή μετάδοση” της Καμίλα Λέκμπεργ. Μετάφραση: Γρηγόρης Κονδύλης. Εκδ. “Μεταίχμιο”, σελ. 502, 16.60 ευρώ

της Ελένης Γκίκα

δημοσιεύθηκε στο Diastixo.gr

Τη γνωρίσαμε από τα αστυνομικά μυθιστορήματα Η παγωμένη πριγκίπισσα, Ο ιεροκήρυκας, Οικογενειακά μυστικά. Η Καμίλα Λέκμπεργ, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Φιελμπάκα, ένα ψαροχώρι 140 χλμ. περίπου από το Γέτεμποργ, για τη Φιελμπάκα, τη γενέτειρά της γράφει και εκεί τοποθετεί να γίνονται οι φόνοι.
Κεντρικοί ήρωές της, ο επιθεωρητής Πάτρικ Χέντστρεμ και η σύντροφός του Ερίκα, συγγραφέας. Κεντρικός άξονάς της, τα μυστικά και ο ζόφος της μικρής κοινωνίας και, ακόμα περισσότερο, του μικρού της πυρήνα, της οικογένειας.
Υπενθυμίζοντάς μας με τριτοπρόσωπη αφήγηση προηγούμενους φόνους και τη ζωή των ηρώων της, η συγγραφέας (στην Παγωμένη πριγκίπισσα το ζευγάρι γνωρίστηκε, στον Ιεροκήρυκα απέκτησαν την κόρη τους , στο Σε ζωντανή μετάδοση θα κάνουν το γάμο τους), ακολουθεί τη γνωστή αφηγηματική τακτική της. Τα κεφάλαια εναλλάσσονται με τις σκέψεις και τη λάθρα ζωή του εκάστοτε δολοφόνου.
Στο τελευταίο της αστυνομικό μυθιστόρημα, εκτός από τα προσφιλή της οικογενειακά μυστικά, σημαντική θέση κατέχει και η εικονική πραγματικότητα. Στην ειδυλλιακή Φιελμπάκα στήνεται ένα άγριο ριάλιτι. Οι συμμετέχοντες, παιδιά με βεβαρημένο παρελθόν και σκοτεινή οικογενειακή κατάσταση. Στους καινούργιους κατοίκους της μικρής αυτής πόλης προστίθενται η Χάνα, αστυνομικός στο τοπικό αστυνομικό τμήμα, και ο Λαρς, ο άντρας της και ψυχολόγος του ριάλιτι.
Οι κεντρικοί ήρωες κι εδώ, φυσικά, η συγγραφέας Ερίκα που μεγαλώνει τη μικρή Μάγια και ετοιμάζει το γάμο της, η αδελφή της, Άννα, που επιστρέφει στο πατρικό βγαίνοντας από έναν τραυματικό γάμο, ο αστυνομικός επιθεωρητής Πάτρικ Χέντστρεμ, που προσπαθεί να συντονίσει την ομάδα του και θα βρεθεί στα χνάρια ενός κατά συρροή δολοφόνου. Ο οποίος επιλέγει για θύματα πρώην αλκοολικούς, σκοτώνει με υπερβολική δόση αλκοόλ και αφήνει ως υπογραφή του μια σελίδα παραμυθιού, συγκεκριμένα απ' το Χάνσελ και Γκρέτελ, μια παλιά έκδοση και από το ίδιο πάντα βιβλίο.
Στο μεταξύ, μια παίκτρια από το ριάλιτι, η επονομαζόμενη Μπάρμπι, θα βρεθεί νεκρή. Οι δυο υποθέσεις στην αρχή μοιάζουν άσχετες.
Τα ιντερμέδια του δολοφόνου αυτή τη φορά θυμίζουν παιδικό παραλήρημα. Το αποτέλεσμα, πέρα από κάθε αναγνωστική φαντασία.
Ο συνεργός είναι και πάλι ο κοντινότερος άνθρωπος. Το τραύμα βρίσκεται για άλλη μια φορά στον οικογενειακό μικρόκοσμο και το παρελθόν είναι μια εποχή που ποτέ δεν τελειώνει. Οι πρωταγωνιστές διαθέτουν το καλό και το κακό πρόσωπο και η μάχη καλού-κακού και πάλι συντελείται εντός τους.
Η συγγραφική εμμονή με τα οικογενειακά μυστικά και βάρη ενδεχομένως στην καλύτερη εκδοχή της. Αμαρτίες γονέων, για τον σκοτεινό κόσμο της Καμίλα Λέκμπεργ, καθορίζουν το παρόν και το μέλλον. Είμαστε ό,τι μας έκαναν, επιμένει. Και όσον αφορά τη σκοτεινή καθημερινότητα, τίποτε δεν είναι και ποτέ όπως φαίνεται. Αφήνοντας νύξεις και για το μυθιστόρημα που έρχεται. Αυτή τη φορά όλα δείχνουν να αφορά την οικογένεια της Ερίκα. Όλοι κρύβουν σκελετούς στο ντουλάπι τους. Και σ' αυτούς τους κρυμμένους σκελετούς η συγγραφέας είναι δεξιοτέχνισσα.

