Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

από την "Γυναίκα της Βορινής κουζίνας"


 

 

Δεν ξέραμε ότι το μέλλον μάς επιφύλασσε τον κεραυνό!

 

 

 

 

 

 

Η Γυναίκα στο Ανατολικό Γραφείο

 

 

«Η πορεία των άστρων δεν είναι αέναη».

 

 

Άδειοι δρόμοι, άδεια βλέμματα· άδειες ζωές. Πάει να σκεφτεί: Μα τελευταία πώς γίναμε έτσι;  Το μετρό δε φτάνει στο Σύνταγμα, λέει· έχει φασαρίες, φωτιές.

         «Η πορεία των άστρων δεν είναι αέναη

          κι η τίγρη είναι ακόμη μια από τις μορφές που επιστρέφουν».

         Μέσα στα σπλάχνα της κάτι απαγγέλλει αυτό που μέλλει να γίνει, ρυθμικά.

         «Θα κατέβαινε στους δρόμους,

         η ιστορία, η αγανάκτηση, η αγάπη».

         Κατεβαίνει − είναι σίγουρη πως κάποιος την περιμένει μες στη φωτιά.    

         Κατεβαίνει με τα πόδια, δίχως ίχνος οργής. Με μεγάλα βιαστικά βήματα, για κάτι που επείγει· που είναι δικό της και την περιμένει εκεί.

         Εκεί πού;

         «Όταν η αδικία γίνεται νόμος, τότε η αντίσταση γίνεται καθήκον» −

άθελά της θυμάται αυτό το παιδί.

         Δεκαπέντε χρονών, χτυπημένο από γκλοπ, δακρυσμένο από δακρυγόνο.

         «Κλαίμε και μόνοι μας!» − το βρήκε τόσο σπαρακτικό!

         «Η χαμένη Γενιά της Κρίσης» − και ποιος το αποφασίζει;

         Και η δική μας γενιά; Η κερδισμένη γενιά; Η πλανημένη; Η αδηφάγα;

         Ο Κρόνος που κινδυνεύει, ηθελημένα ή αθέλητα, να φάει τα ίδια του τα παιδιά.

         «Το τραγικό στερέωμα, το σύμπαν, δε βρίσκονταν εδώ

         κι έπρεπε να το ψάξουμε στα περασμένα».

 

 

Το πρώτο που βλέπει είναι η λάμψη απ’ τις κροτίδες εδάφους. Αμέσως μετά θα ακούσει φωνές. Στη συνέχεια καπνοί, και τα Ματ σαν τους πήλινους στρατιώτες στην Κίνα − τόσο ψεύτικοι όλοι, και τόσο μοναδικά αληθινοί! Από το υλικό των ονείρων πλασμένοι, που κάνουν θρύψαλα τα όνειρα.

         Στο πλευρό της ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι − κάποτε, αυτή. Ένα αγόρι τρέχει δίπλα της χτυπημένο − κάποιος τον κυνηγά. Ένα κορίτσι φωνάζει: «Πίσω, πίσω!»

         Ένας κύριος της προσφέρει, για τα δακρυγόνα, λεμόνι.

         «Φύγετε, κυρία μου! Δε βλέπετε τι χάος επικρατεί;» ένας αστυνομικός την προειδοποιεί, αλλά είναι σαν να τη σπρώχνει.

         Μια ομάδα παιδιών θυμάται το δολοφονημένο παιδί.

         Βαδίζει στητή − το παιδί που ήταν κάποτε την καλεί.

         «Πιστεύουμε πως είμαστε εξόριστοι

         σ’ έναν καιρό εξαντλημένο.

         σ’ έναν καιρό όπου τίποτε δεν πρόκειται να συμβεί».

         Και ξαφνικά, αυτό το τίποτε γίνεται κάτι-που-συνέβη.

         Κάποιος την πιάνει απ’ το χέρι. «Μας την πέφτουνε, τρέχα!» − το αγόρι που την κοιτούσε στο μετρό σαν να την ήξερε!

         «Δίχως ίχνος οργής, τα σπαθιά των ηρώων συμπλέκει ο χρόνος»   

         «Τρέξε, σου λέω! Διψούν για αίμα, δεν τους βλέπεις; Έχουν πάρει εντολή, μας χτυπούν!»

         Τον ακολουθεί σαν σε όνειρο, δίχως να ξέρει.

         «Τα πλήθη σαν την άμμο της θαλάσσης,

         η αίσθηση του απίστευτου γεγονότος, ο τρόμος, η δόξα».

         Στο πλάι της η φωνή: «Από δω! Θα χτυπήσουν εκεί!»

         Ένα καδρόνι δεξιά της που φεύγει.

