Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Μια κρυφά και ελλειπτικά καταγραμμένη ερωτική ιστορία που ματαιώθηκε.


H  συγγραφέας Λεία Βιτάλη

για τη «Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας», εκδ. Καλέντη

 

Πνευματικό Κέντρο Νέας Ερυθραίας, Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

 

Γνωρίζω την Ελένη γύρω στα 20 χρόνια. Από τότε που μου είχε κάνει εκείνη μια συνέντευξη για το Έθνος σχετικά με κάποιο θεατρικό μου έργο που είχε πάρει κρατικό βραβείο.

Εκείνο που με είχε κατακτήσει στη γνωριμία μας ήταν η ευαισθησία της, η γενναιοδωρία της και οι γνώσεις της στη λογοτεχνία. Μπορούσες να μιλάς μαζί της για ώρες. Χωρίς να νιώσεις τον χρόνο να περνά. Και περνούσες καλά.

Από τότε πέρασαν χρόνια και χάρισαν σε όλους μας την ωριμότητα. Η Ελένη αυτή την ωριμότητα την μετέτρεψε σε έργο. Βαθυστόχαστο, πυκνό, ευαίσθητο, όλο και πιο ουσιαστικό.

Έχει γράψει μυθιστορήματα, ποιήματα, παιδικά αναγνώσματα, κριτικές βιβλίων που είναι αυτούσια δοκίμια. Έχει κάνει συνεντεύξεις που αποκαλύπτουν τον πυρήνα της ψυχής των καλλιτεχνών με τη διεισδυτική ματιά της. Και σήμερα έχουμε στα χέρια μας το 13ο μυθιστόρημά της «Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας». Τίτλος περιεκτικός που αμέσως σε κατευθύνει στο περιεχόμενο. Ο Βορράς δεν έχει ήλιο κι όταν αρχίσει να φυσάει καλύτερα να προστατευθείς. Τα παλιά σπίτια όταν τα έχτιζαν δεν έβαζαν ποτέ παράθυρο στον βοριά. Ήξεραν τι σημαίνει.

Υπάρχει ένα μυστικό στο βιβλίο αυτό της Γκίκα. Μια κρυφά και ελλειπτικά καταγραμμένη ερωτική ιστορία που ματαιώθηκε. Αλλά συνεχίζεται ακόμη και σήμερα με απόγονο ένα παιδί που- αν και δεν προέκυψε από αυτή την ερωτική ιστορία ούτε από την ίδια την πρωταγωνίστρια της ιστορίας- είναι ο κρίκος που συνδέει τους δυο εραστές για πάντα. Αυτή την ερωτική ιστορία ανακαλύπτουμε με πυκνές και εξαιρετικά συγκεκριμένες περιγραφές- σαν επιστολές ανεπίδοτες- σαν έναρξη στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου και στο τέλος. Είναι η σύνοψη της ερωτικής ιστορίας που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο.

Αλλά στο βιβλίο της αυτό η Ελένη μιλά και για άλλα πολλά. Με πολλή δεξιοτεχνία χρησιμοποιεί τον Βορρά σε συνδυασμό με την κουζίνα, σαν φυλακή και σαν ματαίωση της ηλιοφάνειας στη ζωή της ηρωίδας της της Ράνιας. Αλλά επίσης δεν κάνει μόνο αυτό. Θα ήταν λίγο για την εμβρίθεια της  Γκίκα. Με το βιβλίο αυτό συνομιλεί με όλες τις μεγάλες μορφές της λογοτεχνίας, της μουσικής και άλλων τεχνών αλλά ακόμη και με την επικαιρότητα, που την σχολιάζει και την καταγγέλλει.

Στη Βορινή της κουζίνα ξεδιπλώνει όλες τις λογοτεχνικές της αγάπες και τις ενσωματώνει μπολιασμένες με τη δική της σοφία ζωής και ευαισθησία, για να τον παρασύρει σ’ ένα ονειρικό σύμπαν, κάπου μεταξύ του παρόντος και του παρελθόντος, κάπου μεταξύ της βιωμένης ζωής και του ενδεχόμενου.

Λέει κάπου στο βιβλίο της η Ελένη ότι ο Κάφκα θεωρεί πως «το βιβλίο πρέπει να λειτουργεί σαν τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα εντός μας». Και αυτό κάνει θρυμματίζοντας τη βορινή κουζίνα του καθενός μας. Και είναι η Βορινή Κουζίνα ο τόπος που παίζονται όλα. Που κρύβονται όλα.

Αλλά για ποιο θέμα μας μιλά η Ελένη στη Βορινή της Κουζίνα; Μιλά κατ’ αρχήν για τις γυναίκες αλλά και όχι μόνον γι’ αυτές. Γιατί η ψυχή δεν έχει φύλο. Τα συναισθήματα είναι πανανθρώπινα. Είναι λοιπόν μια γυναίκα πολυπρόσωπη η οποία αγωνίζεται να συμφιλιωθεί με τις πολλές εκδοχές του εαυτού της. Και κυρίως με τη ματαίωση αυτών των εκδοχών, τη ματαίωση της μητρότητας, τη ματαίωση του έρωτα, τη ματαίωση της επιθυμίας, τη ματαίωση που φέρνει μια απώλεια. Αυτές οι ματαιώσεις, μας λέει η Γκίκα, αντισταθμίζονται από τη γνώση και από την τέχνη. Και παραθέτει χαρακτήρες γυναικών- δημιουργών.

Και να λοιπόν που φτάσαμε να μιλάμε για την τέχνη. Ο Νίτσε λέει ότι «χρειαζόμαστε την τέχνη για να μπορέσουμε να αντέξουμε την πραγματικότητα». Η Γκίκα το επιβεβαιώνει.

Στη Βορινή Κουζίνα η Ράνια της σπαράζει, αλλά στο Ανατολικό Γραφείο της η Αρσινόη βρίσκει τη λύτρωση και μπορεί να συνεχίζει να ζει διαβάζοντας, μεταφράζοντας και παραλληλίζοντας τη ζωή της με ήρωες της λογοτεχνίας. Αλλά υπάρχει και η γυναίκα του Δυτικού Καθρέφτη που θα δώσει- τα καινούργια μάτια- για να δουν, να εξηγήσουν και να ερμηνεύσουν οι δυο προηγούμενες ηρωίδες τη δική τους ζωή.

«Τα βιβλία με ασφαλίζουν, με προστατεύουν, επιβάλλουν την τάξη στο χάος…», λέει η ίδια η συγγραφέας.

Και βέβαια το βιβλίο της αυτό αποτελεί έναν ύμνο στη γυναίκα με τα χίλια πρόσωπα.

Έναν ύμνο στη Λίλιθ και στην Εύα, στη Κλυταιμνήστρα και στην Αντιγόνη, στην Ηλέκτρα και την Μήδεια, στη Βιρτζίνια Γουλφ και την Μπροντέ, στην Πολυδούρη και την Πασιφάη, στη Ράνια, και την Γερτρούδη, στην Αρσινόη και την Αριάδνη.

Στη μία και μόνη Γυναίκα που αενάως κινεί τον τροχό της ζωής. Σε σας και σε μένα, σε όλες μας.

Το ύφος της Γκίκα έχει χαρακτηριστεί «ποιητικά ελλειπτικό». Που σημαίνει ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια παραδοσιακού τύπου αφήγηση. Υπάρχουν συνεχείς αναδρομές που φωτίζουν τα πρόσωπα και τα γεγονότα, σαν κομμάτια ενός παζλ τα οποία η συγγραφέας τοποθετεί κατά βούληση. Έτσι μας δίνει, αν θέλετε, ένα πανόραμα των πιθανών καταστάσεων, των ενδεχομένων. Η γραφή της είναι ανοιχτή λοιπόν σε κάθε ενδεχόμενο. Κι αυτό την κάνει ρευστή, ονειρική, απρόβλεπτη, κάποιες φορές, αλλά πάντα με το ένα πόδι στο βίωμα. Είναι πρωτότυπη, ξεχωριστή γραφή, συχνά απαιτητική, αλλά μαγεύει τον αναγνώστη και τον οδηγεί στους δρόμους της λογοτεχνίας.  

 

Και τώρα ας μιλήσουμε με την ίδια την συγγραφέα.

Ερώτηση Α: Διαβάζοντας τη Βορινή Κουζίνα ανακαλύπτει κανείς την πάλη της γυναίκας με το χρόνο, με τη μοναξιά, με την απώλεια, με την ίδια τη ζωή. Βλέπουμε τις δυο γυναίκες σου να κάνουν τα δικά τους όνειρα, να ζουν τη δική τους καθημερινότητα, η μια στην κουζίνα και η άλλη στο γραφείο, αναζητώντας ένα βαθύτερο νόημα στην πορεία των πραγμάτων, αλλά στο βάθος ουσιαστικά, νομίζω, τις βλέπουμε να παλεύουν για να κερδίσουν την εσωτερική τους γαλήνη μέσω της αυτογνωσίας. Πόσο βιωμένα είναι όλα αυτά; Και πόσο ο συγγραφέας για να είναι αληθινός άρα πειστικός χρησιμοποιεί τον εαυτό του προσφέροντάς τον βορά στον αναγνώστη του; Εν τέλει εκτεθειμένος ο συγγραφέας οδηγείται στην αυτογνωσία και στη «θεραπεία» της ψυχής του μαζί με τον αναγνώστη; Το γράψιμο και το διάβασμα αποτελεί μια, αν θέλεις, δυαδική ψυχοθεραπεία;

 

Για τον εαυτό σου μιλάς ακόμα κι όταν μιλάς για τους άλλους. Όσο πιο πολύ για τους άλλους μιλάς, τόσο πιο πολλά από σένα ανακαλύπτεις σε εκείνους. Ακόμα και όταν δεν μιλάμε για την δική μας ζωή, εκείνα που γράφουμε είναι εκείνα που φανταστήκαμε, ονειρευτήκαμε, φοβηθήκαμε. Μόνο γενναίοι και ταπεινοί μπορούμε να βαδίσουμε σε μια ειλικρινή ιστορία. Με την αλήθεια μας σώζουμε και σωζόμαστε τελικά. Ναι, εάν δεν πλέκουμε δόλια τα άλλοθί μας, το γράψιμο και η ανάγνωση θα μπορούσαν να αποτελέσουν εξαιρετική δυαδική ψυχοθεραπεία. Αλλά ποιος μιλώντας για τον εαυτό του ακόμα και στον εαυτό του, μιλάει αληθινά; Το ιάσιμο ζητούμενο όμως αυτό είναι. Κι εκείνο είναι που αντέχει και παραμένει. Στην καρδιά μας, στον Χρόνο.

 

Ερώτηση Β: Η ανδρική παρουσία στις σελίδες του βιβλίου σου είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την γυναικεία πορεία. Μοιάζει να λες, η πες μου αν κάνω λάθος, ότι η ζωή κάθε γυναίκας, πέρα από τα άλλα ενδεχόμενα, καθορίζεται αργά ή γρήγορα και από την παρουσία ενός άνδρα, είτε αυτός είναι πατέρας ή γιος, είτε είναι αδελφός ή σύζυγος,  φίλος ή εραστής. Τελικά η ζωή μιας γυναίκας είναι έρμαιο των σχέσεών της με έναν άντρα κάθε φορά;

 

Ακόμα κι η… Λίλιθ, η πρώτη εκείνη που δεν πλάστηκε τελικά απ’ τα δικά του πλευρά, για το χατίρι του έγινε εκπεσούσα, βρικόλακας. Ακόμα κι αν ο άλλος είναι απέναντι, καθρέφτης μας, για ν’ αγαπήσουμε εμάς, ο θείος έρωτας, η αναζήτηση του απόλυτου, του άλλου μισού μας που τελικά είμαστε ο εαυτός μας ολόκληρος, εμείς οι ίδιοι, από τον αντίπαλο  ή σύντροφο πατέρα, εραστή, γιο, φίλο μας περνά. Αλλά μη ξεχνάμε ότι εμείς είμαστε τελικά το υποκείμενο, ο δημιουργός της κόλασης ή του παράδεισου είμαστε εμείς. Αλλά ναι, όλα στη ζωή είναι «σε σχέση». Κι οι άλλοι είναι παράδεισος ή κόλαση αναλόγως του τι ακριβώς κουβαλάμε στην καρδιά μας εμείς. Αλλά πάντοτε όπως στα μεγάλα βαδίζουμε μόνοι, ερχόμαστε μόνοι, και τερματίζουμε μόνοι. Την διαδρομή, όμως, επιμένουμε να την κάνουμε «μαζί». Είναι ζόρικο αλλιώς. Και λίγοι τ’ αντέχουν. Εκτός κι έχει βρεθεί από… δειλία, κάποιος, εκτός!