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Τα παιδιά είναι το καλύτερο "βαρόμετρο βαρεμάρας"

Γιάννης Γιαννούδης : Τα παιδιά και η Ιστορία
A Very Bad Bad Thing” Παιδικό Παραμύθι στο Amazon

δημοσιεύθηκε στο diavasame.gr

 

χω συνειδητοποιήσει ότι είναι πολύ εύκολο να κάνεις κάποιον να αγαπήσει την Ιστορία. Αρκεί να σηκώσεις την κουρτίνα και να του δείξεις την πραγματική εικόνα κάθε εποχής”,
Τα παιδιά είναι το καλύτερο “βαρόμετρο βαρεμάρας”.
Βαθύτατα γνώστης και των δυο, ο οικονομολόγος Γιάννης Γιαννούδης, εν μέσω κρίσης αποφασίζει να κάνει το βήμα κι αλλάζει ζωή. Δημιουργεί με την σύζυγό του πρότυπο βρεφονηπιακό σταθμό και υπογράφει το πρώτο Ιστορικό παραμύθι που ανεβάζει κι εκδίδει στο amazon.
Το βιβλίο “A Very Bad Bad Thing” το οποίο ήδη αγγλίδα κριτικός συγκρίνει με τα κλασικά παραμύθια του Σερ Ουώλτερ Σκωτ, είναι, όπως μας λέει ο κύριος Γιαννούδης “ένα παραμύθι βασισμένο σε ένα πραγματικό γεγονός της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Στην άκρη της γης υπάρχει μια μικρή χώρα, η Ελπίδα, που είναι διάσημη για τρία πράγματα: για τα ολόγλυκα καρπούζια, τις καθαρές θάλασσες και βέβαια τον βασιλιά της: τον βασιλιά Γεώργιο.
Μια μέρα, όλες οι χώρες γύρω από την Ελπίδα αρχίζουν να πολεμούν μεταξύ τους. Η μία θέλει να φάει τα καρπούζια της άλλης!
Ο βασιλιάς Γεώργιος φεύγει σε ένα μακρινό μέρος για να γλυτώσει. Θα μείνει εκεί μέχρι να τελειώσει ο μεγάλος πόλεμος.
Τι θα γίνει μετά; Θα καταφέρει να επιστρέψει στην Ελπίδα; Τι ρόλο θα παίξει σε αυτό η σοφή μάγισσα Δεσπινέλλα; Τι φοβάται ο βασιλιάς και πως συνδέονται όλα αυτά με το προϊστορικό σιδερένιο τέρας που το λένε Ντίνο και ζει στο έρημο Νησί των Ελαιών;
Μία συναρπαστική ιστορία (ένας διδακτικός μύθος θα λέγαμε παλιά!) βασισμένη επάνω σε ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός. Διαβάζεται ευχάριστα και παράλληλα μπορεί να οδηγήσει τα παιδιά να δουν την βαρετή κατά τεκμήριο Ιστορία με άλλη ματιά…”
- Κύριε Γιαννούδη, γιατί στο amazon;
Δεν έκανα τίποτα περισσότερο απ’ ότι συμβαίνει κάθε μέρα σε χιλιάδες διαφορετικά μέρη του κόσμου. Έγραψα μία παιδική φανταστική ιστορία (στα αγγλικά), την εικονογράφησε καταπληκτικά ο φίλος μου ζωγράφος Βαγγέλης Θεοδωρίδης, την έκανε βιβλίο η καλή designer Chiara Aliotta και μετά, κυριολεκτικά «με το πάτημα ενός κουμπιού», το βιβλίο «εκδόθηκε» από το Createspace, μια ειδική εκδοτική υπηρεσία που προσφέρει το Amazon μέσω του οποίου οποιοσδήποτε μπορεί να εκδώσει οτιδήποτε. Και υπάρχουν πολλές τέτοιες υπηρεσίες στο internet. Δεν ξέρω εάν αυτό σε κάποιους φαίνεται σημαντικό, δεν είναι όμως, πιστέψτε με. Χιλιάδες βιβλία αυτό-εκδίδονται πλέον κάθε μήνα σε ολόκληρο τον κόσμο (indie publishing), είτε σε τυπωμένη είτε σε ηλεκτρονική μορφή, με μηδενικό κόστος, και αρκετά από αυτά γίνονται best sellers ή παίρνουν βραβεία λογοτεχνίας (αν και ακόμη έχουν να αντιμετωπίσουν κάποιο «πόλεμο» από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους και τα καθιερωμένα μέσα ενημέρωσης – εφημερίδες, περιοδικά κλπ).
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι το πως θα εκδώσει κάποιος το έργο του. Αυτό έχει λυθεί οριστικά (μιλάμε πάντα για την διεθνή αγορά). Για την έκδοση ενός βιβλίου, την δημιουργία ενός cd ή μιας ταινίας, κανείς δεν έχει πλέον ανάγκη έναν εκδότη ή μια εταιρεία παραγωγής δίσκων ή ταινιών.
Το ζητούμενο είναι πως θα κατορθώσει ο ανεξάρτητος δημιουργός να προσελκύσει το ενδιαφέρον του κοινού για το έργο του μέσα σε έναν τεράστιο ωκεανό απίστευτης καθημερινά παραγόμενης πληροφορίας. Και αυτό εναπόκειται 100% σε αυτόν τον ίδιο, στο ποιες στρατηγικές προώθησης θα επιλέξει , στο πως θα χρησιμοποιήσει τα διεθνή social media – και φυσικά και στην τύχη! (αλλά αυτό είναι μία άλλη, τεράστια ιστορία με τρομερό-τρομερό ενδιαφέρον!)

