Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Ποτέ μου δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα ερχόταν μια μέρα που δεν θα με φοβόταν ένα σπουργίτι...

Αντώνης Σουρούνης: Η ζωή με τα μυστικά της και το μεγάλο μυστήριο του έρωτα

"Οταν ήμουν μικρός, πολύ λίγα πράγματα είχαν αποκαλυφθεί πάνω στη Γη και ο κόσμος ήταν ακόμα γεμάτος μυστήριο. Υπήρχαν ελάχιστες χώρες κι ένα μόνο βιβλίο, η Μάσκα. Πολύ αργότερα γέμισε με βιβλία ο ντουνιάς. . . Κάθε μέρα όλο και κάποιος ανακάλυπτε κάτι και το έλεγε στους δικούς του. Αυτοί το έλεγαν στους άλλους, οι άλλοι στους άλλους δικούς τους, κι έτσι πληροφορούνταν πάνω στη Γη για τη νέα ανακάλυψη. . . ".
Ετσι αρχίζει ένα βιβλίο ζωής, ακριβώς όπως του αρμόζει με "Τα μυστήρια χρόνια". Ενα βιβλίο μπάμπουσκα που χωρά στις 115 σελίδες του μισόν αιώνα ζωής, προσφέροντάς μας μιαν άλλη μαγική εκδοχή στα ήδη υπάρχοντα όχι και τόσο δεδομένα και αυτονόητα πράγματα.

Ο μεγάλος γύρος του κόσμου
Ο Αντώνης Σουρούνης το έγραψε όταν συμπλήρωσε μισόν αιώνα, εξ ου και ο τίτλος "Μισόν αιώνα άνθρωπος". Κατορθώνοντας όμως μ' αυτόν τον τρόπο να ξαναδιαβάσει την ίδια του τη ζωή αλλά και τη Ζωή, τη ζωή με τα μυστικά της και το μεγάλο μυστήριο του έρωτα. Τη ζωή με τους φίλους, τη ρουλέτα, τον μεγάλο γύρο στον κόσμο. Τη ζωή με το γέλιο και με το κλάμα, τη ζωή με το διαρκές θαύμα.
Τη ζωή του που είναι και όλων μας η Ζωή, με έναν τρόπο μαγευτικά παιδικό, σαγηνευτικά αλήτικο, αυτοσαρκαστικό και υπερβατικό, με τον σουρουνικό τρόπο που ήδη λατρέψαμε.
Το βιβλίο εκδόθηκε το 1996 και επανεκδίδεται ειδικά για τους αναγνώστες της εφημερίδας από το "Εθνος της Κυριακής" και από τις εκδόσεις "Καστανιώτης". Αποτελώντας μια σπάνια ευκαιρία να ξαναδιαβάζει κανείς την ποίηση και το μυστήριο της Ζωής, τη μαγική καθημερινότητα.
Το βιβλίο ξεκινάει από τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα στη Θεσσαλονίκη και συνεχίζεται με επεισόδια από την ενήλικη ζωή σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη του κόσμου. Σαν παιδί που παίζει ο Σουρούνης αποκαλύπτει το γλυκόπικρο της ζωής με ειρωνεία και ευγένεια που βεβαίως σπανίζει.
"Μέσα απ' όλα τα χρόνια μου, απ' όλες τις δουλειές μου, απ' όλους τους τόπους και τους ανθρώπους που είχα γνωρίσει, μέσα απ' όλες τις φιλίες μου και τους έρωτές μου, αναδυόταν συνέχεια όχι η μορφή αλλά το σουλούπι του πατέρα μου.
Για χρόνια ολόκληρα συναντιόμασταν σαν άγνωστοι, τόσο άγνωστοι, ώστε να με ρωτάει κάθε φορά τι δουλειά κάνω. Κι εγώ να γίνομαι ακόμα πιο άγνωστος, αναφέροντας κάθε φορά και μια άλλη. Κι εδώ όμως ήμουν τυχερός, γιατί ο πατέρας μου επέζησε των επαγγελμάτων μου κι είχαμε τον χρόνο να γνωριστούμε", επισημαίνει κάπου στο τέλος του βιβλίου ένας από τους σημαντικότερους Ελληνες συγγραφείς.
Ηδη θρύλος για τους νεότερους και σε μιαν εποχή που η χώρα και ο καθένας μας βολοδέρνει στο κύμα, επιμένει: "Αν ο κάθε άνθρωπος έρχεται στον κόσμο για να πραγματοποιήσει την αποστολή του -ή τουλάχιστον να προσπαθήσει γι' αυτό- τότε εγώ έχω ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μου.
Πάντως πρέπει να βρίσκομαι σε καλό σημείο. Πριν από λίγες μέρες, ενώ καθόμουν στην αυλή του σπιτιού μου, ήρθε και κάθισε δίπλα απ' το πόδι μου ένα σπουργίτι. Εμεινε για ώρα εκεί αγγίζοντας το παπούτσι μου και χωρίς να δείχνει τον παραμικρό φόβο. Ποτέ μου δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα ερχόταν μια μέρα που δεν θα με φοβόταν ένα σπουργίτι και θα στεκόταν πλάι μου κάνοντάς μου παρέα".

