Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

Τα πάντα αλλάζουν όταν τα ζεις

“Κι αυτό που γράφω είναι συνήθως το όνομά μου, στον τοίχο δίπλα στον καθρέφτη μ' ένα μολύβι ματιών. Ρεν. Το γράφω συνεχώς. Ρενρενρενρεν, σαν τραγούδι. Γιατί μπορεί να ξεχάσεις ποιος είσαι άμα σε τρώει η μοναξιά”

“Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΜΜΥΡΑΣ” της Μάργκαρετ Άτγουντ. Μετάφραση: Μπελίκα Κουμπαρέλη. Εκδ. “Ψυχογιός”, σελ. 520, € 18.80

“Κοίτα το”, μου είπε. Είχε γράψει το όνομά της με το σιρόπι στην τσιμεντόπλακα και ουρές μυρμηγκιών το έτρωγαν κι έτσι κάθε γράμμα είχε για ουρά ένα μαύρο μυρμήγκι. Έτσι έμαθα και το όνομά της: Αμάντα Πέιν. Γραμμένο με μυρμήγκια. “Ωραίο, ε; Θες να γράψεις και το δικό σου;”
“Γιατί το κάνεις αυτό;”
“Μ' αρέσει. Γράφεις το όνομά σου και βλέπεις να σ' το τρώνε. Κι έτσι εμφανίζεσαι κι εξαφανίζεσαι. Και δεν μπορεί να σε βρει κανείς”.
Σαν “επιστημονική φαντασία” στην εποχή τους εμφανίζονται. Όλα εκείνα τα βιβλία που μέλλει να αποδειχθούν προφητικά. Η νουβέλα των Μπόρις και Αρκάντι Στρουγκάρσκι “Πικ νικ στην άκρη του δρόμου” (εκδ. “ΑΩ”) που έγινε το κινηματογραφικό ταρκοφσκικο “Στάλκερ” μετά, “Η εξαφάνιση του Μορέλ” (εκδ. “Πατάκη”) του Καζάρες, και το 2009, “Η χρονιά της Πλημμύρας” της Μάργκαρετ Άτγουντ που κυκλοφόρησε προσφάτως στα καθ' ημάς, από τις εκδόσεις “Ψυχογιός”. Αλλά αρκετά νωρίτερα για να “φωτογραφίζει” ωστόσο τον ιαπωνικό πυρηνικό εφιάλτη που ακολουθεί, να αντικατοπτρίζει τα εν δυνάμει όσα ερεβώδη στην εποχή μας μπορεί να συμβούν. Από τον εφιάλτη του διαδικτύου “Πρόσεχε τις λέξεις. Πρόσεχε τι γράφεις. Μην αφήνεις ίχνη” και τα δαχτυλικά αποτυπώματα της γραφής, σε μιαν κατ' εξοχήν ιντερνετική εποχή“Όσο για το γράψιμο, είναι επικίνδυνο γιατί διευκολύνεις τους εχθρούς σου να σε εντοπίσουν, να σε κυνηγήσουν, να χρησιμοποιήσουν τα κείμενά σου για να σε καταδικάσουν...”, μέχρι μια αλλιώτικη πυρηνική πλημμύρα “Όμως τώρα που μας ρούφηξε η Άνυδρη Πλημμύρα, ό,τι κι αν σημειώσω δεν κινδυνεύω, γιατί αυτοί που θα μπορούσαν να το στρέψουν εναντίον μου λογικά είναι νεκροί”.
Στις σελίδες αυτού του σκοτεινού, ιδιοφυούς, σκληρού ωστόσο επί της ουσίας φωτεινού μυθιστορήματος, το ανθρώπινον είδος που αγαπά να αυτοκαταστρέφεται, βρίσκεται στο κατώφλι μιας τεράστιας οικολογικής καταστροφής. Ο Αδάμ- Ένα, καλοσυνάτος ηγέτης της σέχτας “Οι κηπουροί του Θεού” έχει προβλέψει γι' αυτήν, και δυστυχώς επαληθεύεται. Στους επιζώντες, δυο γυναίκες, μια νεαρή γυναίκα που έχει βρει καταφύγιο σε στριπτιτζάδικο, η Ρεν, και η Τόμπι, μέλος της σέχτας που έχει απομονωθεί σε πολυτελές σπα.
Με αγραμμική αφήγηση και ξεκινώντας από την καταστροφή, με δοκιμιακά και ποιητικά ιντερμέδια που αφορούν την φιλοσοφία της σέχτας των Κηπουρών και διαρκή φλας μπακ στην ζωή των δυο γυναικών, η συγγραφέας στήνει ένα χρονικό επιβίωσης, αναζητώντας τα βασικά της ψυχής μας. Το αξιακό άξονα εκείνο όπως “αγάπη”, “ελπίδα” και “έλεος”, χάρη στα οποία “ο κατεστραμμένος κήπος” μπορεί να αναγεννηθεί.
Στήνοντας μια διαρκή αλληγορία, αναφέρεται σε όλα τα μεγάλα ζητήματα, όπως είναι η λογοτεχνία “Κι αυτό που γράφω είναι συνήθως το όνομά μου, στον τοίχο δίπλα στον καθρέφτη μ' ένα μολύβι ματιών. Ρεν. Το γράφω συνεχώς. Ρενρενρενρεν, σαν τραγούδι. Γιατί μπορεί να ξεχάσεις ποιος είσαι άμα σε τρώει η μοναξιά”, ο θάνατος “Φανταστείτε τη φρίκη αν δεν υπήρχε θάνατος”, η διαρκής αλλαγή εφάμιλλη της ζωής “Τα πάντα αλλάζουν όταν τα ζεις”.
Με αστείρευτο χιούμορ, ατμόσφαιρα και φρενήρη πλοκή, εναλλάσσοντας την σκληρή και την τρυφερή όψη της πραγματικότητας και της ζωής, τελικά, στήνει κυριολεκτικά έναν ύμνο σε ό,τι ούτε πουλιέται ούτε αγοράζεται κι ούτε φθείρεται, όπως είναι “το όνειρο”, στη ζωή:
“Οι Κηπουροί μας έλεγαν: “Είμαστε ό,τι τρώμε”, όμως το αλλάζω σε είμαστε ό,τι ευχόμαστε. Γιατί άμα δεν μπορείς να ευχηθείς, ποιος ο λόγος να ζεις;”
Το αποτέλεσμα, το βιβλίο μιας ρεαλιστικής ουτοπίας, το φωτεινό σκότος, η τέχνη και η πνευματικότητα που διασώζει, λυτρώνει, αποδίδει το ειδικό βάρος στον καθένα μας και σε όλους μαζί. Επειδή “δεν μπορείς να σκοτώσεις τη μουσική. Μπορείς;” Και επειδή “η γη”, εν τέλει, “μπορεί και να συγχωρεί”.