 

Ερώτηση Γ: Ο Φερνάντο Πεσόα λέει ότι: «η τέχνη ισοδυναμεί με την ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί». Κι εσύ συμπληρώνεις ότι: «Ένας καλλιτέχνης δεν ζει την προσωπική του ζωή όπως εμείς. Την κρύβει, υποχρεώνοντάς μας να πάμε στα βιβλία του ή στους πίνακές του, στις μουσικές του, αν θέλουμε να αγγίξουμε την αληθινή συναισθηματική του πηγή». Η τέχνη λοιπόν ανακατεύεται παντού στη ζωή μας είτε είμαστε καλλιτέχνες και κρυβόμαστε πίσω από αυτήν, με απλά λόγια, είτε είμαστε καθημερινοί άνθρωποι που ζητάμε από αυτήν- την τέχνη δηλαδή- να μας στηρίξει στην πραγματική ζωή. Πιστεύεις ότι σήμερα η τέχνη μπορεί να βοηθήσει στην καθημερινή πορεία του ανθρώπου;

 

Έτσι δεν είναι; Έχετε δει έναν απολύτως ευτυχισμένο να γράφει, να ζωγραφίζει ή να αφουγκράζεται μουσική; Με τη σειρά του το έργο του είναι της ψυχής του το άλυτο αίνιγμα. Το ψυχανεμίζεται όταν το φτιάχνει για να το ξεχάσει αμέσως ευθύς. Γι’ αυτό και ξαναγράφει, ζωγραφίζει και πάλι, κάθεται γράφει καινούργια μουσική. Η Τέχνη μπορεί να είναι υποστηρικτική αλλά μπορεί να είναι και αποκαλυπτική συνάμα. Η Τέχνη σίγουρα υπάρχει όχι μόνο για ν’ αντέχουμε – όπως λέει- ο Νίτσε τη ζωή. Αλλά και για να την ερμηνεύουμε, να ζούμε μέσα σ’ αυτήν. Κι ειδικά σήμερα, είναι το μόνο που μπορεί να μας αλλάζει ζωή, αισθητική, προοπτική. Να μας δώσει τη δύναμη να ξαναδούμε την χαλασμένη μας ζωή απ’ την αρχή. Αν όχι η Τέχνη, ποιος; Το θέμα, όμως, παραμένει το πώς. Η τέχνη δεν είναι εκεί για να μας δικαιώνει, είναι εκεί για να μας οδηγήσει μέσα απ’ τα σκοτάδια του δημιουργού ή τα δικά μας, στο Φως. Η τέχνη είναι η αέναη αναζήτηση, ο θείος έρωτας, τελικά η θέαση και βίωση εκείνου που δεν αντέχεται αλλιώς!

 

 

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

"Mαύρα μάτια" του Μάνου Ελευθερίου

Απεργίες εργατριών και παιδική εργασία από το καινούργιο βιβλίο του Μάνου Ελευθερίου.


Οι απεργίες εργατριών των εργοστασίων και η παιδική εργασία και οι ξυλοδαρμοί των παιδιών από το καινούργιο βιβλίο του Μάνου Ελευθερίου
Μαύρα μάτια – Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η συριανή κοινωνία στα χρόνια 1905 – 1920” που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις “Μεταίχμιο” στις 20 Μαρτίου.


Ένας αιώνας πέρασε και ο ποιητής και συγγραφέας Μάνος Ελευθερίου με τον Μάρκο Βαμβακάρη κατά νου και την καρδιά στη γενέθλια Σύρα, γυρίζει πίσω τον χρόνο και μέσα από παλιές εφημερίδες, περιοδικά και ντοκουμέντα της εποχής, ζωντανεύει τα χρόνια που έζησε “ο λαικός πρίγκιπας” στο νησί. Τα χρόνια εκείνα στα οποία συνέβησαν οι πρώτες απεργίες των εργατριών. Τα χρόνια στα οποία χωρούσαν τα πάντα: χοροεσπερίδες με τον βασιλιά και εργατικά ατυχήματα με θύματα νεαρές εργάτριες και παιδιά. Τα κείμενα που ακολουθούν είναι από το βιβλίο του Μάνου Ελευθερίου:


Οι απεργίες εργατριών των εργοστασίων

Το 1014 αρχίζουν ξανά οι δυναμικές απεργίες των εργατών βυρσοδεψείων και των καπνεργατών και, πράγμα πρωτοφανές, των γυναικών εργατριών των κλωστηρίων και υφαντουργείων. Ίσως ανάμεσά τους να ήταν και η μητέρα του Βαμβακάρη, η αγία Ελπίδα Προβελεγγίου. Πρέπει να θυμόμαστε ότι ειδικά οι απεργίες των βυρσοδεψών έχουν προιστορία στην Ερμούπολη. Να σκεφτούμε μόνο ότι ήταν οι πρώτοι έλληνες εργάτες που απεργήσανε το 1879.
Εν έτει 1879 δυο των μεγίστων της Ερμουπόλεως κλάδων της Βυρσοδεψικής και της Ναυπηγικής κοινή συστάσει ενήργησαν απεργίαν επιδιώκοντες αύξησιν των εργατικών μισθωμάτων. Το γεγονός τούτο, πρώτη εκδηλωθείσα εν Ελλάδι απαρχή της συγκρούεσως της εργασίας προς κεφάλαιον, κατετάραξε την κοινωνίαν της Ερμουπόλεως”.
Χρόνια αργότερα η εφημερίδα “Ο Εργάτης της Ερμούπολης” δημοσίευσε και τούτη την πικρή είδηση:
Παρά τινων εργατών και εργατιδίων εμάθομεν ότι ο ιδιοκτήτης κάποιου υφαντηρίου αντιληφθεί ότι το γυναικείο προσωπικό του όσον ούπω θα τεθή με αποφασιστικότητα υπό την Κόκκινην Σημαίαν του Εργατικού Αγώνος, διέθεσε το βαλάντιό του υπέρ των εργατιδίων του, προσθέσας εις το μικρούτσικο ημερομίσθιο των κοριτσιών μια πεντάρα, υπό τον όρον όπως μη καταρτίσουν Σωματείο”! Και λίγο αργότερα: “Τις από τους “αφρόκρεμα” ησθάνθη ή εγεύθη ποτέ το θανατηφόρον μπαμπάκι των κλωστουφαντουργείων”. Ολόκληρα τα σημειώματα δημοσιεύονται σε άλλη ενότητα.
Στις 11 Ιανουαρίου 1914, ασφαλώς θα δούλευε ακόμη η μητέρα του στο κλωστήριο Δηληγιάννη, δημοσιεύτηκε ακόμα ένα αιχμηρό σχόλιο σχετικό με τις απεργίες των εργατίδων:
Ως να μη ήρκει η πρώτη απεργία των υπερτριακοσίων εργατών βυρσοδεψείων, μέγα μέρος των εργατίδων των υφαντηρίων και κλωστηρίων, μη θέλουσαι να συμμορφωθώσι προ την αξίωσιν των εργοστασιαρχών εις ων τα εργοστάσια ειργάζοντο, οίτινες ηξίωσαν από τα εργατίδας των να διαγραφώσιν εκ του Συλλόγου των Εργατίδων, ον κατήρτισαν, άλλως ν' απελθώσι των εργοστασίων των, εν οις δεν θα εδέχοντο πλέον ως εργάτιδας τα μέλη του νεοσυνιστωμένου συλλόγου, επροτίμησαν να εγκαταλείψωσι την εργασία των και να υφώσωσι την σημαίαν του Συλλόγου...
Το “σπάσιμο” της απεργίας από τις άτυχες και φτωχές εργάτριες ήταν δικαιολογημένο, αφού κρεμόταν πάνω από το κεφάλι τους ο πέλεκυς της απόλυσης:
Μετά την απεργίαν των εργατριών των Βυρσοδεψείων μας, επηκολούθησε και απεργία πλείστων εργατριών των παρ' ημίν κλωστηρίων και υφαντουργείων επί τω λόγω ότι οι εργοστασιάρχαι δεν ανεγνώριζον τον νεοσυσταθέντα Σύλλογον αυτών. Και η μεν απεργία βυρσοδεψεργατών εξακολουθεί, μηδεμιάς εισέτι επελθούσης συνεννοήσεως μεταξύ εργοδοτών και εργατών. Η δε των εργατριών οσημέραι περιορίζεται, διότι καθημερινώς προσέρχονται εις τα εργοστάσια εργάτριαι αναλαμβάνουσαι εργασίαν και δηλούσαι διαγραφήν εκ του Συλλόγου.
Ήδη ελπίζοντες εις την ταχείαν λύσιν όλων των ζητημάτων των χωριζόντων τους εργάτας από τους βιομηχάνους μας, τώρα μάλιστα, ότι μη επαρκούντων των πρωτεργατών της απεργία, εζητήθη η προστασία του εργατικού κέντρου Αθηνών και εστάλη και υπό του υπουργείου ο επιθεωρητής των εργοστασίων συμπολίτης μας κ. Ανδρέας Μαθάς, οφείλομεν ν' απονείμωμεν τον οφειλόμενον δίκαιον έπαινον προς τας Αρχάς της νήσου μας, αίτινες από της πρώτης στιγμής των απεργιών παρακολούθησαν αυτάς με άγρυπνον όμμα και συνεργαζόμεναι προέλαβον πάσαν έκνομον ενέργειαν δυναμένην να προηγηθή εκ των νομιζόντων εαυτούς αδικουμένους. Ιδίως δε οφείλεται έπαινος και ευγνωμοσύνη προς τον δραστηριώτατον εισαγγελέα των ενταύθα Πλημμελειοδικών, κ. Νικ. Κορφιωτάκην, όστις πλην της εγρηγόρσεως εν τη λήψει των προσηκόντων μέτρων, κατέβαλε και μεγάλην προσοχήν εν τη εξακριβώσει του κατά πόσον τηρούνται υπό των εργοστασιαρχών αι κατά τους νόμους προς τους εργάτας υποχρεώσεις των, έτι δε και μελετά ακριβοδικαίως τας δικογραφίας, αίτινες εσχηματίσθησαν εκ των απειλών και των ύβρεων των απεργών κατά των αναλαβουσών εργασίαν εργατριών”.
Δεν ξέρουμε πόσα χρόνια εργάστηκε η μητέρα του στο εργοστάσιο Δηληγιάννη. Το εν λόγω εργοστάσιο όμως, όπως του Μουτζουρόπουλου, στο οποίο εργάστηκε για λίγο καιρό ο μικρός Βαμβακάρης, και τα υπόλοιπα που ανέφερα, πρέπει να ήταν σε άθλια κατάσταση από άποψη υγιεινής, αν κρίνουμε από την έκθεση ενός επόπτη του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας.
Η επιθεώρησή του στα ερμουπολίτικα εργοστάσια έγινε τον Μάιο 1917. Είναι κι αυτό ένα ελάχιστο δείγμα όχι μόνο της ερμουπολίτικης κοινωνίας, αλλά και όλων των ελληνικών βιομηχανικών πόλεων εκείνου του καιρού. Ακόμα και ως τις μέρες μας η κατάσταση εξακολουθεί να είναι σχεδόν ίδια. Ο “μικρός πρίγκιπας” που μας ενδιαφέρει δεν κάνει νύξη για τέτοιες καταστάσεις. Λόγω της μικρής ηλικίας του, οι ανατριχιαστικές εικόνες θα του φαίνονταν μάλλον φυσιολογικές.