Ζωή σαν μυθιστόρημα
Από υπάλληλος και ναυτικός έως παίκτης ρουλέτας
Ο Αντώνης Σουρούνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1942, και συγκεκριμένα "στη Μουσών, έχοντας δεξιά του την Ιωλκού, αριστερά του την Καλλιόπης και παραδίπλα την Αιόλου".
Οι άνεμοι τον πήραν και τον σήκωσαν κι έτσι όταν τέλειωσε το γυμνάσιο, έφυγε για τη Γερμανία, όπου είχαν ήδη μεταναστεύσει όλοι του οι συγγενείς. Μετά μερικά εξάμηνα σε γερμανικά και αυστριακά πανεπιστήμια, ο συγγραφέας διακόπτει τη φοίτηση και ταξιδεύει δουλεύοντας.
Εργάστηκε από τραπεζικός υπάλληλος μέχρι ναυτικός και από hotel boy μέχρι επαγγελματίας παίκτης ρουλέτας.
Από τη Β' δημοτικού
Και φυσικά, έγραψε. Εξάλλου το έλεγε από τη δευτέρα τάξη του δημοτικού αλλά κανείς δεν τον πίστευε ότι "μα εγώ είμαι συγγραφέας". Στη συνέχεια, τον είπαν "ξαδέλφι του Λόντον και του Μπλεζ Σαντράρ", Ελληνα Μπουκόφσκι και Κέρουακ, αλλά ο Αντώνης Σουρούνης είναι μοναδικά κι ανεπανάληπτα, εν τέλει, Σουρούνης.
Τα βιβλία του είναι τα εξής: το μυθιστόρημα "Οι συμπαίχτες" το 1977, τα διηγήματα "Μερόνυχτα Φραγκφούρτης" το 1982, τα διηγήματα "Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου" το 1983, το μυθιστόρημα "Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι" το 1989, τη νουβέλα "Πάσχα στο χωριό" το 1991, τα διηγήματα "Υπ' όψιν της Λίτσας" το 1992, το μυθιστόρημα "Ο χορός των Ρόδων" το 1994 για το οποίο τιμήθηκε με το "Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1995", το παραμύθι "Το μπαστούνι" το 1996, τα αφηγήματα "Μισόν αιώνα άνθρωπος" το 1996, το μυθιστόρημα "Γκας ο γκάνγκστερ" το 2000, τα αφηγήματα "Κυριακάτικες ιστορίες" το 2002, το μυθιστόρημα "Το μονοπάτι στη θάλασσα" το 2006, τα αφηγήματα "Νύχτες με ουρά" το 2010, συμμετείχε στο "Παιχνίδι των τεσσάρων" το 1998 και στον "Δρόμο για την Ομόνοια" το 2005. Και μεταφράστηκε ήδη στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και τσεχοσλοβάκικα.
Για το βιβλίο
"Μέσα απ' αυτό κατάλαβα ποιος είμαι και πού πάω"
Γι' αυτό το σοφό βιβλίο που αντικρίζει το σύμπαν ακριβώς σαν τα πετεινά του ουρανού, ο συγγραφέας του Αντώνης Σουρούνης επιμένει ότι σημαίνει για εκείνον "Τα πάντα": "Σ' αυτό το βιβλίο, και ειδικά στις πρώτες και στις τελευταίες σελίδες του όταν το έγραφα, έγραφα όλη μου τη ζωή. Κι αυτό το βιβλίο καθόρισε κι όλη μου τη ζωή. Μέσα απ' αυτό κατάλαβα ποιος είμαι, πού πάω, τί κάνω. . . Το διαβάζω και κλαίω σήμερα. Η παιδική μου ζωή, οι πρώτοι μου έρωτες, τα κορίτσια που με απέρριπταν, και τα κορίτσια των άλλων, ο πατέρας μου. . . ".
Αναγνωρίζει ότι γράφτηκε για χρόνια δύσκολα, και επανεκδίδεται σήμερα, σε χρόνια και πάλι δύσκολα. Αλλά με δυσκολία "άλλου είδους, τώρα. Τότε ήταν για να πετύχουμε κάτι", διευκρινίζει. "Τώρα μας έχουν πετύχει οι άλλοι και προσπαθούμε να γλιτώσουμε. Δεν νοιάζονται για τίποτε πια όσοι μας κυβερνούν, νοιάζονται μόνο για τη πάρτη τους. Βέβαια, θα δούμε τι θα βγει απ' αυτό το πράγμα. Ακόμα και λογοτεχνικά βιβλία, μόνο τα κορίτσια γράφουν, θα δούμε στο εγγύς μέλλον, πιστεύω ότι κάτι καλό θα βγει απ' όλο αυτό, δεν μπορεί. . . αλλά και πάλι, ποιος ξέρει".

Δημοσιεύθηκε στο Εθνος της Κυριακής (20/11/1011)