- Η σχέση σας με την Ιστορία;

Εγώ δεν είμαι ούτε συγγραφέας, ούτε ιστορικός, ούτε έχω καμία άλλη ταμπέλα. Απλώς μου αρέσει να εξερευνώ τα πράγματα που κατά καιρούς με ενδιαφέρουν. Και η σύγχρονη ιστορία (19ος – 20ς αιώνας) με εξιτάρει ιδιαίτερα.
Όχι όμως τόσο η «επίσημη» ας πούμε ιστορία, αυτή που διδάσκεται στα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Αυτή, στην χώρα μας τουλάχιστο, έχουμε καταφέρει να την μετατρέψουμε σε ένα απίστευτα βαρετό μόρφωμα. Η ουσιαστική και ενδιαφέρουσα Ιστορία δεν βρίσκεται στις υπναλέες αναλύσεις των δήθεν σπουδαίων καθηγητών, βρίσκεται στις πράξεις και στις ζωές αυτών που την δημιούργησαν. Στα πάθη τους, στα μίση τους, στις αδυναμίες τους, στις ματαιόδοξες ζωές τους.

Έχω συνειδητοποιήσει ότι είναι πολύ εύκολο να κάνεις κάποιον να αγαπήσει την Ιστορία. Αρκεί να σηκώσεις την κουρτίνα και να του δείξεις την πραγματική εικόνα κάθε εποχής (μέσα από τις μικρότητες της καθημερινής ζωή και τις σκοτεινές και «βρώμικες» πράξεις των πρωταγωνιστών) και όχι αυτή που τα επίσημα βιβλία έχουν καταγράψει με τρόπο βαρετό και καθόλου ενδιαφέροντα.
Το βιβλίο που έγραψα είναι ένα ιστορικό παραμύθι με άμεσες αναφορές σε ένα άγνωστο περιστατικό από την ζωή του βασιλέα Γεωργίου του Β’. Ένα παιδί μπορεί να την διαβάσει και να την ευχαριστηθεί σαν μύθο – μπορεί όμως μετά (με την βοήθεια του γονέα ή του δασκάλου) να την συγκρίνει με το πραγματικό γεγονός και ίσως και να αρχίσει να νοιάζεται λίγο περισσότερο για την ζωή και την εποχή αυτού του βασιλιά στον οποίο συνέβη ένα τέτοιο περίεργο πράγμα!