Στις 10 Ιουνίου 1918 η εφημερίδα “Ο Εργάτης” ασχολείται με τα προβλήματα των εργατριών συστήνοντας και σε άλλες εργαζόμενες να μιμηθούν το παράδειγμα συναδέλφων τους “κλωστηρούδων”.
Η εργάτριες των κλωστουφαντουργείων ύστερα από την επιτυχία των συναδέλφων των ανδρών ανεθάρρησαν και αυτές και εγγράφονται κατά δεκάδες στο σωματείον των. Ο αριθμός των ανέβηκε στις 500. Βγάλετε τον φόβον από την ψυχήν σας και ενωθήτε όλες για να καλλιτερέψετε την οικτρή τύχη σας. Νιώστε καλά πως ο πολιτισμός ενός έθνους είνε ανάλογος με την απελευθέρωσι της γυναικός από τα δεσμά της... Ο σύλλογος πρέπει να είνε η θρησκεία σας (...)
Ηθέλαμε όμως να μάθουμε τι κάνουν η άλλες εργάτιδες. Η εργάτιδες των εργαστηρίων γυναικείων φορεμάτων και καπέλλων. Γιατί δεν κινούνται, γιατί δεν μιμούνται τις κλωστηρούδες και υφάντριες. Ακούμε τόσα και τόσα παράπονα εκ μέρους των και όμως υπομένουν την σκλαβιά των (...)”.
Και μία ευχάριστη είδηση την ίδια μέρα:
Κατά την κλήρωσιν της χιλιοδράχμου δωρεάς της Χιακής Αδελφότητος η η τύχη ηυνόησε την εργάτριαν Μαρία Δασκαλάκη”.
Και στις 3 Ιανουαρίου 1920: Οι εργάτριες ενός νηματουργείου “εκφράζουσαι τας θερμάς αυτών ευχαριστίας προς τους αξιότιμους προισταμένους των, οίτινες είχον την ευγενή καλωσύνην να διανείμωσι αυταίς πρωτοχρονιάτικα δώρα εύχονται αυτοίς όπως διέλθωσι το Νέον Έτος εν ευτυχία και χαρά”. Δυστυχώς δεν μαθαίνουμε τι μποναμάς δόθηκε. Αλλά και κάτι ελάχιστο να πήραν λόγω των εορτών ήταν γι' αυτές θεόσταλτο δώρο μέσα στη φτώχεια που τις έδερνε.
Οι εφημερίδες σπάνια αναφέρανε τα ατυχήματα των εργατών και εργατριών στα κλωστήρια και υφαντήρια της Ερμούπολης. Το συνηθέστερο ατύχημα ήταν κόψιμο ενός δαχτύλου από στιγμιαία απροσεξία στα μηχανήματα. Ενδεικτικά αναφέρω μόνο δυο περιπτώσεις του 1916:
Το πρώτο αφορά την εργάτριαν Μαργαρώ Νομικού, η οποία “εις εν των εργοστασίων της νήσου μας εξ απροσεξίας της φαίνεται το μηχάνημα εις το οποίον κατεγίνετο απέκοψε τους δακτύλους της χειρός της, μεταφερθείσα δε εις το δημοτικόν νοσοκομείον παρεσχέθησαν αυτή αι πρώται βοήθεια”.
Άραγε δίχως δάχτυλα την ξαναπροσέλαβαν στη δουλειά της;
Τον βρήκα στον Εκλογικό Κατάλογο με όνομα πατρός Μάρκος και ετών 30. Το 1916 ήταν 36 χρόνων και εργαζόταν στο εργοστάσιο της Σμύριδος:
Απέκοψεν δια του μηχανήματος της κονιοποιήσεως την δεξιάν αυτού χείρα τελείως. Ο ατυχής μετεφέρθη εις το Δημοτικόν Νοσοκομείον εν κακή καταστάσει και παρασχέθησαν αυτώ υπό της επιστήμης αι πρώται βοήθειαι”.
Ποια ήταν η τύχη αυτού του εργάτη με ένα μόνο χέρι; Και ποια ήταν η τύχη ενός άλλου νεαρότατου εργάτη, μόλις 15 χρόνων; Η ατυχία του συνέβη στις 11 Μαίου 1905, όταν ο Μάρκος ήταν μωρό μόλις μιας ημέρας:
“Ο εκ Μυκόνου 15ετής Ζαννής Χανιώτης εργαζόμενος εις το ατμοκίνητον αρτοποιείον του κ. Μ. Ασημομύτη απέκοψε την χείρα του καθ' ην ώραν κατεγίνετο εις τον καθαρισμόν του ατμοκινήτου ζυμωτηρίου”.
(Εκείνο που δεν ξέρουμε για την ώρα είναι πόσοι από τους μαγαζάτορες και τους βιομηχάνους καταστρατηγούσαν την Κυριακή αργία, που ψήφισε επιτέλους η Βουλή των Ελλήνων, ύστερα από πολλούς αγώνες, ψηφίσματα, συλλαλητήρια και πιέσεις των εργατών, μόλις τον Οκτώβριο του 1909, όταν ο Βαμβακάρης ήταν τότε τεσσάρων χρόνων: “... Ο εργάτης, ο υπηρέτης και ο υφιστάμενος από της προχθές απολαμβάνουν των αγαθών της Ελευθερίας...
Ο εργάτης και ο υπηρέτης ειργάζοντο καθ' όλα τας ημέρας του έτους και δεν ανεπαύοντο ειμή μόνον εν τη στρωμνή, όπως μη εγερθώσι πλέον. Ενώ ήσαν ίσοι ενώπιον του Νόμου, εστερούντο και μιας ημέρας την εβδομάδα αργίας... ουχί μόνον δια λόγους υγιεινούς αλλά και θρησκευτικούς”).
Τον Οκτώβριο του 1921 ακόμα μία απεργία των εργατριών κλωστηρίων και υφαντηρίων. Η απεργία “έληξε δι' αμοιβαίων υποχωρήσεων. Ούτω αι εργάτιδες εζήτουν 30% επί των σημερινών ημερομισθίων, οι δε βιομήχανοι έδιδαν 20%. Εν τέλει εδέχθησαν αμφότεροι το 25%”. Αυτά όλα δεν τα πήρε είδηση ο Βαμβακάρης. Ήταν πια στον Πειραιά, για πάντα.
Ασφαλώς απ' αυτή τη θητεία του στα εργοστάσια του Δημηγιάννη και του Μουτζουρόπουλου εμπνεύστηκε το τραγούδι του “Κλωστηρού”. Το επίθετο “κλωστηρού” μέχρι το 1960 τουλάχιστον ήταν για τις “καθωσπρέπει κυρίες” επίθετο άκρως υποτιμητικό και η εσχάτη ύβρις για κάποιαν άλλη γυναίκα της Ερμούπολης.
Και μια χαριτωμένη είδηση της 20ης Ιανουαρίου 1914 που ίσως έφτασε στα παιδικά αυτιά του μικρού Βαμβακάρη: “Χθες την 2 μεσονύκτιον κατά την συνοικίαν Νεαπόλεως ενώ η Αναστασία Ι. έκαμε τη βεγγέρα της εις παρακειμένην της γειτονικήν οικίαν, ο ναύτης Ιωάννης Ρ. Εισήλθε κρύφα εις την οικίαν της και εκρύβη υπό την κλίνην της”.


Δούλη 12 ετών εκάη και απέθανεν αυθημερόν”. Είχε αφήσει αναμμένο το λυχναράκι της...” Η παιδική εργασία ξεκινούσε με τη συναίνεση της οικογένειας από την ηλικία των έξι ετών, όπως γράφει ο Μάνος Ελευθερίου. Όπως αποδεικνύουν οι μαρτυρίες που τόσα χρόνια φιλόστοργα και φιλότιμα μαζεύει. Περίπου τόσο ξεκίνησε να δουλεύει κι ο μικρός Μάρκος Βαμβακάρης...

Παιδική εργασία και ξυλοδαρμοί παιδιών

Αυτοβιογραφία: “Στα 1915 (10 χρόνων) πήγα στο υφαντήριο του Μουτζουρόπουλου και με κράτησαν αμέσως για βοηθό μέσα”.
Το εργοστάσιο του Πάνου Μουτζουρόπουλου ιδρύθηκε το 1904, ήταν ατμοκίνητο 35 ίππων, με αερομηχανή 60 ίππων, και το 1917 απασχολούσε 78 εργάτες και εργάτριες. Η ημερήσια παραγωγή του ήταν 50 τεμάχια, προφανώς τόπια υφάσματος. Όπως με πληροφόρησε η ιστορικός Χριστίνα Αγγιαντώνη, την περίοδο 1912- 1918 έγινε ριζική ανανέωση των αργαλειών του με εγγλέζικα και ελβετικά μηχανήματα. Το εργοστάσιο έκλεισε το 1937.
Ο Πάνος Γ. Μουτζουρόπουλος ήταν μεγαλέμπορος και εφοπλιστής από την Τρίπολη. Είχε γεννηθεί το 1854 “διατηρούντος εν τη διαμετακομίσει δύο απεράντους αποθήκας βριθούσας εμπορευμάτων και... (...) ούτω επιτυχόντος την εισαγωγήν εν τω τόπω ημών (στη Σύρα ή στην Ελλάδα;) χρυσίου ουχί ευκαταφρονήτου ποσού. Πρώτος ο μεγαλόφρων και δραστηριώτατος μεγαλέμπορος κατενόησε την μεγάλην ωφέλειαν, ου μόνον την τοπικήν αλλά και εθνική, εκ του διαμετακομιστικού εμπορίου επερχομένην, δια τούτο και ο μόνος είναι, όστις αείποτε τα βλέμματα αυτού έστρεφεν εν τη διαμετακομίσει, από της ενάρξεως του εμπορικού του σταδίου. Ενθυμούμεθα ότι ο μακαρίτης έξοχος πολιτευτής και επί πολλά έτη πρωθυπουργός της Ελλάδος Χαρίλαος Τρικούπης, επισκεφθείς την ημερέταν πόλιν και μεταβάς εν τη διαμετακομίσει, τοσούτον εξεπλάγη ιδών τας πλήρεις των εμπορευμάτων μεγάλας αποθήκας του κ. Μ., ώστε ανέκραξε μεγαλοφώνως: Και όλα αυτά εδώ εις ένα μόνον έμπορον ανήκουσιν!”
Δεν πρέπει να κάνει εντύπωση ότι ο Βαμβακάρης, όντας δεκαετής, έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο. Όπως αναφέρεται και αλλού, η εργασία στα εργοστάσια ιδίως άρχιζε όταν τα παιδιά των φτωχών οικογενειών, Ερμούπολης και Άνω Σύρας, έφταναν στην ηλικία των έξι (6) χρόνων! Σε ηλικία δηλαδή που έπρεπε να παρακολουθούν την πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου. Δεν πήγαιναν. Και γι' αυτό βλέπουμε στα δημόσια έγραφα τους μεγαλύτερους να μην ξέρουν ούτε την υπογραφή τους να γράψουν.
Τον Οκτώβριο του 1911 έχουμε την ανόητη πρόταση μιας εφημερίδας η οποία προτείνει στους γονείς των εργαζόμενων κοριτσιών τους σε κλωστήρια, νηματουργεία και υφαντουργεία μετά τη δουλειά τους, στις 6 το απόγευμα, να συνοδεύονται από κάποιον γνωστό τους επιστρέφοντας στο σπίτι τους. Ιδίως τον χειμώνα, που σκοτεινιάζει νωρίς. Η ενάρετη εφημερίδα προτείνει μάλιστα και τη δημιουργία μιας πολιτοφυλακής ή πολιτοφρουράς η οποία να συνοδεύει τα εκατοντάδες κορίτσια. Προφανώς για να μην πέσουν θύματα ασέμνων ή βιαστών. Ουδόλως ενδιαφέρονταν για την έξοδό τους τα ξημερώματα, πάλι με σκοτάδι, και κυρίως για τη δωδεκάωρη εργασία τους, αν και επίσημα έπρεπε να εργάζονται δέκα ώρες, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω.
Γι' αυτό κάνει εντύπωση ότι το 1913 σύρθηκε στο δικαστήριο ο εργοστασιάρχης Παναγιώτης Γ. Κουλούρης, “γεννηθείς εν Ραχέα και κατοικών ενταύθα, ετών 37, χριστιανός ορθόδοξος...” Αυτόν το δικαστήριο τον “κηρύσσει ένοχον του ότι ενταύθα διατελών εργοστασιάρχης... από του Αυγούστου μέχρι της 6 Νοεμβρίου 1912 προσέλαβεν και εχρησιμοποίησε ως εργάτην εν παιδίον αγνώστου επωνύμου (!) μη συμπληρώσας το δωδέκατον (12) έτος της ηλικίας του...”.
Αυτό βέβαια είναι από τα ακατανόητα, δεδομένου ότι ήταν “έθιμο” το ένα έκτο των εργαζομένων, όχι μόνο στα εργοστάσια, να είναι ανήλικα παιδιά. Προφανώς τη δίκη την υποκίνησε κάποιος “πληρωμένος” για εκδικητικούς λόγους, κι ας μένει υπόπτως μετέωρο εκείνο το “αγνώστου επωνύμου”. Ας δούμε όμως ακόμα ένα αδίκημα του ίδιου εργοστασιάρχη:
Κηρύσσει τον κατηγορούμενον Π.Γ.Κουλούρην, κάτοικον Ερμουπόλεως, ένοχον του ότι εκ συστάσεως μετά του Δημ. Δαροπούλου, ενταύθα, κατά τον μήνα Ιανουάριον 1913 διατελούντα εργοστασιάρχαι επέτρεπον εις τας εν τω νηματουργείω των εργαζομένας εργάτριας Δέσποιναν Μ. Καλογείτονα, Βασιλικήν Κ. Συνοδινού, Ελένην σύζυγον Ι. Σταυράκη και Καλλιόπων Π. Μπουντούρη, κατοίκους ενταύθα, να εργάζονται καθ' εκάστην πλέον του δεκαώρου”.
Στις 6 Ιουνίου 1913 το δικαστήριο καταδίκασε δυο εργοστασιάρχες, τον Νικ. Βόγλη και Ευθ. Ν. Νικολαίδη, σε χρηματική ποινή 75 δραχμών τον καθένα διότι “επέτρεψαν εις τας εν τω βιομηχανικώ εργοστασίω των εργαζομένας εργάτριας να εργάζωνται πλέον του δεκαώρου καθ' εκάστην”.
Κι αυτή η δίκη πρέπει να υποκινήθηκε από “ανταγωνιστές”.

