Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

"Γινόμαστε ό,τι ονειρευόμαστε"


δημ. Παρέμβαση, τ. 163, καλοκαίρι 2012

 

Κούλα Αδαλόγλου

H πολυδιάστατη Γυναίκα της βορινής κουζίνας

Ελένη Γκίκα, Η γυναίκα της βορινής κουζίνας

                                                                Εκδ. Καλέντης, 2011

 

 

Η γυναίκα της βορινής κουζίνας είναι τρεις, μπορεί και τέσσερις. Δεν είναι λογοπαίγνιο, αλλά το αφηγηματικό εύρημα της Ελένης Γκίκα στο νέο της μυθιστόρημα. Όπου, με λαμβανόμενες υπόψη τις αφηγηματικές συμβάσεις, οι άλλες γυναικείες μορφές μπορεί να είναι περσόνες της πρώτης. Ή μπορεί να είναι και ξεχωριστά πρόσωπα. Επιλέγω την εκδοχή των ξεχωριστών προσώπων. Σαν να χωνεύουν η μια μέσα στην άλλη, συμπληρωματικά. Κάποια κομμάτια να ενώνονται, αλλά μερικά να περισσεύουν από το πλάι, οι ιδιαιτερότητες, oι πολλαπλές ταυτότητες. Που τέμνονται κάποια στιγμή στη ζωή τους, αλλά διαγράφουν και τη δική τους αυτόνομη πορεία. Οι δύο τουλάχιστον, η Αρσινόη και η Ράνια.

Το βιβλίο διαρθρώνεται ως εξής: Χωρίζεται σε τρία μέρη, το A, το B και το Γ. Σε κάθε μέρος υπάρχουν κεφάλαια με την καθορισμένη σειρά: Η γυναίκα του ανατολικού γραφείου, Η γυναίκα της βορινής κουζίνας και Η γυναίκα του δυτικού καθρέφτη.  Εκτός από την αρχή του κάθε μέρους, όπου εισάγουν, θα λέγαμε, στην αφήγηση δύο επιστολικά κείμενα, της Αρσινόης και της Ράνιας.

Τα πρόσωπα και τα σημεία του ορίζοντα παραπέμπουν σε σύμβολα. Η γυναίκα του ανατολικού γραφείου: το ανατολικό γραφείο παραπέμπει σε φως, σε αισιοδοξία. Αλλά είναι ένα γραφείο όπου το φως κρύβεται από τις βαριές κουρτίνες. Η γυναίκα που το χρησιμοποιεί έχει στριμώξει εκεί μέσα όλη τη ζωή της. Αλλά και γραφείο, που αποδίδει την έννοια της πνευματικότητας. Η γυναίκα γράφει, μόνον αυτό ξέρει να κάνει καλά στη ζωή της, για την ακρίβεια μεταφράζει τη γραφή των άλλων. Μια ζωή που συμπιέστηκε, μολονότι μένει ακόμη το μέσα φως, το φως της ψυχής της. Η γυναίκα της βορινής κουζίνας: βορράς= κρύο. Κουζίνα= περιορισμός στην καθημερινότητα. Εκεί συρρικνώθηκε η ζωή της άλλης γυναίκας, που η ίδια ξεχάστηκε, για να δώσει στους γύρω της καθημερινή αγάπη, ώσπου έφυγαν όλοι. Αλλά και εκεί μένει το φως της αγάπης της. Και η γυναίκα του δυτικού καθρέφτη: εδώ επιμένω στον καθρέφτη. Η γυναίκα αυτή σαν να ενώνει μέσα στον καθρέφτη τη ζωή της με τη ζωή των δυο άλλων. Σχολιάζει, συνδυάζει, ανακεφαλαιώνει. αλλά και συσκοτίζει, αφού η γυναίκα αυτή δεν έχει δική της ζωή. Θα την παρομοίαζα περισσότερο με κάμερα, που καταγράφει λεπτομέρειες από τη ζωή των άλλων. Που ερμηνεύει αλλά δεν μπορεί να βοηθήσει. Γι’ αυτό και ο δίμορφος λόγος της, να διευκρινίζει αλλά και συχνά να συσκοτίζει. Σαν να την επινόησαν οι δύο άλλες γυναίκες, για να συγκεφαλαιώνει τα κοινά και τις αποκλίσεις τους. Ή σαν να τις επινόησε αυτή.

Γιατί ο τίτλος Η γυναίκα της βορινής κουζίνας; Ίσως επειδή η Ράνια είναι η πιο γήινη, αυτή που μπορεί ο αναγνώστης να αναγνωρίσει ευκολότερα ή/και να νιώσει περισσότερο οικεία μαζί της. Αυτή άλλωστε, όπως και να ’χει, οποιαδήποτε εκδοχή κι αν δεχτούμε, σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος της φροντίδας για τους άλλους αλλά και της διάψευσης από την καθημερινή διοχέτευση της αγάπης της με τον τρόπο που εκείνη νόμιζε ότι έπρεπε. 