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Η Μάργκαρετ Άτγουντ γεννήθηκε στην Οτάβα του Καναδά το 1939 και μεγάλωσε στο βόρειο Οντάριο, το Κεμπέκ και το Τορόντο. Σπούδασε στο Κολέγιο Βικτόρια του Πανεπιστημίου του Τορόντο και απέκτησε μεταπτυχιακό από το Κολέγιο Ράντκλιφ.
Έχει γράψει περισσότερα από 40 μυθιστορήματα, ποιήματα, παιδικά βιβλία και δοκίμια. Κατά τη διάρκεια της συγγραφικής της καριέρας έχει τεθεί υποψήφια ή έχει τιμηθεί με αμέτρητα βραβεία στον Καναδά και στο εξωτερικό, όπως το βραβείο Premio Mondello (1997), το Commonwealth (1987, 1994), το Booker (1989, 1996, 2000, 2003, 2005, 2007), και το Orange (2001, 2004).
Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 40 γλώσσες και συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες πεζογράφους και κριτικούς του Καναδά.
Σήμερα ζει στο Τορόντο με το σύντροφό της, το συγγραφέα Γκρέιμι Γκίμπσον. Από τις Εκδόσεις Ψυχογιός θα κυκλοφορήσει σε νέα έκδοση το βραβευμένο με Booker μυθιστόρημά της “Ο τυφλός δολοφόνος”.