Ιδού ένα μικρό απόσπασμα από τη μαρτυρία μιας παλιάς εργάτριας κλωστηρίου την οποία μαγνητοφώνησα το 1975, αμυδρό δείγμα -κι τεκμήριο- της συριανής εργατικής ατμόσφαιρας του 1906. Ο εφιάλτης και η δυστυχία αυτοπροσώπως:
Έξι χρονώ άρχισα να δουλεύω (1906). Έπαιρνα μια πεντάρα (τη μέρα). Έξι χρονώ με πήγανε στη δουλειά. Εφτά χρονώ “με πήρε το λουρί” (του μηχανήματος). Μου 'σκισε το χέρι μου. Οχτώ χρονώ μού σκίζεται αλλού το χέρι μου. Δέκα χρονώ μού σκίζεται εδώ όλη μου η ρώγα (του δαχτύλου). Λοιπόν. Δέκα χρονώ έπαιρνα δυο δεκάρες. Μπακιρένιες. Τη μέρα. Έτρεχε ο ποταμός. Καθόμαστε καταπόταμα σ' ένα πολύ φτωχό καλύβι. Ένα δωμάτιο, σα σαλίτσα μα, ήμαστε τρία παιδιά. Τ' αγόρια κοιμόντανε κατάχαμα, εμένα μου 'χανε ένα κρεβάτι στενό με δυο στριποδάκια. Σ' ένα δωμάτιο έμενε η μητέρα μου με τον πατέρα μου. Οι δυο τους. Ακριβώς στην πόρτα μας περνούσε ένα ποτάμι, όπου έβρεχε είκοσι, εικοσιπέντε μέρες εκείνα τα χρόνια. Έφτασε το ψωμί δυο δεκάρες, όχι, πενήντα λεπτά το ψωμί, το διπλό ψωμί. Όταν το βράδυ σχολούσαμε κι έτρεχε ο ποταμός, η μάνα μου κι ο πατέρας μου κοιμόντανε. Δεν φρόντιζε για το παιδί. Μήπως πέσει στο ποτάμι, στο φριχτό νερό, και το πάρει και πνιγεί. Δεν είχε άλλη έξοδο να περάσουμε. Ήτανε σκληρή η μάνα μου στον υπέρτατο βαθμό.
Το πρωί πιάναμε δουλειά στις έξι. Σηκωνόμαστε από τις πέντε. Σκοτεινά ακόμα, θεοσκότεινα. Επερνούσαν κάτι μεγάλες γυναίκες και τους κρατούσα τις πετσέτες να πάρω μια δεκάρα τη βδομάδα. Η μάνα μου να μου 'χει αποβραδίς ένα τσουκαλάκι της πεντάρας πήλινο, με δυο χεράκια, μικροσκοπικά σαν μια τσιγαροθήκη, και να μου 'χει φέτες πατάτες, πέντ' έξι, και μια σταλιά ψωμάκι και λιγάκι κουνουπιδάκι περισσεμένο αποβραδίς να φάω, πόσες ώρες; Από το πρωί στις έξι ως το βράδυ στις έξι, να φάω όλη την ημέρα. Αυτό το βιολί εβάστηξε χρόνια. Μέχρι που ήρθε θυμάμαι ο Βενιζέλος (26 Φεβρουαρίου 1912), πόσα χρόνια είναι που ήρθε ο Βενιζέλος, ο γέρος Βενιζέλος, Θεός σχωρέσ' τον, και με βάζουνε εμένα για να μη με δούνε ότι ήμαστε μικρά και μας είχαν και δουλεύαμε, απαγορευότανε, και μας βάζουνε σε μια κάσα, σαν κιβωτό, μεγάλη, εμένα κι ένα άλλο κοριτσάκι. Νομίζω ότι υπάρχει η μικρή μου φωτογραφία του καταστήματος.
Αφού λοιπόν μας κλείσανε, μπήκε ο Βενιζέλος μέσα, όλος ο κόσμος που δούλευε μέσα, ήτανε πολύς κόσμος που εργαζότανε. Δούλευα στου γέρου Νοστράκη, που είχε πάρει την Αθηνά την εξαδέλφη μου, το κλωστήριο. Φωνάζανε λοιπόν να μιλήσουνε “υπέρ” για τα αφεντικά για να μη μας βγάλουνε κι από τη δουλειά, ότι περνάμε καλά, κύριε Βενιζέλο, φωνές, δάφνες και τα ρέστα. Εμάς μας ξεχάσανε μες στην κιβωτό. Φεύγει το κατάστημα, κλείνει το μαγαζί ο πορτιέρης, αλλά ο πορτιέρης μέσα να φυλάει το εργοστάσιο, έφυγε όλο το προσωπικό, εμείς μέσα...”
Εννοείται ότι οι κατά καιρούς απαγορεύεις για την πρόσληψη ανηλίκων εργατών και εργατριών στα εργοστάσια και τα καταστήματα ήταν εικονικές, όχι μόνο για την Ερμούπολη εκείνων των χρόνων. Η έξαρση που παρατηρείται στην Ερμούπολη οφείλεται κατά κύριο λόγο στην πληθώρα των εργοστασίων, που είχαν ανάγκη από φτηνά εργατικά χέρια. Ιδιαίτερα η πρόσληψη ανήλικων υπηρετριών (υπάρχουν ανατριχιαστικές μαρτυρίες) ήταν κοινός τόπος, όχι αναγκαστικά από τους πλούσιους κατοίκους, μια παράδοση που συνεχίστηκε ω τη δεκαετία του 1950! Οι περισσότερες εφημερίδες βεβαίως σιωπούν. Αναγκάζονταν όμως να αναφέρουν κάποια περίπτωση μόνο όταν συνέβαινε κάτι τραγικό, όπως, για παράδειγμα, το 1840 όταν δημοσιεύτηκε τούτη η είδηση χωρίς σχόλιο, χωρίς μια λέξη παρηγοριάς, χωρίς καν το ελάχιστον συναίσθημα: “Δούλη 12 ετών εκάη και απέθανεν αυθημερόν”. Είχε αφήσει αναμμένο το λυχναράκι της...”.
Το 1976 μια ηλικιωμένη κυρία, η Άννα Α., μου εξομολογείτο ότι, όταν εργαζόταν ως υπηρέτρια σε πλούσιο σπίτι της Ερμούπολης σε ηλικία οκτώ χρόνων, η “κυρία” της κλείδωνε με κλειδί το ψωμί σε συρτάρι της κουζίνας μην τύχει και το αγγίξει. 'Ωσπου το έμαθε ο σύζυγος, καθύβρισε τη γυναίκα του και μόνο τότε άρχισε η κυρία να της δίνει κανονική μερίδα τροφής και ψωμιού!
Θα μπορούσα να αναφέρω περιληπτικά το δυσώδες περιστατικό εις βάρος της ανήλικης “δούλης”. Θα 'μοιαζε όμως με ξεθυμασμένη μυρωδιά σ' ένα μπουκαλάκι αρώματος. Προτίμησα τη δημοσιογραφική γραφή εκείνων των χρόνων, όπως σε πολλά άλλα κείμενα του παρόντος βιβλίου, δεδομένου ότι γράφτηκε εν θερμώ και με αγανάκτηση. Ωστόσο κρύβει μέσα του και κάτι άλλο. Δείχνει και ένα άλλο μέρος της σήψης των ηθών δίπλα σε όλα τα άλλα που συνέβαιναν και στη συριανή κοινωνία. Να μη ξεχνάμε ότι ήταν χρόνια πολέμων, εγκατάλειψη της επαρχίας, έλλειψη αγαθών ιδίως για την εργατική τάξη, η οποία αντιπροσώπευε το 80% του πληθυσμού, όπου ανάμεσά ους ήταν και η οικογένεια και ο ίδιος ο Μάρκος Βαμβακάρης. Δυστυχώς για κείνον η εφιαλτική στέρηση των παιδικών του χρόνων τον επισκέφτηκε – κι αυτόν- αυτοπροσώπως και σε μεγάλη ηλικία, τουλάχιστον λίγα χρόνια πριν πεθάνει, το 1972, σε ηλικία 67 μόλις χρόνων. Ευτυχώς τα τελευταία του χρόνια εισέπραξε από τα τραγούδια του κάμποσα χρήματα κι δεν χρειάστηκε να γυρνάει ξανά στις γειτονιές του Πειραιά παίζοντας στις ταβέρνες μπουζούκι και ένα του παιδί να ζητάει με “πιατάκι” τον οβολό των θαμώνων....”




"Mαύρα μάτια

Απεργίες εργατριών και παιδική εργασία από το καινούργιο βιβλίο του Μάνου Ελευθερίου.


Οι απεργίες εργατριών των εργοστασίων και η παιδική εργασία και οι ξυλοδαρμοί των παιδιών από το καινούργιο βιβλίο του Μάνου Ελευθερίου
Μαύρα μάτια – Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η συριανή κοινωνία στα χρόνια 1905 – 1920” που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις “Μεταίχμιο” στις 20 Μαρτίου.


Ένας αιώνας πέρασε και ο ποιητής και συγγραφέας Μάνος Ελευθερίου με τον Μάρκο Βαμβακάρη κατά νου και την καρδιά στη γενέθλια Σύρα, γυρίζει πίσω τον χρόνο και μέσα από παλιές εφημερίδες, περιοδικά και ντοκουμέντα της εποχής, ζωντανεύει τα χρόνια που έζησε “ο λαικός πρίγκιπας” στο νησί. Τα χρόνια εκείνα στα οποία συνέβησαν οι πρώτες απεργίες των εργατριών. Τα χρόνια στα οποία χωρούσαν τα πάντα: χοροεσπερίδες με τον βασιλιά και εργατικά ατυχήματα με θύματα νεαρές εργάτριες και παιδιά. Τα κείμενα που ακολουθούν είναι από το βιβλίο του Μάνου Ελευθερίου:


Οι απεργίες εργατριών των εργοστασίων

Το 1014 αρχίζουν ξανά οι δυναμικές απεργίες των εργατών βυρσοδεψείων και των καπνεργατών και, πράγμα πρωτοφανές, των γυναικών εργατριών των κλωστηρίων και υφαντουργείων. Ίσως ανάμεσά τους να ήταν και η μητέρα του Βαμβακάρη, η αγία Ελπίδα Προβελεγγίου. Πρέπει να θυμόμαστε ότι ειδικά οι απεργίες των βυρσοδεψών έχουν προιστορία στην Ερμούπολη. Να σκεφτούμε μόνο ότι ήταν οι πρώτοι έλληνες εργάτες που απεργήσανε το 1879.
Εν έτει 1879 δυο των μεγίστων της Ερμουπόλεως κλάδων της Βυρσοδεψικής και της Ναυπηγικής κοινή συστάσει ενήργησαν απεργίαν επιδιώκοντες αύξησιν των εργατικών μισθωμάτων. Το γεγονός τούτο, πρώτη εκδηλωθείσα εν Ελλάδι απαρχή της συγκρούεσως της εργασίας προς κεφάλαιον, κατετάραξε την κοινωνίαν της Ερμουπόλεως”.
Χρόνια αργότερα η εφημερίδα “Ο Εργάτης της Ερμούπολης” δημοσίευσε και τούτη την πικρή είδηση:
Παρά τινων εργατών και εργατιδίων εμάθομεν ότι ο ιδιοκτήτης κάποιου υφαντηρίου αντιληφθεί ότι το γυναικείο προσωπικό του όσον ούπω θα τεθή με αποφασιστικότητα υπό την Κόκκινην Σημαίαν του Εργατικού Αγώνος, διέθεσε το βαλάντιό του υπέρ των εργατιδίων του, προσθέσας εις το μικρούτσικο ημερομίσθιο των κοριτσιών μια πεντάρα, υπό τον όρον όπως μη καταρτίσουν Σωματείο”! Και λίγο αργότερα: “Τις από τους “αφρόκρεμα” ησθάνθη ή εγεύθη ποτέ το θανατηφόρον μπαμπάκι των κλωστουφαντουργείων”. Ολόκληρα τα σημειώματα δημοσιεύονται σε άλλη ενότητα.
Στις 11 Ιανουαρίου 1914, ασφαλώς θα δούλευε ακόμη η μητέρα του στο κλωστήριο Δηληγιάννη, δημοσιεύτηκε ακόμα ένα αιχμηρό σχόλιο σχετικό με τις απεργίες των εργατίδων:
Ως να μη ήρκει η πρώτη απεργία των υπερτριακοσίων εργατών βυρσοδεψείων, μέγα μέρος των εργατίδων των υφαντηρίων και κλωστηρίων, μη θέλουσαι να συμμορφωθώσι προ την αξίωσιν των εργοστασιαρχών εις ων τα εργοστάσια ειργάζοντο, οίτινες ηξίωσαν από τα εργατίδας των να διαγραφώσιν εκ του Συλλόγου των Εργατίδων, ον κατήρτισαν, άλλως ν' απελθώσι των εργοστασίων των, εν οις δεν θα εδέχοντο πλέον ως εργάτιδας τα μέλη του νεοσυνιστωμένου συλλόγου, επροτίμησαν να εγκαταλείψωσι την εργασία των και να υφώσωσι την σημαίαν του Συλλόγου...
Το “σπάσιμο” της απεργίας από τις άτυχες και φτωχές εργάτριες ήταν δικαιολογημένο, αφού κρεμόταν πάνω από το κεφάλι τους ο πέλεκυς της απόλυσης:
Μετά την απεργίαν των εργατριών των Βυρσοδεψείων μας, επηκολούθησε και απεργία πλείστων εργατριών των παρ' ημίν κλωστηρίων και υφαντουργείων επί τω λόγω ότι οι εργοστασιάρχαι δεν ανεγνώριζον τον νεοσυσταθέντα Σύλλογον αυτών. Και η μεν απεργία βυρσοδεψεργατών εξακολουθεί, μηδεμιάς εισέτι επελθούσης συνεννοήσεως μεταξύ εργοδοτών και εργατών. Η δε των εργατριών οσημέραι περιορίζεται, διότι καθημερινώς προσέρχονται εις τα εργοστάσια εργάτριαι αναλαμβάνουσαι εργασίαν και δηλούσαι διαγραφήν εκ του Συλλόγου.
Ήδη ελπίζοντες εις την ταχείαν λύσιν όλων των ζητημάτων των χωριζόντων τους εργάτας από τους βιομηχάνους μας, τώρα μάλιστα, ότι μη επαρκούντων των πρωτεργατών της απεργία, εζητήθη η προστασία του εργατικού κέντρου Αθηνών και εστάλη και υπό του υπουργείου ο επιθεωρητής των εργοστασίων συμπολίτης μας κ. Ανδρέας Μαθάς, οφείλομεν ν' απονείμωμεν τον οφειλόμενον δίκαιον έπαινον προς τας Αρχάς της νήσου μας, αίτινες από της πρώτης στιγμής των απεργιών παρακολούθησαν αυτάς με άγρυπνον όμμα και συνεργαζόμεναι προέλαβον πάσαν έκνομον ενέργειαν δυναμένην να προηγηθή εκ των νομιζόντων εαυτούς αδικουμένους. Ιδίως δε οφείλεται έπαινος και ευγνωμοσύνη προς τον δραστηριώτατον εισαγγελέα των ενταύθα Πλημμελειοδικών, κ. Νικ. Κορφιωτάκην, όστις πλην της εγρηγόρσεως εν τη λήψει των προσηκόντων μέτρων, κατέβαλε και μεγάλην προσοχήν εν τη εξακριβώσει του κατά πόσον τηρούνται υπό των εργοστασιαρχών αι κατά τους νόμους προς τους εργάτας υποχρεώσεις των, έτι δε και μελετά ακριβοδικαίως τας δικογραφίας, αίτινες εσχηματίσθησαν εκ των απειλών και των ύβρεων των απεργών κατά των αναλαβουσών εργασίαν εργατριών”.
Δεν ξέρουμε πόσα χρόνια εργάστηκε η μητέρα του στο εργοστάσιο Δηληγιάννη. Το εν λόγω εργοστάσιο όμως, όπως του Μουτζουρόπουλου, στο οποίο εργάστηκε για λίγο καιρό ο μικρός Βαμβακάρης, και τα υπόλοιπα που ανέφερα, πρέπει να ήταν σε άθλια κατάσταση από άποψη υγιεινής, αν κρίνουμε από την έκθεση ενός επόπτη του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας.
Η επιθεώρησή του στα ερμουπολίτικα εργοστάσια έγινε τον Μάιο 1917. Είναι κι αυτό ένα ελάχιστο δείγμα όχι μόνο της ερμουπολίτικης κοινωνίας, αλλά και όλων των ελληνικών βιομηχανικών πόλεων εκείνου του καιρού. Ακόμα και ως τις μέρες μας η κατάσταση εξακολουθεί να είναι σχεδόν ίδια. Ο “μικρός πρίγκιπας” που μας ενδιαφέρει δεν κάνει νύξη για τέτοιες καταστάσεις. Λόγω της μικρής ηλικίας του, οι ανατριχιαστικές εικόνες θα του φαίνονταν μάλλον φυσιολογικές.