Όταν τα νήματα δεθούν, όταν οι ζωές διασταυρωθούν, οι δυο γυναίκες, Αρσινόη και Ράνια, θα διδάξουν η μια στην άλλη τα πράγματα που αγαπούν να φτιάχνουν στη ζωή τους: η Ράνια θα μάθει στην Αρσινόη να φτιάχνει μαντλέν. Η Αρσινόη θα της μάθει να γράφει. Έτσι, οι ζωές τους θα χωνέψουν πιο πολύ η μια στην άλλη.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο πλάι στο επίπεδο των συμβόλων υπάρχει η πολύ γειωμένη, ρεαλιστική ιστορία του Άγγελου και του Ορφέα. Ο Άγγελος σκοτώνεται ένα βράδυ, το βράδυ των γενεθλίων του, από μια σφαίρα αστυνομικού στα Εξάρχεια – η ιστορία μάς θυμίζει πολύ καλά ένα γνωστό περιστατικό. Οι δυο έφηβοι πηγαίνουν με προτροπή του Ορφέα στα Εξάρχεια, και αυτός νιώθει υπεύθυνος για το θάνατο του καλύτερου, μάλλον του μοναδικού φίλου του. Μπλέκει με οργανώσεις αναρχικών, υιοθετεί βία. Τον κυνηγά η αντιτρομοκρατική, φεύγει από το σπίτι. Από το σημείο αυτό το δεύτερο επίπεδο της ιστορίας των παιδιών, το ρεαλιστικό, όπως το ονομάσαμε, βοηθά το πρώτο επίπεδο, των συμβόλων: τον τραυματισμένο Ορφέα περιθάλπει η Αρσινόη, σαν να ήταν ο γιος που δεν είχε και που θα ήθελε να είχε. Χωρίς να ξέρει ότι είναι ο γιος του αγαπημένου άντρα. Παίζοντας το ρόλο της μητέρας, ενώνεται, σε έναν ομόκεντρο κύκλο με τη μητέρα της βορινής κουζίνας, τη Ράνια. Εκτός από τον ίδιο άντρα, τις συνδέει τώρα και ο ίδιος γιος. Στο πρόσωπο του Ορφέα κάτι απροσδιόριστο της θυμίζει το Φώτη, τραγική ειρωνεία για τον αναγνώστη που γνωρίζει την αιτία της πραγματικής ομοιότητας. Παράλληλα, υπάρχει μια υφέρπουσα ερωτική έλξη ανάμεσά τους.

Ο Φώτης, ο αγαπημένος άντρας, «ακούγεται» μέσα από τις αφηγήσεις των γυναικών. Και εκκωφαντικά με την πράξη της αυτοχειρίας του, την οποία επιλέγει για να βγει από τα διλήμματά του. Ο Ορφέας, μετά την αυτοχειρία του πατέρα του και την απομάκρυνσή του από την «ομάδα», θα προσπαθήσει να βρει έναν άλλο εαυτό. Μετά την απομόνωσή του στο Όρος, ξαναγυρίζει διαφορετικός. Ζωγραφίζει παιδιά-ρομπότ, δημιουργεί κόμικς. Με τον τρόπο αυτό «ξαναβρίσκει» τον Άγγελο.

 

Δύο πόλεις αποτελούν το πλαίσιο στο οποίο εξελίσσεται η πλοκή και τα γεγονότα. Σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η Αθήνα, η Αθήνα του μετρό και των διαδηλώσεων. Η Αλεξάνδρεια βλέπεται περισσότερο στο βάθος, ένα ιντερμέδιο θα έλεγα, αφού βέβαια εκεί παρεμβάλλεται και η ιστορία της σχέσης Αρσινόης και Φώτη, που αλλάζει τη ζωή όλων των προσώπων του μυθιστορήματος.

Το κόκκινο χρώμα επανέρχεται πολλές φορές στην αφήγηση, σαν εμμονή: το κοριτσάκι με το κόκκινο παλτό, που πέφτει σαν κόκκινο μπαλόνι, είναι μια επανερχόμενη εικόνα. Η μικρή Έλλη με τα κόκκινα μαλλιά, που γοητεύεται από το σημειωματάριο με τις κόκκινες πουέντ, που της χαρίζει η Αρσινόη, τη μέρα που φορά ένα κόκκινο αδιάβροχο. Το κόκκινο μπουφάν του Ορφέα. 

Η αφήγηση είναι μια ιδιότυπη τριτοπρόσωπη αφήγηση. Στις δύο περιπτώσεις,  της γυναίκας του ανατολικού καθρέφτη και της βορινής κουζίνας, το τρίτο πρόσωπο είναι μεταμφιεσμένο πρώτο. Είναι φανερό δηλαδή ότι αφηγείται η ίδια η ηρωίδα, απλώς κρατά μια απόσταση απ’ τον εαυτό της, ώστε να έχει την άνεση να ενδοσκοπείται, να αναλύει τα γεγονότα και τις ψυχές των άλλων. Στην περίπτωση της γυναίκας του δυτικού καθρέφτη η αφήγηση είναι καθαρά τριτοπρόσωπη, όταν γίνεται αναφορά στα ηρωίδες των δύο άλλων «δωματίων». Από κει και πέρα, ενώνεται συχνά η φωνή της αφηγήτριας με τη φωνή της ηρωίδας, ακούμε δηλαδή δύο φωνές μαζί.

Η γραφή είναι ποιητική, λόγω του ύφους, βασικά χαρακτηριστικά του οποίου είναι η υπαινικτικότητα, η υποβολή, η ηθελημένη ασάφεια των περιγραμμάτων στα γεγονότα και στους χαρακτήρες. Μια τέτοια γραφή επιτρέπει, περισσότερο από ό,τι συνήθως, στην πεζογραφία ιδιαίτερα, την πολλαπλή ανάγνωση.

Στη χροιά της ποιητικής γλώσσα συντελούν τα αποσπάσματα από λογοτεχνικά κείμενα και, κυρίως, ποιητικά μέρη γραμμένα από την εκάστοτε αφηγήτρια. Επιπλέον, υπάρχουν πολλές αναφορές σε κείμενα της διεθνούς λογοτεχνικής παραγωγής, σύγχρονα και παλαιότερα, ποιητικά και πεζά. Ενδεικτικά αναφέρω: Μαρσέλ Προυστ, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Σύλβια Πλαθ, Ανν Σέξτον, Φερνάρντο Πεσσόα, Ζακ Πρεβέρ, Λιούις Κάρρολ, Γιώργος Σεφέρης, Κ.Π. Καβάφης. Σε μεγαλύτερο βαθμό «ακούω» τον Λώρενς Ντάρελ, συγκεκριμένα το έργο του Αλεξανδρινό κουαρτέτο – ο ρόλος της Αλεξάνδρειας επισημάνθηκε και πιο πάνω – που αποτελεί ραχοκοκαλιά του βιβλίου, ισχυρή επίδραση στη δόμηση του βιβλίου αλλά και στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων. 

