Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

“εδώ που κάποτε έμαθα να διαβάζω”.

Εις μνήμην


Στην αρχή ήταν κοντά στο σπίτι της γιαγιάς, σε ένα παλιό σπίτι με κήπο ανάμεσα αστυνομία και εφορία. Δεν είχα αδέλφια, κι εκεί είχε παιδιά. Πολλά παιδιά. Είχε και βιβλία. Ρώσους, Γάλλους, Έλληνες συγγραφείς, ήταν βιβλιολάτρης και βιβλιομανής ο κύριος Γιώργος ο βιβλιοθηκονόμος. Και παρά την αξιολάτρευτη κύφωση, θα πρέπει να ήταν κι ο πρώτος μου έρωτας. Είχε επίσης σε τόμους, και κλασσικά εικονογραφημένα. Πρέπει να ήμουν στα πρώτα εκατό νούμερα των δανειζομένων. Κάθε εβδομάδα έφευγα με ντάνες που μεγάλωναν όσο μεγάλωνα. Τρία για μένα και ένα για τη μαμά μου. Ακόμα θυμάμαι, με το περιβόητο εκείνο“Η ξανθούλα από την Κούβα”, να την πειράζω. Τα χρεωνόμουν εγώ, και όσο να 'ναι, δεν ήθελα. Πέντε μετά εγώ και δυο η μαμά μου κάθε εβδομάδα. Η σχέση αυτή δεν σταμάτησε ποτέ. Ούτε όταν άρχισα ως ρεπόρτερ βιβλίου και για μια τριετία βιβλιοπώλης, να αποκτώ τα δικά μου. Τα παιδιά της βιβλιοθήκης ήταν η αμετακίνητη σταθερά μου. Κι έγινε σχέση αίματος, όταν σκοτώθηκε ο Χρήστος. Ο Χρήστος εκτός από φίλος της καρδιάς και ξάδελφος της ξαδέλφης μου, ήταν και τυπογράφος. Βιβλιοπώλης θα ήθελε. Τα χρήματα της αποζημίωσης, -φαντάζομαι δεν του περίσσευαν, αντίθετα- επέλεξε να τα δώσει ο θείος Τάκης (όλοι θείοι και θείες είμαστε εδώ) στη Δημοτική Βιβλιοθήκη για να τιμήσει τη μνήμη του γιου του. Δυο χρόνια, ράφια, εκδοτικοί κατάλογοι, παραγγελιές, με βιβλία και κλάματα πέρασαν, για μένα και την Χρυσούλα τα πιο ουσιαστικά αν κι επώδυνα της ζωής μας. Σ' αυτή τη Βιβλιοθήκη στήθηκε η πρώτη Ομάδα Ανάγνωσης, πρώτα απ' όλα εις μνήμη Χρήστου και Γιώργου. Πενήντα συγγραφείς μας τίμησαν, υπογράφοντας ο καθένας το δικό του βιβλίο. Τα δικά μου, κάθε φορά που εκδίδονται ντρέπομαι, τα πηγαίνω και δεν τα πηγαίνω, εκεί έχω διαβάσει τους πάντες. Τα κορίτσια μάλλον κατανοούν το πρόβλημα, με βάζουν να υπογράφω, “εδώ που κάποτε έμαθα να διαβάζω”. Και τώρα με Λέσχη Ανάγνωσης και σε μια ολοφώτεινη αίθουσα,- δεν μας πληρώνει κανείς, θα πληρώναμε,- μαζευόμαστε και χαιρόμαστε ο ένας στον άλλον.
Η Βιβλιοθήκη εμπλουτίζεται με δωρεές και επεκτάθηκε και στον πάνω της όροφο. Κι έτσι εμείς έχουμε πάλι Εμάς, ξαναβρήκα την Κική με την οποία κάποτε καθόμαστε στο ίδιο θρανίο.
Όλο αυτό θα το αφήσω ατέλειωτο. Όσα ακούστηκαν κι όσα έγιναν, είναι τόσο μακριά από μας, είναι άλλος κόσμος. Και σίγουρα, άλλη λογοτεχνία.
Κι όσο γι' αυτά τα ελάχιστα, είναι για όλους εκείνους που αγωνίστηκαν κι έφυγαν και όσο να 'ναι κάποιος θα πρέπει να τους μνημονεύει.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

“η αναγνώριση προσώπου υπάρχει από τότε που γνωριστήκαμε” επειδή ναι, αναγνωρίζονται δεν γνωρίζονται οι εραστές


Γιώργος Γλυκοφρύδης  Hotel Chelsea” εκδ. Ψυχογιός

 

η ερωτική κίνηση μέσα στο σταματημένο σύμπαν.

 

“η αναγνώριση προσώπου υπάρχει από τότε που γνωριστήκαμε” επειδή ναι, αναγνωρίζονται δεν γνωρίζονται οι εραστές.

 

 

H τέχνη είναι η τέχνη. Όλα τ' άλλα είναι όλα τ' άλλα”.

 

Κι ο έρωτας? Τι είναι ο έρωτας? Τύχη? Δικαίωμα? Αξίωμα? Η εξίσωση που σ' άλλους βγαίνει σ' άλλους δεν βγαίνει?