- Πόσο μπορεί να αφορά ή να μην αφορά τα παιδιά η Ιστορία;

Τα παιδιά είναι το καλύτερο «βαρόμετρο βαρεμάρας». Εάν τους δώσεις κάτι χωρίς ενδιαφέρον θα τα «χάσεις» μέσα σε ένα λεπτό. Αντίθετα, εάν καταφέρεις να τα εξιτάρεις μπορούν να σε οδηγήσουν σε απίστευτα επίπεδα κατανόησης της γνώσης με τρόπο καινοτόμο και διαφορετικό.
Εάν λοιπόν ένας «δάσκαλος» τους μιλήσει για ιστορία με τρόπο βαρετό και ακαδημαϊκό δεν θα του δώσουν καμία σημασία – και πολύ καλά θα του κάνουν, έχουν τόσα πιο ενδιαφέροντα πράγματα τα παιδιά να ασχοληθούν σήμερα!
Αν όμως ένας άλλος δάσκαλος, αντί να μιλήσει από καθέδρας στα παιδιά για την Ιστορία, προσπαθήσει να τα «εντάξει» μέσα στο ιστορικό πλαίσιο και στις ζωές των προσώπων με τρόπο βιωματικό και εξερευνητικό, ε, αυτός ο δάσκαλος έχει πολλές πιθανότητες να τα κερδίσει.
Παράδειγμα: ένας δάσκαλος Ιστορίας παίρνει μια μέρα τα παιδιά του (ανεξαρτήτως ηλικίας) και τα πάει στο Τατόι. Εκεί κάνει μαζί τους βόλτα σε όλο το βασιλικό κτήμα και, περπατώντας, τους εξηγεί το ιστορικό πλαίσιο της νεώτερης ελληνικής πραγματικότητας. Δεν τους μιλάει για ημερομηνίες και τοπωνύμια, αλλά τους μιλάει για ανθρώπους με αδυναμίες, για μίση, για έρωτες, για κουσούρια. Και τους μιλάει με γλώσσα καθημερινή, κανονική, όχι με όρους «ξύλινους». Τους δείχνει τα κτίρια, τις διαδρομές, τους ξαναζωντανεύει παραστατικά γεγονότα που άλλαξαν την ζωή της χώρας μας τα τελευταία εβδομήντα χρόνια.
Τους δείχνει π.χ. που είχε «παρκάρει» τα τανκς του ο Πατακός όταν το ξημέρωμα της 21ης Απριλίου πήγε με τους άλλους δύο να αναγγείλει στον βασιλιά το πραξικόπημα. Τα παιδιά περπατάνε στα ίδια μονοπάτια που η Φρειδερίκη περπατούσε αγκαζέ με την Ελένη Βλάχου και συνωμοτούσαν κουτσομπολεύοντας. Τους δείχνει πίσω από ποιο παράθυρο του παλατιού ήταν το δωμάτιο στο οποίο ξεψύχησε ο πρίγκιπας-βασιλιάς Αλέξανδρος μετά από το δάγκωμα του πίθηκου το οποίο του προκάλεσε αθεράπευτη μόλυνση. Και μετά, κάθονται όλοι μαζί κάτω από τα ίδια δέντρα που ο Παύλος ξεκουράζονταν όταν την άνοιξη βοηθούσε αυτοπροσώπως στο κλάδεμα και συζητάνε για τα οράματα που έβλεπε ο τελευταίος, λίγο πριν πεθάνει. Και για την μετέπειτα στροφή της γυναίκας του, της βασίλισσας Φρειδερίκης, προς την ινδική φιλοσοφία. Και τόσα άλλα.
Ε, τι πιστεύετε? Όταν τα παιδιά αυτά το βράδυ γυρίσουν στα σπίτια τους δεν θα είναι ενθουσιασμένα με τα όσα ανακάλυψαν; Δεν θα έχει πέσει μέσα στην ψυχή τους ο σπόρος της έρευνας, της θέλησης να μάθουν την πραγματική ιστορία της πατρίδας τους και της αγάπης για το παρελθόν που μας οδήγησε στο σήμερα;

- Η γνώση της Ιστορίας αλλάζει τα δεδομένα όσον αφορά την καθημερινότητα, κύριε Γιαννούδη;

Η ουσιαστική γνώση της ιστορίας μας βοηθά να καταλάβουμε τα μεγάλα «γιατί» Και δυστυχώς ή ευτυχώς, τα «γιατί» δεν αλλάζουν ιδιαίτερα σε βάθος χρόνου.
Κάποιος π.χ. που έχει κατανοήσει τους πραγματικούς λόγους που οδήγησαν την ανθρωπότητα στους δύο παγκόσμιους πολέμους (και ιδίως στον Β’), θα τρομάξει συνειδητοποιώντας το πόσο παρόμοια εξελίσσεται σήμερα η παγκόσμια κοινωνική ισορροπία.
Το μόνο που διαχρονικά αλλάζει είναι η συσκευασία, το περιτύλιγμα. Κάποτε π.χ. ο εκβιασμός γίνονταν με τα όπλα, σήμερα μπορεί να γίνεται με το χρήμα. Στο εσωτερικό του κουτιού όμως, στην ουσία των πραγμάτων, πάντα είναι ίδιες οι επιδιώξεις και ίδιοι οι σκοποί.
Κάποιος λοιπόν που κατανοεί διαχρονικά την παγκόσμια Ιστορία μπορεί πολύ πιο εύκολα να αναγνωρίσει στην καθημερινότητα στόχους και συμπεριφορές του παρελθόντος. Και φυσικά μπορεί να προβλέψει και να αντιδράσει πολύ καλύτερα από τον αδαή – άσε που το απολαμβάνει κιόλας!