 

«Γινόμαστε ό,τι ονειρευόμαστε», λέει ο Ντάρελ, αλλά ακόμη κι αν δεν είναι έτσι, η γυναίκα της βορινής κουζίνας, αυτή κυρίως, η πιο σάρκινη, καταποντίζεται στην απελπισία, όμως παλεύει να κρατηθεί, πλαισιώνεται από τις άλλες συμπληρωματικές της γυναίκες, και ανακάμπτει,  ονειρεύεται, βρίσκει και δίνει νόημα στη ζωή.

Η μείξη των δύο επιπέδων, του ρεαλιστικού με  εκείνο των συμβόλων, οδηγεί σε πορτρέτα ανθρώπων που ψάχνουν για το στίγμα τους στη σύγχρονη, ταραγμένη πραγματικότητα. Ο έρωτας, η προσφορά, η δημιουργία συσχετίζονται με το θέμα του φύλου και της ηλικίας, δείχνοντας την αγωνιώδη προσπάθεια του ατόμου, γυναίκας ή άντρα, να σταθεί στα πόδια του και να βαδίσει σε μια ούτως ή άλλως δύσκολη και επώδυνη πορεία.

 

 

 

Μέρος του κειμένου διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στις 27 Μαΐου 2012, στην 9η Διεθνή Έκθεση βιβλίου Θεσσαλονίκης.

H πολυδιάστατη Γυναίκα της βορινής κουζίνας


δημ. Παρέμβαση, τ. 163, καλοκαίρι 2012

 

Κούλα Αδαλόγλου

H πολυδιάστατη Γυναίκα της βορινής κουζίνας

Ελένη Γκίκα, Η γυναίκα της βορινής κουζίνας

                                                                Εκδ. Καλέντης, 2011

 

 

Η γυναίκα της βορινής κουζίνας είναι τρεις, μπορεί και τέσσερις. Δεν είναι λογοπαίγνιο, αλλά το αφηγηματικό εύρημα της Ελένης Γκίκα στο νέο της μυθιστόρημα. Όπου, με λαμβανόμενες υπόψη τις αφηγηματικές συμβάσεις, οι άλλες γυναικείες μορφές μπορεί να είναι περσόνες της πρώτης. Ή μπορεί να είναι και ξεχωριστά πρόσωπα. Επιλέγω την εκδοχή των ξεχωριστών προσώπων. Σαν να χωνεύουν η μια μέσα στην άλλη, συμπληρωματικά. Κάποια κομμάτια να ενώνονται, αλλά μερικά να περισσεύουν από το πλάι, οι ιδιαιτερότητες, oι πολλαπλές ταυτότητες. Που τέμνονται κάποια στιγμή στη ζωή τους, αλλά διαγράφουν και τη δική τους αυτόνομη πορεία. Οι δύο τουλάχιστον, η Αρσινόη και η Ράνια.

Το βιβλίο διαρθρώνεται ως εξής: Χωρίζεται σε τρία μέρη, το A, το B και το Γ. Σε κάθε μέρος υπάρχουν κεφάλαια με την καθορισμένη σειρά: Η γυναίκα του ανατολικού γραφείου, Η γυναίκα της βορινής κουζίνας και Η γυναίκα του δυτικού καθρέφτη.  Εκτός από την αρχή του κάθε μέρους, όπου εισάγουν, θα λέγαμε, στην αφήγηση δύο επιστολικά κείμενα, της Αρσινόης και της Ράνιας.

Τα πρόσωπα και τα σημεία του ορίζοντα παραπέμπουν σε σύμβολα. Η γυναίκα του ανατολικού γραφείου: το ανατολικό γραφείο παραπέμπει σε φως, σε αισιοδοξία. Αλλά είναι ένα γραφείο όπου το φως κρύβεται από τις βαριές κουρτίνες. Η γυναίκα που το χρησιμοποιεί έχει στριμώξει εκεί μέσα όλη τη ζωή της. Αλλά και γραφείο, που αποδίδει την έννοια της πνευματικότητας. Η γυναίκα γράφει, μόνον αυτό ξέρει να κάνει καλά στη ζωή της, για την ακρίβεια μεταφράζει τη γραφή των άλλων. Μια ζωή που συμπιέστηκε, μολονότι μένει ακόμη το μέσα φως, το φως της ψυχής της. Η γυναίκα της βορινής κουζίνας: βορράς= κρύο. Κουζίνα= περιορισμός στην καθημερινότητα. Εκεί συρρικνώθηκε η ζωή της άλλης γυναίκας, που η ίδια ξεχάστηκε, για να δώσει στους γύρω της καθημερινή αγάπη, ώσπου έφυγαν όλοι. Αλλά και εκεί μένει το φως της αγάπης της. Και η γυναίκα του δυτικού καθρέφτη: εδώ επιμένω στον καθρέφτη. Η γυναίκα αυτή σαν να ενώνει μέσα στον καθρέφτη τη ζωή της με τη ζωή των δυο άλλων. Σχολιάζει, συνδυάζει, ανακεφαλαιώνει. αλλά και συσκοτίζει, αφού η γυναίκα αυτή δεν έχει δική της ζωή. Θα την παρομοίαζα περισσότερο με κάμερα, που καταγράφει λεπτομέρειες από τη ζωή των άλλων. Που ερμηνεύει αλλά δεν μπορεί να βοηθήσει. Γι’ αυτό και ο δίμορφος λόγος της, να διευκρινίζει αλλά και συχνά να συσκοτίζει. Σαν να την επινόησαν οι δύο άλλες γυναίκες, για να συγκεφαλαιώνει τα κοινά και τις αποκλίσεις τους. Ή σαν να τις επινόησε αυτή.

Γιατί ο τίτλος Η γυναίκα της βορινής κουζίνας; Ίσως επειδή η Ράνια είναι η πιο γήινη, αυτή που μπορεί ο αναγνώστης να αναγνωρίσει ευκολότερα ή/και να νιώσει περισσότερο οικεία μαζί της. Αυτή άλλωστε, όπως και να ’χει, οποιαδήποτε εκδοχή κι αν δεχτούμε, σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος της φροντίδας για τους άλλους αλλά και της διάψευσης από την καθημερινή διοχέτευση της αγάπης της με τον τρόπο που εκείνη νόμιζε ότι έπρεπε. 