Στις 10 Ιουνίου 1918 η εφημερίδα “Ο Εργάτης” ασχολείται με τα προβλήματα των εργατριών συστήνοντας και σε άλλες εργαζόμενες να μιμηθούν το παράδειγμα συναδέλφων τους “κλωστηρούδων”.
Η εργάτριες των κλωστουφαντουργείων ύστερα από την επιτυχία των συναδέλφων των ανδρών ανεθάρρησαν και αυτές και εγγράφονται κατά δεκάδες στο σωματείον των. Ο αριθμός των ανέβηκε στις 500. Βγάλετε τον φόβον από την ψυχήν σας και ενωθήτε όλες για να καλλιτερέψετε την οικτρή τύχη σας. Νιώστε καλά πως ο πολιτισμός ενός έθνους είνε ανάλογος με την απελευθέρωσι της γυναικός από τα δεσμά της... Ο σύλλογος πρέπει να είνε η θρησκεία σας (...)
Ηθέλαμε όμως να μάθουμε τι κάνουν η άλλες εργάτιδες. Η εργάτιδες των εργαστηρίων γυναικείων φορεμάτων και καπέλλων. Γιατί δεν κινούνται, γιατί δεν μιμούνται τις κλωστηρούδες και υφάντριες. Ακούμε τόσα και τόσα παράπονα εκ μέρους των και όμως υπομένουν την σκλαβιά των (...)”.
Και μία ευχάριστη είδηση την ίδια μέρα:
Κατά την κλήρωσιν της χιλιοδράχμου δωρεάς της Χιακής Αδελφότητος η η τύχη ηυνόησε την εργάτριαν Μαρία Δασκαλάκη”.
Και στις 3 Ιανουαρίου 1920: Οι εργάτριες ενός νηματουργείου “εκφράζουσαι τας θερμάς αυτών ευχαριστίας προς τους αξιότιμους προισταμένους των, οίτινες είχον την ευγενή καλωσύνην να διανείμωσι αυταίς πρωτοχρονιάτικα δώρα εύχονται αυτοίς όπως διέλθωσι το Νέον Έτος εν ευτυχία και χαρά”. Δυστυχώς δεν μαθαίνουμε τι μποναμάς δόθηκε. Αλλά και κάτι ελάχιστο να πήραν λόγω των εορτών ήταν γι' αυτές θεόσταλτο δώρο μέσα στη φτώχεια που τις έδερνε.
Οι εφημερίδες σπάνια αναφέρανε τα ατυχήματα των εργατών και εργατριών στα κλωστήρια και υφαντήρια της Ερμούπολης. Το συνηθέστερο ατύχημα ήταν κόψιμο ενός δαχτύλου από στιγμιαία απροσεξία στα μηχανήματα. Ενδεικτικά αναφέρω μόνο δυο περιπτώσεις του 1916:
Το πρώτο αφορά την εργάτριαν Μαργαρώ Νομικού, η οποία “εις εν των εργοστασίων της νήσου μας εξ απροσεξίας της φαίνεται το μηχάνημα εις το οποίον κατεγίνετο απέκοψε τους δακτύλους της χειρός της, μεταφερθείσα δε εις το δημοτικόν νοσοκομείον παρεσχέθησαν αυτή αι πρώται βοήθεια”.
Άραγε δίχως δάχτυλα την ξαναπροσέλαβαν στη δουλειά της;
Τον βρήκα στον Εκλογικό Κατάλογο με όνομα πατρός Μάρκος και ετών 30. Το 1916 ήταν 36 χρόνων και εργαζόταν στο εργοστάσιο της Σμύριδος:
Απέκοψεν δια του μηχανήματος της κονιοποιήσεως την δεξιάν αυτού χείρα τελείως. Ο ατυχής μετεφέρθη εις το Δημοτικόν Νοσοκομείον εν κακή καταστάσει και παρασχέθησαν αυτώ υπό της επιστήμης αι πρώται βοήθειαι”.
Ποια ήταν η τύχη αυτού του εργάτη με ένα μόνο χέρι; Και ποια ήταν η τύχη ενός άλλου νεαρότατου εργάτη, μόλις 15 χρόνων; Η ατυχία του συνέβη στις 11 Μαίου 1905, όταν ο Μάρκος ήταν μωρό μόλις μιας ημέρας:
“Ο εκ Μυκόνου 15ετής Ζαννής Χανιώτης εργαζόμενος εις το ατμοκίνητον αρτοποιείον του κ. Μ. Ασημομύτη απέκοψε την χείρα του καθ' ην ώραν κατεγίνετο εις τον καθαρισμόν του ατμοκινήτου ζυμωτηρίου”.
(Εκείνο που δεν ξέρουμε για την ώρα είναι πόσοι από τους μαγαζάτορες και τους βιομηχάνους καταστρατηγούσαν την Κυριακή αργία, που ψήφισε επιτέλους η Βουλή των Ελλήνων, ύστερα από πολλούς αγώνες, ψηφίσματα, συλλαλητήρια και πιέσεις των εργατών, μόλις τον Οκτώβριο του 1909, όταν ο Βαμβακάρης ήταν τότε τεσσάρων χρόνων: “... Ο εργάτης, ο υπηρέτης και ο υφιστάμενος από της προχθές απολαμβάνουν των αγαθών της Ελευθερίας...
Ο εργάτης και ο υπηρέτης ειργάζοντο καθ' όλα τας ημέρας του έτους και δεν ανεπαύοντο ειμή μόνον εν τη στρωμνή, όπως μη εγερθώσι πλέον. Ενώ ήσαν ίσοι ενώπιον του Νόμου, εστερούντο και μιας ημέρας την εβδομάδα αργίας... ουχί μόνον δια λόγους υγιεινούς αλλά και θρησκευτικούς”).
Τον Οκτώβριο του 1921 ακόμα μία απεργία των εργατριών κλωστηρίων και υφαντηρίων. Η απεργία “έληξε δι' αμοιβαίων υποχωρήσεων. Ούτω αι εργάτιδες εζήτουν 30% επί των σημερινών ημερομισθίων, οι δε βιομήχανοι έδιδαν 20%. Εν τέλει εδέχθησαν αμφότεροι το 25%”. Αυτά όλα δεν τα πήρε είδηση ο Βαμβακάρης. Ήταν πια στον Πειραιά, για πάντα.
Ασφαλώς απ' αυτή τη θητεία του στα εργοστάσια του Δημηγιάννη και του Μουτζουρόπουλου εμπνεύστηκε το τραγούδι του “Κλωστηρού”. Το επίθετο “κλωστηρού” μέχρι το 1960 τουλάχιστον ήταν για τις “καθωσπρέπει κυρίες” επίθετο άκρως υποτιμητικό και η εσχάτη ύβρις για κάποιαν άλλη γυναίκα της Ερμούπολης.
Και μια χαριτωμένη είδηση της 20ης Ιανουαρίου 1914 που ίσως έφτασε στα παιδικά αυτιά του μικρού Βαμβακάρη: “Χθες την 2 μεσονύκτιον κατά την συνοικίαν Νεαπόλεως ενώ η Αναστασία Ι. έκαμε τη βεγγέρα της εις παρακειμένην της γειτονικήν οικίαν, ο ναύτης Ιωάννης Ρ. Εισήλθε κρύφα εις την οικίαν της και εκρύβη υπό την κλίνην της”.


Δούλη 12 ετών εκάη και απέθανεν αυθημερόν”. Είχε αφήσει αναμμένο το λυχναράκι της...” Η παιδική εργασία ξεκινούσε με τη συναίνεση της οικογένειας από την ηλικία των έξι ετών, όπως γράφει ο Μάνος Ελευθερίου. Όπως αποδεικνύουν οι μαρτυρίες που τόσα χρόνια φιλόστοργα και φιλότιμα μαζεύει. Περίπου τόσο ξεκίνησε να δουλεύει κι ο μικρός Μάρκος Βαμβακάρης...

