Με τις κούκλες της και μέσα από τις ζωγραφιές της η Νεφέλη ταξιδεύει παντού. Από την Χώρα του Ποτέ ως το Νησί του Παντός. Εκεί, συναντά τους ήρωες των παραμυθιών, παίζει και ανακαλύπτει τον Αχιλλέα και τη δική της καλή νεράιδα, ανεβαίνει και κατεβαίνει βουνά, σχεδιάζει κι αλλάζει μαζί τους το μέλλον. Γιατί το Θαύμα της Τέχνης κάνει ως και αυτά τα γοβάκια της Σταχτοπούτας αληθινά.
Ένα παραμυθένιο ταξίδι στις ιστορίες, στο χρόνο και στα ζωγραφισμένα μας όνειρα, που επαληθεύονται πάντα. Αρκεί να τα πιστέψουμε εμείς!
Ευχαριστώ τον Θανάση Τσίτσικα για την μαγική του εικονογράφηση, την Πέννυ, την Δομινίκη, την Πόπη και την Αγγέλα, την Κλειώ μα πάνω απ' όλους τον κύριο και την κυρία Ψυχογιού για την φροντίδα και την αγάπη τους. Το Νεφελάκι μας φέτος στα βιβλιοπωλεία! Σας ευχαριστώ όλους, πολύ πολύ πολύ!
Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011
Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011
Ονειρεύτηκε ότι κάποιος τον ονειρεύτηκε...
Για το βιβλίο του Νίκου Παργινού “Το Τάγμα της ελπίδας”
“Θα έλεγε κανείς πως παίζει με το φως αυτός ο πίνακας! Ανάλογα με το φως μορφοποιείται και αλλάζει η έκφραση του νέου!”...
“Μπορεί ακόμα και να χάθηκαν στο ατίθασο βλέμμα του αγοριού που έδειχνε τη θέλησή του να υποτάξει το μέλλον”.
“Είναι όντως ένα πολύ ζωντανό πορτρέτο, νομίζεις πως ο νεαρός θα γυρίσει και θα σε κοιτάξει στα μάτια”...
Κι αυτή τη φορά ο συγγραφέας Νίκος Παργινός ξεπέρασε τον εαυτό του. Δηλαδή από το πρώτο βιβλίο, με το πάθος του, την αφηγηματική ευκολία, την ταχυδακτυλουργική του ευχέρεια να παίζει στα δάκτυλα τις κατάλληλες ρήσεις μεγάλων ανδρών (κι εννοώ ανθρώπων), την γεωμετρική δομή του, είχε αφήσει να διαφανεί ότι είναι από την στόφα του γεννημένου συγγραφέα.
Ο Νίκος είναι λιγάκι και προσωπική μου υπόθεση. Είχα την αφάνταστη τύχη και την τιμή να πρωτοδώ τα χειρόγραφά του. Έζησα την δημιουργία της “Κρεμάλας” όπου με παιγνιώδη τρόπο ο Νίκος έκανε εύκολα τα δύσκολα της ζωής, παιχνίδι τον θάνατο, και την ζωή όνειρο μέσα στο όνειρο, κάτι που συνεχίζει, την έχει αυτή την ικανότητα, ακόμα να κάνει. Στο πρώτο του μυθιστόρημα με τον ευφυέστατο αυτό τίτλο μια παρέα έπαιζε σκάκι? Κρεμάλα? Όπως θέλετε πέστε το, με το αμετάκλητο της ζωής. Και από την ώρα που ο ένας, ο συγγραφέας, το έκανε αυτό έργο τέχνης, βιβλίο, το κέρδιζε κιόλας.
Στο δεύτερο μυθιστόρημά του, σπονδυλωτό και ιδιαίτερο κι αυτό, “Με τον έρωτα περνάει ο καιρός/ με τον καιρό περνάει ο έρωτας” ο Νίκος επανέρχεται ως έμπειρος ψυχοανατόμος. Και μέσα από μια αλυσίδα με ιστορίες ερωτικής τρέλας ρίχνει άπλετο φως στην άβυσσο της ψυχής, εφόσον με τα πιο σκοτεινά μας βάθη και πάθη ερωτευόμαστε, πώς θα μπορούσε και να συμβαίνει αλλιώς.
Το καινούργιο του μυθιστόρημα είναι ένα πολύπλευρο και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα. Με τον άκρως ιαματικό τίτλο “Το Τάγμα της Ελπίδας” ο Νίκος Παργινός αποδεικνύει ότι με αφάνταστη μαεστρία μπορεί ταυτοχρόνως να κάνει πολλά: ιστορικό μυθιστόρημα, ιστορία μυστηρίου, θρίλερ, επικό μυθιστόρημα, αλληγορική ή υπαρξιακή ιστορία.
Προτού αναφερθούμε, όμως στο βιβλίο θα ήθελα να πω ότι “Το Τάγμα της Ελπίδας” ευτύχησε τελικά και ως βιβλίο. Οι “Σύγχρονοι Ορίζοντες” αισθητικά έχουν κάνει μια εξαιρετική δουλειά και το βιβλίο ως αντικείμενο λειτουργεί περίπου σαν το... πορτρέτο της ιστορίας, σε βάζει θέλεις- δεν θέλεις στην ονειρική ατμόσφαιρα και τον γρίφο της ιστορίας.
Στην δομή του ο Νίκος, έχει κεντήσει λεπτοβελονιά! Πηγαινοέρχεται μέσα στον χρόνο ως πανταχού παρών Θεός- αφηγητής, συνομιλεί με τους ήρωες, τα αντικείμενα, ενημερώνει τον αναγνώστη του και αφουγκράζεται την ίδια την ιστορία του λες και κάπου την ανακαλύπτει στο σύμπαν αυτούσια και εκείνος ως άξιός της την ξεδιπλώνει.
Ξεκινώντας από το... μαγικό αντικείμενο, το πορτρέτο κι από την ώρα της γέννησής του είναι σα να υποδεικνύει με εύσχημο τρόπο το πώς η τέχνη κατορθώνει να δώσει, τελικά, μορφή στο χάος. Το πώς ένα έργο τέχνης κατορθώνει στη συνέχεια να επιζήσει του χώρου και του χρόνου. Το ότι ο χρόνος εν τέλει μπορεί και να μην είναι και τόσο γραμμικός αλλά όλα να είναι εδώ, στη Στιγμή, στο Αιώνιο Παρόν του Θεού για τους άξιους μύστες όπως επί τω προκειμένω οφείλει να είναι ο συγγραφέας.
Στην ιστορία του οι αιώνες πηγαινοέρχονται και παρακολουθούμε παράλληλες παρόμοιες ενέργειες, επαναλαμβανόμενες κινήσεις, την επανάληψη της ίδιας σκηνής με επίκεντρο ένα πορτρέτο που είναι ταυτόχρονα και το προσωπείο αλλά και το πρόσωπο.
Επαληθεύοντας για τους γνώστες την θεωρία του Πουανκαρέ (όλα είναι εδώ και, η ιστορία ή ένα γεγονός ή ένα... πορτρέτο ξαναδιαβάζεται πάλι και πάλι) και για τους λάτρεις της αναγνωστικής απόλαυσης, ένα γοητευτικό βιβλίο μυστηρίου. Με μυστικά Τάγματα και παράλληλους κόσμους, με πύλες που ενώνουν το πραγματικό με το φανταστικό, αποδεικνύοντας το σεξπηρικό εκείνο “είμαστε φτιαγμένοι από την ύλη των ονείρων”.
Τα μότος που επιλέγει, ενδεικτικά:
Στο πρώτο κεφάλαιο, που διαδραματίζεται στη Βενετία το 1535, όταν ποζάρει το αγόρι του μυστηριώδους πορτρέτου στον ζωγράφο, μια φράση του Πάμπλο Πικάσο, αναδεικνύει την αλήθεια της τέχνης:
“Κάποιοι ζωγράφοι μεταμορφώνουν τον ήλιο σε μια κίτρινη κουκίδα, άλλοι μεταμορφώνουν μια κίτρινη κουκίδα σε ήλιο”.
Ο Ορέστης του, κατόπιν, που ζει ανάμεσά μας, είναι ένας από μας, θα αναλάβει εκ μέρους μας να κάνει πράξη εκείνο που είπε, και ο συγγραφέας το επισημαίνει, ο Όσκαρ Ουάιλντ:
“Το μόνο καθήκον μας απέναντι στην Ιστορία είναι να την ξαναγράψουμε”. Όπως με τις αναμνήσεις μας, την τέχνη, την ψυχανάλυση, ξαναγράφουμε όλοι την ίδια τη ζωή μας.
Σ' αυτό το μυθιστόρημα που ξεδιπλώνεται σαν εικόνα μαγική, μπορεί να βρεί ό,τι ψάχνει κι ό,τι διαθέτει ο καθένας. Διατηρώντας αμείωτη από την πρώτη σελίδα του την απόλαυση της πλοκής, με ατμόσφαιρα που σε εντάσσει και σε καθηλώνει , λειτουργεί σαν καθρέφτης για τον καθένα, επιλύνοντας αυτό το παιχνίδι των κατόπτρων με αποκαλυπτικό τρόπο στο τέλος ο ίδιος ο συγγραφέας. Ο συγγραφέας που υπαινίσσεται εκείνο που είπε ο Μπόρχες πως “ζούμε ένα όνειρο μέσα σε όνειρο” και ότι το ζήτημα είναι “ποιος απ' τους δυο μας ονειρεύτηκε τον άλλο”. Ποιος είναι, τελικά, εκείνος που επιλέγει ή επινοεί, ο συγγραφέας την ιστορία και τον ήρωά του ή η ιστορία τον συγγραφέα;
Δεν θα σας αποκαλύψω την ιστορία, θα την αδικήσω και θα σας στερήσω την ανυπομονησία και την ευδαιμονία που με κατείχε όταν την διάβαζα κι εγώ, ούτε θα σας κουράσω με την δική μου αμπελοφιλοσοφία. Εκείνο που θα ήθελα να επισημάνω το έχει κάνει ήδη ο Νίκος με τρόπο σχεδόν προφητικό, εδώ που φτάσαμε το μόνο που μπορεί να μας σώσει είναι το... Τάγμα της Ελπίδας. Και η γραφή του Νίκου και η υπέροχή του ζωή ε και μας μας το αποδεικνύει και μας το υποδεικνύει.
Είμαι ευτυχής που κάθομαι δίπλα στην Ελένη τη Ζιώγα που θαυμάζω πολύ κι εκτιμώ και είμαι πολύ τυχερή που κάποια στιγμή μπήκε ο Νίκος από το πουθενά στη ζωή μου. Τώρα έχω να τον χαίρομαι τριπλά τετραπλά, να τον βλέπω να ανθίζει συγγραφικά και να τον καμαρώνω.
Τελειώνοντας επιτρέψατέ μου να αναφερθώ με δυο λέξεις σε εκείνο το Μπορχεσικό “Κάποιος ονειρεύεται”. Από τη συλλογή του “Οι συνωμότες που κυκλοφόρησε το 1985:
“Τί άραγε ονειρεύτηκε ο Χρόνος μέχρι σήμερα που είναι, όπως κάθε σήμερα, η κορφή; Ονειρεύτηκε το σπαθί, που ιδεώδης θέση του είναι ο στίχος. Ονειρεύτηκε και κατεργάστηκε το απόφθεγμα που μπορεί να προσποιηθεί τη σοφία. Ονειρεύτηκε την πίστη, ονειρεύτηκε τις ανούσιες Σταυροφορίες. Ονειρεύτηκε τους Έλληνες που επινόησαν το διάλογο και την αμφιβολία... Ονειρεύτηκε τη λέξη, αυτό το άκαμπτο κι αδέξιο σύμβολο. Ονειρεύτηκε την ευτυχία που ζήσαμε ή που τώρα ονειρευόμαστε ότι τη ζήσαμε. Ονειρεύτηκε αυτά τα δύο περίεργα αδέλφια: την ηχώ και τον καθρέφτη. Ονειρεύτηκε το βιβλίο, αυτόν τον καθρέφτη που κάθε φορά μας αποκαλύπτει ένα άλλο πρόσωπο. Ονειρεύτηκε τα δυο πρόσωπα του Ιανού που ποτέ δε θα δει το ένα το άλλο... Ονειρεύτηκε τη ζωή των κατόπτρων. Ονειρεύτηκε χάρτες που ο Οδυσσέας δε θα τους καταλάβαινε. Ονειρεύτηκε τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα. Ονειρεύτηκε τον τοίχο του παραδείσου που αναχαίτισε τον Αλέξανδρο. Ονειρεύτηκε τη θάλασσα και το δάκρυ. Ονειρεύτηκε το κρύσταλλο. Ονειρεύτηκε πώς Κάποιος τον ονειρεύεται”.
Κάπως έτσι, λοιπόν, και ο Νίκος μας, υπέροχα ονειρεύτηκε “Το Τάγμα της ελπίδας”.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Από την εκδήλωση που έγινε στον Ιανό 29/11/2011 για το βιβλίο
“Θα έλεγε κανείς πως παίζει με το φως αυτός ο πίνακας! Ανάλογα με το φως μορφοποιείται και αλλάζει η έκφραση του νέου!”...
“Μπορεί ακόμα και να χάθηκαν στο ατίθασο βλέμμα του αγοριού που έδειχνε τη θέλησή του να υποτάξει το μέλλον”.
“Είναι όντως ένα πολύ ζωντανό πορτρέτο, νομίζεις πως ο νεαρός θα γυρίσει και θα σε κοιτάξει στα μάτια”...
Κι αυτή τη φορά ο συγγραφέας Νίκος Παργινός ξεπέρασε τον εαυτό του. Δηλαδή από το πρώτο βιβλίο, με το πάθος του, την αφηγηματική ευκολία, την ταχυδακτυλουργική του ευχέρεια να παίζει στα δάκτυλα τις κατάλληλες ρήσεις μεγάλων ανδρών (κι εννοώ ανθρώπων), την γεωμετρική δομή του, είχε αφήσει να διαφανεί ότι είναι από την στόφα του γεννημένου συγγραφέα.
Ο Νίκος είναι λιγάκι και προσωπική μου υπόθεση. Είχα την αφάνταστη τύχη και την τιμή να πρωτοδώ τα χειρόγραφά του. Έζησα την δημιουργία της “Κρεμάλας” όπου με παιγνιώδη τρόπο ο Νίκος έκανε εύκολα τα δύσκολα της ζωής, παιχνίδι τον θάνατο, και την ζωή όνειρο μέσα στο όνειρο, κάτι που συνεχίζει, την έχει αυτή την ικανότητα, ακόμα να κάνει. Στο πρώτο του μυθιστόρημα με τον ευφυέστατο αυτό τίτλο μια παρέα έπαιζε σκάκι? Κρεμάλα? Όπως θέλετε πέστε το, με το αμετάκλητο της ζωής. Και από την ώρα που ο ένας, ο συγγραφέας, το έκανε αυτό έργο τέχνης, βιβλίο, το κέρδιζε κιόλας.
Στο δεύτερο μυθιστόρημά του, σπονδυλωτό και ιδιαίτερο κι αυτό, “Με τον έρωτα περνάει ο καιρός/ με τον καιρό περνάει ο έρωτας” ο Νίκος επανέρχεται ως έμπειρος ψυχοανατόμος. Και μέσα από μια αλυσίδα με ιστορίες ερωτικής τρέλας ρίχνει άπλετο φως στην άβυσσο της ψυχής, εφόσον με τα πιο σκοτεινά μας βάθη και πάθη ερωτευόμαστε, πώς θα μπορούσε και να συμβαίνει αλλιώς.
Το καινούργιο του μυθιστόρημα είναι ένα πολύπλευρο και πολυεπίπεδο μυθιστόρημα. Με τον άκρως ιαματικό τίτλο “Το Τάγμα της Ελπίδας” ο Νίκος Παργινός αποδεικνύει ότι με αφάνταστη μαεστρία μπορεί ταυτοχρόνως να κάνει πολλά: ιστορικό μυθιστόρημα, ιστορία μυστηρίου, θρίλερ, επικό μυθιστόρημα, αλληγορική ή υπαρξιακή ιστορία.
Προτού αναφερθούμε, όμως στο βιβλίο θα ήθελα να πω ότι “Το Τάγμα της Ελπίδας” ευτύχησε τελικά και ως βιβλίο. Οι “Σύγχρονοι Ορίζοντες” αισθητικά έχουν κάνει μια εξαιρετική δουλειά και το βιβλίο ως αντικείμενο λειτουργεί περίπου σαν το... πορτρέτο της ιστορίας, σε βάζει θέλεις- δεν θέλεις στην ονειρική ατμόσφαιρα και τον γρίφο της ιστορίας.
Στην δομή του ο Νίκος, έχει κεντήσει λεπτοβελονιά! Πηγαινοέρχεται μέσα στον χρόνο ως πανταχού παρών Θεός- αφηγητής, συνομιλεί με τους ήρωες, τα αντικείμενα, ενημερώνει τον αναγνώστη του και αφουγκράζεται την ίδια την ιστορία του λες και κάπου την ανακαλύπτει στο σύμπαν αυτούσια και εκείνος ως άξιός της την ξεδιπλώνει.
Ξεκινώντας από το... μαγικό αντικείμενο, το πορτρέτο κι από την ώρα της γέννησής του είναι σα να υποδεικνύει με εύσχημο τρόπο το πώς η τέχνη κατορθώνει να δώσει, τελικά, μορφή στο χάος. Το πώς ένα έργο τέχνης κατορθώνει στη συνέχεια να επιζήσει του χώρου και του χρόνου. Το ότι ο χρόνος εν τέλει μπορεί και να μην είναι και τόσο γραμμικός αλλά όλα να είναι εδώ, στη Στιγμή, στο Αιώνιο Παρόν του Θεού για τους άξιους μύστες όπως επί τω προκειμένω οφείλει να είναι ο συγγραφέας.
Στην ιστορία του οι αιώνες πηγαινοέρχονται και παρακολουθούμε παράλληλες παρόμοιες ενέργειες, επαναλαμβανόμενες κινήσεις, την επανάληψη της ίδιας σκηνής με επίκεντρο ένα πορτρέτο που είναι ταυτόχρονα και το προσωπείο αλλά και το πρόσωπο.
Επαληθεύοντας για τους γνώστες την θεωρία του Πουανκαρέ (όλα είναι εδώ και, η ιστορία ή ένα γεγονός ή ένα... πορτρέτο ξαναδιαβάζεται πάλι και πάλι) και για τους λάτρεις της αναγνωστικής απόλαυσης, ένα γοητευτικό βιβλίο μυστηρίου. Με μυστικά Τάγματα και παράλληλους κόσμους, με πύλες που ενώνουν το πραγματικό με το φανταστικό, αποδεικνύοντας το σεξπηρικό εκείνο “είμαστε φτιαγμένοι από την ύλη των ονείρων”.
Τα μότος που επιλέγει, ενδεικτικά:
Στο πρώτο κεφάλαιο, που διαδραματίζεται στη Βενετία το 1535, όταν ποζάρει το αγόρι του μυστηριώδους πορτρέτου στον ζωγράφο, μια φράση του Πάμπλο Πικάσο, αναδεικνύει την αλήθεια της τέχνης:
“Κάποιοι ζωγράφοι μεταμορφώνουν τον ήλιο σε μια κίτρινη κουκίδα, άλλοι μεταμορφώνουν μια κίτρινη κουκίδα σε ήλιο”.
Ο Ορέστης του, κατόπιν, που ζει ανάμεσά μας, είναι ένας από μας, θα αναλάβει εκ μέρους μας να κάνει πράξη εκείνο που είπε, και ο συγγραφέας το επισημαίνει, ο Όσκαρ Ουάιλντ:
“Το μόνο καθήκον μας απέναντι στην Ιστορία είναι να την ξαναγράψουμε”. Όπως με τις αναμνήσεις μας, την τέχνη, την ψυχανάλυση, ξαναγράφουμε όλοι την ίδια τη ζωή μας.
Σ' αυτό το μυθιστόρημα που ξεδιπλώνεται σαν εικόνα μαγική, μπορεί να βρεί ό,τι ψάχνει κι ό,τι διαθέτει ο καθένας. Διατηρώντας αμείωτη από την πρώτη σελίδα του την απόλαυση της πλοκής, με ατμόσφαιρα που σε εντάσσει και σε καθηλώνει , λειτουργεί σαν καθρέφτης για τον καθένα, επιλύνοντας αυτό το παιχνίδι των κατόπτρων με αποκαλυπτικό τρόπο στο τέλος ο ίδιος ο συγγραφέας. Ο συγγραφέας που υπαινίσσεται εκείνο που είπε ο Μπόρχες πως “ζούμε ένα όνειρο μέσα σε όνειρο” και ότι το ζήτημα είναι “ποιος απ' τους δυο μας ονειρεύτηκε τον άλλο”. Ποιος είναι, τελικά, εκείνος που επιλέγει ή επινοεί, ο συγγραφέας την ιστορία και τον ήρωά του ή η ιστορία τον συγγραφέα;
Δεν θα σας αποκαλύψω την ιστορία, θα την αδικήσω και θα σας στερήσω την ανυπομονησία και την ευδαιμονία που με κατείχε όταν την διάβαζα κι εγώ, ούτε θα σας κουράσω με την δική μου αμπελοφιλοσοφία. Εκείνο που θα ήθελα να επισημάνω το έχει κάνει ήδη ο Νίκος με τρόπο σχεδόν προφητικό, εδώ που φτάσαμε το μόνο που μπορεί να μας σώσει είναι το... Τάγμα της Ελπίδας. Και η γραφή του Νίκου και η υπέροχή του ζωή ε και μας μας το αποδεικνύει και μας το υποδεικνύει.
Είμαι ευτυχής που κάθομαι δίπλα στην Ελένη τη Ζιώγα που θαυμάζω πολύ κι εκτιμώ και είμαι πολύ τυχερή που κάποια στιγμή μπήκε ο Νίκος από το πουθενά στη ζωή μου. Τώρα έχω να τον χαίρομαι τριπλά τετραπλά, να τον βλέπω να ανθίζει συγγραφικά και να τον καμαρώνω.
Τελειώνοντας επιτρέψατέ μου να αναφερθώ με δυο λέξεις σε εκείνο το Μπορχεσικό “Κάποιος ονειρεύεται”. Από τη συλλογή του “Οι συνωμότες που κυκλοφόρησε το 1985:
“Τί άραγε ονειρεύτηκε ο Χρόνος μέχρι σήμερα που είναι, όπως κάθε σήμερα, η κορφή; Ονειρεύτηκε το σπαθί, που ιδεώδης θέση του είναι ο στίχος. Ονειρεύτηκε και κατεργάστηκε το απόφθεγμα που μπορεί να προσποιηθεί τη σοφία. Ονειρεύτηκε την πίστη, ονειρεύτηκε τις ανούσιες Σταυροφορίες. Ονειρεύτηκε τους Έλληνες που επινόησαν το διάλογο και την αμφιβολία... Ονειρεύτηκε τη λέξη, αυτό το άκαμπτο κι αδέξιο σύμβολο. Ονειρεύτηκε την ευτυχία που ζήσαμε ή που τώρα ονειρευόμαστε ότι τη ζήσαμε. Ονειρεύτηκε αυτά τα δύο περίεργα αδέλφια: την ηχώ και τον καθρέφτη. Ονειρεύτηκε το βιβλίο, αυτόν τον καθρέφτη που κάθε φορά μας αποκαλύπτει ένα άλλο πρόσωπο. Ονειρεύτηκε τα δυο πρόσωπα του Ιανού που ποτέ δε θα δει το ένα το άλλο... Ονειρεύτηκε τη ζωή των κατόπτρων. Ονειρεύτηκε χάρτες που ο Οδυσσέας δε θα τους καταλάβαινε. Ονειρεύτηκε τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα. Ονειρεύτηκε τον τοίχο του παραδείσου που αναχαίτισε τον Αλέξανδρο. Ονειρεύτηκε τη θάλασσα και το δάκρυ. Ονειρεύτηκε το κρύσταλλο. Ονειρεύτηκε πώς Κάποιος τον ονειρεύεται”.
Κάπως έτσι, λοιπόν, και ο Νίκος μας, υπέροχα ονειρεύτηκε “Το Τάγμα της ελπίδας”.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Από την εκδήλωση που έγινε στον Ιανό 29/11/2011 για το βιβλίο
Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011
Ποτέ μου δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα ερχόταν μια μέρα που δεν θα με φοβόταν ένα σπουργίτι...
Αντώνης Σουρούνης: Η ζωή με τα μυστικά της και το μεγάλο μυστήριο του έρωτα
"Οταν ήμουν μικρός, πολύ λίγα πράγματα είχαν αποκαλυφθεί πάνω στη Γη και ο κόσμος ήταν ακόμα γεμάτος μυστήριο. Υπήρχαν ελάχιστες χώρες κι ένα μόνο βιβλίο, η Μάσκα. Πολύ αργότερα γέμισε με βιβλία ο ντουνιάς. . . Κάθε μέρα όλο και κάποιος ανακάλυπτε κάτι και το έλεγε στους δικούς του. Αυτοί το έλεγαν στους άλλους, οι άλλοι στους άλλους δικούς τους, κι έτσι πληροφορούνταν πάνω στη Γη για τη νέα ανακάλυψη. . . ".
Ετσι αρχίζει ένα βιβλίο ζωής, ακριβώς όπως του αρμόζει με "Τα μυστήρια χρόνια". Ενα βιβλίο μπάμπουσκα που χωρά στις 115 σελίδες του μισόν αιώνα ζωής, προσφέροντάς μας μιαν άλλη μαγική εκδοχή στα ήδη υπάρχοντα όχι και τόσο δεδομένα και αυτονόητα πράγματα.
Ο μεγάλος γύρος του κόσμου
Ο Αντώνης Σουρούνης το έγραψε όταν συμπλήρωσε μισόν αιώνα, εξ ου και ο τίτλος "Μισόν αιώνα άνθρωπος". Κατορθώνοντας όμως μ' αυτόν τον τρόπο να ξαναδιαβάσει την ίδια του τη ζωή αλλά και τη Ζωή, τη ζωή με τα μυστικά της και το μεγάλο μυστήριο του έρωτα. Τη ζωή με τους φίλους, τη ρουλέτα, τον μεγάλο γύρο στον κόσμο. Τη ζωή με το γέλιο και με το κλάμα, τη ζωή με το διαρκές θαύμα.
Τη ζωή του που είναι και όλων μας η Ζωή, με έναν τρόπο μαγευτικά παιδικό, σαγηνευτικά αλήτικο, αυτοσαρκαστικό και υπερβατικό, με τον σουρουνικό τρόπο που ήδη λατρέψαμε.
Το βιβλίο εκδόθηκε το 1996 και επανεκδίδεται ειδικά για τους αναγνώστες της εφημερίδας από το "Εθνος της Κυριακής" και από τις εκδόσεις "Καστανιώτης". Αποτελώντας μια σπάνια ευκαιρία να ξαναδιαβάζει κανείς την ποίηση και το μυστήριο της Ζωής, τη μαγική καθημερινότητα.
Το βιβλίο ξεκινάει από τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα στη Θεσσαλονίκη και συνεχίζεται με επεισόδια από την ενήλικη ζωή σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη του κόσμου. Σαν παιδί που παίζει ο Σουρούνης αποκαλύπτει το γλυκόπικρο της ζωής με ειρωνεία και ευγένεια που βεβαίως σπανίζει.
"Μέσα απ' όλα τα χρόνια μου, απ' όλες τις δουλειές μου, απ' όλους τους τόπους και τους ανθρώπους που είχα γνωρίσει, μέσα απ' όλες τις φιλίες μου και τους έρωτές μου, αναδυόταν συνέχεια όχι η μορφή αλλά το σουλούπι του πατέρα μου.
Για χρόνια ολόκληρα συναντιόμασταν σαν άγνωστοι, τόσο άγνωστοι, ώστε να με ρωτάει κάθε φορά τι δουλειά κάνω. Κι εγώ να γίνομαι ακόμα πιο άγνωστος, αναφέροντας κάθε φορά και μια άλλη. Κι εδώ όμως ήμουν τυχερός, γιατί ο πατέρας μου επέζησε των επαγγελμάτων μου κι είχαμε τον χρόνο να γνωριστούμε", επισημαίνει κάπου στο τέλος του βιβλίου ένας από τους σημαντικότερους Ελληνες συγγραφείς.
Ηδη θρύλος για τους νεότερους και σε μιαν εποχή που η χώρα και ο καθένας μας βολοδέρνει στο κύμα, επιμένει: "Αν ο κάθε άνθρωπος έρχεται στον κόσμο για να πραγματοποιήσει την αποστολή του -ή τουλάχιστον να προσπαθήσει γι' αυτό- τότε εγώ έχω ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μου.
Πάντως πρέπει να βρίσκομαι σε καλό σημείο. Πριν από λίγες μέρες, ενώ καθόμουν στην αυλή του σπιτιού μου, ήρθε και κάθισε δίπλα απ' το πόδι μου ένα σπουργίτι. Εμεινε για ώρα εκεί αγγίζοντας το παπούτσι μου και χωρίς να δείχνει τον παραμικρό φόβο. Ποτέ μου δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα ερχόταν μια μέρα που δεν θα με φοβόταν ένα σπουργίτι και θα στεκόταν πλάι μου κάνοντάς μου παρέα".
Ζωή σαν μυθιστόρημα
Από υπάλληλος και ναυτικός έως παίκτης ρουλέτας
Ο Αντώνης Σουρούνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1942, και συγκεκριμένα "στη Μουσών, έχοντας δεξιά του την Ιωλκού, αριστερά του την Καλλιόπης και παραδίπλα την Αιόλου".
Οι άνεμοι τον πήραν και τον σήκωσαν κι έτσι όταν τέλειωσε το γυμνάσιο, έφυγε για τη Γερμανία, όπου είχαν ήδη μεταναστεύσει όλοι του οι συγγενείς. Μετά μερικά εξάμηνα σε γερμανικά και αυστριακά πανεπιστήμια, ο συγγραφέας διακόπτει τη φοίτηση και ταξιδεύει δουλεύοντας.
Εργάστηκε από τραπεζικός υπάλληλος μέχρι ναυτικός και από hotel boy μέχρι επαγγελματίας παίκτης ρουλέτας.
Από τη Β' δημοτικού
Και φυσικά, έγραψε. Εξάλλου το έλεγε από τη δευτέρα τάξη του δημοτικού αλλά κανείς δεν τον πίστευε ότι "μα εγώ είμαι συγγραφέας". Στη συνέχεια, τον είπαν "ξαδέλφι του Λόντον και του Μπλεζ Σαντράρ", Ελληνα Μπουκόφσκι και Κέρουακ, αλλά ο Αντώνης Σουρούνης είναι μοναδικά κι ανεπανάληπτα, εν τέλει, Σουρούνης.
Τα βιβλία του είναι τα εξής: το μυθιστόρημα "Οι συμπαίχτες" το 1977, τα διηγήματα "Μερόνυχτα Φραγκφούρτης" το 1982, τα διηγήματα "Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου" το 1983, το μυθιστόρημα "Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι" το 1989, τη νουβέλα "Πάσχα στο χωριό" το 1991, τα διηγήματα "Υπ' όψιν της Λίτσας" το 1992, το μυθιστόρημα "Ο χορός των Ρόδων" το 1994 για το οποίο τιμήθηκε με το "Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1995", το παραμύθι "Το μπαστούνι" το 1996, τα αφηγήματα "Μισόν αιώνα άνθρωπος" το 1996, το μυθιστόρημα "Γκας ο γκάνγκστερ" το 2000, τα αφηγήματα "Κυριακάτικες ιστορίες" το 2002, το μυθιστόρημα "Το μονοπάτι στη θάλασσα" το 2006, τα αφηγήματα "Νύχτες με ουρά" το 2010, συμμετείχε στο "Παιχνίδι των τεσσάρων" το 1998 και στον "Δρόμο για την Ομόνοια" το 2005. Και μεταφράστηκε ήδη στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και τσεχοσλοβάκικα.
Για το βιβλίο
"Μέσα απ' αυτό κατάλαβα ποιος είμαι και πού πάω"
Γι' αυτό το σοφό βιβλίο που αντικρίζει το σύμπαν ακριβώς σαν τα πετεινά του ουρανού, ο συγγραφέας του Αντώνης Σουρούνης επιμένει ότι σημαίνει για εκείνον "Τα πάντα": "Σ' αυτό το βιβλίο, και ειδικά στις πρώτες και στις τελευταίες σελίδες του όταν το έγραφα, έγραφα όλη μου τη ζωή. Κι αυτό το βιβλίο καθόρισε κι όλη μου τη ζωή. Μέσα απ' αυτό κατάλαβα ποιος είμαι, πού πάω, τί κάνω. . . Το διαβάζω και κλαίω σήμερα. Η παιδική μου ζωή, οι πρώτοι μου έρωτες, τα κορίτσια που με απέρριπταν, και τα κορίτσια των άλλων, ο πατέρας μου. . . ".
Αναγνωρίζει ότι γράφτηκε για χρόνια δύσκολα, και επανεκδίδεται σήμερα, σε χρόνια και πάλι δύσκολα. Αλλά με δυσκολία "άλλου είδους, τώρα. Τότε ήταν για να πετύχουμε κάτι", διευκρινίζει. "Τώρα μας έχουν πετύχει οι άλλοι και προσπαθούμε να γλιτώσουμε. Δεν νοιάζονται για τίποτε πια όσοι μας κυβερνούν, νοιάζονται μόνο για τη πάρτη τους. Βέβαια, θα δούμε τι θα βγει απ' αυτό το πράγμα. Ακόμα και λογοτεχνικά βιβλία, μόνο τα κορίτσια γράφουν, θα δούμε στο εγγύς μέλλον, πιστεύω ότι κάτι καλό θα βγει απ' όλο αυτό, δεν μπορεί. . . αλλά και πάλι, ποιος ξέρει".
Δημοσιεύθηκε στο Εθνος της Κυριακής (20/11/1011)
"Οταν ήμουν μικρός, πολύ λίγα πράγματα είχαν αποκαλυφθεί πάνω στη Γη και ο κόσμος ήταν ακόμα γεμάτος μυστήριο. Υπήρχαν ελάχιστες χώρες κι ένα μόνο βιβλίο, η Μάσκα. Πολύ αργότερα γέμισε με βιβλία ο ντουνιάς. . . Κάθε μέρα όλο και κάποιος ανακάλυπτε κάτι και το έλεγε στους δικούς του. Αυτοί το έλεγαν στους άλλους, οι άλλοι στους άλλους δικούς τους, κι έτσι πληροφορούνταν πάνω στη Γη για τη νέα ανακάλυψη. . . ".
Ετσι αρχίζει ένα βιβλίο ζωής, ακριβώς όπως του αρμόζει με "Τα μυστήρια χρόνια". Ενα βιβλίο μπάμπουσκα που χωρά στις 115 σελίδες του μισόν αιώνα ζωής, προσφέροντάς μας μιαν άλλη μαγική εκδοχή στα ήδη υπάρχοντα όχι και τόσο δεδομένα και αυτονόητα πράγματα.
Ο μεγάλος γύρος του κόσμου
Ο Αντώνης Σουρούνης το έγραψε όταν συμπλήρωσε μισόν αιώνα, εξ ου και ο τίτλος "Μισόν αιώνα άνθρωπος". Κατορθώνοντας όμως μ' αυτόν τον τρόπο να ξαναδιαβάσει την ίδια του τη ζωή αλλά και τη Ζωή, τη ζωή με τα μυστικά της και το μεγάλο μυστήριο του έρωτα. Τη ζωή με τους φίλους, τη ρουλέτα, τον μεγάλο γύρο στον κόσμο. Τη ζωή με το γέλιο και με το κλάμα, τη ζωή με το διαρκές θαύμα.
Τη ζωή του που είναι και όλων μας η Ζωή, με έναν τρόπο μαγευτικά παιδικό, σαγηνευτικά αλήτικο, αυτοσαρκαστικό και υπερβατικό, με τον σουρουνικό τρόπο που ήδη λατρέψαμε.
Το βιβλίο εκδόθηκε το 1996 και επανεκδίδεται ειδικά για τους αναγνώστες της εφημερίδας από το "Εθνος της Κυριακής" και από τις εκδόσεις "Καστανιώτης". Αποτελώντας μια σπάνια ευκαιρία να ξαναδιαβάζει κανείς την ποίηση και το μυστήριο της Ζωής, τη μαγική καθημερινότητα.
Το βιβλίο ξεκινάει από τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα στη Θεσσαλονίκη και συνεχίζεται με επεισόδια από την ενήλικη ζωή σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη του κόσμου. Σαν παιδί που παίζει ο Σουρούνης αποκαλύπτει το γλυκόπικρο της ζωής με ειρωνεία και ευγένεια που βεβαίως σπανίζει.
"Μέσα απ' όλα τα χρόνια μου, απ' όλες τις δουλειές μου, απ' όλους τους τόπους και τους ανθρώπους που είχα γνωρίσει, μέσα απ' όλες τις φιλίες μου και τους έρωτές μου, αναδυόταν συνέχεια όχι η μορφή αλλά το σουλούπι του πατέρα μου.
Για χρόνια ολόκληρα συναντιόμασταν σαν άγνωστοι, τόσο άγνωστοι, ώστε να με ρωτάει κάθε φορά τι δουλειά κάνω. Κι εγώ να γίνομαι ακόμα πιο άγνωστος, αναφέροντας κάθε φορά και μια άλλη. Κι εδώ όμως ήμουν τυχερός, γιατί ο πατέρας μου επέζησε των επαγγελμάτων μου κι είχαμε τον χρόνο να γνωριστούμε", επισημαίνει κάπου στο τέλος του βιβλίου ένας από τους σημαντικότερους Ελληνες συγγραφείς.
Ηδη θρύλος για τους νεότερους και σε μιαν εποχή που η χώρα και ο καθένας μας βολοδέρνει στο κύμα, επιμένει: "Αν ο κάθε άνθρωπος έρχεται στον κόσμο για να πραγματοποιήσει την αποστολή του -ή τουλάχιστον να προσπαθήσει γι' αυτό- τότε εγώ έχω ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μου.
Πάντως πρέπει να βρίσκομαι σε καλό σημείο. Πριν από λίγες μέρες, ενώ καθόμουν στην αυλή του σπιτιού μου, ήρθε και κάθισε δίπλα απ' το πόδι μου ένα σπουργίτι. Εμεινε για ώρα εκεί αγγίζοντας το παπούτσι μου και χωρίς να δείχνει τον παραμικρό φόβο. Ποτέ μου δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα ερχόταν μια μέρα που δεν θα με φοβόταν ένα σπουργίτι και θα στεκόταν πλάι μου κάνοντάς μου παρέα".
Ζωή σαν μυθιστόρημα
Από υπάλληλος και ναυτικός έως παίκτης ρουλέτας
Ο Αντώνης Σουρούνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1942, και συγκεκριμένα "στη Μουσών, έχοντας δεξιά του την Ιωλκού, αριστερά του την Καλλιόπης και παραδίπλα την Αιόλου".
Οι άνεμοι τον πήραν και τον σήκωσαν κι έτσι όταν τέλειωσε το γυμνάσιο, έφυγε για τη Γερμανία, όπου είχαν ήδη μεταναστεύσει όλοι του οι συγγενείς. Μετά μερικά εξάμηνα σε γερμανικά και αυστριακά πανεπιστήμια, ο συγγραφέας διακόπτει τη φοίτηση και ταξιδεύει δουλεύοντας.
Εργάστηκε από τραπεζικός υπάλληλος μέχρι ναυτικός και από hotel boy μέχρι επαγγελματίας παίκτης ρουλέτας.
Από τη Β' δημοτικού
Και φυσικά, έγραψε. Εξάλλου το έλεγε από τη δευτέρα τάξη του δημοτικού αλλά κανείς δεν τον πίστευε ότι "μα εγώ είμαι συγγραφέας". Στη συνέχεια, τον είπαν "ξαδέλφι του Λόντον και του Μπλεζ Σαντράρ", Ελληνα Μπουκόφσκι και Κέρουακ, αλλά ο Αντώνης Σουρούνης είναι μοναδικά κι ανεπανάληπτα, εν τέλει, Σουρούνης.
Τα βιβλία του είναι τα εξής: το μυθιστόρημα "Οι συμπαίχτες" το 1977, τα διηγήματα "Μερόνυχτα Φραγκφούρτης" το 1982, τα διηγήματα "Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου" το 1983, το μυθιστόρημα "Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι" το 1989, τη νουβέλα "Πάσχα στο χωριό" το 1991, τα διηγήματα "Υπ' όψιν της Λίτσας" το 1992, το μυθιστόρημα "Ο χορός των Ρόδων" το 1994 για το οποίο τιμήθηκε με το "Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1995", το παραμύθι "Το μπαστούνι" το 1996, τα αφηγήματα "Μισόν αιώνα άνθρωπος" το 1996, το μυθιστόρημα "Γκας ο γκάνγκστερ" το 2000, τα αφηγήματα "Κυριακάτικες ιστορίες" το 2002, το μυθιστόρημα "Το μονοπάτι στη θάλασσα" το 2006, τα αφηγήματα "Νύχτες με ουρά" το 2010, συμμετείχε στο "Παιχνίδι των τεσσάρων" το 1998 και στον "Δρόμο για την Ομόνοια" το 2005. Και μεταφράστηκε ήδη στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και τσεχοσλοβάκικα.
Για το βιβλίο
"Μέσα απ' αυτό κατάλαβα ποιος είμαι και πού πάω"
Γι' αυτό το σοφό βιβλίο που αντικρίζει το σύμπαν ακριβώς σαν τα πετεινά του ουρανού, ο συγγραφέας του Αντώνης Σουρούνης επιμένει ότι σημαίνει για εκείνον "Τα πάντα": "Σ' αυτό το βιβλίο, και ειδικά στις πρώτες και στις τελευταίες σελίδες του όταν το έγραφα, έγραφα όλη μου τη ζωή. Κι αυτό το βιβλίο καθόρισε κι όλη μου τη ζωή. Μέσα απ' αυτό κατάλαβα ποιος είμαι, πού πάω, τί κάνω. . . Το διαβάζω και κλαίω σήμερα. Η παιδική μου ζωή, οι πρώτοι μου έρωτες, τα κορίτσια που με απέρριπταν, και τα κορίτσια των άλλων, ο πατέρας μου. . . ".
Αναγνωρίζει ότι γράφτηκε για χρόνια δύσκολα, και επανεκδίδεται σήμερα, σε χρόνια και πάλι δύσκολα. Αλλά με δυσκολία "άλλου είδους, τώρα. Τότε ήταν για να πετύχουμε κάτι", διευκρινίζει. "Τώρα μας έχουν πετύχει οι άλλοι και προσπαθούμε να γλιτώσουμε. Δεν νοιάζονται για τίποτε πια όσοι μας κυβερνούν, νοιάζονται μόνο για τη πάρτη τους. Βέβαια, θα δούμε τι θα βγει απ' αυτό το πράγμα. Ακόμα και λογοτεχνικά βιβλία, μόνο τα κορίτσια γράφουν, θα δούμε στο εγγύς μέλλον, πιστεύω ότι κάτι καλό θα βγει απ' όλο αυτό, δεν μπορεί. . . αλλά και πάλι, ποιος ξέρει".
Δημοσιεύθηκε στο Εθνος της Κυριακής (20/11/1011)
Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011
η αλήθεια γραμμένη στο πρόσωπό σου...
"... Εσύ θ' ακούσεις μόνο
ό,τι είσαι έτοιμος ν' ακούσεις.
Μην κουνάς το κεφάλι σου.
Μην προσπαθείς να με παραπλανήσεις-
Η αλήθεια αυτού που βλέπεις
είναι γραμμένη στο πρόσωπό σου!"
Τζ. Ρουμί "Στον κήπο του αγαπημένου", απόδοση Καδιώς Κολύμβα, Εκδ. Αρμός
ό,τι είσαι έτοιμος ν' ακούσεις.
Μην κουνάς το κεφάλι σου.
Μην προσπαθείς να με παραπλανήσεις-
Η αλήθεια αυτού που βλέπεις
είναι γραμμένη στο πρόσωπό σου!"
Τζ. Ρουμί "Στον κήπο του αγαπημένου", απόδοση Καδιώς Κολύμβα, Εκδ. Αρμός
Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011
Πάμε να σωθούμε και βυθιζόμαστε κάθε τόσο και σε μεγαλύτερη απόγνωση...
Φωτεινή Τσαλίκογλου “Έρως Φαρμακοποιός”
Το μυθιστόρημα και η εποχή:
“Το μυθιστόρημα αυτό θα μπορούσε να ονομαστεί το μυθιστόρημα της εμμονής. Όλα τα πρόσωπα βασανίζονται ανελέητα από εμμονές… Τελικά, δεν ξέρουμε τίποτε για τα πρόσωπα και τις πραγματικές προθέσεις τους. Και όσο προχωράει το μυθιστόρημα, ξέρουμε όλο και λιγότερα. Μεγάλη μαστοριά της συγγραφέως…” έγραφε για τον μυθιστόρημα της Φωτεινής Τσαλίκογλου, η συγγραφέας Μαργαρίτα Καραπάνου, όταν πρωτοκυκλοφορούσε από τις εκδόσεις “Καστανιώτη” το 1997, κι έρχεται δεκατρία χρόνια μετά για να την δικαιώσει, σαν κινούμενη άμμος, η εποχή:
“Το μυθιστόρημα αυτό μου θυμίζει δύο συγκλονιστικά μυθιστορήματα: "The comfort of strangers" του Ιαν Μακ Γιούαν και "The driver's seat" της Μύριελ Σπαρκ. Η Φωτεινή Τσαλίκογλου ίσως δεν τα έχει διαβάσει, άρα δεν μπορούμε να μιλήσουμε για επιρροές. Αλλά συγγένειες μεταξύ συγγραφέων υπάρχουν και ανά τους αιώνες και ανά την υφήλιο χωρίς να έχει διαβάσει ο ένας τον άλλον. Τα δύο αυτά μυθιστορήματα έχουν επίσης ήρωες διφορούμενους, γεμάτους εμμονές, όπου τα σύνορα μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας είναι αχνά. Έχουν ακόμη πολύ μεγάλη βία, εσωτερική βία. Τολμώ να πω ότι το μυθιστόρημα της Φωτεινής Τσαλίκογλου κρύβει μια μεγάλη βία και στη γραφή και στην ουσία. Μια βία κάθαρσης, όπως και η βία που υπάρχει στα δύο μυθιστορήματα των ξένων συγγραφέων…” ολοκλήρωνε η Μαργαρίτα Καραπάνου την συλλογιστική. Κι έρχεται για να την δικαιώσει, “μια μεγάλη βία” στην κοινωνία, την ουσία και την ψυχολογία της εποχής.
Ο “Έρως Φαρμακοποιός”, το δεύτερο μυθιστόρημα της συγγραφέως και Καθηγήτριας Ψυχολογίας Φωτεινής Τσαλίκογλου που επανεκδίδεται ειδικά για τους αναγνώστες του “Έθνους της Κυριακής” από την εφημερίδα και τις εκδόσεις “Καστανιώτη”, όταν πρωτοκυκλοφόρησε, αντιμετωπίστηκε όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Είχε ήδη εκδοθεί το μυθιστόρημά της “Η κόρης της Ανθής Αλκαίου” και η κριτική μιλούσε για ένα καινούργιο είδος λογοτεχνικής γραφής. Για την ψυχολογία που προσφέρεται δάνειο ακριβό στην μυθοπλασία.
“Ο έρως φαρμακοποιός είναι μια ιστορία απλή, θα έλεγες μονόχορδη. Σαν περιπέτεια ψυχής, ωστόσο, καθόλου απλή, διότι πρέπει να συμπέσουν αποφασιστικές απουσίες, πολλά κενά στη ζωή σου, ώστε ν' αρχίσεις να γεμίζεις τις τρύπες με καλπάζουσα φαντασίωση, παραλήρημα και ψευδαίσθηση”, υποστήριζε στην δική του κριτική ο Μάριος Μαρκίδης, επιμένοντας στο λυρικό πυρήνα του βιβλίου, εξάλλου πια δεν μιλάμε για ψυχανάλυση και ψυχιατρική, αλλά αμιγώς για ακριβή, καινούργια, λογοτεχνία: “Δεν πρόκειται φυσικά να αποπειραθώ να διαβάσω την φαρμακεία της Φ. Τσαλίκογλου με όρους τυπικής ψυχοπαθολογίας. Και θα ήταν λάθος να συγκαταλεχθεί στα "ψυχαναλυτικά μυθιστορήματα". Είναι, αν μπορεί να σταθεί στο μυθιστόρημα η χρήση όρων από άλλο είδος, ένα "λυρικό" πεζό που καθοδηγεί την ψυχολογία παρά καθοδηγείται απ' αυτήν. Ο ατομικός μύθος της ηρωίδας, της Ελένης, υποστυλώνεται σε μιαν ασταθή ισορροπία από δύο μόνο πρόσωπα, συν ένα "σχεδόν δικό της σπίτι", συν μια παιδική ηλικία που ίσως δεν υπήρξε, που εν πάση περιπτώσει δεν θυμάται. Και τα δύο πρόσωπα, μάνα και πατέρας, φευγάτα, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο: την απόδραση, το θάνατο ή την αξεπέραστη θλίψη, το σβησμένο βλέμμα, τη "φυσική φθίνουσα πορεία"…”
Η συγγραφέας για το μυθιστόρημα:
Η Φωτεινή Τσαλίκογλου, για τις προυποθέσεις κάτω από τις οποίες γράφτηκε ο “Έρως φαρμακοποιός”, θα μας πει:
“Άλλες εποχές, άλλες καταστάσεις. Τρομάζω να το ξαναδιαβάσω. Ένας επιπλέον λόγος είναι ότι δυο σημαντικά πρόσωπα που έγραψαν γιαυτό το βιβλίο, ο Μάριος Μαρκίδης και η Μαργαρίτα Καραπάνου, δεν είναι πια εδώ. Ο,τι έγραψαν με διακινεί βαθιά, αλλά και το βιβλίο αυτό με τρομάζει. Ίσως είναι το πιο σκοτεινό από όλα μου τα βιβλία. Νεώτερη κατά δεκαπέντε τότε χρόνια ίσως είχα πιο θάρρος, θράσος?, να διαπραγματευτώ την αρρώστια, την κατάρρευση, την άνοια, την εγκατάλειψη όχι μόνο των ψυχικών, αλλά και των σωματικών δυνάμεων. Ο πατέρας της Ελένης πάσχει από άνοια. Η μητέρα έχει εδώ και καιρό φύγει. Όμως η Ελένη θέλει να ζήσει, να ερωτευτεί, να αντιτάξει τον έρωτα στο θάνατο, τον πόθο, στην παρακμή, στην απουσία”.
Τώρα, για το κατά πόσο είναι ο έρωτας- φαρμακοποιός στις μέρες μας, η συγγραφέας, αποκωδικοποιεί. Και το συνδέει με την εποχή, αποδεικνύοντας το ότι, τελικά, η λογοτεχνία, δεν γίνεται παρά να ανήκει στο μέλλον:
“Ο έρωτας φαρμακοποιός είναι και μια κυριολεξία. Η Ελένη ερωτεύεται παράφορα τον Δημήτριο , τον φαρμακοποιό της γειτονιάς της. Το φάρμακο είναι δηλητήριο μαζί και γιατρειά. Ανέκαθεν αυτό που προτάσσεται ως γιατρειά ενδέχεται να είναι και αυτό που μας οδηγεί στο θάνατο. Η αναλογία με ότι συμβαίνει στην μνημονιακή πολυπαθή χώρα μας είναι νομίζω εμφανής. Πάμε να σωθούμε και βυθιζόμαστε κάθε τόσο και σε μεγαλύτερη απόγνωση….”
Αλλά “Το μέλλον ανήκει στην έκπληξη”, όπως παρηγορητικά με το τελευταίο της δοκιμιακό βιβλίο ήδη μας έχει πει. Αυτό που μένει για μας διευκρινίσει είναι αν και ο έρωτας είναι έκπληξη κι αν μάς αφορά όλους:
‘’To love is nothing, to be loved is something, to love and beloved Is everything’’ O Σαίξπηρ επιμένει διαχρονικά να είναι πατέρας της σκέψης και των συναισθημάτων μας, Κι εμείς ριγμένοι –εδώ- σε αυτούς τους σκοτεινούς καιρούς παλεύουμε ανάμεσα στο τίποτα και στα πάντα. Αλίμονο όμως αν τα παρατήσουμε. Οι δραματικοί καιροί είναι και οι πιο ενδιαφέροντες. Άλλωστε το πιστεύω ακράδαντα, αλίμονο μου αν δεν το πίστευα, ‘’το μέλλον ανήκει στην έκπληξη”.
Η συγγραφέας:
Η Φωτεινή Τσαλίκογλου σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και ειδικεύτηκε στην Κλινική Ψυχολογία. Eίναι καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Έχει εκδώσει τα επιστημονικά έργα και δοκίμια: “Σχιζοφρένεια και φόνος (Αναζητώντας τον χαμένο παράδεισο)”, “Μυθολογίες βίας και καταστολής”, “Ο μύθος του επικίνδυνου ψυχασθενή”, “Ψυχολογικά, Ψυχο-λογικά (Οι παγίδες του αυτονόητου)”, “Η ψυχολογία στην Ελλάδα σήμερα”, “Στην άλλη όχθη” (επιμ.) και “Μήπως;” (διάλογοι με τη Μαργαρίτα Καραπάνου). Επίσης το παραμύθι “Η νεράιδα της Γης” (με εικονογράφηση του Αλέξη Κυριτσόπουλου).
Από τις Εκδόσεις “Καστανιώτη” κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της “Η κόρη της Ανθής Αλκαίου”, “Έρως φαρμακοποιός”, “Ονειρεύτηκα πως είμαι καλά”, “Εγώ, η Μάρθα Φρόυντ” και “Tο χάρισμα της Bέρθας” (υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών 2010 του ΕΚΕΒΙ), η νουβέλα” Όλα τα ναι του κόσμου”, καθώς και τα βιβλία “Ψυχολογία της καθημερινής ζωής (Η κουλτούρα του εφήμερου)”, “Η ψυχή στη χώρα των πραγμάτων”, “Δε μ’ αγαπάς. Μ’ αγαπάς (Τα παράξενα της μητρικής αγάπης – Τα γράμματα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη στην κόρη της Μαργαρίτα Καραπάνου)” και “Το μέλλον ανήκει στην έκπληξη (34 σχόλια για την κρίση και ένα υστερόγραφο)”.
Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011 στο Έθνος της Κυριακής
Το μυθιστόρημα και η εποχή:
“Το μυθιστόρημα αυτό θα μπορούσε να ονομαστεί το μυθιστόρημα της εμμονής. Όλα τα πρόσωπα βασανίζονται ανελέητα από εμμονές… Τελικά, δεν ξέρουμε τίποτε για τα πρόσωπα και τις πραγματικές προθέσεις τους. Και όσο προχωράει το μυθιστόρημα, ξέρουμε όλο και λιγότερα. Μεγάλη μαστοριά της συγγραφέως…” έγραφε για τον μυθιστόρημα της Φωτεινής Τσαλίκογλου, η συγγραφέας Μαργαρίτα Καραπάνου, όταν πρωτοκυκλοφορούσε από τις εκδόσεις “Καστανιώτη” το 1997, κι έρχεται δεκατρία χρόνια μετά για να την δικαιώσει, σαν κινούμενη άμμος, η εποχή:
“Το μυθιστόρημα αυτό μου θυμίζει δύο συγκλονιστικά μυθιστορήματα: "The comfort of strangers" του Ιαν Μακ Γιούαν και "The driver's seat" της Μύριελ Σπαρκ. Η Φωτεινή Τσαλίκογλου ίσως δεν τα έχει διαβάσει, άρα δεν μπορούμε να μιλήσουμε για επιρροές. Αλλά συγγένειες μεταξύ συγγραφέων υπάρχουν και ανά τους αιώνες και ανά την υφήλιο χωρίς να έχει διαβάσει ο ένας τον άλλον. Τα δύο αυτά μυθιστορήματα έχουν επίσης ήρωες διφορούμενους, γεμάτους εμμονές, όπου τα σύνορα μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας είναι αχνά. Έχουν ακόμη πολύ μεγάλη βία, εσωτερική βία. Τολμώ να πω ότι το μυθιστόρημα της Φωτεινής Τσαλίκογλου κρύβει μια μεγάλη βία και στη γραφή και στην ουσία. Μια βία κάθαρσης, όπως και η βία που υπάρχει στα δύο μυθιστορήματα των ξένων συγγραφέων…” ολοκλήρωνε η Μαργαρίτα Καραπάνου την συλλογιστική. Κι έρχεται για να την δικαιώσει, “μια μεγάλη βία” στην κοινωνία, την ουσία και την ψυχολογία της εποχής.
Ο “Έρως Φαρμακοποιός”, το δεύτερο μυθιστόρημα της συγγραφέως και Καθηγήτριας Ψυχολογίας Φωτεινής Τσαλίκογλου που επανεκδίδεται ειδικά για τους αναγνώστες του “Έθνους της Κυριακής” από την εφημερίδα και τις εκδόσεις “Καστανιώτη”, όταν πρωτοκυκλοφόρησε, αντιμετωπίστηκε όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Είχε ήδη εκδοθεί το μυθιστόρημά της “Η κόρης της Ανθής Αλκαίου” και η κριτική μιλούσε για ένα καινούργιο είδος λογοτεχνικής γραφής. Για την ψυχολογία που προσφέρεται δάνειο ακριβό στην μυθοπλασία.
“Ο έρως φαρμακοποιός είναι μια ιστορία απλή, θα έλεγες μονόχορδη. Σαν περιπέτεια ψυχής, ωστόσο, καθόλου απλή, διότι πρέπει να συμπέσουν αποφασιστικές απουσίες, πολλά κενά στη ζωή σου, ώστε ν' αρχίσεις να γεμίζεις τις τρύπες με καλπάζουσα φαντασίωση, παραλήρημα και ψευδαίσθηση”, υποστήριζε στην δική του κριτική ο Μάριος Μαρκίδης, επιμένοντας στο λυρικό πυρήνα του βιβλίου, εξάλλου πια δεν μιλάμε για ψυχανάλυση και ψυχιατρική, αλλά αμιγώς για ακριβή, καινούργια, λογοτεχνία: “Δεν πρόκειται φυσικά να αποπειραθώ να διαβάσω την φαρμακεία της Φ. Τσαλίκογλου με όρους τυπικής ψυχοπαθολογίας. Και θα ήταν λάθος να συγκαταλεχθεί στα "ψυχαναλυτικά μυθιστορήματα". Είναι, αν μπορεί να σταθεί στο μυθιστόρημα η χρήση όρων από άλλο είδος, ένα "λυρικό" πεζό που καθοδηγεί την ψυχολογία παρά καθοδηγείται απ' αυτήν. Ο ατομικός μύθος της ηρωίδας, της Ελένης, υποστυλώνεται σε μιαν ασταθή ισορροπία από δύο μόνο πρόσωπα, συν ένα "σχεδόν δικό της σπίτι", συν μια παιδική ηλικία που ίσως δεν υπήρξε, που εν πάση περιπτώσει δεν θυμάται. Και τα δύο πρόσωπα, μάνα και πατέρας, φευγάτα, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο: την απόδραση, το θάνατο ή την αξεπέραστη θλίψη, το σβησμένο βλέμμα, τη "φυσική φθίνουσα πορεία"…”
Η συγγραφέας για το μυθιστόρημα:
Η Φωτεινή Τσαλίκογλου, για τις προυποθέσεις κάτω από τις οποίες γράφτηκε ο “Έρως φαρμακοποιός”, θα μας πει:
“Άλλες εποχές, άλλες καταστάσεις. Τρομάζω να το ξαναδιαβάσω. Ένας επιπλέον λόγος είναι ότι δυο σημαντικά πρόσωπα που έγραψαν γιαυτό το βιβλίο, ο Μάριος Μαρκίδης και η Μαργαρίτα Καραπάνου, δεν είναι πια εδώ. Ο,τι έγραψαν με διακινεί βαθιά, αλλά και το βιβλίο αυτό με τρομάζει. Ίσως είναι το πιο σκοτεινό από όλα μου τα βιβλία. Νεώτερη κατά δεκαπέντε τότε χρόνια ίσως είχα πιο θάρρος, θράσος?, να διαπραγματευτώ την αρρώστια, την κατάρρευση, την άνοια, την εγκατάλειψη όχι μόνο των ψυχικών, αλλά και των σωματικών δυνάμεων. Ο πατέρας της Ελένης πάσχει από άνοια. Η μητέρα έχει εδώ και καιρό φύγει. Όμως η Ελένη θέλει να ζήσει, να ερωτευτεί, να αντιτάξει τον έρωτα στο θάνατο, τον πόθο, στην παρακμή, στην απουσία”.
Τώρα, για το κατά πόσο είναι ο έρωτας- φαρμακοποιός στις μέρες μας, η συγγραφέας, αποκωδικοποιεί. Και το συνδέει με την εποχή, αποδεικνύοντας το ότι, τελικά, η λογοτεχνία, δεν γίνεται παρά να ανήκει στο μέλλον:
“Ο έρωτας φαρμακοποιός είναι και μια κυριολεξία. Η Ελένη ερωτεύεται παράφορα τον Δημήτριο , τον φαρμακοποιό της γειτονιάς της. Το φάρμακο είναι δηλητήριο μαζί και γιατρειά. Ανέκαθεν αυτό που προτάσσεται ως γιατρειά ενδέχεται να είναι και αυτό που μας οδηγεί στο θάνατο. Η αναλογία με ότι συμβαίνει στην μνημονιακή πολυπαθή χώρα μας είναι νομίζω εμφανής. Πάμε να σωθούμε και βυθιζόμαστε κάθε τόσο και σε μεγαλύτερη απόγνωση….”
Αλλά “Το μέλλον ανήκει στην έκπληξη”, όπως παρηγορητικά με το τελευταίο της δοκιμιακό βιβλίο ήδη μας έχει πει. Αυτό που μένει για μας διευκρινίσει είναι αν και ο έρωτας είναι έκπληξη κι αν μάς αφορά όλους:
‘’To love is nothing, to be loved is something, to love and beloved Is everything’’ O Σαίξπηρ επιμένει διαχρονικά να είναι πατέρας της σκέψης και των συναισθημάτων μας, Κι εμείς ριγμένοι –εδώ- σε αυτούς τους σκοτεινούς καιρούς παλεύουμε ανάμεσα στο τίποτα και στα πάντα. Αλίμονο όμως αν τα παρατήσουμε. Οι δραματικοί καιροί είναι και οι πιο ενδιαφέροντες. Άλλωστε το πιστεύω ακράδαντα, αλίμονο μου αν δεν το πίστευα, ‘’το μέλλον ανήκει στην έκπληξη”.
Η συγγραφέας:
Η Φωτεινή Τσαλίκογλου σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης και ειδικεύτηκε στην Κλινική Ψυχολογία. Eίναι καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Έχει εκδώσει τα επιστημονικά έργα και δοκίμια: “Σχιζοφρένεια και φόνος (Αναζητώντας τον χαμένο παράδεισο)”, “Μυθολογίες βίας και καταστολής”, “Ο μύθος του επικίνδυνου ψυχασθενή”, “Ψυχολογικά, Ψυχο-λογικά (Οι παγίδες του αυτονόητου)”, “Η ψυχολογία στην Ελλάδα σήμερα”, “Στην άλλη όχθη” (επιμ.) και “Μήπως;” (διάλογοι με τη Μαργαρίτα Καραπάνου). Επίσης το παραμύθι “Η νεράιδα της Γης” (με εικονογράφηση του Αλέξη Κυριτσόπουλου).
Από τις Εκδόσεις “Καστανιώτη” κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της “Η κόρη της Ανθής Αλκαίου”, “Έρως φαρμακοποιός”, “Ονειρεύτηκα πως είμαι καλά”, “Εγώ, η Μάρθα Φρόυντ” και “Tο χάρισμα της Bέρθας” (υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών 2010 του ΕΚΕΒΙ), η νουβέλα” Όλα τα ναι του κόσμου”, καθώς και τα βιβλία “Ψυχολογία της καθημερινής ζωής (Η κουλτούρα του εφήμερου)”, “Η ψυχή στη χώρα των πραγμάτων”, “Δε μ’ αγαπάς. Μ’ αγαπάς (Τα παράξενα της μητρικής αγάπης – Τα γράμματα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη στην κόρη της Μαργαρίτα Καραπάνου)” και “Το μέλλον ανήκει στην έκπληξη (34 σχόλια για την κρίση και ένα υστερόγραφο)”.
Δημοσιεύθηκε την Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011 στο Έθνος της Κυριακής
Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011
Η λογοτεχνία, άσκηση στη δυνατότητα, στην πιθανότητα- και γι αυτό ένα είδος σωτηρίας
Ό,τι ξέραμε και αναγνωρίζαμε ως δικό μας φαντάζει πια ξένο...
Αμάντα Μιχαλοπούλου: "Όσες φορές αντέξεις”
Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής (23 Οκτ. 2011)
“Ύστερα από μια ιλιγγιώδη ερωτική εβδομάδα που περνά στην Αθήνα με έναν Τσέχο τουριστικό πράκτορα, η ηρωίδα ξεκινά μιαν ατέλειωτη περιπλάνηση σε διάφορες ευρωπαικές πόλεις προκειμένου να τον βρει: Πράγα, Μόναχο, Γενεύη, Μαδέρα είναι οι σταθμοί της σε αυτή τη διαδρομή, στην οποία η ηρωίδα θα διαπιστώσει ότι αυτό που εν τέλει ψάχνει δεν είναι η φευγαλέα μορφή του αγαπημένου της, το ζητούμενο αντιθέτως φαίνεται να είναι η ίδια η περιπλάνηση...” έγραφε για το μυθιστόρημα “Όσες φορές αντέξεις” της Αμάντας Μιχαλοπούλου η Ελισσάβετ Κοτζιά όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1998 κι η συγγραφέας έχει πολλές φορές αλλάξει από τότε, παραμένοντας στα βασικά και ουσιαστικά της η ίδια.
Το ιδιαίτερο ύφος της, το καυστικό χιούμορ, η εσωτερική και εξωτερική έννοια της Περιπλάνησης, η ταυτότητα, η διεισδυτική οξυδέρκεια και η αφηγηματική της δεινότητα, εξακολουθούν να υφίστανται, να εξελίσσονται και να ξεπερνούν τα... χωρικά ύδατα, αποδεικνύοντας ότι στα βασικά, τα ανθρώπινα πάθη και λάθη, πέρα από γεωγραφικά, γλωσσικά και πολιτιστικά σύνορα και εμπόδια, παραμένουν ουσιαστικά τα ίδια.
Για το μυθιστόρημα, “'Οσες φορές αντέξεις”, θα πει η συγγραφέας: “Ο τίτλος του θα μπορούσε να είναι ένα επίκαιρο σύνθημα στην Ελλάδα του Μνημονίου, η πλοκή επίσης: η ηρωίδα, μια απολυμένη υπάλληλος της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, αλυσοδένεται με τους υπόλοιπους απολυμένους συναδέλφους της έξω από το Υπουργείο Προεδρίας. Κι αφήνει τους δρόμους και τις πορείες για τον έρωτα του Ιβο, ενός μυστηριώδους Τσέχου που μιλάει σπαστά Γερμανικά και μοιάζει με τον Φράντς Κάφκα. Τον ακολουθεί από την πλατεία Ομονοίας ως την Πράγα και το Μόναχο, κι από εκεί στη Γενεύη και στη Μαδέρα, το νοτιότερο άκρο της Ευρώπης. Η παθιασμένη ερωτική τους ιστορία διαβάζεται και ως αλληγορία της νεοελληνικής προσδοκίας από την Ευρώπη, της συλλογικής μας, ερωτικής σχεδόν, εμμονής με την ευρωπαική ολοκλήρωση. Τώρα που το σκέφτομαι ο όρος “ολοκλήρωση” παραπέμπει ευθέως στην ερωτική πράξη και στη δεκαετία του '90 η “ενωμένη” Ευρώπη ήταν για τους Έλληνες το πιο ισχυρό αφροδισιακό- το απόλυτο όνειρο οικονομικής και κοινωνικής αναβάθμισης. Το ζοφερό ειδύλλιο της ηρωίδας μου με τον Ιβο αποδείχτηκε προφητικό. Η Ευρώπη δεν είναι μικρή, όπως μας έμαθαν. Είναι αχανής, γεμάτη από ταυτότητες που συγκρούονται λυσσαλέα”.
Η Αμάντα Μιχαλοπούλου πρωτομπήκε στη ζωή μας με ένα βραβείο σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού “Ρεύματα” και η συλλογή που ακολούθησε το 1994 μας υπενθύμιζε εκείνο που όλοι ξεχνούσαμε πως 'Έξω η ζωή είναι πολύχρωμη”, με την συγγραφική της συνέχεια να παραμένει το ίδιο δυνατή και ενθουσιώδης. Το πρώτο της μυθιστόρημα “Γιάντες” το 1996 απέσπασε το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού “Διαβάζω”. Ακολουθούν τα μυθιστορήματα “Παλιόκαιρος” (2001), “Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη” (2003), “Θα ήθελα” (2005) για το οποίο της απονεμήθηκε το Βραβείο Διεθνούς Λογοτεχνίας του Αμερικανικού Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Τεχνών και υπήρξε υποψήφιο για το βραβείο Best Book in Translation του Πανεπιστημίου του Ρότσεστερ, η συμμετοχή της στο “Ερωτικό των τεσσάρων”, τα μυθιστορήματα “Πριγκίπισσα Σαύρα” (2007), “Πώς να κρυφτείς” (2010), η συμμετοχή της στα “Ελληνικά εγκλήματα” (2008 και 2011), τα παιδικά βιβλία “Η εγγονή του Αι- Βασίλη” (2007), “Η εγγονή του Αι- Βασίλη και τα μπισκότα της αγάπης” (2009) και “Η εγγονή του Αι- Βασίλη και η εξαφάνιση των ξωτικών” (2011), όλα από τις εκδόσεις “Καστανιώτη”. Η σειρά “Οικογενειακή Πινακοθήκη”, επίσης, φέρει την υπογραφή της, καθώς και “Το σπίτι που πετάει”.
Έργα της έχουν μεταφραστεί σε εννιά γλώσσες δικαιώνοντας όσον αφορά το σύνολο του έργου της αυτά που έγραφε το 1997 για το “Γιάντες” η Σώτη Τριανταφύλλου: “το μυθιστόρημα μοιάζει γραμμένο από κάποιον που διασχίζει τον κόσμο, τις γλώσσες, τις κουλτούρες και τις εποχές”.
“Με απασχολούσαν ανέκαθεν τα ζητήματα ταυτότητας: ποιοι είμαστε και πώς μάς διαμορφώνουν οι προσδοκίες των άλλων γύρω μας, ατομικά και συλλογικά”- υποστηρίζει η Αμάντα Μιχαλοπούλου. -“Αυτό που με ενδιαφέρει μυθοπλαστικά είναι κατά πόσο ο τρόπος που μάς μεγαλώνουν επηρεάζει τον χαρακτήρα μας και αντικατοπτρίζεται στη συλλογική μας συνείδηση. Τι σημαίνει δηλαδή να είσαι Έλληνας σήμερα, ή Ευρωπαίος. Ζούμε σε μια εποχή που οι ταυτότητες αλλάζουν άρδην ξανά. Ό,τι ξέραμε και αναγνωρίζαμε ως δικό μας φαντάζει πια ξένο”.
Η λογοτεχνία, κατά τη γνώμη της “άσκηση στη δυνατότητα, στην πιθανότητα- και γι αυτό ένα είδος σωτηρίας. Διαβάζουμε για ήρωες που μάς μοιάζουν, ή που δεν μάς μοιάζουν καθόλου, γινόμαστε πιο διαλλακτικοί και καταλαβαίνουμε καλύτερα τον κόσμο. Σαν ηθοποιοί ζούμε στο πετσί του ενός ή του άλλου ήρωα, της μιας ή της άλλης ενδύναμης κατάστασης. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο μάθημα δημοκρατίας”, υποστηρίζει.
Αλλά και με το πλέον πρόσφατό της μυθιστόρημα “Πώς να κρυφτείς”, αυτό ακριβώς η Αμάντα Μιχαλοπούλου μάς υπενθυμίζει: “Στο “Πώς να κρυφτείς”, ο Στέφανος, δάσκαλος στο Ελληνικό Σχολείο του Βερολίνου, αναμετριέται με το σκοτεινό μυστικό της παιδικής του ηλικίας. Την απαγωγή του από ένα ζευγάρι Γερμανών που είχαν χάσει το παιδί τους, τη γερμανική του ανατροφή και την επιστροφή του στην Ελλάδα, στα χρόνια της εφηβείας. Με το μετεωρισμό του ανάμεσα σε δύο χώρες προσπάθησα να περιγράψω το αίσθημα κάθε ανθρώπου που αναζητά την αλήθεια, την ταυτότητα, την έννοια της πατρίδας μέσα του”.
Αμάντα Μιχαλοπούλου: "Όσες φορές αντέξεις”
Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής (23 Οκτ. 2011)
“Ύστερα από μια ιλιγγιώδη ερωτική εβδομάδα που περνά στην Αθήνα με έναν Τσέχο τουριστικό πράκτορα, η ηρωίδα ξεκινά μιαν ατέλειωτη περιπλάνηση σε διάφορες ευρωπαικές πόλεις προκειμένου να τον βρει: Πράγα, Μόναχο, Γενεύη, Μαδέρα είναι οι σταθμοί της σε αυτή τη διαδρομή, στην οποία η ηρωίδα θα διαπιστώσει ότι αυτό που εν τέλει ψάχνει δεν είναι η φευγαλέα μορφή του αγαπημένου της, το ζητούμενο αντιθέτως φαίνεται να είναι η ίδια η περιπλάνηση...” έγραφε για το μυθιστόρημα “Όσες φορές αντέξεις” της Αμάντας Μιχαλοπούλου η Ελισσάβετ Κοτζιά όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1998 κι η συγγραφέας έχει πολλές φορές αλλάξει από τότε, παραμένοντας στα βασικά και ουσιαστικά της η ίδια.
Το ιδιαίτερο ύφος της, το καυστικό χιούμορ, η εσωτερική και εξωτερική έννοια της Περιπλάνησης, η ταυτότητα, η διεισδυτική οξυδέρκεια και η αφηγηματική της δεινότητα, εξακολουθούν να υφίστανται, να εξελίσσονται και να ξεπερνούν τα... χωρικά ύδατα, αποδεικνύοντας ότι στα βασικά, τα ανθρώπινα πάθη και λάθη, πέρα από γεωγραφικά, γλωσσικά και πολιτιστικά σύνορα και εμπόδια, παραμένουν ουσιαστικά τα ίδια.
Για το μυθιστόρημα, “'Οσες φορές αντέξεις”, θα πει η συγγραφέας: “Ο τίτλος του θα μπορούσε να είναι ένα επίκαιρο σύνθημα στην Ελλάδα του Μνημονίου, η πλοκή επίσης: η ηρωίδα, μια απολυμένη υπάλληλος της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, αλυσοδένεται με τους υπόλοιπους απολυμένους συναδέλφους της έξω από το Υπουργείο Προεδρίας. Κι αφήνει τους δρόμους και τις πορείες για τον έρωτα του Ιβο, ενός μυστηριώδους Τσέχου που μιλάει σπαστά Γερμανικά και μοιάζει με τον Φράντς Κάφκα. Τον ακολουθεί από την πλατεία Ομονοίας ως την Πράγα και το Μόναχο, κι από εκεί στη Γενεύη και στη Μαδέρα, το νοτιότερο άκρο της Ευρώπης. Η παθιασμένη ερωτική τους ιστορία διαβάζεται και ως αλληγορία της νεοελληνικής προσδοκίας από την Ευρώπη, της συλλογικής μας, ερωτικής σχεδόν, εμμονής με την ευρωπαική ολοκλήρωση. Τώρα που το σκέφτομαι ο όρος “ολοκλήρωση” παραπέμπει ευθέως στην ερωτική πράξη και στη δεκαετία του '90 η “ενωμένη” Ευρώπη ήταν για τους Έλληνες το πιο ισχυρό αφροδισιακό- το απόλυτο όνειρο οικονομικής και κοινωνικής αναβάθμισης. Το ζοφερό ειδύλλιο της ηρωίδας μου με τον Ιβο αποδείχτηκε προφητικό. Η Ευρώπη δεν είναι μικρή, όπως μας έμαθαν. Είναι αχανής, γεμάτη από ταυτότητες που συγκρούονται λυσσαλέα”.
Η Αμάντα Μιχαλοπούλου πρωτομπήκε στη ζωή μας με ένα βραβείο σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού “Ρεύματα” και η συλλογή που ακολούθησε το 1994 μας υπενθύμιζε εκείνο που όλοι ξεχνούσαμε πως 'Έξω η ζωή είναι πολύχρωμη”, με την συγγραφική της συνέχεια να παραμένει το ίδιο δυνατή και ενθουσιώδης. Το πρώτο της μυθιστόρημα “Γιάντες” το 1996 απέσπασε το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού “Διαβάζω”. Ακολουθούν τα μυθιστορήματα “Παλιόκαιρος” (2001), “Γιατί σκότωσα την καλύτερή μου φίλη” (2003), “Θα ήθελα” (2005) για το οποίο της απονεμήθηκε το Βραβείο Διεθνούς Λογοτεχνίας του Αμερικανικού Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Τεχνών και υπήρξε υποψήφιο για το βραβείο Best Book in Translation του Πανεπιστημίου του Ρότσεστερ, η συμμετοχή της στο “Ερωτικό των τεσσάρων”, τα μυθιστορήματα “Πριγκίπισσα Σαύρα” (2007), “Πώς να κρυφτείς” (2010), η συμμετοχή της στα “Ελληνικά εγκλήματα” (2008 και 2011), τα παιδικά βιβλία “Η εγγονή του Αι- Βασίλη” (2007), “Η εγγονή του Αι- Βασίλη και τα μπισκότα της αγάπης” (2009) και “Η εγγονή του Αι- Βασίλη και η εξαφάνιση των ξωτικών” (2011), όλα από τις εκδόσεις “Καστανιώτη”. Η σειρά “Οικογενειακή Πινακοθήκη”, επίσης, φέρει την υπογραφή της, καθώς και “Το σπίτι που πετάει”.
Έργα της έχουν μεταφραστεί σε εννιά γλώσσες δικαιώνοντας όσον αφορά το σύνολο του έργου της αυτά που έγραφε το 1997 για το “Γιάντες” η Σώτη Τριανταφύλλου: “το μυθιστόρημα μοιάζει γραμμένο από κάποιον που διασχίζει τον κόσμο, τις γλώσσες, τις κουλτούρες και τις εποχές”.
“Με απασχολούσαν ανέκαθεν τα ζητήματα ταυτότητας: ποιοι είμαστε και πώς μάς διαμορφώνουν οι προσδοκίες των άλλων γύρω μας, ατομικά και συλλογικά”- υποστηρίζει η Αμάντα Μιχαλοπούλου. -“Αυτό που με ενδιαφέρει μυθοπλαστικά είναι κατά πόσο ο τρόπος που μάς μεγαλώνουν επηρεάζει τον χαρακτήρα μας και αντικατοπτρίζεται στη συλλογική μας συνείδηση. Τι σημαίνει δηλαδή να είσαι Έλληνας σήμερα, ή Ευρωπαίος. Ζούμε σε μια εποχή που οι ταυτότητες αλλάζουν άρδην ξανά. Ό,τι ξέραμε και αναγνωρίζαμε ως δικό μας φαντάζει πια ξένο”.
Η λογοτεχνία, κατά τη γνώμη της “άσκηση στη δυνατότητα, στην πιθανότητα- και γι αυτό ένα είδος σωτηρίας. Διαβάζουμε για ήρωες που μάς μοιάζουν, ή που δεν μάς μοιάζουν καθόλου, γινόμαστε πιο διαλλακτικοί και καταλαβαίνουμε καλύτερα τον κόσμο. Σαν ηθοποιοί ζούμε στο πετσί του ενός ή του άλλου ήρωα, της μιας ή της άλλης ενδύναμης κατάστασης. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο μάθημα δημοκρατίας”, υποστηρίζει.
Αλλά και με το πλέον πρόσφατό της μυθιστόρημα “Πώς να κρυφτείς”, αυτό ακριβώς η Αμάντα Μιχαλοπούλου μάς υπενθυμίζει: “Στο “Πώς να κρυφτείς”, ο Στέφανος, δάσκαλος στο Ελληνικό Σχολείο του Βερολίνου, αναμετριέται με το σκοτεινό μυστικό της παιδικής του ηλικίας. Την απαγωγή του από ένα ζευγάρι Γερμανών που είχαν χάσει το παιδί τους, τη γερμανική του ανατροφή και την επιστροφή του στην Ελλάδα, στα χρόνια της εφηβείας. Με το μετεωρισμό του ανάμεσα σε δύο χώρες προσπάθησα να περιγράψω το αίσθημα κάθε ανθρώπου που αναζητά την αλήθεια, την ταυτότητα, την έννοια της πατρίδας μέσα του”.
Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011
Η Νεφέλη στο νησί του Παντός
Με τις κούκλες της και μέσα από τις ζωγραφιές της η Νεφέλη ταξιδεύει παντού. Από την Χώρα του Ποτέ ως το Νησί του Παντός. Εκεί, συναντά τους ήρωες των παραμυθιών, παίζει και ανακαλύπτει τον Αχιλλέα και τη δική της καλή νεράιδα, ανεβαίνει και κατεβαίνει βουνά, σχεδιάζει κι αλλάζει μαζί τους το μέλλον. Γιατί το Θαύμα της Τέχνης κάνει ως και αυτά τα γοβάκια της Σταχτοπούτας αληθινά.
Ένα παραμυθένιο ταξίδι στις ιστορίες, στο χρόνο και στα ζωγραφισμένα μας όνειρα, που επαληθεύονται πάντα. Αρκεί να τα πιστέψουμε εμείς!
Το παραμύθι της Νεφέλης ετοιμάστηκε, ο Αθανάσιος Τσίτσικας το εικονογράφησε μαγικά και κυκλοφόρησε με την εκδοτική αγάπη του κυρίου Θάνου Ψυχογιού,
Πένυ, Αγγέλα, Δομινίκη, Θανάση, Κλειούλα, Πόπη, Λιζάκι... σας ευχαριστώ από καρδιάς. Αλλά την Νεφέλη πάνω απ΄όλους και όλα...
Ένα παραμυθένιο ταξίδι στις ιστορίες, στο χρόνο και στα ζωγραφισμένα μας όνειρα, που επαληθεύονται πάντα. Αρκεί να τα πιστέψουμε εμείς!
Το παραμύθι της Νεφέλης ετοιμάστηκε, ο Αθανάσιος Τσίτσικας το εικονογράφησε μαγικά και κυκλοφόρησε με την εκδοτική αγάπη του κυρίου Θάνου Ψυχογιού,
Πένυ, Αγγέλα, Δομινίκη, Θανάση, Κλειούλα, Πόπη, Λιζάκι... σας ευχαριστώ από καρδιάς. Αλλά την Νεφέλη πάνω απ΄όλους και όλα...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)