Όταν τα νήματα δεθούν, όταν οι ζωές διασταυρωθούν, οι δυο γυναίκες, Αρσινόη και Ράνια, θα διδάξουν η μια στην άλλη τα πράγματα που αγαπούν να φτιάχνουν στη ζωή τους: η Ράνια θα μάθει στην Αρσινόη να φτιάχνει μαντλέν. Η Αρσινόη θα της μάθει να γράφει. Έτσι, οι ζωές τους θα χωνέψουν πιο πολύ η μια στην άλλη.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο πλάι στο επίπεδο των συμβόλων υπάρχει η πολύ γειωμένη, ρεαλιστική ιστορία του Άγγελου και του Ορφέα. Ο Άγγελος σκοτώνεται ένα βράδυ, το βράδυ των γενεθλίων του, από μια σφαίρα αστυνομικού στα Εξάρχεια – η ιστορία μάς θυμίζει πολύ καλά ένα γνωστό περιστατικό. Οι δυο έφηβοι πηγαίνουν με προτροπή του Ορφέα στα Εξάρχεια, και αυτός νιώθει υπεύθυνος για το θάνατο του καλύτερου, μάλλον του μοναδικού φίλου του. Μπλέκει με οργανώσεις αναρχικών, υιοθετεί βία. Τον κυνηγά η αντιτρομοκρατική, φεύγει από το σπίτι. Από το σημείο αυτό το δεύτερο επίπεδο της ιστορίας των παιδιών, το ρεαλιστικό, όπως το ονομάσαμε, βοηθά το πρώτο επίπεδο, των συμβόλων: τον τραυματισμένο Ορφέα περιθάλπει η Αρσινόη, σαν να ήταν ο γιος που δεν είχε και που θα ήθελε να είχε. Χωρίς να ξέρει ότι είναι ο γιος του αγαπημένου άντρα. Παίζοντας το ρόλο της μητέρας, ενώνεται, σε έναν ομόκεντρο κύκλο με τη μητέρα της βορινής κουζίνας, τη Ράνια. Εκτός από τον ίδιο άντρα, τις συνδέει τώρα και ο ίδιος γιος. Στο πρόσωπο του Ορφέα κάτι απροσδιόριστο της θυμίζει το Φώτη, τραγική ειρωνεία για τον αναγνώστη που γνωρίζει την αιτία της πραγματικής ομοιότητας. Παράλληλα, υπάρχει μια υφέρπουσα ερωτική έλξη ανάμεσά τους.

Ο Φώτης, ο αγαπημένος άντρας, «ακούγεται» μέσα από τις αφηγήσεις των γυναικών. Και εκκωφαντικά με την πράξη της αυτοχειρίας του, την οποία επιλέγει για να βγει από τα διλήμματά του. Ο Ορφέας, μετά την αυτοχειρία του πατέρα του και την απομάκρυνσή του από την «ομάδα», θα προσπαθήσει να βρει έναν άλλο εαυτό. Μετά την απομόνωσή του στο Όρος, ξαναγυρίζει διαφορετικός. Ζωγραφίζει παιδιά-ρομπότ, δημιουργεί κόμικς. Με τον τρόπο αυτό «ξαναβρίσκει» τον Άγγελο.

 

Δύο πόλεις αποτελούν το πλαίσιο στο οποίο εξελίσσεται η πλοκή και τα γεγονότα. Σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η Αθήνα, η Αθήνα του μετρό και των διαδηλώσεων. Η Αλεξάνδρεια βλέπεται περισσότερο στο βάθος, ένα ιντερμέδιο θα έλεγα, αφού βέβαια εκεί παρεμβάλλεται και η ιστορία της σχέσης Αρσινόης και Φώτη, που αλλάζει τη ζωή όλων των προσώπων του μυθιστορήματος.

Το κόκκινο χρώμα επανέρχεται πολλές φορές στην αφήγηση, σαν εμμονή: το κοριτσάκι με το κόκκινο παλτό, που πέφτει σαν κόκκινο μπαλόνι, είναι μια επανερχόμενη εικόνα. Η μικρή Έλλη με τα κόκκινα μαλλιά, που γοητεύεται από το σημειωματάριο με τις κόκκινες πουέντ, που της χαρίζει η Αρσινόη, τη μέρα που φορά ένα κόκκινο αδιάβροχο. Το κόκκινο μπουφάν του Ορφέα. 

Η αφήγηση είναι μια ιδιότυπη τριτοπρόσωπη αφήγηση. Στις δύο περιπτώσεις,  της γυναίκας του ανατολικού καθρέφτη και της βορινής κουζίνας, το τρίτο πρόσωπο είναι μεταμφιεσμένο πρώτο. Είναι φανερό δηλαδή ότι αφηγείται η ίδια η ηρωίδα, απλώς κρατά μια απόσταση απ’ τον εαυτό της, ώστε να έχει την άνεση να ενδοσκοπείται, να αναλύει τα γεγονότα και τις ψυχές των άλλων. Στην περίπτωση της γυναίκας του δυτικού καθρέφτη η αφήγηση είναι καθαρά τριτοπρόσωπη, όταν γίνεται αναφορά στα ηρωίδες των δύο άλλων «δωματίων». Από κει και πέρα, ενώνεται συχνά η φωνή της αφηγήτριας με τη φωνή της ηρωίδας, ακούμε δηλαδή δύο φωνές μαζί.

Η γραφή είναι ποιητική, λόγω του ύφους, βασικά χαρακτηριστικά του οποίου είναι η υπαινικτικότητα, η υποβολή, η ηθελημένη ασάφεια των περιγραμμάτων στα γεγονότα και στους χαρακτήρες. Μια τέτοια γραφή επιτρέπει, περισσότερο από ό,τι συνήθως, στην πεζογραφία ιδιαίτερα, την πολλαπλή ανάγνωση.