         Μια κροτίδα που σκάει τρία μέτρα μπροστά, στο πλευρό της «ο Ρήγας που πέθανε στη μυστική ερημιά / και παίρνει όρκο πως δεν έχει πεθάνει». Και εντελώς ξαφνικά, κάτι άλικο και ζεστό, κάτι σαν κόκκινο χιόνι. 

 

 

Άλικο χιόνι στο μέτωπο του αγοριού!

          «Αριάδνη» τώρα εκείνη, και τον σπρώχνει, σε λαβύρινθο που ούτε ξέρει· θα βγει, δε θα βγει; Δε γνωρίζει καν αν βραδιάζει ή ξημερώνει. Τον κρατά και πιέζει στους κροτάφους τη σχισμένη της μπλούζα, ακριβώς στην πληγή. Κι ούτε ξέρει τι έγινε. Τον κρατά, και τώρα είναι αυτή που τον σπρώχνει.

         Δέκα βήματα μόνο! Έλα! Είναι η Εκδοτική. Δέκα βήματα, και τελειώνει!

         Ο Γεράσιμος στην είσοδο απορεί.

         «Κυρία Αρσινόη!»

         Κάνει χώρο, τρέχει… Το αγόρι αιμορραγεί.

         «Ποιος είν’ εδώ; Έφυγαν όλοι;»

         Οξυζενέ και γαζούλα θεραπευτική.

         «Δεν είναι τίποτε! Τίποτε! Μη φοβάσαι, τ’ ακούς;» Κι ύστερα: «Μην αφεθείς! Θα καλέσω γιατρό, μ’ ακούς;» Κι ύστερα η ώρα που κυλά, ο χρόνος που δεν ξέρει αν τρέχει ή αν μένει στατικός για τον Θεό και τους σοφούς. Κι ύστερα η νύχτα, ο Πέτρος που είναι γιατρός, κι ύστερα «πού να σας πάω, δε γίνεται στο νοσοκομείο, θα γίνουν συλλήψεις», κι ύστερα το σπίτι της μες στο σκοτάδι, που θ’ ανάψει τα φώτα για να το κάνει φωτεινό και ζεστό, κι ύστερα εκείνο το αγόρι που συνέρχεται σιγά-σιγά και όλοι λένε πως είναι η χαμένη γενιά.

         Κι ύστερα,

         «η πορεία των άστρων που, είναι ή δεν είναι αέναη;» − ακόμη ρωτά...

         Κι ύστερα, τίποτε.

         Κοιμήσου!

         Αύριο, όλα!

         Κι ύστερα, αυτός: «Μα δεν υπάρχει αύριο! Δεν το γνωρίζετε αυτό κυρία; Όλα είναι σήμερα, όλα είναι τώρα, όλα είναι εδώ!»

 

 

 

 

 

 

Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας

 

 

«Στο δρόμο, στο δρόμο,

         να διώξουμε τον τρόμο!»

 

Υπνοβάτης, φτάνει στο σταθμό του μετρό. Δυο ζωές έχουν περάσει μέσα σε τέσσερα χρόνια από εκείνη τη μέρα.

         Το τηλέφωνο, πρώτα: «Κάτι συνέβη στον Άγγελο!»

         Κι εκείνη: «Ο Ορφέας; Ο Ορφέας μου; Ζει ο Ορφέας;»

         Πόσες ζωές θα της πάρει να ντραπεί και γι’ αυτό: Ο Άγγελος, ναι, αλλά όχι ο δικός μου Ορφέας!

         Πόσες φορές μπορείς να θρηνήσεις το ίδιο παιδί; Έμβρυο στην κοιλιά; Μια σταλιά σε κάποια θερμοκοιτίδα νοσοκομείου;

 

 

Είναι πέντε χρονών. Όλα τα άλλα παιδιά παίζουν έξω στο χιόνι. Φορά πιτζαμάκια μπλε, κρατά ένα άδειο παιδικό πιστόλι. Στην ανατολική τζαμαρία, όπως πάντα, με τη ροζ μυτίτσα κολλημένη στο τζάμι.

         «Μαμά, ένας χιονάνθρωπος, στη πλατεία! Μαμά! Έχουν βγει τα παιδιά. Μαμά; Μανούλα; Να πάω;»

         Αναγκάστηκε να εξασκηθεί στο «όχι» πάνω σ’ αυτό το παιδί − η Ράνια, η καταφατική Ράνια, που το «όχι» αγνοεί μια ζωή.

        «Έλα, στα δικά μας παιχνίδια εμείς! Τα βιβλία μας είναι εδώ. Να σου διαβάσω για έναν διάσημο χιονάνθρωπο που κλαίει;»

         «Ο χιονάνθρωπος που κλαίει είμαι εγώ!»

