Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

H πολυδιάστατη Γυναίκα της βορινής κουζίνας


δημ. Παρέμβαση, τ. 163, καλοκαίρι 2012

 

Κούλα Αδαλόγλου

H πολυδιάστατη Γυναίκα της βορινής κουζίνας

Ελένη Γκίκα, Η γυναίκα της βορινής κουζίνας

                                                                Εκδ. Καλέντης, 2011

 

 

Η γυναίκα της βορινής κουζίνας είναι τρεις, μπορεί και τέσσερις. Δεν είναι λογοπαίγνιο, αλλά το αφηγηματικό εύρημα της Ελένης Γκίκα στο νέο της μυθιστόρημα. Όπου, με λαμβανόμενες υπόψη τις αφηγηματικές συμβάσεις, οι άλλες γυναικείες μορφές μπορεί να είναι περσόνες της πρώτης. Ή μπορεί να είναι και ξεχωριστά πρόσωπα. Επιλέγω την εκδοχή των ξεχωριστών προσώπων. Σαν να χωνεύουν η μια μέσα στην άλλη, συμπληρωματικά. Κάποια κομμάτια να ενώνονται, αλλά μερικά να περισσεύουν από το πλάι, οι ιδιαιτερότητες, oι πολλαπλές ταυτότητες. Που τέμνονται κάποια στιγμή στη ζωή τους, αλλά διαγράφουν και τη δική τους αυτόνομη πορεία. Οι δύο τουλάχιστον, η Αρσινόη και η Ράνια.

Το βιβλίο διαρθρώνεται ως εξής: Χωρίζεται σε τρία μέρη, το A, το B και το Γ. Σε κάθε μέρος υπάρχουν κεφάλαια με την καθορισμένη σειρά: Η γυναίκα του ανατολικού γραφείου, Η γυναίκα της βορινής κουζίνας και Η γυναίκα του δυτικού καθρέφτη.  Εκτός από την αρχή του κάθε μέρους, όπου εισάγουν, θα λέγαμε, στην αφήγηση δύο επιστολικά κείμενα, της Αρσινόης και της Ράνιας.

Τα πρόσωπα και τα σημεία του ορίζοντα παραπέμπουν σε σύμβολα. Η γυναίκα του ανατολικού γραφείου: το ανατολικό γραφείο παραπέμπει σε φως, σε αισιοδοξία. Αλλά είναι ένα γραφείο όπου το φως κρύβεται από τις βαριές κουρτίνες. Η γυναίκα που το χρησιμοποιεί έχει στριμώξει εκεί μέσα όλη τη ζωή της. Αλλά και γραφείο, που αποδίδει την έννοια της πνευματικότητας. Η γυναίκα γράφει, μόνον αυτό ξέρει να κάνει καλά στη ζωή της, για την ακρίβεια μεταφράζει τη γραφή των άλλων. Μια ζωή που συμπιέστηκε, μολονότι μένει ακόμη το μέσα φως, το φως της ψυχής της. Η γυναίκα της βορινής κουζίνας: βορράς= κρύο. Κουζίνα= περιορισμός στην καθημερινότητα. Εκεί συρρικνώθηκε η ζωή της άλλης γυναίκας, που η ίδια ξεχάστηκε, για να δώσει στους γύρω της καθημερινή αγάπη, ώσπου έφυγαν όλοι. Αλλά και εκεί μένει το φως της αγάπης της. Και η γυναίκα του δυτικού καθρέφτη: εδώ επιμένω στον καθρέφτη. Η γυναίκα αυτή σαν να ενώνει μέσα στον καθρέφτη τη ζωή της με τη ζωή των δυο άλλων. Σχολιάζει, συνδυάζει, ανακεφαλαιώνει. αλλά και συσκοτίζει, αφού η γυναίκα αυτή δεν έχει δική της ζωή. Θα την παρομοίαζα περισσότερο με κάμερα, που καταγράφει λεπτομέρειες από τη ζωή των άλλων. Που ερμηνεύει αλλά δεν μπορεί να βοηθήσει. Γι’ αυτό και ο δίμορφος λόγος της, να διευκρινίζει αλλά και συχνά να συσκοτίζει. Σαν να την επινόησαν οι δύο άλλες γυναίκες, για να συγκεφαλαιώνει τα κοινά και τις αποκλίσεις τους. Ή σαν να τις επινόησε αυτή.