Στη χροιά της ποιητικής γλώσσα συντελούν τα αποσπάσματα από λογοτεχνικά κείμενα και, κυρίως, ποιητικά μέρη γραμμένα από την εκάστοτε αφηγήτρια. Επιπλέον, υπάρχουν πολλές αναφορές σε κείμενα της διεθνούς λογοτεχνικής παραγωγής, σύγχρονα και παλαιότερα, ποιητικά και πεζά. Ενδεικτικά αναφέρω: Μαρσέλ Προυστ, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Σύλβια Πλαθ, Ανν Σέξτον, Φερνάρντο Πεσσόα, Ζακ Πρεβέρ, Λιούις Κάρρολ, Γιώργος Σεφέρης, Κ.Π. Καβάφης. Σε μεγαλύτερο βαθμό «ακούω» τον Λώρενς Ντάρελ, συγκεκριμένα το έργο του Αλεξανδρινό κουαρτέτο – ο ρόλος της Αλεξάνδρειας επισημάνθηκε και πιο πάνω – που αποτελεί ραχοκοκαλιά του βιβλίου, ισχυρή επίδραση στη δόμηση του βιβλίου αλλά και στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων. 

 

«Γινόμαστε ό,τι ονειρευόμαστε», λέει ο Ντάρελ, αλλά ακόμη κι αν δεν είναι έτσι, η γυναίκα της βορινής κουζίνας, αυτή κυρίως, η πιο σάρκινη, καταποντίζεται στην απελπισία, όμως παλεύει να κρατηθεί, πλαισιώνεται από τις άλλες συμπληρωματικές της γυναίκες, και ανακάμπτει,  ονειρεύεται, βρίσκει και δίνει νόημα στη ζωή.

Η μείξη των δύο επιπέδων, του ρεαλιστικού με  εκείνο των συμβόλων, οδηγεί σε πορτρέτα ανθρώπων που ψάχνουν για το στίγμα τους στη σύγχρονη, ταραγμένη πραγματικότητα. Ο έρωτας, η προσφορά, η δημιουργία συσχετίζονται με το θέμα του φύλου και της ηλικίας, δείχνοντας την αγωνιώδη προσπάθεια του ατόμου, γυναίκας ή άντρα, να σταθεί στα πόδια του και να βαδίσει σε μια ούτως ή άλλως δύσκολη και επώδυνη πορεία.

 

Μέρος του κειμένου διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στις 27 Μαΐου 2012, στην 9η Διεθνή Έκθεση βιβλίου Θεσσαλονίκης.

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012


Γράφει η Λένα Λόππα στο περιοδικό "Ένεκεν":


Ελένη Γκίκα, Η γυναίκα της βορινής κουζίνας, εκδ. Καλέντη, 2011.

 

Το καλαίσθητο βιβλίο της Ελένης Γκίκα, με τον πρωτότυπο τίτλο, Η γυναίκα της βορινής κουζίνας, αποτελεί το 13ο μυθιστόρημά της. 

Πρόκειται για ένα κείμενο «ποιητικό», ένα ποίημα εν εξελίξει, αλλά συνάμα και βαθιά φιλοσοφικό. Ο λόγος είναι συνήθως μικροπερίοδος, κοφτός, μερικές φορές αποσπασματικός. Συχνά παραληρηματικός, με εσωτερικούς μονολόγους, συνεχή flash back, συνειρμικός, ασθματικός, όπου εμβολίζονται αποσπάσματα από τους: Πρεβέρ,  Ανν Σέξτον,  Προυστ,  Λ. Κάρολ, Τζόις, Κάφκα, Τολστόι, Γέιτς, Σάλιντζερ, Πεσσόα, Γερτρούδη Άθερτον, Αλτουσέρ, Καβάφη, Αξελό, γερόντισσα Γαβριηλία και κυρίως Μπόρχες και Ντάρελ. Αυτός κατεξοχήν, αφού οι ηρωίδες συσχετίζονται ή ταυτίζονται με τις ηρωίδες του «Αλεξανδρινού κουαρτέτου». Σε κάποια σημεία το κείμενο διανθίζεται με πολιτικά συνθήματα της νεολαίας, τραγούδια του Θεοδωράκη και του Σαββόπουλου, ποιήματα, αλλά και στίχους από την ποιητική συλλογή της Γκίκα, Το γράμμα που λείπει, υπαρξιακά ερωτήματα, φιλοσοφικές σκέψεις και αφορισμούς, αποφθέγματα, κυρίως στους τίτλους και στα μότο των κεφαλαίων. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι ότι πολύ συχνά τίτλοι κεφαλαίων, μότο, φράσεις από άλλα κεφάλαια,  στοχασμοί, κ.τ.λ. επανέρχονται και εμβολίζονται σε άλλα σημεία του βιβλίου. Θα μπορούσε να κάνει κανείς μια ολόκληρη εισήγηση, στηριζόμενος αποκλειστικά και μόνο στον πλούτο αυτών των φράσεων, παραθεμάτων, φιλοσοφικών στοχασμών. Εντυπωσιακά στοιχεία του κειμένου είναι και η πυκνή χρήση των σημείων στίξης, οι εναλλαγές των ρηματικών προσώπων και φυσικά οι αφηγηματικοί τρόποι.