        Ακολουθεί τα γαλάζια του μάτια η Ράνια, τώρα, και κλαίει.

         «Τον σκότωσαν, μάνα, τ’ ακούς; Τον είδα να πυροβολεί εν ψυχρώ! Πώς θα αντέξω να ζήσω μ’ αυτό; Θα μπορούσα να ήμουν εγώ − μακάρι να ήμουν εγώ!  Εγώ φώναζα: ‘‘Γιατί, σας κάναμε κάτι;’’ Και τώρα εκείνος είναι νεκρός! Πώς θα αντέξω να ζω και να το ξέρω, μου λες;»

         Πεντάχρονο στο τζάμι, σχεδόν χθες − δεκάξι χρονών, στην αμήχανη αγκαλιά της να σπαράζει.

         «Δε φταις εσύ… δε φταις εσύ…»

         Από ένστικτο σχεδόν του το επαναλαμβάνει αυτό διαρκώς −  ολόσωστο μητρικό ένστικτο, θα της πει η ειδικός.

         Και τώρα, πού φταίει αυτή; Κι ο Ορφέας; Πού φταίει ο Ορφέας;

 

 

Ήταν φίλοι. Από μωρά παιδιά. Με τον Άγγελο είχαν μεγαλώσει μαζί. Παιχνίδι, σχολείο, όνειρα, μαζί στην εκδρομή, και κοινό μέλλον κάπου στο Λονδίνο. Κι αυτό το Σαββατοκύριακο, για ένα τουμπερλέκι, ο ένας νεκρός!

         «Κυρία Ράνια, Ρανιούλα, και γαμώ τα σουφλέ! Αλλά σαν τις μαντλέν σου...»

         «Ρε χάνο, σε εξαγοράζει με μία μαντλέν!»

         «Θα σας φτιάξω τώρα και μπισκοτάκια με μέλι, μπισκοτάκια βουτύρου!»

         Στα δεκαπέντε τους, κάνουν μαζί και το πρώτο ταξίδι στην Αστυπάλαια.

         «Τρώτε τίποτε;»

         «Καλά, δε βαρέθηκες ακόμη εσύ;»

         «Είναι καλός ο καιρός; Δεν πιστεύω να κολυμπάτε με κύμα!»

         «Ρανιούλα, δεν πάμε καλά!»

         «Να κοιμάστε, τ’ ακούς; Άγγελε, εσύ! Και να μην ξενυχτάτε πολύ!»

         «Κυρία Ρανιούλα, μεγαλώσαμε, δεν είμαστε πια παιδιά!»

         «Κυρά μου, όλα κι όλα, φιρί-φιρί το πας, δε θα σε ξαναπάρω!»

         Αλλά την έπαιρνε ο Άγγελος. Όπου κι αν ήταν! Έστω, κρυφά: «Ρανιούλα, όλα οκέι, ναι; Άντε τώρα, φιλιά!»

         Και τώρα, εδώ και τέσσερα χρόνια, σιωπή! Και ο Άγγελος, πουθενά! Από εκείνο το Σάββατο, ένας Άγγελος πια που σωπαίνει.

 

 

Στην τσάντα της ένα ασημόχαρτο με πέντε μαντλέν-φυλαχτό. Θα τον βρει, δεν μπορεί, αφού κρατά τις μαντλέν! Θα τον ψάξει μέσα στο πλήθος − ξεχωρίζει από μίλια το δικό της παιδί: το ’χει θρηνήσει νεκρό, το ’χει δει να  γεννιέται σαν σκουληκάκι μικρό, του ’χει ανοίξει τα δαχτυλάκια με το μπαμπάκι, και του ’χει διαβάσει δεκάδες φορές για εκείνον το χιονάνθρωπο που κλαίει.

         Που λιώνει και κλαίει όπως αυτή.

         «Στο δρόμο, στο δρόμο,

         να διώξουμε τον τρόμο!»

         Τριγύρω της εκατοντάδες, χιλιάδες παιδιά.

         Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε που ήταν κι εκείνη παιδί… πόσα χρόνια έχουν περάσει από το θάνατο ενός άλλου παιδιού… πόσα χρόνια έχουν περάσει απ’ τη δολοφονία του Καλτεζά;

         Δεκαοχτάχρονη έξω από το Πολυτεχνείο, και τα ποδήλατα να σκάνε πάνω και πλάι της· τα δακρυγόνα-σύννεφο μαύρο − «βάλε λεμόνι», «τρέξε, τώρα, τ’ ακούς;»
          Πόσα χρόνια από τότε που ήταν κι ο Φώτης μαζί −«χαζούλα, τρέξε και μας την πέσανε!»− και τώρα αυτή στην πλημμυρισμένη Αθήνα με πέντε μαντλέν… τόσο μόνη!