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

θα είμαι όλοι ή κανείς. Θα είμαι ο άλλος.

Δημοσιεύθηκε στο PopUp Press,
από τον συγγραφέα Γιάννη Παπαγιάννη (άργησε να φτάσει σ' εμένα, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη κι ευχαριστώ πολύ)

Ελένη Γκίκα, «Πλήθος είμαι».
Εκδόσεις «Άγκυρα» σελίδες 367.
 Ιδιαίτερη προσωπικότητα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, η Ελένη Γκίκα. Έχει εκδώσει, έως τώρα, είκοσι έξι βιβλία, εκ των οποίων τα έντεκα μυθιστορήματα και τα υπόλοιπα, ποίηση, διηγήματα και παραμύθια.
Έγκριτη κριτικός λογοτεχνίας, εδώ και πολλά χρόνια, υπεύθυνη, όπως αναφέρει στο βιογραφικό της, των σελίδων βιβλίου στο «Έθνος της Κυριακής», αποδεικνύεται ένας άνθρωπος που ζει μέσα στα βιβλία ή ζει για τα βιβλία. Η πρωταγωνίστρια του τελευταίου, ενδέκατου μυθιστορήματος που κατατίθεται υπό τον τίτλο «Πλήθος Είμαι», μοιάζει (σαν) περσόνα της ίδιας της συγγραφέως. Μέσα σε μια ιστορία ενιαίου χρόνου, όπου το χθες και το τώρα αλληλεπικαλύπτονται επικίνδυνα, η προσωπικότητα της Σαβίνας, της πρωταγωνίστριας, διαθλάται και αντανακλάται σε ποικίλα κάτοπτρα, χωνεύεται σε πολλαπλά πρόσωπα ή προσωπεία και αναζητάει, μέσα από τα βιβλία, την ταυτότητά της. Όπως η εσωτερική αναδρομή στο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» ξεκινάει από μια μαντλέν, έτσι κι εδώ: μια ελάχιστη αφορμή, μια σπασμένη κούκλα, οδηγεί την ηρωίδα σε ένα ταξίδι, μια επανάληψη κι ανακατανομή της ζωής, μέσα από τους μύθους και τις λέξεις. Πλήθος βιβλία, ελληνικά, ξενόγλωσσα μεταφρασμένα, μικρά, μεγάλα, μυθικά, ρεαλιστικά, παρελαύνουν μέσα στη μνήμη και στο παρόν, αφήνουν τα εκφραστικά αποτυπώματά τους, επηρεάζουν τα βήματα του μυαλού της κι, ως εκ τούτου, καθορίζουν την πορεία της. Ποια όμως από τις πολλαπλές προσωπικότητες που περνούν μπροστά από τα μάτια της μέσα από τις λέξεις θα διαλέξει η ηρωίδα; Μα, βέβαια, την δικιά της προσωπικότητα. Θα μπορούσε, το επαναλαμβανόμενο μότο του βιβλίου («θα είμαι όλοι ή κανείς. Θα είμαι ο άλλος»), να παραφραστεί, από τον αναγνώστη, στο κλείσιμο: «Θα είμαι εγώ». Όπως υποστήριζε ο Προυστ, η λογοτεχνία μοιάζει κι εδώ να είναι ο μόνος δρόμος προς την αυτογνωσία. Ένα βιβλίο για τα βιβλία και τη γνώση του εαυτού μας, από μια συγγραφέα που έχει αφιερώσει τη ζωή της στα βιβλία.
Γιάννης Παπαγιάννης
 