Στα τρία μέρη του βιβλίου, που καλύπτουν σχεδόν ίσες σε αριθμό σελίδες το καθένα (σ.140, 138, 129), εναλλάσσονται διαδοχικά τρεις γυναίκες: Η γυναίκα στο ανατολικό γραφείο, Η γυναίκα της βορινής κουζίνας, Η γυναίκα στον δυτικό καθρέφτη. Θα μπορούσαν να ζουν, λοιπόν, στο ίδιο σπίτι, μοιρασμένες σε διαφορετικά δωμάτια, με διαφορετικό προσανατολισμό, ανάλογα με αυτό κυρίως που διάλεξαν να κάνουν στη ζωή τους. Κάθε κεφάλαιο αναφέρεται ξεχωριστά και στις τρεις γυναίκες και έτσι σταδιακά χτίζεται η ιστορία και η προσωπικότητα, πρόσωπο/προσωπείο, της καθεμιάς. Σαν τις ψηφίδες ενός πολύπλοκου μωσαϊκού ενώνονται σιγά-σιγά τα κομμάτια. Υπάρχει, λοιπόν, μια επαναλαμβανόμενη ροή, που επιτυγχάνει την εσωτερική σύνδεση και ενότητα των κεφαλαίων του κειμένου. Ανάμεσα στις δύο πρώτες γυναίκες, τις κατεξοχήν ηρωίδες, την Αρσινόη και τη Ράνια, κινούνται κάποια πρόσωπα, γυναικεία ή αντρικά, με τα οποία διασταυρώνονται οι ζωές τους που, είτε δρουν και παίρνουν το λόγο δυναμικά, όπως ο Ορφέας, ο γιος της Ράνιας, είτε κινούνται σχεδόν άφωνα, στο ημίφως, ωστόσο καταλυτικά, όπως η μάνα της Αρσινόης και η γιαγιά της (Αρσινόη), ο Φώτης, το κοριτσάκι με το κόκκινο παλτό, ο Άγγελος, η Γερτρούδη και η Ουλρίκα, περσόνες της Ράνιας, ο πατέρας της, η Καπαδόκισσα γιαγιά της, Ουρανία. Υπάρχουν τέλος και κάποια άλλα πρόσωπα, όπως οι κόρες της Ράνιας, Βεατρίκη και Οφηλία, ο πνιγμένος στο πηγάδι αδελφός της Ορφέας, η Αιγυπτιώτισσα θεία της Ευανθούλα, ο εραστής της για τη μοιραία βραδιά των γεγονότων, Ορφέας κι αυτός και άλλα ακόμη πρόσωπα, που λειτουργούν περιφερειακά, χωρίς όμως γι’ αυτό να μειώνεται η σημασία τους μέσα στο κείμενο. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα πολυφωνικό, πολυεπίπεδο, περίτεχνο μυθιστόρημα, με ποικίλες αναφορές σε λογοτεχνικά κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Μποντλέρ, Ρεμπό, Σεμπρούν, Γκαλεάνο, Μπροντέ, Ντίκινσον, Πλαθ, Βιρτζίνια Γουλφ, Χιουζ, Μπλίξεν, Γιουρσενάρ, Ντίκενς, Πολυδούρη, κ.ά), ψυχαναλυτικά βιβλία (π.χ. Φ. Τσαλίκογλου, Το χάρισμα της Βέρθας), βιβλία θεολογικού περιεχομένου (Η «Ασκητική της αγάπης», της γερόντισσας Γαβριηλίας), κινηματογραφικά έργα (Η διπλή ζωή της Βερόνικας του Κισλόφσκι και κυρίως Ο Καθρέφτης του Ταρκόφσκι), συνθέτες κλασικής και μοντέρνας μουσικής (Μπαχ, Τσαϊκόφσκι, Σοπέν, Αλμπινόνι, Ραχμάνινοφ, Πράισνερ, αλλά και Μπιτλς, Σκόρπιονς, Μπαέζ, Ντύλαν).

Στην αρχική σελίδα, πριν από το πρώτο μέρος, φιλοξενείται ένα απόσπασμα από το «Θάνατος στη Βενετία» του Τόμας Μαν σημαντικό για την αποκωδικοποίηση του όλου κειμένου: «{…}δεν υπάρχει άλλος ηρωισμός, από τον ηρωισμό της αδυναμίας».

Πράγματι, οι ηρωίδες της Γκίκα είναι ευάλωτες, τραγικές, γεμάτες ενοχές και αδιέξοδα, που προσπαθούν να τα ξορκίσουν. Η Αρσινόη με τις μεταφράσεις και το γράψιμο –άλλωστε «οι λέξεις εφευρέθηκαν καταρχήν ως άμυνα στην απόγνωση»- η Ράνια με το διάβασμα και τις μαντλέν. Και οι δύο ερωτευμένες με τον ίδιο, μοιραίο άντρα, τον Φώτη. Το κάθε μέρος ανοίγει με ένα ερωτικό, σπαραχτικό, ανεπίδοτο γράμμα της Αρσινόης στον αγαπημένο της και με μια σελίδα ημερολογίου της Ράνιας, με την οποία απευθύνεται στη Γερτρούδη, στο alter ego της, της εκμυστηρεύεται τα μυστικά της και υπογράφει με το ψευδώνυμο Ουλρίκα. Οι ημερολογιακές ενδείξεις, δηλώνουν τον αφηγηματικό χρόνο που περικλείεται από το Μάιο έως τον Δεκαπενταύγουστο του επόμενου έτους. Στην τελευταία σελίδα, υπάρχει η ημερολογιακή ένδειξη, Ιανουάριος, 2011, τελευταία Κυριακή, με την οποία η συγγραφέας δηλώνει την καταληκτική ημερομηνία της συγγραφής του βιβλίου.

Αυτά, όσον αφορά τη δομή, τη μορφή, τα πρόσωπα και εν μέρει το περιεχόμενο του βιβλίου.

 

Το βιβλίο της Γκίκα σε παγιδεύει με τη γοητεία του και ο καθρέφτης, μόνιμο σύμβολο και μοτίβο, όπως και ο λαβύρινθος, που παραπέμπει στο ομώνυμο βιβλίο του Μπόρχες, αντικατοπτρίζει, τελικά, όχι μόνο το είδωλο των ηρωίδων, αλλά και το είδωλο του κάθε αναγνώστη. Χαμένη, λοιπόν, κι εγώ στον γοητευτικό λαβύρινθο, έπρεπε να διαλέξω πού ακριβώς να εστιάσω. Αποφάσισα να σταθώ στο τρίτο πρόσωπο του κάθε κεφαλαίου, στη γυναίκα στον δυτικό καθρέφτη, γιατί είναι αυτή τελικά που ως Γερτρούδη ή ως άλλη Αριάδνη, κρατώντας τον μίτο της αφήγησης, θα επιχειρήσει να βγάλει από το λαβύρινθο τις άλλες δύο γυναίκες και θα οδηγήσει στη λύση.