          «Σου φέρονται σαν σκουπίδι μέχρι να πεθάνεις» − πού το ’χει ακούσει αυτό;

         «Πρέπει να συγχωρώ αυτόν που με πληγώνει» − πόσες φορές δεν το επικαλέστηκε αυτό…

         «Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτε και, εντούτοις, είναι ικανός για τα πάντα» − πόσες φορές δεν πιάστηκε απ’ αυτό…

         «Το χείλι μου δαγκώνω και σιωπώ» − πόσες φορές; για πόσο αυτό;

         «Ξέρεις τι θα ήθελα να είμαι; Θέλω να πω, αν μπορούσα να διαλέξω μόνος μου, διάολε! Ξέρεις, εκείνο το τραγούδι που λέει "Όταν πιάνεις κάποιον που ’ρχεται μέσα στη σίκαλη;”»

          Χριστούγεννα ήταν· κι ήταν αυτή που του το χάρισε αυτό. Και τώρα, ο δικός της Ορφέας σ’ ένα μεγάλο σικαλοχώραφο, φύλακας σε χιλιάδες πιτσιρίκια στο χείλος ενός γκρεμού.

         «Θέλω να πω, άμα τρέχουν και δεν βλέπουνε πού πάνε, πρέπει να πετάγομαι από κάπου και να τα πιάνω. Αυτό θέλω να κάνω όλη μέρα. Θα ’μαι ο φύλακας στη σίκαλη, να πιάνω τα παιδάκια και τα ρέστα.

Το ξέρω πως είναι παλαβωμάρα, αλλά είναι το μόνο πράγμα που θα ’θελα να ’μαι στ’ αλήθεια».

          Της το ’πε! Πώς και δεν το πρόσεξε αυτό!

«Ήταν πέντε νέοι, κι όλοι τους περνούσαν την άσχημη ηλικία. Το μέλλον τους διαγραφόταν θολό, σαν μια έρημος γεμάτη αντικατοπτρισμούς, παγίδες και απέραντη μοναξιά».

Η επιστροφή του Νετσάγιεφ

Πώς δεν το πρόσεξε αυτό!

«Στο δρόμο, στο δρόμο,

να διώξουμε τον τρόμο».

Δεν έχει τι άλλο να κάνει.

Η Ράνια ψάχνει…

 

 

 

 

 

 

Η Γυναίκα στον Δυτικό Καθρέφτη

 

 

Από άλλη αφετηρία, αλλά απ’ τον ίδιο σταθμό, χωρίς να το ξέρουν και δίχως να το καλοθυμούνται ότι έχουν και πάλι όλο και κάπου διασταυρωθεί, ξεκινάνε κι οι δυο. Επείγονται με τον ίδιο αγχωμένο τρόπο να φτάσουν εκεί που κάτι τις περιμένει, αλλά αγνοούν τι.

          Η πρώτη, παρακινούμενη από μια εσωτερική φωνή που την άκουσε τις προάλλες στο δρόμο από τα χείλη των παιδιών: «Στο δρόμο, στο δρόμο/ να διώξουμε τον τρόμο».

         Μόνο το φόβο του φόβου φοβάται, και τον ξορκίζει με κάθε τρόπο, σε κάθε λεπτό.

          Η άλλη, έχει στόχο συγκεκριμένο: Να βρει το γιο της. Στις κροτίδες, στο νέφος, σ’ αυτό τον κοπετό. Ακολουθεί τις φωνές κρατώντας σαν κομποσκοίνι στην τσάντα της πέντε μαντλέν.

          Περπατά και επαναλαμβάνει τα υλικά: Αυγά, βούτυρο, τυρί, αλεύρι… Δε θα ’ναι δύσκολο, σκέφτεται, να τον βρει.

         «Οι εξεγέρσεις δεν μπαίνουν στα μουσεία,

         εμπρός για της γενιάς μας τα πολυτεχνεία».

         Επείγεται να τον βρει. Θα πρέπει να του το πει ότι έχουν όλα πια ξεπουληθεί.

         Στο μυαλό της, καρφί, η τελευταία κραυγή: «Ο καναπές σου κλουβί!»

         Η εξώπορτα που κλείνει με κρότο. Εκείνο το χαρακτηριστικό κόκκινο μπουφάν. Με τα μανίκια λειψά − πόσο μεγάλωσε τους δυο τελευταίους μήνες.

Λίπασμα λες ο θάνατος, σε μεγαλώνει θες δε θες!

         Ακίνητη σαν το άγαλμα, ή τη γυναίκα του Λωτ, είτε κοιτά μπρος, είτε πίσω εκείνη. Δε θα μπορούσε να διανοηθεί πως θα ήταν η τελευταία φορά.

