Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Η εμμονή με τις εμμονές



 

«Προστάτεψέ με απ’ το να είμαι αυτός που ήδη υπήρξα, αυτός που ήδη υπήρξα ανεπανόρθωτα» (Λ.Χ.Μπόρχες “Religio Medici, 1643”)

Όταν επτά χρόνια πριν ξεκινούσε «Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ» (εκδ. «Καλέντης»), αυτή η φράση του Μπόρχες μού χαρίστηκε μαζί με τον τίτλο. Την ίδια στιγμή που έπεφτα επάνω σε εκείνο το αλλόκοτο παγωτό στην παλιά πόλης της Ρόδου που το ‘λεγαν… μπολερό και που, αν είχε φτάσει εγκαίρως τότε το ραντεβού μου δεν θα μπορούσα ούτε και να το φάω αλλά ούτε καν να το ζήσω ή να το γνωρίσω. Θα μπορούσα, θα μου πείτε, να είχα παραγγείλει καφέ, και να μη το προσέξω.

Για να φτάσω όμως μέχρι την ιστορία του, θα έπρεπε προηγουμένως με ό,τι δικό μου να ξεμπερδέψω. Με την «Αιώνια επιστροφή» που μου είχε καθίσει για χρόνια ως εμμονή, δλδ όλοι μας ζούμε για να επαναλάβουμε κάποια στιγμή τη βασική μας σκηνή, καθώς και με την «Γυναίκα της Βορινής κουζίνας» που ήταν ό,τι είχα ζήσει κι ό,τι ποτέ δεν θα ζήσω. Ο κόσμος μέσα από μια θηλυκή ανάγνωση ζωής αλλά και οι εκδοχές του κόσμου που επιτρέπονται αυτή τη στιγμή στην ίδια γυναίκα έστω ως ενδεχόμενα στη ζωή, αφού ό,τι ήταν να ζήσω, το έχω σχεδόν ζήσει (αν μη τι άλλο έχω επιλέξει τη δική μου εκδοχή).

Στο μεταξύ, παρ’ ότι ως δημοσιογραφική ερώτηση μου είχε γίνει σχεδόν εμμονή, στη ζωή μας συμβαίνει ό,τι με τον τσαγκάρη, τελευταία θ’ ασχοληθεί –και αν- με τα δικά του τρύπια παπούτσια.

«Υπάρχουν συγγραφικές εμμονές; Λένε ότι οι συγγραφείς το ίδιο βιβλίο γράφουν σε όλη τους τη ζωή», είχα φτάσει σχεδόν στο σημείο να κάνω ολόκληρη συνέντευξη στον άλλον προκειμένου σ’ αυτό ειδικά κάποια στιγμή να μου απαντήσει.

Οι περισσότεροι, έμοιαζαν ν’ αγνοούν τις συγγραφικές τους εμμονές. Υπήρξαν και κάποιοι, ελάχιστοι, που δήλωσαν ότι όχι, δεν είχαν. Σε όσους παρακολουθούσα, με προσήλωση εντομολόγου και από βήμα σε βήμα, το ρωτούσα αλλά ήταν σα να μη το ρωτούσα. Από βιβλίο σε βιβλίο εκείνο που απομένει και επανέρχεται «εν πλήρη δόξη και τιμή» είναι το βασικό αγκαθάκι, το υπαρξιακό αίνιγμα, η πληγή, η βαριά σκιά, εκείνο που σε κάνει να γράφεις, τελικά, και να ξαναγράφεις.

Ο Βασίλης Αλεξάκης, θυμάμαι, επικαλέστηκε τον Μαρσέλ Προυστ, «έτσι είπε κι αυτό έκανε μια ζωή», αναφερόμενος  και στις δικές του εμμονές, αυτές της ταυτότητας και του θανάτου. Στον Αντώνη Σουρούνη το ανακάλυψα μόνη μου, είναι «ένα αγόρι που κλαίει και γελάει στη ζωή», στην Έρση Σωτηροπούλου αρκέστηκα στην θανάσιμη ειρωνεία της και στην Μαρία Γαβαλά στους πατρικούς ή μητρικούς «Λεμονόκηπους» που ποτέ της ενδεχομένως δεν θα ξεχάσει.

Υπήρξαν εποχές που με ένα βιβλίο ξανάρχιζα τον συγγραφέα απ’ την αρχή. Όσο πιο σημαντικός τόσο πιο βαθιά πληγή η εμμονή, είχα φτάσει στο μεγαλεπίβολο «δίχως βαριά σκιά τέχνη, τελικά, δεν υπάρχει».  Υπήρχαν συγγραφείς που είχαν ήδη αναγνωρίσει την αξία της εμμονής, ο Γιώργος Μανιώτης την χαρακτήριζε σαν το παγόβουνο, όλο και κάτι βρίσκεις, γι’ αυτό γράφεις και ξαναγράφεις. Υπήρξαν κι άλλοι που είπαν πως για τον καθένα αρκεί μια εμμονή, το ίδιο συγγραφικό έργο πόσες εμμονές πια ν’ αντέξει.

Σαν τον φιλάργυρο μάζευα (και μαζεύω) εμμονή την εμμονή. Η δική μου αναπάντητη σαν πληγή ανοιχτή. Χρειάστηκε ένα μυθιστόρημα που συνηθίζω να αποκαλώ πια εντελώς «κατασκευή», για να κατανοήσω πώς «αυτό που ήδη υπήρξα ανεπανόρθωτα» ήταν εκείνο που τόσο χρόνια ρωτώντας και γράφοντας προσπαθούσα, τελικά, να κατανοήσω.

Η απορία του Αβερρόη από το «Αναζητώντας τη Μαρία» (εκδ. «Άγκυρα»), δλδ ήδη από την πρώτη στιγμή μού κρατούσε την απάντηση στην ερώτηση που όσο και να ρωτούσα αναπάντητη έμοιαζε, αφήνοντάς με, με την αίσθηση ότι «χτίζω στην άμμο σα να ‘ναι να χτίζω στην πέτρα»:

«Στην τελευταία σελίδα κατάλαβα πως το αφήγημά μου ήταν ένα σύμβολο αυτού που ήμουνα τη στιγμή που το έγραφα, κι ότι για να γράψω αυτή την ιστορία θα έπρεπε να ήμουν εκείνος ο άνθρωπος, και όντας εκείνος ο άνθρωπος θα έπρεπε να γράψω εκείνη την ιστορία και πάει λέγοντας εις τους αιώνας των αιώνων (Τη στιγμή που παύω να πιστεύω σε κείνον, ο Αβερρόης εξαφανίζεται)» (Μπόρχες, από μια συλλογή των εκδόσεων «Δόμος»).

Λες και γράφοντας αυτήν ακριβώς την ιστορία κάθε φορά, θα μπορούσα και να την γλυτώσω. Παίζοντας πάλι και πάλι τον αποχαιρετισμό, λες και είναι δυνατόν στη ζώσα ζωή να μη χρειαστείς ποτέ σου, ό,τι αγαπάς πιο πολύ, κάποια στιγμή, να αποχαιρετήσεις.

 

Ελένη Γκίκα

 

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Culture now mag, τεύχος 25 (το τεύχος ήταν αφιέρωμα Λογοτεχνία)