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

“Ποια Ρόζα είμαι τελικά;”

“ΦΕΥΓΩ” της Κώστιας Κοντολέων. Εκδ. “Ψυχογιός”, σελ. 177, € 12.20

“Θέλω... να βρω το κουράγιο να φύγω από τον Φλάβιο. Θέλω... να βρω το θάρρος να κάνω το ταξίδι που θα με φέρει πιο κοντά στον Νικόλα. Θέλω... να διαγράψω το παρελθόν μου, να αδιαφορίσω για το μέλλον μου, να ζήσω μόνο το παρόν μου.
Να φύγω θέλω!”
Με τον, αν και σαφή, εν τέλει, παραπλανητικό τίτλο “Φεύγω”, η συγγραφέας και μεταφράστρια Κώστια Κοντολέων, στο καινούργιο της μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε στην καινούργια λογοτεχνική σειρά των εκδόσεων “Ψυχογιός”, υπογράφει ένα σχεδόν αρχετυπικό γυναικείο πρόσωπο- ρόλο.
Στις σελίδες του, η Ρόζα σε πρώτο και τρίτο πρόσωπο, εξομολογητική άλλοτε, γεμάτη ενοχές αλλά και βαθιές, παθιασμένες επιθυμίες, κι άλλοτε καθωσπρέπει, συνετή και τριτοπρόσωπη, ενώνει τους εαυτούς τους και περνοδιαβαίνει στους άλλους και στον χρόνο.
“Θέλει να μείνει κοντά του μα και να φύγει μακριά του.
Θέλει... Τι ακριβώς θέλει η Ρόζα;”
Αναζητώντας την πιο βαθιά της επιθυμία, τον εαυτό που αγνοεί μα ωστόσο στην ανικανοποίητή της τάση για φυγή, διαρκώς εν τούτοις, τον κουβαλάει.
“Κόρη γιατρού ήταν κι έπρεπε να δίνει το καλό παράδειγμα, να γυρνάει πριν από τις εννιά το βράδυ στο σπίτι, γιατί έτσι έκαναν τα καλά και ηθικά κορίτσια, αργά στους δρόμους γυρνάνε μόνο κάτι ξετσίπωτες ελευθερίων ηθών, ήταν η μόνιμη επωδός της μάνας της”...
Ξεδιπλώνοντας τη ζωή σχεδόν από την αρχή που άρχισε να κατανοεί την διχασμένη, φιλελεύθερή της ύπαρξη, πηγαινοέρχεται ανάμεσα στην όντως Ρόζα και στη Ρόζα των άλλων:
“Δεν έμαθαν ποτέ το διχασμό της σε δυο προσωπικότητες που αντιμάχονταν η μια την άλλη”. Βιώνοντας έναν διαρκές προσωπικό της αθέατο πόλεμο, αποτυγχάνει στις σπουδές, εξάλλου, κι αυτές υπήρξαν επιθυμία των άλλων, ερωτεύεται και εμπιστεύεται και πάλι τον εαυτό της ολόκληρο και την
“ερωτική αγωγή της” στον Φλάβιο, που είναι εξαπατητικά η επανάστάση της στους άλλους. Ζωγράφος, ό,τι δεν θα ήθελε το μεσοαστικό σπίτι της. Εκείνη που υπήρξε συνάμα και η άλλη, “συνετή και υπάκουη Ρόζα, εκείνη που ήταν το καμάρι των γονιών της”. Μπαινοβγαίνοντας στην όντως Ρόζα και στη σκιά, που ποτέ της δεν εγκατάλειψε. Στήνοντας παιχνίδια και στον ίδιο τον εαυτό της, εξάλλου σε μας είναι που λέμε πάντα, το μεγαλύτερο ψέμα.