         Θα κάνω ταλιατέλες με σολομό που σ’ αρέσει, τ’ ακούς;

         Το τελευταίο που παίρνει τ’ αυτί της είναι κάτι σε «φυλακή».

         Εκείνο το βράδυ η Ράνια τις έκανε τις ταλιατέλες. Άναψε όλα τα φώτα, έβαλε τα σερβίτσια, έκανε κρέμα καραμελέ που του αρέσει και τον περίμενε μέχρι το πρωί.

         Η Βεατρίκη της το ’πε: «Δε θα ξανάρθει, δεν την μπορεί τη ζωή στο κλουβί».

         Της τηλεφώνησε μόνο μια φορά. Καλοκαίρι, ανήμερα του Αϊ-Λια − «άμα κλαις, θα κλείσω!» την απειλούσε· κι όλο: «Είμαι καλά, είμαι καλά…»

         «Τρως καθόλου; Κοιμάσαι;»

         «Θα πάψεις, επιτέλους, να φέρεσαι σαν μαμά;»

         Με ποιον τρόπο, θα ’θελε να του πει, μπορεί μια μαμά να μην είναι μαμά; Δεν πρόφτασε. Κι εκείνος, δυο χρόνια τώρα, δεν της ματάδωσε πια την ευκαιρία. Αλλά τώρα που θα τον βρει όλα θα του τα πει.

         Όμως, η Αρσινόη είναι εκείνη που απόψε θα τραβήξει τον κλήρο.

         Η Ράνια, μόλις δυο στενά παρακάτω, φωνάζει και ψάχνει, αλλά δε θα τους βρει.

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

επιστρέφοντας [τυχαία]

http://www.amarysia.gr/texnes-grammata/35538-l-r-.html?start=1

αναδημοσιεύθηκε από την  εφημερίδα "Τα Γιάννινα" και ποτέ δεν ευχαρίστησα τον κύριο Κώστα Τραχανά [νομίζω ότι συνέβη εφόσον το σκέφτηκα]

 

Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Η Τέχνη μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή


Συνέντευξη της Ελένης Γκίκα
στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

H συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην ELLINIKΙ GNOMI http://www.elliniki-gnomi.eu/archives/50666

H Ελένη Γκίκα είναι μια πολύπλευρη προσωπικότητα. Είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος και κριτικός βιβλίων. Το έργο της είναι σπουδαίο αφού γράφει βιβλία για ενηλίκους αλλά και για εφήβους και παιδιά. Την διακρίνει μια απλότητα και ένα ήθος του καλλιτέχνη που δουλεύει ασταμάτητα γιατί βάζει το λιθαράκι του στο μωσαικό των ελληνικών γραμμάτων.

- Ποια ήταν η αφορμή για να γραφεί το βιβλίο «Η ζωγραφιά που ταξιδεύει», εκδόσεις Καλέντης;

Μια φράση, κύριε Ιντζέμπελη, σχεδόν η πρώτη. «Καρότο, καρότο»! Μια μέρα που δεν ήμουν και τόσο στα καλά μου (φαίνεται ότι αυτές οι μέρες είναι οι πιο δημιουργικές), μου τηλεφώνησε μια… Σοφία με κόκκινα μαλλιά και μου είπε σχεδόν την αρχή αυτής της ιστορίας. Δηλαδή ότι τα παιδιά στο σχολείο την κορόιδευαν για τα όμορφα κόκκινα μαλλιά της και την φώναζαν «καρότο, καρότο», όλα τ’ άλλα σχεδόν δημιουργήθηκαν εκείνη τη μέρα. Είναι παραμύθι της μιας ανάσας, έτσι έχουν γραφτεί και τα τέσσερα παραμύθια μου, σε ζόρι, με λόγο, ως βοήθεια και παρηγορία, εντελώς μαγικά.
-Την Σοφία την κορόιδευαν και την φώναζαν «καρότο», επειδή είχε κόκκινα μαλλιά. Γιατί οι άνθρωποι δεν δέχονται κάτι το διαφορετικό;

Γιατί το φοβόμαστε; Επειδή δεν έχουμε μάθει να το σεβόμαστε; Επειδή οι ορίζοντές μας είναι περιορισμένοι; Διότι –λανθασμένα κι ανόητα- αισθανόμαστε ότι είμαστε το κέντρο της γης; Αχ πόσα μας στερεί, όμως, αυτό το να θεωρούμε ότι είμαστε- το- κέντρο- της- γης! Μας στερεί όλη τη θέα και την μαγεία του… υπόλοιπου κόσμου!
- Μέσα από την ιστορία οι πιο γλυκές μορφές είναι της γιαγιάς και του Ορφέα. Γιατί απουσιάζει η παρουσία της μητέρας;