  • Η Ιστορία, πιστεύετε, είναι μια δεδομένη ή μια ρευστή πραγματικότητα- εποχή; δλδ είναι πάντοτε εκεί και εξαρτάται από τη ματιά μας;

  • Η ιστορία δεν είναι κάτι απρόσωπο. Είναι άθροισμα γεγονότων που προήλθαν από συμπεριφορές και πράξεις ανθρώπων. Και οι πράξεις αυτές συνέβησαν και συμβαίνουν για ένα εκατομμύριο λόγους, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν είναι εμφανείς με την πρώτη ματιά.
Το αντικειμενικό λοιπόν αποτέλεσμα, το γεγονός, είναι πάντοτε εκεί. Συνέβη και καταγράφηκε, δεν αλλάζει. Οι λόγοι όμως που το προκάλεσαν αποκρυπτογραφούνται διαφορετικά από τον κάθε άνθρωπο ανάλογα με τις γνώσεις, την εποχή, τι μύχιες επιθυμίες του ή τα εκάστοτε συμφέροντα του. Εκεί είναι και η μαγεία όλου του πράγματος.
Αυτή η αποκρυπτογράφηση είναι φυσικά εντελώς υποκειμενική και εντελώς ρευστή. Είναι π.χ. απόλυτα συνηθισμένο για το ίδιο γεγονός, άλλη γνώμη να έχει κάποιος στα 20 του χρόνια και άλλη στα 50 του – όταν θα έχει ζήσει και θα έχει διαβάσει απείρως περισσότερα πράγματα.
Βρίσκω υπέροχη αυτή την ρευστότητα και την μετάλλαξη, η οποία προϋποθετει όμως να μην είμαστε δογματικοί και γεμάτοι παρωπίδες. Είναι σπουδαίο να έχουμε την απαιτούμενη ευρύτητα πνεύματος και χαρακτήρα η οποία θα επιτρέπει στον εαυτό μας να μεταβάλει άποψη και να κρίνει τα ίδια πράγματα διαφορετικά. Προσωπικά μιλώντας, οι άνθρωποι που δεν αλλάζουν χαρακτήρα και απόψεις με τα χρόνια εμένα με τρομάζουν….

- Σ' αυτό το εγχείρημα θα υπάρξει συνέχεια; Θα γράψετε κι άλλα ιστορικά παραμύθια, κύριε Γιαννούδη;

Το βιβλίο αυτό είναι όπως είπα ένας μύθος βασισμένος σε ένα πραγματικό και ελάχιστα γνωστό ιστορικό γεγονός. Σε αυτό το μοτίβο έχω σκεφτεί τουλάχιστο άλλες τέσσερις ιστορίες. Αν είμαστε καλά θα εκδοθούν άλλα δύο βιβλία την επόμενη χρονιά, και βλέπουμε. Για την ευχαρίστηση μας το κάνουμε άλλωστε!

- Πώς αντιδρούν τα παιδιά στο παραμύθι σας;

Δεν ξέρω να σας πω διότι το μόνο παιδί στο οποίο έχω διαβάσει την ιστορία είναι η κόρη μου! Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι μεγάλο μερίδιο της όποιας αντίδρασης των παιδιών απέναντι σε ένα παραμύθι εξαρτάται από το πως τους το μεταφέρουν οι μεγάλοι. Και μέχρι τώρα οι μεγάλοι δείχνουν να ενθουσιάζονται – με αποκορύφωμα μια βιβλιοκριτικό από την Αγγλία που έφτασε στο σημείο να συγκρίνει το βιβλίο με τα κλασικά παραμύθια του Σερ Ουώλτερ Σκωτ!

* Το βιβλίο A Very Bad Bad Thing του Γιάννη Γιανούδη εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 2012 από το CreateSpace Independent Publishing Platform και είναι διαθέσιμο στο Amazon (www.amazon.com/dp/1479224480/), στο Amazon Europe και μέσα από το site www.badverybad.com. Σύντομα θα είναι διαθέσιμο και σαν e-book για Kindle, iPad & iPhone.