 

Όπως και να 'χει ο Γιώργος Γλυκοφρύδης στα περί έρωτος είναι μεγάλος μάστορας, τελικά. Αρκεί στο πρώτο κεφάλαιο, η πρώτη σελίδα:

 

“Τα μαλλιά της στο μαξιλάρι. Αυτό ήταν το σημαντικότερο. Τα μαλλιά της στο μαξιλάρι”.

 

Τα μαλλιά της που γίνονται σκάλα στο χρόνο, στο χάος, στο δρόμο, στην απόλυτη καταστροφή. Τα μαλλιά της (με τις φακίδες της) που αλλάζουν πρόσωπα, επανέρχονται αλλά είναι πάντοτε εκεί, τόσο πολύ θεικά, τόσο πραγματικά, τόσο σπαρταριστά ζωντανά, απ' εαυτού τους “Η τέχνη”.

 

Στο καινούργιο βιβλίο του Γλυκοφρύδη ο έρωτας, ο απόλυτος έρωτας βρίσκεται εκεί, ολοζώντανος και παρών μέχρι την 38η σελίδα.

Ένας άντρας συναντά μια γυναίκα, ο Στέφανος τη Σάρα κι οι δυο μαζί αναδημιουργούν τον κόσμο. Όλα είναι στο βιβλίο εκεί, σε κάθε γραμμή, σαν τη Σαχάρα στον κόκκο του φουστανιού της Μποβουάρ, ο Γλυκοφρύδης είναι μανούλα σ' αυτό, λοιπόν το τολμά και το καταφέρνει.

Ένας αγάπησε μια, απόλυτα, εντελώς αρχετυπικά, κι όλος ο κόσμος βρίσκεται εδώ, στα μαλλιά της, στα μάτια της, στα δάχτυλα, στο στήθος της, στο σώμα της, στον ύπνο της και στο ξύπνο της, στις φακίδες της και στα πόδια.

Κι όλα ξαναρχίζουν για να τελειώσουν εδώ ή μάλλον εκεί, εκείνη την 11η Σεπτεμβρίου στους Δίδυμους Πύργους.

Έτσι “Εκείνη που ήταν η πιο όμορφη του κόσμου” έπεφτε προς τα κάτω μαζί με το κτίριο, που έπεφτε βαθμιδωτά. Κι εκείνος στο Ηράκλειο δίχως αυτήν πια να αγωνίζεται να παραμένει Εκείνος.  Με ότι του απόμεινε. Τραύμα και έγκαυμα όλος.

 

Ο συγγραφέας σ' αυτό τον έρωτα, σ' αυτή την τρέλα της απουσίας πετά. Με φράσεις καινούργιες για ό,τι αιώνιο, ζει και κατορθώνει με τη σειρά μας κι εμείς να τα διαβάσουμε και να ζήσουμε όλα.

 

Εξάλλου ο ήρωάς του είναι δημιουργός, συγγραφέας κι ο ίδιος και ξέρει από χρόνο. Κι από ραντεβού ξέρει. Μαζί της, σ' ένα αλλόκοτο ραντεβού εκείνο των εκατό χρόνων.

 

Ο συγγραφέας για να αγγίξει το αίνιγμα του χρόνου θα πρέπει να συνυπάρξει με το δικό της άφθαρτο χωροταξικά, ο Χώρος είναι Χρόνος και Τρόπος, υπάρχουν Τόποι απ' όπου κανείς μπορεί να τα δει και να τα ζήσει ή να τα ξαναζήσει όλα.

Εξάλλου μπορεί κι ο πυρήνας του να είναι ακριβώς εκεί:

“Δυτική 23η Λεωφόρος στη συνοικία Τσέλσι, εκεί όπου στο νούμερο 222 ορθωνόταν το Chelsea Hotel”.

Κι από κει και μετά όλη η ζωή και το παρελθόν όπως και το ξενοδοχείο είναι ένα μουσείο και ένα διαρκές ταξίδι στον Χρόνο.

Με το ίδιο πρόσωπο, της αιώνιας αγάπης του. Με ένα άλλο πρόσωπο...

Όπως και να 'χει εκείνο το επαναλαμβανόμενο είναι το βασικό κι είναι αυτή, ο έρωτάς τους που είναι Τέχνη Ζωής, η σχέση τους που είναι πάνω και πέρα απ' τον Χρόνο.

Για την Συνάντηση, ο Χώρος αρκεί.

Κι είναι αυτό ακριβώς το ξενοδοχείο.

 

Ένα βιβλίο που είναι πολλά βιβλία μαζί, ακόμα και στην πρώτη του ανάγνωση εναλλάσσονται είδη. Ποιητικό και Ερωτικό στο πρώτο κεφάλαιο. Βαθύτατα Υπαρξιακό στο Δεύτερο, σχεδόν επιστημονική φαντασία, μαγικός ρεαλισμός, θα μπορούσε να πει κανείς και μεταφυσικό, στο τρίτο του σκέλος.

 

Το αποτέλεσμα, μια αλληγορία για το άφθαρτο. Για τον έρωτα και την τέχνη δίχως όρια χρονικά, δίχως τέλος.

Για τον Χώρο που λειτουργεί ενίοτε και ως παράλληλο σύμπαν.  Για τα πρόσωπα και για τα προσωπεία, για τους “απεσταλμένους”. Για τις Τυχαίες Συναντήσεις που όπως είπε κι ο Μπόρχες είναι, τελικά, ραντεβού. Για την Πραγματικότητα που είναι εικόνα σχεδόν μαγική για το “γιατί” εν τέλει, της ίδιας της Τέχνης.