Τώρα που το λέτε ναι… είναι από εκείνες τις μανούλες που όλο λείπουν για δουλειά, οι γυναίκες της δικής μου γενιάς που θελήσαμε –και καλώς το θελήσαμε- να τα κάνουμε όλα και αντικαταστήσαμε –κακώς αντικαταστήσαμε – την αγάπη και την πραγματική επαφή με τα δώρα, τα παιχνίδια, τα ακριβά σχολεία και τα χρήματα. Όσο για την γιαγιά, ως παιδί που έχει σχεδόν μεγαλώσει με την γιαγιά, έχω ένα… κόλλημα. Αγαπώ την γιαγιά και τους χρόνους της, οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά έχουν τον χρόνο του Θεού, όλα είναι «τώρα» για τους ηλικιωμένους και τα παιδιά, βιώνουν με ευλογημένο τρόπο το «θεικό παρόν», φτάνουν μέχρι την καρδιά των γεγονότων, ζουν σχεδόν μέσα σε ένα διαρκές θαύμα!
-          Η δασκάλα πρότεινε στην τάξη να φτιάξουν μια ζωγραφιά. Ο Ορφέας όμως προτίμησε να συνθέσει κάτι στο πιάνο. Αυτό όμως δεν δείχνει ότι η τέχνη έχει και πολλές μορφές έκφρασης;

 Ο καθένας και η… σκιά του! Το θαύμα της Τέχνης είναι ζήτημα εντελώς προσωπικό, όπως ο έρωτας ή ο Θεός. Διαφορετική η διαδρομή για τον καθένα! Σε άλλους η απάντηση δίνεται με τα χρώματα, σε άλλους με τη μουσική ή με τις λέξεις, σε άλλους με την μαγειρική ή την κηπουρική, με το πλέξιμο, με την προσευχή ή με τη συλλογή τους με γραμματόσημα. Τρόποι και δρόμοι υπάρχουν πολλοί, φτάνει ο καθένας να βρει τον δικό του…
- Όταν η Σοφία παρουσίασε την ζωγραφιά της όλοι εντυπωσιάστηκαν και έπαψαν να την φωνάζουν «καρότο».  Τι άλλαξε στην συμπεριφορά των παιδιών;

 Έπαψε γι’ αυτά η Σοφία να είναι «το χρώμα των μαλλιών της», έγινε η Σοφία που όντως ήταν πραγματικά: η Σοφία που μέσα από το κόκκινο των μαλλιών της κατόρθωσε να ζωγραφίσει το αυριομυστήριο. Η Σοφία με την όμορφη ζωγραφιά, η Σοφία που ήδη είχε βρει τον τρόπο, τον δρόμο της.
-Γράφετε ότι «Το μυστήριο του αύριο έχει τόσα πολλά πρόσωπα όσο είναι ο καθένας κι όλοι μαζί». Θα μπορούσατε να μας εξηγήσετε την σκέψη σας;

Κύριε Ιντζέμπελη, όλα αυτά τα χρόνια της ψεύτικης ευημερίας είχαμε μάθει καλώς να φοβόμαστε το αύριο. Επειδή κάτι μέσα μας γνώριζε ότι κάτι δεν πάει καλά, δεν πατούσαμε και καλά, δεν ξέραμε το τι θα μας ξημερώσει. Όμως στο αύριο υπάρχει πάντοτε η έκπληξη, το θαυμαστό είναι πάντοτε εκεί. Με την ευλογία του και με την ευτυχία του που μπορεί να είναι εντελώς διαφορετική για τον καθένα. Επειδή ως παιδάκι επέζησα από μια δύσκολη γέννηση, -θερμοκοιτίδα για πάνω από μήνα, και μετά ως τα πέντε μου «κυρία, αυτό δεν θα γίνει παιδάκι της προκοπής», - έχω μάθει στο θαυμαστό από μικρή. Πιο πολύ εμπιστεύομαι το θαύμα παρά την… πρόνοια και την λογική. Κι η τέχνη αυτό το θαυμαστό το εμπεριέχει. Η Τέχνη μπορεί να σου αλλάξει ζωή. Αλλ’ ο καθένας, είπαμε, έχει την ολοδική του διαδρομή. Η ευτυχία, δεν έχει ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο για τον καθένα; Εδώ αλλάζουμε τρόπο θέασης, ματιά, και αλλάζει ταυτοχρόνως όλη μας η ζωή!
- Υπάρχουν κάποια μυστικά που αν τα γνωρίζουμε μπορούμε να ομορφύνουμε περισσότερο την ζωή μας;