 

Η γυναίκα στον δυτικό καθρέφτη, λοιπόν, είναι ένας παντογνώστης αφηγητής, ο καλλιτέχνης, που μέσα από τον καθρέφτη παρακολουθεί και τελικά διασταυρώνει και συναιρεί τις ζωές των δύο άλλων γυναικών. Ο καθρέφτης, όπως στο ομώνυμο έργο του Ταρκόφσκι, παίζει εδώ – και σε ολόκληρο το βιβλίο- το ρόλο της αντανάκλασης ή της εξαπάτησης. Ο καθρέφτης αντικατοπτρίζει τις ιστορίες των δύο γυναικών από τα παιδικά τους χρόνια, τη νοσταλγία και τον τρόμο τους, τις ενοχές τους, την καθημερινότητά τους, τις μνήμες –συχνά τραυματικές- από τα πρόσωπα του περιβάλλοντός τους: Να πώς μας τις παρουσιάζει η αφηγήτρια, αλλά συγχρόνως και τη δική της εμπλοκή στις ζωές τους: «Δε συναντήθηκαν ποτέ. Μονάχα στον καθρέφτη. Το είδωλο στον καθρέφτη και ο αντικατοπτρισμός του. Τώρα, πώς γίνεται; Τα κάνει αυτά τα μαγικά ο Καθρέφτης! Εκείνη και η Άλλη. Ο εαυτός και το ψεύδος. Ποιο το πρόσωπο τώρα, και ποια η αντανάκλαση… «Γυναίκες στο περβάζι της ζωής {…} «Κι ανάμεσά τους ο ίδιος άντρας, με άπειρα πρόσωπα και προσωπείο ίδιο». «Έτσι γυρίζει η κούπα του έρωτα, από τον έναν στον άλλο, η δηλητηριώδης κούπα του έρωτα…(Ντάρελ, σ. 93). Ο καταλύτης, για να συναντηθούν οι δύο γυναίκες, που μέχρι τότε βιώνουν η καθεμιά χωριστά τη μοναξιά της, είναι ο Ορφέας (παραπομπή στον Ορφέα στον Άδη, του Τέννεση Ουίλιαμς,  στην όπερα του Όφενμπαχ, αλλά και στην όπερα του Γκλουκ, Ορφέας και Ευρυδίκη), που τις συνδέει τελικά, όπως και το γεγονός της αυτοκτονίας του κοινού αγαπημένου, συζύγου και εραστή, του Φώτη. Γιατί «Σε κάθε θάνατο ενυπάρχει το σπέρμα μιας νέας γνώσης». Διάσπαρτες σε όλο το βιβλίο είναι οι αναφορές σε κείμενα μεταφυσικού χαρακτήρα και θεολογικού περιεχομένου (σ.191), αλλά κυρίως προς το τέλος, όταν οι δύο γυναίκες και ο Ορφέας συνειδητοποιούνται, βρίσκουν το Θεό, στηρίζει ο ένας τον άλλον («Στη μοναξιά του «εγώ», το «εσύ» γίνεται μια προσευχή» (σ.158-159) και συμφιλιώνονται επιτέλους με τη ζωή και το θάνατο. Όταν έχουν πεισθεί πια πως «Ό,τι πεθαίνει δε χάνεται, αλλά βρίσκεται αλλαγμένο στην καινούρια αρχή» (σ. 407). Η γυναίκα στον δυτικό καθρέφτη ταυτίζεται και συμπάσχει με τους ήρωες και τις ηρωίδες, αλλά δεν μπορεί, όπως λέει με απόγνωση και, υιοθετώντας το πρώτο ρηματικό πρόσωπο, «κανέναν, καμιά τους να προφυλάξω. Οπτασία την ίδια ώρα μέσα στο χρόνο κι εγώ, να θρηνώ το αναπόφευκτο, την απόλυτη επιλογή μας. Φιγούρες όλοι μας, πες από παιδική νερομπογιά. {…}Κι εγώ φιγούρα και ξεπλένομαι!  Μονάχα εδώ, στον Δυτικό καθρέφτη είμαστε τόσες πολλές. Εδώ συγκεντρώνονται ζωντανές και νεκρές. {…} Το ζήτημα παραμένει ποιος έπλασε εμένα». Άλλη μια φορά επανέρχεται το υπαρξιακό ερώτημα που μένει αναπάντητο και καταλήγει: «Κι όλα είναι Καθρέφτης, με εμένα «Αριάδνη», που δεν τον χρειάζομαι τον μίτο πια» (σ.287). Κι αναρωτιέται:  {…} Πόσο, όμως, αντέχεις να ζεις με τις αντανακλάσεις ενός καθρέφτη, πάλι και πάλι την ίδια σκηνή; {…} (σ.304). (Ίσως εδώ γίνεται μια παραπομπή στο «Θρήνο της Αριάδνης» του Νίτσε ή στην ημιτελή μουσική σύνθεση του Χάυδν «Τα θραύσματα μέσα σου», που οδηγεί τον ακροατή στην αναζήτηση του προσωπικού του λαβύρινθου).   

 Η αφηγήτρια φαντάζεται τον εαυτό της ανάμεσα στις δύο γυναίκες και, χρησιμοποιώντας και πάλι το πρώτο πρόσωπο, μοιάζει σαν να μονολογεί:  «Κι ανάμεσά τους εγώ, που τις βλέπω που με επινόησαν εκείνες ή που τις επινοώ εγώ»… «Βουβές και οι τρεις. Αρσινόη, Ράνια, Γερτρούδη πιόνια σε αόρατη σκακιέρα. Αριάδνη, Βεατρίκη, Οφηλία, Ουλρίκα, όπως κι αν σε λένε, χαρτί από σάρκα που ματώνει. (σ. 383, 384). Ο καθένας, όνειρο στο όνειρο του άλλου. Κι όλο αυτό μια αλυσίδα αδιάκοπη και ατέρμονη και αδιαίρετη, που κρατά και μια, και δεύτερη και χιλιοστή αιώνια ζωή». Η κοινή μοίρα όλων των γυναικών αποδίδεται με συνταρακτικό τρόπο:  «Γυναίκες-μπάμπουσκες…η μια μέσα στην άλλη, και μέσα στην άλλη, και μέσα στην άλλη…, σχεδόν ξύλινες στις μικρές τους δειλές –ή ψευδαισθησιακά τολμηρές επιλογές».