 

Με ρυθμούς που αλλάζουν, ερωτικοί και νωχελικοί στην αρχή, ασθματικοί και εφιαλτικοί, άλλοτε αργοί κι άλλοτε σαν τα κινούμενα σχέδια, ο Γλυκοφρύδης στήνει την δική του Καρένινα σχεδόν κινηματογραφικά με αντίπαλο την Τρομοκρατία ή μάλλον το Πεπρωμένο αυτή τη φορά, έτσι κι αλλιώς πάντοτε βάζει το χεράκι της η εποχή, αλλά υπάρχουν και πράγματα όπως η Τέχνη κι ο Έρωτας που της ξεφεύγουν, πάντα θα της ξεφεύγουν.

 

Κι ας επιμένει ο Νικόλας “δεν πέθαναν μόνο έρωτες τότε, καημένε, πέθανε ο πλανήτης”, ο Στέφανος που τα έζησε και τα γράφει ήδη ξέρει:

“Δεν υπάρχει τέλος σ' αυτούς τους δρόμους” όλα είναι “πίνακας που κινείται”, όπως μόνον εκείνος που έχει χάσει τα πάντα, το ξέρει.

 

Και για να κλείσω όπως ξεκίνησα, ακριβώς όπως και το βιβλίο, κυκλικά:

όλα σ' αυτό το μυθιστόρημα είναι

“η ερωτική κίνηση μέσα στο σταματημένο σύμπαν”.

“η αναγνώριση προσώπου – που- υπάρχει από τότε που γνωριστήκαμε” επειδή ναι, αναγνωρίζονται δεν γνωρίζονται οι εραστές. Γιατί αυτοί, μόνον αυτοί, μπορούν να παρέμβουν στην Ιστορία. “Έχουμε παρέμβει στην Ιστορία” δεν έχει σημασία ποιος το λέει απ' τους δυο. Όσο κι αν φαίνονται τα “εκατομμύρια σκουληκότρυπες που υπάρχουν, υπάρχουν παντού”, “συνήθως βγάζουν σε συγκεκριμένους τόπους και χρόνους”, επιστημονική φαντασία.

Οι εραστές πάντοτε σ' αυτή τη γη, όπως και οι δημιουργοί έχουν, θα έχουν, τον δικό τους αλλόκοτο αλλ' υπαρκτό γι' αυτούς χωροχρόνο.

 

Αυτά και Γλυφρυδάκη πολύ σ' ευχαριστώ για την τιμή. 

 

Από την παρουσίαση του βιβλίου στο Floral.

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

“Το σπασμένο μαχαίρι του. Το σπασμένο χέρι του”.



Διονύσης Μαρίνος “Τελευταία Πόλη”, Εκδ. “Γαβριηλίδη”

επειδή “άλλος δρόμος δεν υπήρχε”.

Εσύ δεν είχες μια γυναίκα και ένα παιδί;
Εγώ; Πότε;
Κι όμως, σε θυμάμαι”.


"ήξεραν βέβαια, με την ισχυρή βεβαιότητα που έχουν όλοι οι κυνηγημένοι, πως άλλος δρόμος δεν υπήρχε από αυτόν που έβλεπαν μπροστά τους".
"ο γέρος είχε δίκιο, σκέφτηκε ο Νίκολα ασυναίσθητα, η ελπίδα ήταν ένα παιχνίδι σημαδεμένο από την αρχή".

Στο καινούργιο μυθιστόρημα του Διονύση Μαρίνου “Τελευταία Πόλη” όλα είναι δρόμος. Αλλά είναι ταυτοχρόνως και μια πραγματική Κόλαση που μπορεί να συμπέσει χρονικά και με τη δική μας ζωή.
Αλληγορικός, ποιητικός, ατμοσφαιρικός, αλλά πάνω απ' όλα απολύτως υπαρξιακός ο συγγραφέας στηρίζεται στο παράλογο της εποχής ρεαλιστικά για φτάσει μέσα απ' αυτό στα αιώνια διλήμματα της ζωής.
Ο ήρωάς του, φαίνεται κατ' αρχάς να μάς είναι γνωστός από την πρώτη σελίδα, μας συστήνεται με απόλυτη σαφήνεια από την πρώτη παράγραφο:
Είμαι ο Νίκολα Αλίχοβιτς από το Μπίχατς. Γιος του Ιβάν Αλίχοβιτς από το Βελιγράδι και της Αλιόνα από το Άμπντιτς. Δεν ξέρω τι γράφει ακριβώς το δικό μου αίμα. Δεν πρόλαβα να το διαβάσω. Ο άγραφος μύθος του έμεινε καλά κρυμμένος από το φευγιό.
Στα τριάντα τρία μου αναγκάστηκα να φύγω από τον τόπο μου. Να γίνω πρόσφυγας. Έτσι μας είπαν οι άλλοι.
Μέχρι να τους διώξουν κι αυτούς από τις εστίες τους κάποιοι άλλοι”.