Το βασικό «μυστικό» που το ξεχνάμε εμείς οι μεγάλοι και το γνωρίζουν τα παιδιά τόσο καλά: το ότι η ζωή είναι, τελικά, δώρο! Μια διαρκής αποκάλυψη κάθε μα κάθε στιγμή! Καθώς και το ότι όλα είναι εδώ! Στο παρόν μας! Την κάθε στιγμή! Κοντά στα παιδιά ξαναμαθαίνουμε κι εμείς οι μεγάλοι, τελικά, την ξεχασμένη ζωή.   
- Γράφετε για ενήλικες αλλά και για παιδιά. Πώς τα καταφέρνετε με τόση ιδιαίτερη επιτυχία;

Τα παραμύθια ήταν νεανικός… καημός, αλλά δεν το τολμούσα! Είχα γράψει παραμύθια προτού εκδώσω ποίηση ή πεζό, αλλά μάλλον θα πρέπει να έρθει η ώρα τους! Κάπως έτσι συνέβη κι ήρθε με την αγάπη της αναδεξιμιάς μου, η Νεφέλη ήρθε για να ξαναφέρει  το παραμύθι και στη δική μου ζωή. Το πρώτο παραμύθι «Το κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα» κυκλοφόρησε από την Άγκυρα, το είχα δώσει χειρόγραφο στον μικρό Δημήτρη. Ακολούθησε «Η Νεφέλη στο νησί του Παντός» στον Ψυχογιό. Αλλά εκείνο που μ’ έκανε να πιστέψω ότι όντως μπορώ κι έτσι… παραμυθένια επιθυμώ και να συνεχίσω, ήταν «Το μυστικό της μαγικής τσαγιέρας», χειρόγραφο κι εκείνο στη μικρή Έλενα που πια είναι «φίλη» μου καλή, σε δυο εβδομάδες η μαμά της η Κέλλυ Ιωαννίδου-Καλέντη μου έστειλε και την πρώτη μαγευτική ζωγραφιά. Την πρώτη τσαγιέρα από τον Αντώνη Ασπρόμουργο! Ε αυτό ήταν! Η Κέλλυ υπήρξε η καλή μου νεράιδα, και όσον αφορά τα παραμύθια μου! Το… πράσινο φως! Τα πίστεψε και τα πίστεψα, τ’ αγάπησε και τ’ αγάπησα, η Βασιλική Τζόκα τα επιμελήθηκε, η Έφη Λαδά έκανε τις εξαιρετικές ζωγραφιές στο καινούργιο μας «Η ζωγραφιά που ταξιδεύει», η Κέλλυ και πάλι η νονά… Τα παραμύθια και η επαφή μου με τα παιδιά με έχουν κάνει πιο απλή, πιο κρυστάλλινη, αποτελούν για μένα ζωή και μεγάλη χαρά. Είναι ξέφωτα που με κάνουν να γίνομαι πιο σαφής και λιτή, πιο φωτεινή και στα σκοτεινά μου τα άλλα… 
-          Είσαστε κριτικός βιβλίων, συγγραφέας αλλά και δημοσιογράφος. Νομίζω ότι δουλεύετε ασταμάτητα. Αλήθεια υπάρχει ελεύθερος χρόνος;

Έχω την σπάνια τύχη να θεωρείται δουλειά μου ό,τι θα έκανα και στον ελεύθερο χρόνο. Δηλαδή, το διάβασμα και το γράψιμο. Εκείνο ξέρω, το έμαθα από παιδί, όταν ήμουν μικρή τα βιβλία ήταν οι φίλοι μου, τ’ αδέλφια που ποτέ μου δεν είχα, εκείνο κάνω, μου δίνει χαρά, κι έτσι σκοπεύω να συνεχίσω, είναι πια η δική μου ζωή. Εντάξει, διαβάζω και γράφω ασταμάτητα, γιατί δεν το θεώρησα ποτέ μου δουλειά. Μεγαλώνοντας, βέβαια, αρχίζω και φλερτάρω, θαυμάζω και άλλα πιο… πρακτικά! Εκτιμώ αφάνταστα εκείνους που πιάνουν τα χέρια τους, ράβουν, πλέκουν, κάνουν κοσμήματα, κεραμικά, γλυπτά… Θα ‘θελα να μπορούσα, κάποτε το μπορούσα, αλλά ας μη τα θέλουμε κι όλα σ’ αυτή τη ζωή, βάζω τις ηρωίδες μου να φτιάχνουν μαριονέτες, κούκλες και μάσκες, κι είναι το ίδιο, γράφοντας ζεις κι ό,τι δεν έζησες, ειδικά ό,τι δεν έζησες, κι είναι μεγάλη ευλογία αυτή η εν δυνάμει ζωή, το να έχεις, τελικά, τη δυνατότητα να ζήσεις μέσα σε μια ζωή τόσες πολλές εκδοχές της ζωής!   
- Τα τελευταία χρόνια ο έντυπος τύπος αργοπεθαίνει. Μήπως την εποχή μας την διαδέχεται ο ηλεκτρονικός τύπος;