Με οξυδερκή και άκρως εικαστική δομή, όπως ταιριάζει στη ζωή που ολοκληρώνεται όταν γίνεται τέχνη και στον δημιουργό ήρωά της που καταδυναστεύει με την ασφυκτική του αγάπη την Ρόζα, η Κώστια Κοντολέων, χωρίζει την ιστορία της σε πέντε κεφάλαια – πίνακες: Η Ρόζα ερωτευμένη (κάρβουνο), Η Ρόζα παντρεμένη (ακουαρέλα), Η Ρόζα μόνη (λάδι), Η Ρόζα κι εγώ (γλυπτό από σίδερο, πέτρα κι οστά, που ΑΝΗΚΕΙ. Και εντέλει Η Ρόζα φεύγει.
Με ύφος άλλοτε ονειρικό, εξομολογητικό και ποιητικό, στα πρωτοπρόσωπα κεφάλαια όπου η Ρόζα, επιθυμεί, παθιάζεται, προσπαθεί, θέλει να φύγει, εγκλωβίζεται κι αμφιβάλλει, κι άλλοτε ρεαλιστικό με θεατρικούς διαλόγους και ψυχαναλυτικούς χαρακτήρες, η συγγραφέας “παίζει” με την φυγή, τολμά, θέλει την ηρωίδα της να πηγαινοέρχεται, να αγγίζει τα όριά της, να αμφισβητεί, να στήνει παιχνίδια στην ίδια της τη ζωή, ναι να μπερδεύει την επανάσταση με την υποταγή, την εντροπία με την μανία της για φυγή, σε κεντρομόλο κίνηση αλλά και φυγόκεντρη διαρκώς αντιφατική, γλυπτό να γίνεται στην σκηνοθετική μανία του Φλάβιο.
Φυσικά, όλα αυτά καθόλου... αβρόχοις ποσί:
“Η Ρόζα ξαφνικά σκιρτά. Κατανοεί το παιχνίδι που ο ίδιος της ο εαυτός την είχε κάνει να παίζει εδώ και μήνες...
Ναι, ήταν σχεδόν σίγουρη πως ο Νικόλας θα γινόταν το άλλοθί της για το ξεστράτισμα- παροδικό ή μόνιμο;- από την καταθλιπτική ατμόσφαιρα του σπιτιού της. Η απαρχή μας παρτίδας για δύο συν έναν παίχτες, με άγνωστη διάρκεια, αμφίρροπη εξέλιξη, απώλειες ή κέρδη”...
Τα ιντερμέδια, εμμονικά και φυσικά, διαρκή:
“Έφευγε από τον Φλάβιο- έφευγε;- για να γυρίσει στον Νικόλα- γυρνούσε;”
Οι αμφιβολίες και η εσωτερική αναζήτηση, όμοια, σε κάθε στιγμή:
“Ποια Ρόζα είμαι τελικά; Αυτή που φώναζε στο λεωφορείο για το Καρπενήσι “Αφήστε με να κατέβω” ή η άλλη, που απαιτούσε να μείνω και να επιστρέψω στον Φλάβιο;
Μια τρίτη Ρόζα, που δεν μπορεί ή δε θέλει να βάλει όρια στη ζωή της;”
Η Κώστια Κοντολέων, κατορθώνει, τελικά, να υπογράψει ένα υποδειγματικό μυθιστόρημα για την αλήθεια και την ψευδαίσθηση του έρωτα, αλλά πάνω απ' όλα για την αντιφατική γυναικεία φύση, για τα προσωπεία και το πρόσωπο που φορτώνεται μια γυναίκα από παιδί, για την ελευθερία που είναι κατάσταση εσωτερική και γι' αυτό τόσο δύσκολα κατακτιέται από τους πάντες.
Το αποτέλεσμα, η αιώνια γυναικεία κραυγή. Να μην ανήκει αλλά να διεκδικεί συνεχώς η ίδια την ίδια της τη ζωή και ο έρωτας που είναι κατάκτηση ολοκληρωτική, η ζωή και το ερωτικό πάθος που γίνεται τέχνη.