Ο συγγραφέας σε πρώτο επίπεδο, έχει κάνει έρευνα, τον αφορούν τα Βαλκάνια, έχει ήδη δει την έρημη γη.
Αλλ' όσο προχωρεί στο βιβλίο του το κεντρικό βάρος μετατοπίζεται. Το προσωπικό γίνεται οικουμενικό. Το τοπικό, αποκτά διαστάσεις παγκόσμιες. Ο πόλεμος, ενδεχομένως με άλλες μεθόδους συντελείται παντού, και στην ρημαγμένη Αθήνα τον χειμώνα. Ναι συμβαίνει κι εδώ.
Οι αρχετυπικοί ήρωές του, ο άνδρας, η γυναίκα και το παιδί στη συνέχεια χάνουν την συγκεκριμένη ταυτότητα, η πορεία τους είναι η Αλίκη στην τρύπα της, ο δρόμος προς Εμμαούς.
Ένας δρόμος στην πιο σκληρή εκδοχή του.
Η Κόλαση συμβαίνει τώρα, αφορά τον καθένα και είναι εδώ.
Ο συγγραφέας την συναντά με άφθαρτες λέξεις, με ποιητική οξυδέρκεια και από κάποιο σημείο και μετά εντελώς χρησμικά.
Στην ιστορία του κόσμου εξάλλου έχουν σβήσει πόλεις εντελώς απ' τον χάρτη, έχουν αλλάξει σύνορα πατρίδες, και άπειροι άνθρωποι έχουν βρεθεί στον έρημο δρόμο υποχρεωμένοι σε προσφυγιά.
Αλλά ο άνδρας του Διονύση Μαρίνου δεν είναι πρόσφυγας μόνο, είναι Σίσυφος, είναι ο Ξένος, είναι εκείνος που πάντα γεννήθηκε “από την άλλη πλευρά του παραπετάσματος” όποια κι αν είναι αυτή.
Και το βιώνουμε αυτό αναγνωστικά μ' όλους τους τρόπους. Με τη ζωή του, τον δρόμο, τα ξέφωτα, το όνειρο. Εξαιρετική στιγμή αυτή του ονείρου όπου αθέλητα “μαγειρεύει” τη γυναίκα του και το ίδιο του το παιδί.
Ακόμα και οι αναλαμπές του παρελθόντος που σφύζει από ζωή έτσι όπως αναδεικνύονται κάνουν μεγαλύτερη καταστροφή την καταστροφή.
Οι πιπεριές που πια είναι κόκκινες απ' το αίμα.
Τα ράφια της βιβλιοθήκης με όλα τα τιμαλφή.
Η πόρτα του σπιτιού που ανοίγει και δεν ξανακλείνει.
Αυτή η βεβαιότητα εξ αρχής, ό,τι αφήνουν το αφήνουν για πάντα και δεν θα το ξαναβρούν. Η γυναίκα του Λωτ που είναι οι τρεις τους με όλη τη γνώση από την αρχή.
Ο περίκλειστος κόσμος με τον ήχο του φόβου και με την Θάλασσα ως έσχατη ελπίδα αλλά οι ήρωες θέλουν δεν θέλουν βρέθηκαν να ζουν σε “δύο ρυτίδες γης”. Δική του η έκφραση.
Και το είπα και στον ίδιο. Εάν σημειώσουμε φράσεις έχει ήδη έτοιμη μια ποιητική συλλογή. Ένα απολύτως υπαρξιακό ποιητικό κύκλο, ο καθένας μας δεν αρκεί που χρωστά έναν θάνατο σ' αυτή τη ζωή αλλά φαίνεται να χρωστά και την επίγεια κόλασή του σ' αυτή τη ζωή.
Γι' αυτό θα κάνω κατ' εξαίρεση ένα παιχνίδι να το πω; με όλη τη σοβαρότητα που έχει το παιχνίδι για ένα παιδί, μια επιλογή. Θα επιλέξω φράσεις του συγγραφέα από το βιβλίο του που θα μπορούσε να είναι η καθεμία ένα κεφάλαιο από μόνη της, φράσεις που άλλες κλείνουν το μάτι στη μεταμόρφωση του Κάφκα κι άλλες παίζουν στα ζάρια την ανθρώπινη ύπαρξη σαν τον Κόρμακ ΜακΚάρθυ, εξάλλου τα μεγάλα τραύματα όπως συμβαίνει και στη λογοτεχνία του Γιώργου Χειμωνά, η ανθρώπινη τραγωδία είναι πάντοτε εδώ, δλδ. εκεί.
Μου μένουν ακόμα τρεις ανάσες δρόμος” λέει ο μελλοθάνατος του Ντοστογιέφσκι στον Ηλίθιο, αλλά ο άντρας της “Τελευταίας Πόλης” το πόσες ανάσες του απομένουν, χειρότερα ακόμα, απ' την αρχή δείχνει να τ' αγνοεί.