Πριν από δυο -τρία χρόνια τρόμαξα, σκέφτηκα ότι μπορεί όντως ο έντυπος τύπος και να αργοπεθαίνει! Όμως, δεν το πιστεύω πια! Το ότι υπάρχει ο ηλεκτρονικός τύπος δε σημαίνει ότι θα πάψει να υπάρχει ο έντυπος, όπως δεν καταργεί και το e-book το τυπωμένο βιβλίο. Εξάλλου, όπως συνηθίζουμε, θα το διαπιστώσατε κι εσείς, ότι και με τον ηλεκτρονικό τύπο το έχουμε παρακάνει! Κύριε Ιντζέμπελη, είμαι δημοσιογράφος παλιάς κοπής, χωρίς δελτία τύπου, Google με πληροφορίες ή ανακρίβειες, και κόπι πέιστ. Διασταυρώναμε, τιμούσαμε αυτό που γράφαμε και την υπογραφή μας, τώρα με ταράζει και με ενοχλεί αυτή η άκριτη αναπαραγωγή.  Φτάνει να ανέβη κάτι κάπου κι αμέσως ο άλλος… ζει ή πεθαίνει! Τόση βιασύνη πια και τόση αναπαραγωγή… Σχεδόν καταργείται η είδηση με την άκριτη υπερπληροφόρηση! Θα την βρούμε την ισορροπία μας όμως, σιγά- σιγά! Προσωπικά, έχω καλή σχέση και με τον έντυπο τύπο και με τον ηλεκτρονικό, έχω σελίδα και προφίλ στο fb, και μπλογκ εδώ και επτά οκτώ χρόνια… αλλά τα της καρδιάς μου και τα πιο βαθειά τ’ αφήνω να γεννηθούν κανονικά μέσα στη σιωπή, στα τετράδια και τα συρτάρια.   
- Θα μπορούσατε να μας προτείνετε κάποια παιδικά και εφηβικά βιβλία;

Θα σας προτείνω ως αναγνώστρια, δεν θεωρώ τον εαυτό μου ειδική στα παιδικά βιβλία με τέσσερα μόλις παιδικά βιβλία! Αγαπώ και συνεχίζω να διαβάζω με πάθος τον Άντερσεν και τους αδελφούς Γκριμ, λατρεύω του Ντοστογιέφσκι εκείνη την πικρή «Χριστουγεννιάτικη ιστορία». Καθώς και το περίφημο παραμύθι του Χόρχε Αμάντο «Ο παρδαλός γάτος και η σπαθάτη χελιδόνα». Ξέρετε, οι συγγραφείς «για μεγάλους» όταν αποφασίσουν να γράψουν για παιδιά κάνουν συνήθως εξαιρετική δουλειά, τα παραμύθια του Πέτρου Χατζόπουλου για παράδειγμα, ειδικά το πρώτο του αστυνομικό για παιδιά «Η εξαφάνιση της Ντόροθι Σνοτ», ο Αύγουστος Κορτώ αποδείχθηκε, δηλαδή, και σπουδαίος παραμυθάς. Επίσης, η Αμάντα Μιχαλοπούλου, ο Γιάννης Ξανθούλης, ο Πρεβέρ, έχει γράψει και ο Πρεβέρ σπουδαία παιδικά. «Το μπαστούνι» του Αντώνη Σουρούνη. Λατρεύω, επίσης, και τα παραδοσιακά παραμύθια, από την Αρμενία, από την Κάτω Ιταλία, τα παραμύθια των Κελτών, τα Σεφαραδίτικα, από την Σερβία και από την Περσία… τι σπουδαία δουλειά από τις εκδόσεις «Απόπειρα» όλ’ αυτά!
-          Ποιο παιδικό βιβλίο έχετε στο προσκεφάλι σας;

Την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» σε άπειρες εκδόσεις, διαφορετικές. Και «Το κοστούμι δεν με μέλλει» της Σύλβια Πλαθ, έχει γράψει δυο τρία παραμύθια, εξαιρετικά…  Όπως εκείνη την αλλόκοτη επανάσταση στην «Κουζίνα της κυρίας Τσέρι»… τι βιβλίο! μας βγαίνει όλη η αρχέγονη γνώση μέσα στα παραμύθια και μέσα από τα παιδιά! Για τον «Μικρό πρίγκιπα» δεν χρειάζεται να σας πω, ούτε να το έχω, το ξέρω όπως κι οι περισσότεροι, απέξω και ανακατωτά!