Παιδική εργασία και ξυλοδαρμοί παιδιών

Αυτοβιογραφία: “Στα 1915 (10 χρόνων) πήγα στο υφαντήριο του Μουτζουρόπουλου και με κράτησαν αμέσως για βοηθό μέσα”.
Το εργοστάσιο του Πάνου Μουτζουρόπουλου ιδρύθηκε το 1904, ήταν ατμοκίνητο 35 ίππων, με αερομηχανή 60 ίππων, και το 1917 απασχολούσε 78 εργάτες και εργάτριες. Η ημερήσια παραγωγή του ήταν 50 τεμάχια, προφανώς τόπια υφάσματος. Όπως με πληροφόρησε η ιστορικός Χριστίνα Αγγιαντώνη, την περίοδο 1912- 1918 έγινε ριζική ανανέωση των αργαλειών του με εγγλέζικα και ελβετικά μηχανήματα. Το εργοστάσιο έκλεισε το 1937.
Ο Πάνος Γ. Μουτζουρόπουλος ήταν μεγαλέμπορος και εφοπλιστής από την Τρίπολη. Είχε γεννηθεί το 1854 “διατηρούντος εν τη διαμετακομίσει δύο απεράντους αποθήκας βριθούσας εμπορευμάτων και... (...) ούτω επιτυχόντος την εισαγωγήν εν τω τόπω ημών (στη Σύρα ή στην Ελλάδα;) χρυσίου ουχί ευκαταφρονήτου ποσού. Πρώτος ο μεγαλόφρων και δραστηριώτατος μεγαλέμπορος κατενόησε την μεγάλην ωφέλειαν, ου μόνον την τοπικήν αλλά και εθνική, εκ του διαμετακομιστικού εμπορίου επερχομένην, δια τούτο και ο μόνος είναι, όστις αείποτε τα βλέμματα αυτού έστρεφεν εν τη διαμετακομίσει, από της ενάρξεως του εμπορικού του σταδίου. Ενθυμούμεθα ότι ο μακαρίτης έξοχος πολιτευτής και επί πολλά έτη πρωθυπουργός της Ελλάδος Χαρίλαος Τρικούπης, επισκεφθείς την ημερέταν πόλιν και μεταβάς εν τη διαμετακομίσει, τοσούτον εξεπλάγη ιδών τας πλήρεις των εμπορευμάτων μεγάλας αποθήκας του κ. Μ., ώστε ανέκραξε μεγαλοφώνως: Και όλα αυτά εδώ εις ένα μόνον έμπορον ανήκουσιν!”
Δεν πρέπει να κάνει εντύπωση ότι ο Βαμβακάρης, όντας δεκαετής, έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο. Όπως αναφέρεται και αλλού, η εργασία στα εργοστάσια ιδίως άρχιζε όταν τα παιδιά των φτωχών οικογενειών, Ερμούπολης και Άνω Σύρας, έφταναν στην ηλικία των έξι (6) χρόνων! Σε ηλικία δηλαδή που έπρεπε να παρακολουθούν την πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου. Δεν πήγαιναν. Και γι' αυτό βλέπουμε στα δημόσια έγραφα τους μεγαλύτερους να μην ξέρουν ούτε την υπογραφή τους να γράψουν.
Τον Οκτώβριο του 1911 έχουμε την ανόητη πρόταση μιας εφημερίδας η οποία προτείνει στους γονείς των εργαζόμενων κοριτσιών τους σε κλωστήρια, νηματουργεία και υφαντουργεία μετά τη δουλειά τους, στις 6 το απόγευμα, να συνοδεύονται από κάποιον γνωστό τους επιστρέφοντας στο σπίτι τους. Ιδίως τον χειμώνα, που σκοτεινιάζει νωρίς. Η ενάρετη εφημερίδα προτείνει μάλιστα και τη δημιουργία μιας πολιτοφυλακής ή πολιτοφρουράς η οποία να συνοδεύει τα εκατοντάδες κορίτσια. Προφανώς για να μην πέσουν θύματα ασέμνων ή βιαστών. Ουδόλως ενδιαφέρονταν για την έξοδό τους τα ξημερώματα, πάλι με σκοτάδι, και κυρίως για τη δωδεκάωρη εργασία τους, αν και επίσημα έπρεπε να εργάζονται δέκα ώρες, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω.
Γι' αυτό κάνει εντύπωση ότι το 1913 σύρθηκε στο δικαστήριο ο εργοστασιάρχης Παναγιώτης Γ. Κουλούρης, “γεννηθείς εν Ραχέα και κατοικών ενταύθα, ετών 37, χριστιανός ορθόδοξος...” Αυτόν το δικαστήριο τον “κηρύσσει ένοχον του ότι ενταύθα διατελών εργοστασιάρχης... από του Αυγούστου μέχρι της 6 Νοεμβρίου 1912 προσέλαβεν και εχρησιμοποίησε ως εργάτην εν παιδίον αγνώστου επωνύμου (!) μη συμπληρώσας το δωδέκατον (12) έτος της ηλικίας του...”.
Αυτό βέβαια είναι από τα ακατανόητα, δεδομένου ότι ήταν “έθιμο” το ένα έκτο των εργαζομένων, όχι μόνο στα εργοστάσια, να είναι ανήλικα παιδιά. Προφανώς τη δίκη την υποκίνησε κάποιος “πληρωμένος” για εκδικητικούς λόγους, κι ας μένει υπόπτως μετέωρο εκείνο το “αγνώστου επωνύμου”. Ας δούμε όμως ακόμα ένα αδίκημα του ίδιου εργοστασιάρχη:
Κηρύσσει τον κατηγορούμενον Π.Γ.Κουλούρην, κάτοικον Ερμουπόλεως, ένοχον του ότι εκ συστάσεως μετά του Δημ. Δαροπούλου, ενταύθα, κατά τον μήνα Ιανουάριον 1913 διατελούντα εργοστασιάρχαι επέτρεπον εις τας εν τω νηματουργείω των εργαζομένας εργάτριας Δέσποιναν Μ. Καλογείτονα, Βασιλικήν Κ. Συνοδινού, Ελένην σύζυγον Ι. Σταυράκη και Καλλιόπων Π. Μπουντούρη, κατοίκους ενταύθα, να εργάζονται καθ' εκάστην πλέον του δεκαώρου”.
Στις 6 Ιουνίου 1913 το δικαστήριο καταδίκασε δυο εργοστασιάρχες, τον Νικ. Βόγλη και Ευθ. Ν. Νικολαίδη, σε χρηματική ποινή 75 δραχμών τον καθένα διότι “επέτρεψαν εις τας εν τω βιομηχανικώ εργοστασίω των εργαζομένας εργάτριας να εργάζωνται πλέον του δεκαώρου καθ' εκάστην”.
Κι αυτή η δίκη πρέπει να υποκινήθηκε από “ανταγωνιστές”.

Ιδού ένα μικρό απόσπασμα από τη μαρτυρία μιας παλιάς εργάτριας κλωστηρίου την οποία μαγνητοφώνησα το 1975, αμυδρό δείγμα -κι τεκμήριο- της συριανής εργατικής ατμόσφαιρας του 1906. Ο εφιάλτης και η δυστυχία αυτοπροσώπως:
Έξι χρονώ άρχισα να δουλεύω (1906). Έπαιρνα μια πεντάρα (τη μέρα). Έξι χρονώ με πήγανε στη δουλειά. Εφτά χρονώ “με πήρε το λουρί” (του μηχανήματος). Μου 'σκισε το χέρι μου. Οχτώ χρονώ μού σκίζεται αλλού το χέρι μου. Δέκα χρονώ μού σκίζεται εδώ όλη μου η ρώγα (του δαχτύλου). Λοιπόν. Δέκα χρονώ έπαιρνα δυο δεκάρες. Μπακιρένιες. Τη μέρα. Έτρεχε ο ποταμός. Καθόμαστε καταπόταμα σ' ένα πολύ φτωχό καλύβι. Ένα δωμάτιο, σα σαλίτσα μα, ήμαστε τρία παιδιά. Τ' αγόρια κοιμόντανε κατάχαμα, εμένα μου 'χανε ένα κρεβάτι στενό με δυο στριποδάκια. Σ' ένα δωμάτιο έμενε η μητέρα μου με τον πατέρα μου. Οι δυο τους. Ακριβώς στην πόρτα μας περνούσε ένα ποτάμι, όπου έβρεχε είκοσι, εικοσιπέντε μέρες εκείνα τα χρόνια. Έφτασε το ψωμί δυο δεκάρες, όχι, πενήντα λεπτά το ψωμί, το διπλό ψωμί. Όταν το βράδυ σχολούσαμε κι έτρεχε ο ποταμός, η μάνα μου κι ο πατέρας μου κοιμόντανε. Δεν φρόντιζε για το παιδί. Μήπως πέσει στο ποτάμι, στο φριχτό νερό, και το πάρει και πνιγεί. Δεν είχε άλλη έξοδο να περάσουμε. Ήτανε σκληρή η μάνα μου στον υπέρτατο βαθμό.
Το πρωί πιάναμε δουλειά στις έξι. Σηκωνόμαστε από τις πέντε. Σκοτεινά ακόμα, θεοσκότεινα. Επερνούσαν κάτι μεγάλες γυναίκες και τους κρατούσα τις πετσέτες να πάρω μια δεκάρα τη βδομάδα. Η μάνα μου να μου 'χει αποβραδίς ένα τσουκαλάκι της πεντάρας πήλινο, με δυο χεράκια, μικροσκοπικά σαν μια τσιγαροθήκη, και να μου 'χει φέτες πατάτες, πέντ' έξι, και μια σταλιά ψωμάκι και λιγάκι κουνουπιδάκι περισσεμένο αποβραδίς να φάω, πόσες ώρες; Από το πρωί στις έξι ως το βράδυ στις έξι, να φάω όλη την ημέρα. Αυτό το βιολί εβάστηξε χρόνια. Μέχρι που ήρθε θυμάμαι ο Βενιζέλος (26 Φεβρουαρίου 1912), πόσα χρόνια είναι που ήρθε ο Βενιζέλος, ο γέρος Βενιζέλος, Θεός σχωρέσ' τον, και με βάζουνε εμένα για να μη με δούνε ότι ήμαστε μικρά και μας είχαν και δουλεύαμε, απαγορευότανε, και μας βάζουνε σε μια κάσα, σαν κιβωτό, μεγάλη, εμένα κι ένα άλλο κοριτσάκι. Νομίζω ότι υπάρχει η μικρή μου φωτογραφία του καταστήματος.
Αφού λοιπόν μας κλείσανε, μπήκε ο Βενιζέλος μέσα, όλος ο κόσμος που δούλευε μέσα, ήτανε πολύς κόσμος που εργαζότανε. Δούλευα στου γέρου Νοστράκη, που είχε πάρει την Αθηνά την εξαδέλφη μου, το κλωστήριο. Φωνάζανε λοιπόν να μιλήσουνε “υπέρ” για τα αφεντικά για να μη μας βγάλουνε κι από τη δουλειά, ότι περνάμε καλά, κύριε Βενιζέλο, φωνές, δάφνες και τα ρέστα. Εμάς μας ξεχάσανε μες στην κιβωτό. Φεύγει το κατάστημα, κλείνει το μαγαζί ο πορτιέρης, αλλά ο πορτιέρης μέσα να φυλάει το εργοστάσιο, έφυγε όλο το προσωπικό, εμείς μέσα...”
Εννοείται ότι οι κατά καιρούς απαγορεύεις για την πρόσληψη ανηλίκων εργατών και εργατριών στα εργοστάσια και τα καταστήματα ήταν εικονικές, όχι μόνο για την Ερμούπολη εκείνων των χρόνων. Η έξαρση που παρατηρείται στην Ερμούπολη οφείλεται κατά κύριο λόγο στην πληθώρα των εργοστασίων, που είχαν ανάγκη από φτηνά εργατικά χέρια. Ιδιαίτερα η πρόσληψη ανήλικων υπηρετριών (υπάρχουν ανατριχιαστικές μαρτυρίες) ήταν κοινός τόπος, όχι αναγκαστικά από τους πλούσιους κατοίκους, μια παράδοση που συνεχίστηκε ω τη δεκαετία του 1950! Οι περισσότερες εφημερίδες βεβαίως σιωπούν. Αναγκάζονταν όμως να αναφέρουν κάποια περίπτωση μόνο όταν συνέβαινε κάτι τραγικό, όπως, για παράδειγμα, το 1840 όταν δημοσιεύτηκε τούτη η είδηση χωρίς σχόλιο, χωρίς μια λέξη παρηγοριάς, χωρίς καν το ελάχιστον συναίσθημα: “Δούλη 12 ετών εκάη και απέθανεν αυθημερόν”. Είχε αφήσει αναμμένο το λυχναράκι της...”.

Το 1976 μια ηλικιωμένη κυρία, η Άννα Α., μου εξομολογείτο ότι, όταν εργαζόταν ως υπηρέτρια σε πλούσιο σπίτι της Ερμούπολης σε ηλικία οκτώ χρόνων, η “κυρία” της κλείδωνε με κλειδί το ψωμί σε συρτάρι της κουζίνας μην τύχει και το αγγίξει. 'Ωσπου το έμαθε ο σύζυγος, καθύβρισε τη γυναίκα του και μόνο τότε άρχισε η κυρία να της δίνει κανονική μερίδα τροφής και ψωμιού!
Θα μπορούσα να αναφέρω περιληπτικά το δυσώδες περιστατικό εις βάρος της ανήλικης “δούλης”. Θα 'μοιαζε όμως με ξεθυμασμένη μυρωδιά σ' ένα μπουκαλάκι αρώματος. Προτίμησα τη δημοσιογραφική γραφή εκείνων των χρόνων, όπως σε πολλά άλλα κείμενα του παρόντος βιβλίου, δεδομένου ότι γράφτηκε εν θερμώ και με αγανάκτηση. Ωστόσο κρύβει μέσα του και κάτι άλλο. Δείχνει και ένα άλλο μέρος της σήψης των ηθών δίπλα σε όλα τα άλλα που συνέβαιναν και στη συριανή κοινωνία. Να μη ξεχνάμε ότι ήταν χρόνια πολέμων, εγκατάλειψη της επαρχίας, έλλειψη αγαθών ιδίως για την εργατική τάξη, η οποία αντιπροσώπευε το 80% του πληθυσμού, όπου ανάμεσά ους ήταν και η οικογένεια και ο ίδιος ο Μάρκος Βαμβακάρης. Δυστυχώς για κείνον η εφιαλτική στέρηση των παιδικών του χρόνων τον επισκέφτηκε – κι αυτόν- αυτοπροσώπως και σε μεγάλη ηλικία, τουλάχιστον λίγα χρόνια πριν πεθάνει, το 1972, σε ηλικία 67 μόλις χρόνων. Ευτυχώς τα τελευταία του χρόνια εισέπραξε από τα τραγούδια του κάμποσα χρήματα κι δεν χρειάστηκε να γυρνάει ξανά στις γειτονιές του Πειραιά παίζοντας στις ταβέρνες μπουζούκι και ένα του παιδί να ζητάει με “πιατάκι” τον οβολό των θαμώνων....”




Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Από την “Τέχνη της Μνήμης” στα “Ελληνικά comics” και στο “Ο Μέτοικος και η συμμετρία”



Δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Έθνος “Ιστορία Σήμερα” (Σάββατο 9 Μαρτίου 2013)


Η Τέχνη της Μνήμης” της Φράνσες Α. Γέιτς. Μετάφραση: Άρης Μπερλής. Εκδ. “Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης”, σελ. 577, 30 ευρώ.

Η Μνημοσύνη, είπαν οι Έλληνες, είναι η μητέρα των Μουσών” επισημαίνει η συγγραφέας, ιστορικός αλλά όσον αφορά την “τέχνη της Μνήμης” βιβλιογραφικά αποτελεί ένα πεδίο σχεδόν άγνωστο.
Η Φράνσες Α. Γέιτς (1899- 1981) που κατέκτησε παγκόσμια φήμη ως ιστορικός και αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο δίδαξε Ιστορία της Αναγέννησης, σ' αυτό το βιβλίο της εξετάζει την τέχνη της Μνήμης μέσα στον χρόνο: στην Αρχαία Ελλάδα “Μνήμη και Ψυχή”, την Μεσαιωνική μνήμη και τις μνημονικές πραγματείες, την Αναγεννησιακή μνήμη και το Μημονικό Θέατρο του Τζούλιο Καμίλλο, τη βενετική μνήμη και “το μυστικό των Σκιών” του Τζορντάνο Μπρούνο, τον ραμισμό ως τέχνη της μνήμης, το θεατρικό μνημονικό σύστημα του Ρόμπερτ Φλαντ και το Θέατρο Γκλόουμπ. Την τέχνη της μνήμης σε σχέση με την ανάπτυξη της επιστημονικής μεθόδου.
Όπως αναφέρει στον πρόλογό της, δλδ “Το θέμα αυτού του βιβλίου είναι η τέχνη της μνήμης και η θέση που αυτή κατείχε στα μεγάλα νευραλγικά κέντρα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Λίγοι γνωρίζουν ότι οι Έλληνες, που εφηύραν πολλές τέχνες, εφηύραν και μια τέχνη της μνήμης, η οποία πέρασε, όπως και οι υπόλοιπες τέχνες τους, στη Ρώμη, και από εκεί στην ευρωπαϊκή παράδοση. Η τέχνη αυτή έχει αντικείμενο την απομνημόνευση και χρησιμοποιεί μια τεχνική αποτύπωσης "θέσεων" και "εικόνων" στη μνήμη. Συνήθως αποκαλείται "μνημοτεχνική", και στη νεότερη εποχή θεωρείται μάλλον επουσιώδης κλάδος της ανθρώπινης δραστηριότητας. Αλλά σε όλες τις εποχές πριν από την εφεύρεση της τυπογραφίας η ασκημένη μνήμη είχε ζωτική σημασία· και η διαχείριση των εικόνων στη μνήμη θα πρέπει να δραστηριοποιούσε μέχρις ενός βαθμού όλες τις ψυχικές λειτουργίες. Επιπλέον, μια τέχνη που χρησιμοποιεί την αρχιτεκτονική της εποχής της για να επιλέξει τις μνημονικές της θέσεις και τις σύγχρονές της αναπαραστατικές τέχνες για τις εικόνες της θα έχει κι αυτή τις περιόδους της, κλασική, γοτθική και αναγεννησιακή. Μολονότι η μνημοτεχνική πλευρά της τέχνης της μνήμης είναι πάντα παρούσα, και στην αρχαιότητα και μετέπειτα, και αποτελεί την πραγματική βάση για τη μελέτη της, η εξέτασή της πρέπει να περιλάβει κάτι περισσότερο από την ιστορία των τεχνικών της. Η Μνημοσύνη, είπαν οι Έλληνες, είναι η μητέρα των Μουσών· και η ιστορία της άσκησης αυτής της θεμελιώδους όσο και απροσδιόριστης ανθρώπινης λειτουργίας θα μας ρίξει σε βαθιά νερά. Στην αρχαιότητα διατυπώνονται οι γενικές αρχές των κανόνων της τεχνητής μνήμης. Στον Μεσαίωνα η θέση της τέχνης της μνήμης ήταν κεντρική, η θεωρία της διατυπώθηκε από τους Σχολαστικούς και η πρακτική της είχε σχέση με τη μεσαιωνική εικονοποιία στην τέχνη και στην αρχιτεκτονική και με μεγάλα λογοτεχνικά μνημεία, όπως η Θεία Κωμωδία του Δάντη. Κατά την Αναγέννηση η σημασία της υποχώρησε στην καθαρά ουμανιστική παράδοση, αλλά απέκτησε τεράστιες διαστάσεις στην ερμητική παράδοση. Στον 17ο αιώνα η τέχνη της μνήμης υπέστη άλλη μία μεταμόρφωση, από μέθοδος απομνημόνευσης της εγκυκλοπαίδειας της γνώσης, απεικόνισης του κόσμου στη μνήμη, έγινε βοήθημα διερεύνησης της εγκυκλοπαίδειας και του κόσμου με στόχο την ανακάλυψη νέας γνώσης”. Μια μελέτη πολύτιμη επειδή η ιστορία της οργάνωσης της μνήμης αγγίζει την ιστορία της θρησκείας και της ηθικής, της φιλοσοφίας και της ψυχολογία, της τέχνης και της λογοτεχνίας, της επιστημονικής μεθόδου. Την ιστορία των ανθρώπων, αυτή καθ' αυτή. Σε εξαιρετική μετάφραση Άρη Μπερλή.


Βρετανική πολιτική και προπαγάνδα στον ελληνοιταλικό πόλεμο” της Μαρίνας Πετράκη. Εκδ. “Πατάκη”, σελ. 333, 19 ευρώ.

Στις σελίδες του, η Ελλάδα και η Βρετανία τις παραμονές του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, από τις ελληνοβρετανικές σχέσεις και την “Τετάρτη Αυγούστου” μέχρι τις βρετανικές εγγυήσεις και αντιδράσεις. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, από την Ελλάδα και τη Γαλλία στον πόλεμο, τον “Χειμερινό” και τον “Κεραυνοβόλο” πόλεμο ως τον τορπιλισμό της Έλλης. Ο Ψυχολογικός Πόλεμος, το βρετανικό Υπουργείο Πληροφοριών και ο ρόλος του στην Ελλάδα. Η “Μάχη τη Αγγλίας” και η κατάσταση στην Ελλάδα, ως τον ελληνικό αγώνα και τη βρετανική πολεμική προσπάθεια στα μετόπισθεν. Κεντρικός άξονας, η ανάγκη παραμονής της Ελλάδα στη βρετανική σφαίρα επιρροής, οι αόριστες υποσχέσεις και οι “υπερτιμημένες” προσδοκίες των Ελλήνων.
Μελέτη η οποία βασίζεται κυρίως σε ανέκδοτο βρετανικό αρχειακό υλικό και επιχειρεί να παρουσιάσει μια άλλη διάσταση της άσκησης της βρετανικής πολιτικής στη χώρα μας τις παραμονές και κατά τη διάρκεια του ελληνοιταλικού πολέμου, μέσα από ένα “παιχνίδι” εντυπωσιασμού, υποσχέσεων και προπαγάνδας. Παράλληλα στο βιβλίο εξετάζεται το ιστορικο- πολιτικό και στρατιωτικό πλαίσιο της ευρύτερης περιοχής της Ευρώπης εκείνη την εποχή και όπως αυτό διαμορφώθηκε με τις παρεμβάσεις ή τις απαρχές της βρετανικής πολιτικής και παρουσίας.
Η Μαρίνα Πετράκη είναι Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Κεντ στη Σύγχρονη Ευρωπαική Ιστορία. Σπούδασε Ευρωπαική Ιστορία στο Open University της Αγγλίας. Είναι επισκέπτης ερευνητής στο Κέντρο για τη Μελέτη της Προπαγάνδας και τον Πόλεμο του Πανεπιστημίου του Κεντ. Στα επιστημονικά της ενδιαφέροντα συμπεριλαμβάνονται η μελέτη της πολιτικής προπαγάνδας ως μέσου μαζικής πειθούς και η καθιέρωσή της ως ισχυρού όπλου κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Το βιβλίο της “Ο μύθος του Μεταξά: Δικτατορία και προπαγάνδα στην Ελλάδα” έχει μεταφραστεί από τα αγγλικά και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Ωκεανίδα”.


Τα ελληνικά comics” του Soloup. Εκδ. “Τόπος”, σελ. 413, 28.90 ευρώ.

Στις σελίδες του, όλα τα “ελληνικά κόμικς”. Στην πιο ολοκληρωμένη και πρωτογενή έρευνα που έχει γίνει μέχρι σήμερα. Από την “Κολούμπρα” στη “Βαβέλ” και από το “Παρά Πέντε” στο “Εννέα”, από το “Αντί” στον “Σχολιαστή” και από το “Τέταρτο” στη “Γαλέρα”, από την “Τσιγγάνικη Οργήστρα” στο “Logomix”, από τον “Ευρωπαίο” στο “Maniffesto”, από το φεστιβάλ του Γκαζιού στο Comicdom Con και από το Comicart.gr στο Greekcomics.gr, από τα στριπάκια στα webcomics και από τα “μικιμάου” στα graphic novels. Καθώς και όλη η διαδρομή, από τους δημιουργούς στους αναγνώστες κι από τους εκδότες στους σχολιαστές και όλη η ιστορία, από τα περιοδικά στα άλμπουμ και από το χαρτί στο Διαδίκτυο.
Ως αντανακλάσεις ιδεών, ο γελοιογράφος και ερευνητής αναζητά την ιδεολογία και την σημειολογία τους, και εξετάζει την εικονογράφηση ως πολιτικό λόγο στην εκάστοτε εποχή αλλά και τα κόμικς ως διάγνωση και σύμπτωμα. Διότι όπως επισημαίνει ο δημιουργός του βιβλίου “για να εμβαθύνει κανείς στο αληθινό πολιτισμικό περιεχόμενο μιας εποχής, χρειάζεται να γνωρίζει την τέχνη της”. Το αποτέλεσμα, μελέτη- λεύκωμα που αποτελεί περιήγηση των ελληνικών κόμικς στον χρόνο, και μια ανάγνωση μέσω αυτών από την Μεταπολίτευση ως την Παγκοσμιοποίηση, και από το 1974 ως το Μνημόνιο. Κόμικς που κουβαλούν ιδέες και αναπαριστούν “πραγματικότητες”, “διαβάζοντας” και αναπαριστώντας με τον δικό τους τρόπο την εποχή, αλλά πάνω απ' όλα προσφέροντάς μας και την απόλαυση της ανάγνωσης.
Ο Soloup (Αντώνης Νικολόπουλος), έχει δημοσιεύσει κόμικς, comic stip και γελοιογραφίες (Βαβέλ, Γαλέρα, Βήμα της Κυριακής, Coal news κ.α) Και μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει 13 προσωπικά άλμπουμ ενώ έχει εικονογραφήσει αρκετά εκπαιδευτικά, παιδικά και λογοτεχνικά βιβλία. Κατά καιρούς έχουν δημοσιευτεί άρθρα και αφιερώματά του για τη γελοιογραφία, τα κόμικς και άλλους δημιουργούς. Έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες και είναι διδάκτωρ Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας.


Ο μέτοικος και η συμμετρία” του Τεύκρου Μιχαηλίδη. Εκδ. “Πόλις”, σελ. 296, 15 ευρώ.