Ο Καθρέφτης είναι η άβυσσος, αλλά και η  λύση στο αίνιγμα. Και το πλήρωμα του Χρόνου, τελικά, το κλειδί.  {…} Ο πολυεδρικός καθρέφτης είναι η συνείδηση που μένει εγκλωβισμένη και πάσχουσα ως τη στιγμή της μεταμέλειας. Μέσα από το καθρέφτη η πραγματικότητα θρυμματίζεται και ένας άλλος κόσμος πλαστός ανασυντίθεται από τα συντρίμμια της. Είναι η αναζήτηση του φαντασιακού, μέσα από το κομμάτιασμα του πραγματικού «Επιβιώνουμε με τις επιλογές του φαντασιακού», λέει το μότο ενός κεφαλαίου (στη σ. 205). « Ώστε, λοιπόν, αυτό που μας τρέφει είναι  όλο κι όλο η φαντασία μας, τα ψεύδη;», αναρωτιέται και η Ράνια κάποια στιγμή (σ.213). Ο καθρέφτης θυμίζει τον κόσμο του Προυστ και της μνήμης. Πράγματι σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου οι αναμνήσεις εκρήγνυνται και σπάζουν τη συνοχή της αφήγησης. Ο χρόνος σχετικοποιείται. Το παρελθόν διασταυρώνεται διαρκώς με το παρόν και ο χώρος, παρόλη τη στατικότητα των τριών σημείων του ορίζοντα, όπου κατοικούν οι τρεις γυναίκες, εναλλάσσεται συνεχώς. Ο εξωκειμενικός όμως χρόνος παραμένει παρών, με τις έντονες περιγραφές των εκρηκτικών γεγονότων που συμβαίνουν στο κέντρο της Αθήνας. Είναι αυτά τα γεγονότα που θα οδηγήσουν τα βήματα της Αρσινόης εκεί, σ’ αυτό που πρόκειται να συμβεί, σχεδόν με ένα μεταφυσικό τρόπο: «Η Αρσινόη επείγεται να είναι στην ώρα της σ’ αυτό το «θα συμβεί». Η Αρσινόη αποτελεί μέρος αυτού του «θα συμβεί». Χρειάζεται την Αρσινόη για να μπορεί να συμβεί!» (σ.161). Παρατηρούμε και πάλι το ιδιαίτερο ύφος, με τις κοφτές φράσεις, τις επαναλήψεις του ρήματος, που δίνουν στις κινήσεις της Αρσινόης τον χαρακτήρα του πεπρωμένου. Ο καλλιτέχνης, όμως, για πολλοστή φορά αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί, γιατί, παρόλο που γνωρίζει πολύ καλά ότι για κάθε συμφορά είναι υπεύθυνη η φύση του ανθρώπου, ωστόσο, «είναι ανήμπορος να προειδοποιήσει ή να σώσει τους φίλους του» {…}Το μόνο που μπορεί να τους επαναλάβει είναι εκείνη η πατερική φράση: «Στοχαστείτε και θρηνήστε». Και συνεχίζει: {…} «Ο καθένας μας πορεύεται με τη σκιά του, τον σωσία του, τον Doppelganger. Είναι ο αντίθετός μας, αυτός που μας συμπληρώνει. Αυτός που δεν είμαστε και που δε θα γίνουμε ποτέ». Μόνο με τη μαγική δύναμη της τέχνης είναι δυνατόν να ανακαλύψει κανείς τη σκιά του, το αντίθετό του, αυτόν που μας συμπληρώνει, μας ολοκληρώνει τελικά. Με τον τρόπο αυτό επιβεβαιώνει ο καλλιτέχνης τη φράση του Πεσσόα: «Η λογοτεχνία, όπως και κάθε μορφή τέχνης, ισοδυναμεί με ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί» (267).  

Σαν μέσα από ένα θρυμματισμένο καθρέφτη παρακολουθήσαμε κι εμείς τα όνειρα, τους πόθους και τις οδύνες των ηρωίδων και των ηρώων της Ε. Γκίκα. Αφουγκραστήκαμε με προσοχή τις σοφές συμβουλές: «Να μην είσαι τίποτε, για να μπορείς να γίνεις τα πάντα. {…} Να τα σβήνεις όλα πάνω στον πίνακα μέρα με τη μέρα, να γίνεσαι καινούριος κάθε αυγή, το συναίσθημά σου να είναι πάντα παρθένο. Ιδού, ιδού το μόνο που αξίζει να έχεις, για να είσαι ή να έχεις αυτό το ατελές που είμαστε όλοι» (σ.338-339). Ακολουθήσαμε τους στοχασμούς της για τον έρωτα, το θάνατο, τη λυτρωτική λειτουργία της τέχνης, την επίμονη αναζήτηση της ευτυχίας, αλλά και τη συντριβή των ονείρων, τον χαμένο, αλλά και τον ξανακερδισμένο χρόνο και σίγουρα βγήκαμε πλουσιότεροι, σοφότεροι και πιο αισιόδοξοι. Τώρα,

 

Σιωπή θωπευτική

Πέλαγος, και ταξιδεύεις… 

Ύστερα λες: Έγινα δέντρο…

 

Από «Το γράμμα που λείπει», της Ελένης Γκίκα.

 

 

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

"Το bolero δεν ήταν του Ravel" και "Η ζωγραφιά που ταξιδεύει" τώρα είναι δρόμος...

Ο χρόνος περνά τελικά. Κι έτσι το "bolero" που ήταν παγωτό έγινε μυθιστόρημα κι είναι έτοιμο "Το bolero δεν ήταν του Ravel", με κούκλες, μαριονέτες, παρτιτούρες, φονικά και μυστικά (α έχει και μιαν αγάπη, αλλά δεν την πήραν είδηση καλά καλά). Και "Η ζωγραφιά που ταξιδεύει" έγινε παραμύθι γιατί έτσι περίπου γεννήθηκε ο κόσμος, και τώρα όλα είναι δρόμος. Όπως δρόμος δλδ είναι όλη μας η ζωή. Καλό μας Φθινόπωρο και Καλή δύναμη σε όλους μας, ναι?