Γιατί ο τίτλος Η γυναίκα της βορινής κουζίνας; Ίσως επειδή η Ράνια είναι η πιο γήινη, αυτή που μπορεί ο αναγνώστης να αναγνωρίσει ευκολότερα ή/και να νιώσει περισσότερο οικεία μαζί της. Αυτή άλλωστε, όπως και να ’χει, οποιαδήποτε εκδοχή κι αν δεχτούμε, σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος της φροντίδας για τους άλλους αλλά και της διάψευσης από την καθημερινή διοχέτευση της αγάπης της με τον τρόπο που εκείνη νόμιζε ότι έπρεπε. 

Όταν τα νήματα δεθούν, όταν οι ζωές διασταυρωθούν, οι δυο γυναίκες, Αρσινόη και Ράνια, θα διδάξουν η μια στην άλλη τα πράγματα που αγαπούν να φτιάχνουν στη ζωή τους: η Ράνια θα μάθει στην Αρσινόη να φτιάχνει μαντλέν. Η Αρσινόη θα της μάθει να γράφει. Έτσι, οι ζωές τους θα χωνέψουν πιο πολύ η μια στην άλλη.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο πλάι στο επίπεδο των συμβόλων υπάρχει η πολύ γειωμένη, ρεαλιστική ιστορία του Άγγελου και του Ορφέα. Ο Άγγελος σκοτώνεται ένα βράδυ, το βράδυ των γενεθλίων του, από μια σφαίρα αστυνομικού στα Εξάρχεια – η ιστορία μάς θυμίζει πολύ καλά ένα γνωστό περιστατικό. Οι δυο έφηβοι πηγαίνουν με προτροπή του Ορφέα στα Εξάρχεια, και αυτός νιώθει υπεύθυνος για το θάνατο του καλύτερου, μάλλον του μοναδικού φίλου του. Μπλέκει με οργανώσεις αναρχικών, υιοθετεί βία. Τον κυνηγά η αντιτρομοκρατική, φεύγει από το σπίτι. Από το σημείο αυτό το δεύτερο επίπεδο της ιστορίας των παιδιών, το ρεαλιστικό, όπως το ονομάσαμε, βοηθά το πρώτο επίπεδο, των συμβόλων: τον τραυματισμένο Ορφέα περιθάλπει η Αρσινόη, σαν να ήταν ο γιος που δεν είχε και που θα ήθελε να είχε. Χωρίς να ξέρει ότι είναι ο γιος του αγαπημένου άντρα. Παίζοντας το ρόλο της μητέρας, ενώνεται, σε έναν ομόκεντρο κύκλο με τη μητέρα της βορινής κουζίνας, τη Ράνια. Εκτός από τον ίδιο άντρα, τις συνδέει τώρα και ο ίδιος γιος. Στο πρόσωπο του Ορφέα κάτι απροσδιόριστο της θυμίζει το Φώτη, τραγική ειρωνεία για τον αναγνώστη που γνωρίζει την αιτία της πραγματικής ομοιότητας. Παράλληλα, υπάρχει μια υφέρπουσα ερωτική έλξη ανάμεσά τους.

Ο Φώτης, ο αγαπημένος άντρας, «ακούγεται» μέσα από τις αφηγήσεις των γυναικών. Και εκκωφαντικά με την πράξη της αυτοχειρίας του, την οποία επιλέγει για να βγει από τα διλήμματά του. Ο Ορφέας, μετά την αυτοχειρία του πατέρα του και την απομάκρυνσή του από την «ομάδα», θα προσπαθήσει να βρει έναν άλλο εαυτό. Μετά την απομόνωσή του στο Όρος, ξαναγυρίζει διαφορετικός. Ζωγραφίζει παιδιά-ρομπότ, δημιουργεί κόμικς. Με τον τρόπο αυτό «ξαναβρίσκει» τον Άγγελο.

 

Δύο πόλεις αποτελούν το πλαίσιο στο οποίο εξελίσσεται η πλοκή και τα γεγονότα. Σε πρώτο πλάνο βρίσκεται η Αθήνα, η Αθήνα του μετρό και των διαδηλώσεων. Η Αλεξάνδρεια βλέπεται περισσότερο στο βάθος, ένα ιντερμέδιο θα έλεγα, αφού βέβαια εκεί παρεμβάλλεται και η ιστορία της σχέσης Αρσινόης και Φώτη, που αλλάζει τη ζωή όλων των προσώπων του μυθιστορήματος.

Το κόκκινο χρώμα επανέρχεται πολλές φορές στην αφήγηση, σαν εμμονή: το κοριτσάκι με το κόκκινο παλτό, που πέφτει σαν κόκκινο μπαλόνι, είναι μια επανερχόμενη εικόνα. Η μικρή Έλλη με τα κόκκινα μαλλιά, που γοητεύεται από το σημειωματάριο με τις κόκκινες πουέντ, που της χαρίζει η Αρσινόη, τη μέρα που φορά ένα κόκκινο αδιάβροχο. Το κόκκινο μπουφάν του Ορφέα. 

Η αφήγηση είναι μια ιδιότυπη τριτοπρόσωπη αφήγηση. Στις δύο περιπτώσεις,  της γυναίκας του ανατολικού καθρέφτη και της βορινής κουζίνας, το τρίτο πρόσωπο είναι μεταμφιεσμένο πρώτο. Είναι φανερό δηλαδή ότι αφηγείται η ίδια η ηρωίδα, απλώς κρατά μια απόσταση απ’ τον εαυτό της, ώστε να έχει την άνεση να ενδοσκοπείται, να αναλύει τα γεγονότα και τις ψυχές των άλλων. Στην περίπτωση της γυναίκας του δυτικού καθρέφτη η αφήγηση είναι καθαρά τριτοπρόσωπη, όταν γίνεται αναφορά στα ηρωίδες των δύο άλλων «δωματίων». Από κει και πέρα, ενώνεται συχνά η φωνή της αφηγήτριας με τη φωνή της ηρωίδας, ακούμε δηλαδή δύο φωνές μαζί.

Η γραφή είναι ποιητική, λόγω του ύφους, βασικά χαρακτηριστικά του οποίου είναι η υπαινικτικότητα, η υποβολή, η ηθελημένη ασάφεια των περιγραμμάτων στα γεγονότα και στους χαρακτήρες. Μια τέτοια γραφή επιτρέπει, περισσότερο από ό,τι συνήθως, στην πεζογραφία ιδιαίτερα, την πολλαπλή ανάγνωση.

Στη χροιά της ποιητικής γλώσσα συντελούν τα αποσπάσματα από λογοτεχνικά κείμενα και, κυρίως, ποιητικά μέρη γραμμένα από την εκάστοτε αφηγήτρια. Επιπλέον, υπάρχουν πολλές αναφορές σε κείμενα της διεθνούς λογοτεχνικής παραγωγής, σύγχρονα και παλαιότερα, ποιητικά και πεζά. Ενδεικτικά αναφέρω: Μαρσέλ Προυστ, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Σύλβια Πλαθ, Ανν Σέξτον, Φερνάρντο Πεσσόα, Ζακ Πρεβέρ, Λιούις Κάρρολ, Γιώργος Σεφέρης, Κ.Π. Καβάφης. Σε μεγαλύτερο βαθμό «ακούω» τον Λώρενς Ντάρελ, συγκεκριμένα το έργο του Αλεξανδρινό κουαρτέτο – ο ρόλος της Αλεξάνδρειας επισημάνθηκε και πιο πάνω – που αποτελεί ραχοκοκαλιά του βιβλίου, ισχυρή επίδραση στη δόμηση του βιβλίου αλλά και στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων. 

 

«Γινόμαστε ό,τι ονειρευόμαστε», λέει ο Ντάρελ, αλλά ακόμη κι αν δεν είναι έτσι, η γυναίκα της βορινής κουζίνας, αυτή κυρίως, η πιο σάρκινη, καταποντίζεται στην απελπισία, όμως παλεύει να κρατηθεί, πλαισιώνεται από τις άλλες συμπληρωματικές της γυναίκες, και ανακάμπτει,  ονειρεύεται, βρίσκει και δίνει νόημα στη ζωή.

Η μείξη των δύο επιπέδων, του ρεαλιστικού με  εκείνο των συμβόλων, οδηγεί σε πορτρέτα ανθρώπων που ψάχνουν για το στίγμα τους στη σύγχρονη, ταραγμένη πραγματικότητα. Ο έρωτας, η προσφορά, η δημιουργία συσχετίζονται με το θέμα του φύλου και της ηλικίας, δείχνοντας την αγωνιώδη προσπάθεια του ατόμου, γυναίκας ή άντρα, να σταθεί στα πόδια του και να βαδίσει σε μια ούτως ή άλλως δύσκολη και επώδυνη πορεία.

 

Μέρος του κειμένου διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στις 27 Μαΐου 2012, στην 9η Διεθνή Έκθεση βιβλίου Θεσσαλονίκης.