Στις φράσεις του τώρα:

Τώρα τίποτα. Μόνο αυτή η πεπερασμένη αλήθεια του κουρασμένου τοπίου, που έτσι ήσυχο όπως τους αγκάλιαζε έδειχνε να είναι η τέλεια παγίδα”.
Τώρα θα εμφανιστούν και τώρα θα τρέξουμε”.
Ο προορισμός τους είναι η θάλασσα. Η κάτι τέλος πάντων που ονομαζόταν παλιά θάλασσα”.
Ο Νίκολα δεν είχε βγει ποτέ πέρα από το τετράγωνο που όριζε το σπίτι του και το άλλο που τον περιχαράκωνε στο εργοστάσιό του. Πήγαινε και ερχόταν κουβαλώντας πάντα το βάρος των επιθυμιών του”.
Σφύριζαν οι ειδήσεις, και όταν η φωτιά ήρθε μέχρι τα μπατζάκια του...”
Να πάνε πού;”
Έτρεχε, κατάπινε το δρόμο έτσι όπως δεν τον είχε περπατήσει ποτέ”.
Μπορεί πάλι και να μην υπήρχε θάλασσα και όλα αυτά να ήταν ένα ζωτικό ψεύδος”.
Κοίταζαν τη θλίψη, τους κοίταγε και αυτή”.
Τα πάντα κυκλοφορούσαν στη μαύρη αγορά. Ακόμα και οι άνθρωποι”.
Καθημερινά να ξυπνάς με την ιδέα ότι θα είσαι ο επόμενος”.
Γι' αυτούς που το έκαναν και για όλους εμάς που το μαθαίναμε”.
είχαν διορία μια μέρα”.
Αυτό είχαν αποφασίσει να κάνουν. Να κάψουν την πόλη. Να τη σβήσουν από τον χάρτη”.
Καλύτερα μόνος μου”, τους είπε. “Θα σας γίνω βάρος και θα μου γίνεται και εσείς”.
Έτσι ήταν και έτσι θα είναι”.
Δεν έκλεισαν καν την πόρτα πίσω τους”.
Ένα ανθρώπινο αφρισμένο ποτάμι, στον πάτο του είχε θαφτεί το μέλλον τους και στην πλάτη του κολυμπούσε με δυσκολία το παρόν”.
πρησμένη γη”
τοκογλυφία του χρόνου”
Κανείς δεν αντέχει το διπλανό του, γιατί είναι σαν να βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό στον καθρέφτη”.
Ο άντρας. Η γυναίκα. Και το παιδί τους. Χωρίς ονόματα. Μόνο με ιδιότητες”.
Ο χρόνος δεν είχε πια κανένα νόημα γι' αυτούς”.
Προχωρούσαν προς το τίποτα.... Προορισμός τους ήταν η θάλασσα”.
Γιατί ήταν τα μοναδικά που της ανήκαν σε ένα κόσμο που κανείς δεν είχε τίποτα και δεν θα είχε για κάμποσο καιρό”.
Τα τιμαλφή είχαν απομείνει στις προθήκες της βιβλιοθήκης του σαλονιού”.
Βούρτσα χτενίσματος” (στη μέση του πουθενά με αποσκευές το απόλυτο τίποτα μια βούρτσα χτενίσματος, σε κάνει να σου 'ρχονται κλάματα, αυτή η μάταιη κοκεταρία είναι τόσο δραματική!)
ο άνθρωπος είναι πλασμένος από τη φύση του σαν μια αχόρταγη καταβόθρα, που υπό συνθήκες μπορεί να καταπιεί τα πάντα: από ροδόνερο μέχρι περιττώματα”.
Προσπάθησε να πετάξει από το μυαλό του, σαν ρούχο περιττό, τις σκέψεις της παλιάς ζωής στο σπίτι τους”.
Μόνο να ζήσει μια μέρα ακόμα. Και μια ακόμα”.
απεγνωσμένες μαριονέτες ενός κόσμου που είχε σπάσει ολότελα σε κομμάτια και κανένα σκοινί δεν μπορούσε να τον κρατήσει στη θέση του”.
Το κεφάλι του άντρα τραβήχτηκε από το παράθυρο και με έναν ταχυδακτυλουργικό τρόπο ξαναενώθηκε με το σώμα του”. (Εικόνες απίστευτης ποίησης και οδύνης).
Όπως η ίδια τους η φύση. Η φύση των ανθρώπων”.
έβαζε με το νου της το μέλλον αυτού του παιδιού, που είχε γεννηθεί στα χρόνια της ταραχής”.
όχι δουλικά, δοτικά” (ο απόλυτος ορισμός του έρωτα σε ένα βιβλίο όπου ο ίδιος ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι δεν είναι καθόλου ερωτικό).
Γίνονταν ο ένας η εξέλιξη του άλλου, και αυτό τη φόβιζε”.
Είδε το άγαλμα σπασμένο”.
Γιατί σε εμάς, Θεέ μου”
Γιατί έτσι ήταν και έτσι θα είναι πάντα ο κόσμος αυτός”.
Είστε από εκείνους ή από μας;”
σαν περιπλανώμενοι εξωγήινοι”
εχθρική χώρα”,
δεν είχαν μπει στη διαδικασία να ξεδιαλύνουν ποια ήταν τα αντίπαλα στρατόπεδα”.
Μας έδιωξαν από τα σπίτια μας. Αυτό είμαστε μόνο”.
Ήταν και πάλι μόνοι σε ένα μονάχο κόσμο”.
Η τελευταία πόλη στην άκρη της γης”.
Άνθρωποι με τον πόνο στο κούτελο”.
Απλώς υπάρχει και θυμίζει στον άνθρωπο από τι σκάρτο υλικό είναι φτιαγμένος”. (Δεν είμαστε φτιαγμένοι από την ύλη που είναι το όνειρο δλδ?)
Μπορεί να ήταν δικοί μας, μπορεί να ήταν και από τους άλλους”.
Όλοι το ίδιο κάνουν. Μαχαίρι πάνω στο μαχαίρι. Αίμα πάνω σε άλλο αίμα. Πώς να ξεδιαλύνεις σε ποιον ανήκει; Ποιος το έχασε και ποιος το κέρδισε;”
Ούτε Θεός ούτε και αντίζηλός του”.
Κάθε μέρα άφηναν και έναν κρίκο βίου να τους πέσει από τη ζώνη”.
Ένας ακατέργαστος αλτρουισμός, που εκδηλωνόταν κρυφά αλλά δίχως επίφαση και ουμανιστικές κορόνες”.
γρήγορα ξεχνούσαν πως δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μελλοθάνατοι”.
Συνένοχος σ' αυτή την ακούσια παραπλάνηση”.
Λένε πως τα όνειρα είναι ο καθρέφτης μας.... Αν είναι ο δικός του είχε γίνει θρύψαλα”.
Λίγο ακόμα και θα σπάσει η μάσκα που φοράει”.
Η πόλη έμοιαζε ήδη με έγκαυμα”.
Ποιος να επέζησε από το χαμό; Τι να είδαν τα μάτια τους;”
Φτύνοντας τις λέξεις μια προς μια”.
Είχε ξεχάσει ότι είχε γυναίκα και παιδί.
Ήταν εντελώς μόνος.
Μέσα στον εαυτό του κλεισμένος σαν στρείδι.
Η μεταμόρφωσή του είχε ολοκληρωθεί”.
Όλα είχαν γυρίσει ανάποδα”.
Πόσα πράγματα μισά”.
Το σπασμένο μαχαίρι του. Το σπασμένο χέρι του”.
Εσύ δεν είχες μια γυναίκα και ένα παιδί;
Εγώ; Πότε;
Κι όμως, σε θυμάμαι”.
Σαν ηθοποιοί που ξέμειναν στη σκηνή”.
Μπροστά τους η θάλασσα να παφλάζει...
Αυτοί σταμάτησαν να τον ακολουθούν”.
Κάπου εδώ ο κόσμος τελείωνε...
Ο κόσμος τελείωσε”.
Ο άντρας προχώρησε...
Στο πουθενά”.
η αναλλοίωτη θλίψη των ανθρώπων”.

Σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά? Πάντα θα μας θυμίζουν κάτι. Είναι η φύση μας και γι' αυτό μοίρα μας. Κι αυτό ο Διονύσης Μαρίνος φαίνεται να το ξέρει καλά.
Ένα γοητευτικό, σκληρά ευαίσθητο βιβλίο με πολλαπλές αναγνώσεις και μόλις σας διάβασα – μέσα από φράσεις του- μόνο μια απ' αυτές. Τις υπόλοιπες θα τις αναζητήσετε στο βιβλίο, το έχει αναλάβει ήδη για όλους μας η ζωή.

Από την παρουσίαση του βιβλίου στις 11 Οκτ. 2012 στο βιβλιοπωλείο free thinking zone

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Έτσι και η μητέρα της Αρσινόης μπορεί να λέει χωρίς ενοχές «θυσιάστηκα για σας» με ένα χαμόγελο σαν της γάτας του Τσεσάιρ.


Γράφει η Τίτσα Πιπίνου 

στο περιοδικό Λωτός και στο Rodes.com


Η Ελένη Γκίκα, εξαιρετική δημοσιογράφος που ασχολείται χρόνια τώρα με τον πολιτισμό, είναι μία από τις καλύτερες συγγραφείς μας. Δεν λέω πεζογράφους γιατί γράφει και εξαιρετική ποίηση, δοκίμιο, γιατί αυτά στην εφημερίδα δεν είναι τίποτα άλλο παρά μικρά δοκίμια περί τέχνης.

Ο συγγραφέας συνήθως αναφέρει ως πιο αγα-πημένο του βιβλίο το τελευταίο του, ίσως γιατί χρονικά είναι πιο κοντά του. Ωστόσο, Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας είναι πράγματι το καλύτερο βιβλίο της Ελένης Γκίκα. Πιο ώριμο, πιο βαθύ, πιο σοφό. Γραφή με στυλ, ρυθμό, ποίηση. Ένα χαμηλόφωνο μυθιστόρημα γεμάτο αίσθημα και εξομολογητική εχεμύθεια. Μια εξερεύνηση στο καμένο πεδίο της απουσίας της αγάπης.

Το βιβλίο ξεκινά με ένα γράμμα, και κατά κάποιο τρόπο έτσι συνεχίζει σαν επιστολή, σαν ημερολόγιο, σαν εξομολόγηση ή πιο σωστά σαν κραυγή. Σαν αυτά τα γράμματα που κλείνει ο ναυαγός σε ένα μπουκάλι με την ελπίδα να πέσει στα σωστά χέρια.

Στα περισσότερα βιβλία της Ελένης υπάρχει ένα παιχνίδι ανάμεσα στη συγγραφέα και τους ήρωες της αλλά και στη συγγραφέα και τον αναγνώστη που στην πραγματικότητα είναι ένα παιχνίδι ανάμεσα στα όνειρα και τους εφιάλτες, στο φανερό και στο καλά κρυμμένο. Ο χρόνος της αφήγησης είναι ο χρόνος της συναισθηματικής μνήμης

Η γυναίκα της Βορινής Κουζίνας ξενυχτά φτιάχνοντας μαντλέν για μια οικογένεια που έχει πια σκορπίσει και δεν υπάρχει κανείς για του τις προσφέρει, αλλά εκείνη πεισματικά και με αφοσίωση συνεχίζει να φτιάχνει στην κουζίνα της κάθε μέρα και κάθε νύχτα. Μαντλέν για τον άνδρα της κλαίγοντας κρυφά για την προδοσία του, για τις κόρες της που πια μεγάλωσαν και τίποτα δεν τις κρατά στο σπίτι και αγωνιώντας μέχρι θανάτου για τον έφηβο γιο της που έχει χαθεί στους δρόμους της Αθήνας και στο εξεγερμένο κέντρο στη διάρκεια των τελευταίων ταραχών. Στην αφιλόξενη πόλη που σε συνθλίβει, ένα αγόρι που πολεμά τη βία με τη βία.

Υπάρχει ακόμα Η Γυναίκα στο Ανατολικό Γραφείο που διαβάζει βιβλία, μεταφράζει Πρεβέρ και παραλληλίζει τη ζωή της με τους φανταστικούς ήρωες.

Θα υπάρχει επίσης και Η Γυναίκα στο Δυτικό Καθρέφτη εκεί που συναντώνται αυτές οι δύο γυναίκες χωρίς να γνωρίζουμε πάντα ποια είναι το είδωλο και ποια η πραγματική. Ή κάποιες φορές σαν χορός από αρχαία τραγωδία, Η Γυναίκα στο Δυτικό Καθρέφτη, θα μας προϊδεάζει για το επόμενο βήμα στη ζωή τους και θα εξηγεί όσα δεν μπορούν να εξηγήσουν αυτές οι δύο για τη δική τους ζωή.

Πάντα μία γυναίκα σε σχέση με τα σημεία του ορίζοντα.
Η μία γυναίκα λοιπόν που κάνει βασίλειο της την κουζίνα, αλλά που αυτή η κουζίνα γίνεται και ο τάφος των ονείρων της, αφού είναι ο χώρος που ξοδεύει αλύπητα τον χρόνο της, άρα και τη ζωή της. Ο ορίζοντας της θα είναι οι τοίχοι της κουζίνας και όσα φθάνει η ματιά της από το παράθυρο. Η πραγματική ζωή θα είναι πάντα κάπου αλλού μακριά της.

Η κουζίνα δεν είναι πια ένα απλό δωμάτιο, αλλά μετατρέπεται στο μαγικό της χώρο. Είναι σαν να εισέρχεται σε έναν άλλο κόσμο που της επιτρέπει να δημιουργεί και να υπάρχει. Μου έφερε στο μυαλό το αγοράκι στην ταινία Πολίτικη κουζίνα που όλη του η ζωή ήταν ανάμεσα σε μπαχαρικά και μυρωδιές που έβγαιναν από αχνιστές κατσαρόλες, αλλά εδώ τα πράγματα γίνονται ζοφερά δίχως την εύθυμη διάθεση της ταινίας.

Αυτή η γυναίκα θα κάνει παιδιά, θα νιώσει τον πόνο της γέννας και τα βάσανα της μητρότητας χωρίς ωστόσο να σταματήσει να βλέπει τον εαυτό της τον ίδιο παιδί αφού παιδικές μνήμες αναδύονται με κάθε αφορμή.

Η άλλη γυναίκα στο Ανατολικό Γραφείο εργάζεται, κυκλοφορεί, ερωτεύεται, πονάει, τρομάζει μέχρι θανάτου με τη γέννα και ονειρεύεται το παιδί που ποτέ δεν γέννησε. Τη μία στοιχειώνουν τα παιδιά που γέννησε, την άλλη τα παιδιά που δεν γέννησε. Η μία μέσα σε μεγάλη οικογένεια, η άλλη χωρίς, αλλά και οι δύο απέραντα μόνες στη φυλακή που επέλεξαν η μία στη μπισκοτένια της και η άλλη στη δική της χάρτινη.

Μία γυναίκα, δύο γυναίκες, πολλές γυναίκες, η ίδια γυναίκα και το αντεστραμμένο είδωλο της στον καθρέφτη, τα διαφορετικά πρόσωπα της ίδιας γυναίκας; Θα μπορούσε να είναι ένα από όλα αυτά ή όλα αυτά μαζί. Εσείς επιλέγετε. Ένα παλίμψηστο. Ένα καλειδοσκοπικό βιβλίο με εικόνες που μοιάζουν να επαναλαμβάνονται ωστόσο πάντα υπάρχει κάτι που τις ξεχωρίζει. Ένα βιβλίο που το ερμηνεύετε εσείς. Ένα από τα παιχνίδια, που έλεγα πιο πάνω, που κάνει η συγγραφέας με τους αναγνώστες και σας καλεί να πάρετε μέρος.

Σαν τη διπλή ζωή της Βερόνικα, την αριστουργηματική ταινία του Κισλόφσκι όπου δύο γυναίκες η Βερόνικα και η Βερονίκ που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, η μία στην Κρακοβία και η άλλη στο Παρίσι μοιράζονται τις ίδιες ευαισθησίες και την αίσθηση ότι κάπου αλλού βρίσκεται το άλλο τους μισό.