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ:

Η Κώστια Κοντολέων είναι συγγραφέας και μεταφράστρια.
Έχει γράψει πέντε βιβλία:
“Τα χρόνια του δράκου”, Ρόπτρον, 1989
“Σιγανά, σιγανά πατώ τη γη”, Πατάκης, 1999
“Το χάρτινο σπέρμα”, Πατάκης, 199
“Το κίτρινο φουστάνι”, Πατάκης, 2000.
Το “Φεύγω” είναι το τέταρτο μυθιστόρημά της και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Ψυχογιός”.
Έχει μεταφράσει περισσότερα από πενήντα βιβλία, μεταξύ των οποίων έργα των: Τζόις Κάρολ Όουτς, Φίλιπ Πούλμαν, Τόμας Σάβατζ, Ρόαλντ Νταλ, Μάρκους Ζούσακ, Ρόμπερτ Κόρμιερ, Πένελοπ Φιτζέραλντ, Ρ.Κ.Νάραγιαν, Μάγια Αγγέλου, Μέλβιν Μπέρτζες κ.α.
Έχει τιμηθεί με διάφορα βραβεία' ανάμεσά τους ξεχωρίζουν το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης 1992 και η διπλή αναγραφή της στον Τιμητικό Πίνακα της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα (ΙΒΒΥ).

Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Οι λέξεις

Όταν ο Ταρκόφσκι γύριζε τον “Στάλκερ” βασισμένος στη νουβέλα των Μπόρις και Αρκάντι Στρουγκάρσκι “Πικ νικ στην άκρη του δρόμου”, όλοι μιλούσαν “για επιστημονική φαντασία”, και επειδή είχε την σφραγίδα του μεγάλου ρώσου να το αποκαλούσαν λυρικό, υπαρξιακό δράμα. Μετά το Τσερνόμπιλ όμως όλοι μιλούσαν για έργο προφητικό. Τα έχει αυτά η τέχνη. Καταλύει τον χρόνο και μπορεί και βλέπει το μέλλον.
Κατ' όμοιον τρόπο, η Μάργκαρετ Άτγουντ υπογράφοντας το επιστημονικής φαντασίας της έργο “Η χρονιά της πλημμύρας” “φωτογραφίζει” τον ιαπωνικό πυρηνικό εφιάλτη, καθρεφτίζει τα εν δυνάμει όσα ερεβώδη στην εποχή μας μπορεί να συμβούν.
Από τον εφιάλτη του διαδικτύου “Πρόσεχε τις λέξεις. Πρόσεχε τι γράφεις. Μην αφήνεις ίχνη” και τα δαχτυλικά αποτυπώματα της γραφής “Όσο για το γράψιμο, είναι επικίνδυνο γιατί διευκολύνεις τους εχθρούς σου να σε εντοπίσουν, να σε κυνηγήσουν, να χρησιμοποιήσουν τα κείμενά σου για να σε καταδικάσουν...” μέχρι μια αλλιώτικη πυρηνική πλημμύρα “Όμως τώρα που μας ρούφηξε η Άνυδρη Πλημμύρα, ό,τι κι αν σημειώσω δεν κινδυνεύω, γιατί αυτοί που θα μπορούσαν να το στρέψουν εναντίον μου λογικά είναι νεκροί”.
Φωτίζοντας την τέχνη για την ψυχή μας, ό,τι μας απομένει:
“Κι αυτό που γράφω είναι συνήθως το όνομά μου, στον τοίχο δίπλα στον καθρέφτη μ' ένα μολύβι ματιών. Ρεν. Το γράφω συνεχώς. Ρενρενρενρεν, σαν τραγούδι. Γιατί μπορεί να ξεχάσεις ποιος είσαι άμα σε τρώει η μοναξιά”...

Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Πανανθρώπινα αρχέτυπα που επιστρέφουν αιώνια στη ζωή και στην τέχνη

Της Εύαs Στάμου (για την “Αιώνια επιστροφή”, εκδ. “Ψυχογιός”¨)

Η Ελένη Γκίκα δεν ασχολείται με εύκολα θέματα και δεν διστάζει να αναμετρηθεί μέσα από τα κείμενά της με την οδύνη του χωρισμού, του ανεκπλήρωτου έρωτα, της μοναξιάς, του πένθους, και της απώλειας του αγαπημένου προσώπου. Τις ηρωίδες των βιβλίων της χαρακτηρίζει ο πόνος και η μελαγχολία όχι μόνο εξαιτίας των όσων ζουν, αλλά ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ζουν.
Το πάθος της δημιουργίας και η επιθυμία να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη της κοινής ζωής με τα αγαπημένα πρόσωπα που έχουν πια χαθεί, αλλά η πένα της συγγραφέως ξανασυνθέτει στην κάθε τους λεπτομέρεια, διατρέχει τα κείμενά της Ελένης Γκίκα. Ο απών δεν ωραιοποιείται, παρουσιάζεται αντίθετα σε όλη την τρωτότητα του και παρά τις αδυναμίες και τα πάθη του κερδίζει τον έρωτα και την αφοσίωση της κεντρικής ηρωίδας.
Όπως και στα προηγούμενα βιβλία της έτσι και σε αυτό η συγγραφέας διηγείται αποσπάσματα από το παρελθόν και το παρόν των ηρώων με τρόπο στοχαστικό: σκέψεις για την τέχνη, διακόπτονται από συλλογισμούς για τη φθορά, την μνήμη, την απουσία και τα σημάδια που αυτή αφήνει στην ψυχή μας, σημάδια που μετουσιώνονται σε τέχνη.
Αν και στο βιβλίο αυτό ο υποψιασμένος αναγνώστης θα ξαναβρεί στοιχεία-συμπεριλαμβανομένης της θεματολογίας- που επανέρχονται στα κείμενα της συγγραφέως, αυτή τη φορά η ατμόσφαιρα και το ύφος είναι διαφορετικά: η ιστορία παρουσιάζεται με τρόπο ευθύ και ρεαλιστικό, μα χωρίς να χάνεται η ιδιαίτερη μαγεία κι ο ερωτισμός που έχουμε συνηθίσει από προηγούμενα βιβλία της Ελένης Γκίκα. Μόνο που αυτή τη φορά ή συγγραφέας λες κι αποφάσισε χωρίς ντροπές να κοιτάξει τους αναγνώστες στα μάτια και με αφοπλιστική αυτοπεποίθηση να τους μιλήσει θαρρετά για τα βιώματα των ηρώων της ιστορίας της.
Η παράθεση των βιβλιοκρισιών που η Ελένη Γκίκα έχει συγγράψει ως κριτικός, δίνουν στον αναγνώστη τη δυνατότητα να εντοπίσει και να ενσκήψει στις πηγές έμπνευσης του πρόσφατου βιβλίου της, αφού με τρόπο δημιουργικό η συγγραφέας επεξεργάζεται στοιχεία όχι μόνο πρόσφατων Ελλήνων λογοτεχνών αλλά και σημαντικών καλλιτεχνών του παρελθόντος με πρώτο τον Αντρέι Ταρκόφσκι.
Οι διάλογοι ανάμεσα στους δύο εραστές που διανθίζουν το βιβλίο, η τολμηρή, ωμή γλώσσα των ερωτικών περιγραφών, η βασανιστική ανάγκη του θηλυκού για το αρσενικό και το αντίστροφο, δημιουργούν ρεαλιστικούς, καθημερινούς ήρωες από τη μία, αλλά από την άλλη αντικατοπτρίζουν πανανθρώπινα αρχέτυπα που επιστρέφουν αιώνια τόσο στη ζωή όσο και στην τέχνη.

Η Εύα Στάμου είναι ψυχολόγος και συγγραφέας: