Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Στο δάσος του Πουθενά

Αυτό που επιτρέπεται να είσαι'
Τίποτε.
Τον κοιτά' σαν δέντρο
Ο άνθρωπος – δέντρο
μια ξεραμένη βελανιδιά
“ο πατέρας μου”,
θα ψελλίσει ίσα για να τ' ακούσει η ίδια
με λαχτάρα,
“ο πατέρας μου, μια
γερασμένη βελανιδιά”.
Ακούει τα βήματά του
εκείνο το χαρακτηριστικό σούρσιμο
πάνω κάτω, πάνω κάτω στο δωμάτιο
σε λίγο, την ανάσα του'
κοιμήθηκε, σκέφτεται,
βαριά.
Αυτό που επιτρέπεται να είσαι'
Τα πάντα.
Εκείνος, o πατέρας της.
Μια γερασμένη βελανιδιά.
Κι αυτή,
η κόρη του
ν' ακούει τα βήματά να θροίζουν
την ανάσα του
στο δάσος του Πουθενά,
βαριά.

Κυριακή 17 Ιουλίου, Αγίας Μαρίνας

Σαν σήμερα,
στα 15 με δάγκωσε ένα σκυλί,
στα 21 παντρεύτηκα
στα όχι -δεν- θα- τα- μετρήσω, αμήχανα γράφω την 22η... σοκολάτα, ναι, “Σοκολάτες” ήταν ο τίτλος σαν τέτοια μέρα πριν από τέσσερα χρόνια, αρχικά...