Εδώ δύο γυναίκες που πότε συναντώνται και πότε απομακρύνονται απελπιστικά. Διαβάζουν τα ίδια βιβλία, αγαπούν και οι δύο το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Λόρενς Ντάρελ- που τυγχάνει να είναι και εμένα το αγαπημένο μου-, και για όσους δεν το γνωρίζουν ο Λόρενς Ντάρελ έχει ζήσει στη Ρόδο σε ένα μικρό σπιτάκι πνιγμένο στις βουκαμβίλιες απέναντι από το σημερινό Καζίνο και έχει γράψει ένα καταπληκτικό βιβλίο με εικόνες μιας αμέσως μεταπολεμικής Ρόδου, αδιανόητες με την εικόνα που εμφανίζει το νησί σήμερα.

Υπάρχει και στις δύο περιπτώσεις αυτών των γυναικών μια παιδική ηλικία που δεν έχει χαθεί. Επανέρχεται πάντα ορμητική, ενοχλητική, καθοριστική για ότι συμβαίνει. Είναι τρομακτικό πώς η παιδική ηλικία καθορίζει τη ζωή μας σαν ενήλικες. Ακόμη και μια καλή φαινομενικά παιδική ηλικία δεν είναι ποτέ τόσο αθώα όσο δείχνει. Σαν κάποια ήρεμα όνειρα, φαινομενικά καλά που ωστόσο σε ξυπνούν τρομαγμένο γιατί εσύ ξέρεις ότι δεν είναι καλά όνειρα αλλά υπάρχει μια κρυμμένη απειλή που δεν μπορείς να προσδιορίσεις, ούτε να εξηγήσεις.

Όσο διάβαζα το βιβλίο και χρειαζόταν κάθε τόσο να επανέρχομαι σε προηγούμενα κεφάλαια για να το καταλάβω, σιγά σιγά μου αποκαλυπτόταν ότι το θέμα των δύο γυναικών δεν ήταν η προδοσία, η απώλεια, οι ματαιώσεις, ο έρωτας, ούτε καν το τώρα. Το θέμα ήταν το παρελθόν, η παιδική ηλικία των ηρωίδων που μπερδευόταν κάθε φορά με την παιδική ηλικία των παιδιών της Γυναίκας της Βορινής Κουζίνας.

Και κυρίως, το επαναλαμβάνω: η εξερεύνηση στο καμένο πεδίο της απουσίας της αγάπης. Όπως οι μαντλέν ενώ είναι μία αθώα λέξη με αυτά τα τρία σύμφωνα μαζί στη μέση που ακούγεται όμορφα και σου φέρνει στο νου, εκείνα τα νόστιμα, τρυφερά μπισκότα, στο βιβλίο σιγά σιγά ανακαλύπτεις ότι οι μαντλέν γίνονται το σύμβολο του χαμένου χρόνου, των ματαιώσεων της Γυναίκας της Βορινής Κουζίνας.

Οι ίδιοι οι γονείς, όπως συμβαίνει συχνά, δεν το καταλαβαίνουν ούτε όταν συμβαίνουν τα πράγματα, ούτε μετά.

Και δεν είναι καλό βέβαια να υπάρχουν αυτά τα τραύματα. Είναι όμως αυτά ακριβώς που δημιουργούν τις εμμονές μας. Και χωρίς δισταγμό θα πω: ότι είναι οι εμμονές που δημιουργούν την τέχνη.

Όταν η μητέρα του Σαρτρ διάβασε το βιβλίο του «Λέξεις» σχολίασε: «Ο Πουλού δεν κατάλαβε τίποτα από τα παιδικά του χρόνια!»

Το ίδιο και η μητέρα της Ντυράς, εξοργίστηκε όταν η κόρη της, της πήγε μια μέρα «Το φράγμα στον Ειρηνικό, και την κατηγόρησε πως είπε ψέματα και πως στο τέλος-τέλος δεν έγραφε παρά για το πτώμα του κόσμου κι, επίσης για το πτώμα της αγάπης.

Έτσι και η μητέρα της Αρσινόης μπορεί να λέει χωρίς ενοχές «θυσιάστηκα για σας» με ένα χαμόγελο σαν της γάτας του Τσεσάιρ.

Σε αυτό το βιβλίο έρχονται οι ήρωες αντιμέτωποι διαρκώς με τις θεμελιακές υπαρξιακές κρίσεις, τη μοναξιά, την απώλεια και την προδοσία. Κλυδωνίζονται, τσακίζονται, πέφτουν κάτω, σηκώνονται ξανά, συνεχίζουν μέχρι τέλους.

Υπάρχει μια συνομιλία με άλλα βιβλία, με ήρωες, λόγια, αναφορές, όπως και στα προηγούμενα της, όπως η ζωή της Ελένης είναι γεμάτη με βιβλία, όπως το σπίτι της που δεν υπάρχει ελεύθερος χώρος από τα στοιβαγμένα βιβλία στο γραφείο, σε κάθε τραπέζι, τραπεζάκι, καρέκλα, στο πάτωμα. Γιατί η Ελένη δεν μπορεί να αποχωριστεί τους αγαπημένους της ήρωες. Στοιχειώνουν τους δικούς της ήρωες.

Συμβουλή: τη «Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας» μην τη διαβάσετε για να περάσει η ώρα σας στην παραλία διαβάστε την στην ηρεμία του σπιτιού σας. Θα ανταμειφθείτε από το έξοχο στυλ της γραφής και από τις λέξεις που θα σας παρασύρουν.

Πηγή: http://www.rhodes.com.gr/html/modules.php?name=News&file=article&sid=9497