Ο Τεύκρος Μιχαηλίδης, διδάκτωρ των μαθηματικών του Πανεπισημίου Pierre et Marie Curie και ιδρυτικό μέλος της ομάδας Θαλής + Φίλοι (καθώς και της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας) υπογράφοντας βιβλία μυθοπλασίας τα τελευταία χρόνια έχει κατορθώσει να αποδείξει τη σχέση των Μαθηματικών με το Αστυνομικό, το Ερωτικό και το Ιστορικό Μυθιστόρημα. Με τα “Πυθαγόρεια εγκλήματα” όσον αφορά το αστυνομικό, με “Τα τέσσερα χρώματα του Καλοκαιριού” το ερωτικό και με τον “Αχμές, τον γιο του φεγγαριού” το ιστορικό. Με Μαθηματικό μυθιστόρημα που άπτεται της Ιστορίας, επιστρέφει και πάλι. Εφόσον ο ήρωάς του στο καινούργιο του βιβλίο “Ο μέτοικος και η συμμετρία” μας ταξιδεύει από το Αντάπαζαρ της Μκρασίας στην Ιταλία του μεσοπολέμου, στην Ισπανία του Εμφυλίου και, τέλος, στην Γαλλία της Κατοχής και της Αντίστασης. Ο κεντρικός του ήρωάς Δημήτρης Αποστολίδης, ο οποίος ήδη από το Δέλτα του ονόματός του αναγνωρίζει τη συμμετρία (ενός ισοσκελούς τριγώνου), περιδιαβαίνοντας ως μέτοικος (επειδή έτσι τα έφεραν η εποχή και οι καιροί) σε όλη την ταραγμένη Ευρώπη βιώνει τη βαθιά συμμετρία του σύμπαντος που ενυπάρχει στην ανθρώπινη ύπαρξη κατά συνέπεια και στων ανθρώπων την Ιστορία. Γνωρίζει σημαντικές προσωπικότητες του εικοστού αιώνα (τον χαράκτη Έσερ, τον μαθηματικό Αλεξάντρ Γκρόθεντικ) και αντιμετωπίζει με κριτική ματιά το κίνημα των Μπουρμπακί, μαθηματικό ρεύμα του καιρού μας. Στο μυθιστόρημα του Μιχαηλίδη μυθοπλαστικοί χαρακτήρες και ιστορικά πρόσωπα αλληλεπιδρούν, όπως τα Μαθηματικά και η Ιστορία εφόσον η ιστορία του μπορεί και να διαβαστεί σαν χρονικό του εικοστού αιώνα. Το μυθιστόρημα, όμως, διαβάζεται πρωτοεπίπεδα και ως ιστορία μυστηρίου. Εφόσον όλες οι συναντήσεις αποκαλύπτουν τη συμμετρία στο παρελθόν και το παρόν των δρώντων προσώπων, τη συμμετρία ακόμα και στις ακατανόητες και αιματηρές εποχές της Ιστορίας. Το μότο του Πωλ Βαλερύ εξάλλου από τις πρώτες σελίδες είναι ενδεικτικό: “Το σύμπαν είναι δομημένο με βάση ένα σχέδιο, η βαθιά συμμετρία του οποίου ενυπάρχει κατά κάποιον τρόπο στη νοημοσύνη μας”.


Η Πελοπόννησος: Από τον 4ο ως τον 8ο αιώνα, αλλαγές και συνέχεια” της Άννας Αβραμέα. Μετάφραση: Μαργαρίτα Κρεμμυδά. Εκδ. “Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης”, σελ. 492, 26 ευρώ.

Αποτέλεσμα πολυετούς ενασχόλησης και μελέτης, το βιβλίο της Άννας Αβραμέα για την Πελοπόννησο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη γαλλική γλώσσα το 1997, από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου της Σορβόνης. Προλογίζοντας τη γαλλική έκδοση, η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ έγραφε τότε ότι η συγκεκριμένη εργασία θα παρέμενε "για πολλά χρόνια έργο αναφοράς" για όσους μελετούν τον πελοποννησιακό χώρο κατά την ύστερη αρχαιότητα και την πρωτοβυζαντινή περίοδο. Ακολουθώντας την εξέλιξη του δημογραφικού ιστού, τις αλλαγές της κοινωνικής οργάνωσης και τους μετασχηματισμούς του φυσικού περιβάλλοντος, η Αβραμέα κατόρθωσε να ρίξει νέο φως στην ιστορία και τη γεωγραφία μιας νευραλγικής περιοχής που βρισκόταν μεταξύ του Ανατολικού και του Δυτικού Βυζαντινού κράτους, στο σταυροδρόμι των θαλάσσιων δρόμων που συνέδεαν την αρχαία με τη Νέα Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη. Με αυτόν τον τρόπο, σημείωνε η Αρβελέρ, η Αβραμέα εγκαινίασε "μια νέα μορφή ιστορικής γεωγραφίας, της δυναμικής των μεταβολών".
Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου ασχολείται με τη διοικητική και την εκκλησιαστική δομή της Πελοποννήσου. Το δεύτερο κεφάλαιο υπό τον τίτλο "Φυσικό περιβάλλον και ανθρώπινη επέμβαση" αποτελεί ένα καινοτόμο για την εποχή κατά την οποία γράφηκε το βιβλίο πεδίο διερεύνησης της αμοιβαίας σχέσης ανθρώπου και περιβάλλοντος μέσω των σεισμών, μέσω των γεωμορφολογικών αλλοιώσεων που υφίσταται το τοπίο της Πελοποννήσου από τις προσχώσεις και την εξέλιξη του τοπίου από τη χρήση ή την εγκατάλειψη της γης. Στο τρίτο κεφάλαιο οι επιπτώσεις των επιδρομών των γερμανικών φυλών στον χώρο εξετάζονται συνδυαστικά από τις μαρτυρίες των αφηγηματικών πηγών και των αρχαιολογικών ευρημάτων. Το τέταρτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στη διερεύνηση του προβλήματος της καθόδου των Σλάβων και της εγκατάστασής τους στην Πελοπόννησο. Στο πέμπτο κεφάλαιο εξετάζεται η εξέλιξη της μορφής και της λειτουργίας των πόλεων και των αγροτικών οικισμών. Το έκτο κεφάλαιο ανιχνεύει, μέσω των επιγραφών κυρίως, ποιες ήταν οι κατευθυντήριες δυνάμεις της κοινωνίας και ποιος ο ρόλος τους στη μορφή και την εξέλιξη του πελοποννησιακού χώρου. Έργο που ανοίγει νέους ορίζοντες, “μελέτη που θα παραμείνει για πολλά χρόνια έργο αναφοράς”.

Ο γιος του δάσκαλου” του Γιάννη Ξανθούλη. Εκδ. “Διόπτρα”, σελ. 309, 15.90 ευρώ.

Η λαδομπογιά στον καμβά ενός ζωγραφικού έργου, όσο παλιώνει, γίνεται διάφανη. Όταν συμβαίνει αυτό, μπορείς να δεις τις αρχικές γραμμές που έθεσε ο δημιουργός. Το δέντρο φαίνεται μέσ' από το φόρεμα μιας γυναίκας, ένα παιδί παραμερίζει για να περάσει ο μισοσχεδιασμένος σκύλος, κάποιες φιγούρες ξεπροβάλλουν πίσω από την ώχρα μιας πρόσοψης σπιτιού. Αυτό στη ζωγραφική λέγεται “pentimento”, γιατί ο ζωγράφος άλλαξε γνώμη...” Λίλιαν Χέλμαν, Τζούλια.
Με μότο που αποτελεί, τελικά, και το κλειδί του βιβλίου, ο Γιάννης Ξανθούλης υπογράφει μια ιστορία όπου εκδικείται το παρελθόν και οι νεκροί διεκδικούν τη φωνή και το δίκιο τους.
Όλα ξεκινούν “επιστρέφοντας”, μήπως μια επιστροφή στα μυστικά και στα βασικά δεν είναι όλη η ζωή μας;
Αφηγητής, ο Νικόδημος, ένα από τα πέντε παιδιά του δασκάλου, αυτός που επέζησε μαζί με την μεγάλη του αδελφή και τις δυο δίδυμες, εκείνος που ποτέ δεν αξιώθηκε να ονομαστεί, όπως ο χαμένος του αδελφός, “ο γιος του δασκάλου”. Έχει σπουδάσει και έχει ξενιτευθεί, εργάζεται σαν επιμελητής και υποτίθεται, έχει ξεφύγει. Επιλέγοντας μια δική του “ενσυνείδητη μοναξιά”, ρίχνοντας μαύρη πέτρα σε ό,τι τον πόνεσε και τον βαραίνει. Στο μυστήριο της αυτοκτονίας του “ωραίου αδελφού”, στα μυστικά της “αγίας τριάδας” με τους δυο επανομείναντες πια σαν γαμπρούς, πρώην φίλους. Εξάλλου, όταν σκοτώθηκε ο Βασίλης, την αποκήρυξαν την αυτοκτονία στο σπίτι, πρώτος ο δάσκαλος, όσο κι αν άφησε εκείνη στους πάντες και για πάντα τη βαριά της σκιά. Διεκδικώντας την ύπαρξή της σαν σχέδιο που διέγραψε ο ζωγράφος από ένα κομμάτι της πινακοθήκης του κόσμου. Έτσι, μια βροχερή μέρα θα σταθεί αρκετή για να φτάσει στα χέρια του μεσήλικα πια Νικόδημου το απαγορευμένο κομμάτι. Ένα βιβλίο σε κάποιο παλαιοπωλείο με τον κινηματογραφικό τίτλο “Γεια σας, παιδιά” που του θυμίζει ελληνικό τίτλο σε ταινία του Λουί Μαλ, θα του γυρίσει απροσδόκητα τις σελίδες του χρόνου. Και μια άγνωστή του Μαρία Ιορδάνου που υπογράφει, μοιάζει να ξέρει καλά, ό,τι αυτός και η οικογένειά του τόσα χρόνια αγνοεί. Τι συνέβη ακριβώς “και έσπασε η φλέβα” εκείνο το χάραμα στου αδελφού του το κεφάλι.
Ολόκληρο το βιβλίο είναι το χρονικό μιας επιστροφής, σε ό,τι συνέβη και μας πόνεσε που το 'σβησε η μνήμη για να μπορέσουν να επιζήσουν οι εναπομείναντες. Και ένα βιβλίο μέσ' στο βιβλίο.


Ο κοκκινολαίμης” του Jo Nesbo. Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος. Εκδ. “Μεταίχμιο”, σελ. 642, 23,84 ευρώ.

Ρα-τσι-σμός” διάβασε ο Όλσεν, έχοντας εντοπίσει μες στα χαρτιά του τον ορισμό, “είναι η αιώνια πάλη ενάντια στην κληρονομική ασθένεια, στον εκφυλισμό και στον αφανισμό... η ανάμειξη των φυλών είναι ένα είδος αμφίπλευρης γενοκτονίας”. Νορβηγία λίγο πριν από το Μιλλένιουμ, με τον επιθεωρητή πια Χάρι Χόλε να ζει έναν εφιάλτη και την χώρα να βλέπει ένα σκοτεινό κομμάτι της ιστορίας να επιστρέφει, κι όμως για χρόνια ακόμα και οι ιστορικοί θέλησαν να το αποσιωπήσουν, αποκαλύπτοντας την μισή αλήθεια. Αλλ' οι βετεράνοι του Β' Παγκοσμίου πολέμου ακόμα και ως φαντάσματα επιστρέφουν και η κοινωνία επειδή “ξέχασε” γεμίζει νεοναζί και εμφανίζεται διχασμένη.
Το παρελθόν ωσεί παρόν, υπάρχουν κεφάλαια που λαμβάνουν μέρος το 1943 στο μέτωπο, στη μάχη του Λένινγκραντ, και εναλλάσσονται με παρόντες, αλλόκοτους κι ανεξήγητους φόνους. Τα στέκια των νεοναζί πληθαίνουν μαζί με τα χτυπήματα και την ιδεολογία τους που εγκαταλείπει την μόδα (συγκεκριμένος κώδικας ντυσίματος) για να γίνει πράξη και τους “αγίους της τελευταίας στιγμής” που εκ των υστέρων προσχώρησαν στην αντίσταση. Στο στόχαστρο, εθελοντές που επέστρεψαν, ιστορικοί, μια αστυνομικός και οι μετανάστες, βεβαίως. Η μεταπολεμική Νορβηγία που αναγκάζεται τελικά να θυμηθεί όλα όσα ο Έβεν Γιούουλ, δημοφιλής ιστορικός και πρώην αντιστασιακός είχε φροντίσει να ξεχάσει, επιλέγοντας να μη γράψει ούτε λέξη για τη γενική συνεργασία με τους Γερμανούς και εστιάζοντας στη μικρή αντίσταση που υπήρχε. Πέντε σελίδες για τη βύθιση του γερμανικού πλοίου Μπλίχερ τη νύχτα της 9ης Απριλίου και σχεδόν καμία για το γεγονός ότι περίπου 100.000 Νορβηγοί, προσάχθησαν και καταδικάστηκαν ως προδότες.
Εναλλάσσοντας χρόνους, τόπους και λογοτεχνικά είδη (πρωτοπρόσωπη αφήγηση, τριτοπρόσωπη, επιστολές, αφηγηματικές εκδοχές, ψυχαναλυτικές διαγνώσεις) ο συγγραφέας των αστυνομικών μυθιστορημάτων “Νέμεσις”, “Ο λυτρωτής” και “Ο χιονάνθρωπος”, φλερτάρει για μια φορά ακόμα αναδεικνύοντας το παρελθόν και την Ιστορία. Ο τίτλος - δάνειο απ' το πουλί τον κοκκινολαίμη και τον Γκίντμπραν- έτσι τον έλεγαν τότε στο μέτωπο “κοκκινολαίμη”- που είχε εφεύρει τον πιο γρήγορο κι ανώδυνο τρόπο θανάτου. Τα μεγάλα ατού του βιβλίου, το κομμάτι ιστορίας που αποσιωπήθηκε και η ψυχοσύνθεση των νεοναζί, το φαινόμενο εκείνο της ανθρώπινης βίας που ανθίζει στην ύφεση και στην κοινωνική κρίση.