Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

«Υφαίνω λέξεις, σβήνω, σχίζω, πληρώνω, πληγώνω»,

Η Βασιλική Φαρμάκη γράφει για το βιβλίο
«Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΒΟΡΙΝΗΣ ΚΟΥΖΙΝΑΣ»
Της Ελένης Γκίκα, Εκδ. Καλέντης

Δημοσιεύθηκε στο σάιτ Salonica news και στη στήλη “Οδός Βιβλίου” που επιμελείται ο ποιήτης και δημοσιογράφος Στέλιος Λουκάς

Με ένα εξώφυλλο καλλιτεχνικό , ένα τίτλο καθαρά γυναικείο, με έντονη λυρική διάθεση
έρχεται συγγραφέας Ελένη Γκίκα να αναδιπλώσει με ευκρίνεια και στοχασμό το γυναικείο ψυχισμό,
πρόσφορο ανάγνωσμα και των δύο φύλων.
Η ανδρική παρουσία στις σελίδες του βιβλίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την γυναικεία πορεία.
Άλλωστε ποιάς γυναίκας η ζωή δεν καθορίζεται αργά ή γρήγορα από την παρουσία ενός άνδρα, πατέρα ή γιού, αδελφού ή συζύγου, φίλου για πάντα αγαπημένου.
Κάποια γεγονότα προδίδουν το σήμερα της ιστορίας και κάποια άλλα θέτουν και πάλι τα διαχρονικά ερωτήματα.
Σκεπτόμενη γυναίκα, μάνα, σύζυγος, ερωμένη, αγαπημένη πετυχημένη ή αδικημένη, παρεξηγημένη, προβληματισμένη, καταξιωμένη ή περιθωριοποιημένη.
Όλα μαζί σε μια κλιμακούμενη ένταση σκέψεων, απόψεων, καταγραφών , δηλώσεων και πικρών διαπιστώσεων….
Βιβλίο ωριμότητας, όχι απαραίτητα ηλικιακής, αλλά συγγραφικής και γλωσσικής.
Βιβλίο ύφους πυκνού, όχι αδιαπέραστου αντίθετα βασανιστικά διαπερατού.
Βιβλίο πλοκής όχι πολλών προσώπων, αλλά αισθημάτων και συναισθημάτων.
Βιβλίο μεγάλων εναλλαγών σχέσεων και τοποθετήσεων του ίδιου του εαυτού μας, απέναντι στους δικούς μας και στους γύρω.
Βιβλίο έντονων απογραφών και απολογισμών, καθόλου εξωστρεφές αλλά «εκ βαθέων».
Ράνια ή Γερτρούδη και Αρσινόη ή Ουλρίκα, οι ηρωίδες, απέναντι αλλά δίπλα, μακριά αλλά και κοντά, η μία με τα παιδιά και η άλλη με τα βιβλία, παλεύουν το χρόνο, την μοναξιά, τη ζωή, κάνουν τα δικά τους όνειρα, ζουν την δική τους καθημερινότητα, η μία στη κουζίνα και η άλλη στο γραφείο, αναζητώντας ένα βαθύτερο νόημα, στη ροή των πραγμάτων, αλλά στο βάθος παλεύοντας να κερδίσουν το χαμένο χρόνο, -αν υπάρχει- και εν τέλει την εσωτερική γαλήνη, πολυπόθητο αλλά και πολύπονο δώρημα, όχι τυχαία αποκτημένο , αλλά με ωριμότητα αναζητημένο και με δια βίου αγώνες κατακτημένο .
H πορεία για εκεί δύσβατη, ανηφορική γεμάτη εκπλήξεις και ερωτήματα, διλήμματα και ενοχές, σκέψεις και απογοητεύσεις, υποχωρήσεις και ηθελημένες σιωπές.
Άβουλες οι σκεπτόμενες , παραιτημένες, κρυμμένες, παθητικές;
Ή εκούσια παγιδευμένες σε ένα πρέπει που άλλοι επέβαλλαν, σένα δικό τους «θέλω», που έπαψε προ πολλού να υπάρχει;
Ανήσυχα ησυχασμένες σε ένα πλαστό κόσμο που οι ίδιες δημιούργησαν για να υπάρξουν, σ’ ένα κέλυφος που κινδυνεύει να κομματιαστεί στην πορεία του χρόνου από τα ερωτήματα ,που θα δημιουργηθούν.
Θα αναζητήσουν βοήθεια στον Κάφκα και τον Μπόρχες, στον Τζόυς και τον Γέιτς, θα καταφύγουν στην ποίηση στην Τζαστίν και την ΄Αν Σέξτον, θα αναζητήσουν διεξόδους στη Σαρλότ Μπροντέ, ακόμα και στα παραμύθια θα καταφύγουν,
στον Σεβάχ τον Θαλασσινό με το Ζαραντάν και τον Λούις Κάρολ με την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων».
Η πραγματικότητα όμως χτυπά σειρήνες, το σήμερα αιμορραγεί.
«Η εποχή μας έχει πέσει χαμηλά», διαπιστώνει η συγγραφέας Ελένη Γκίκα «και η φιλοσοφία ζει το τέλος της».
Θα αναγκαστούν κάποτε να βγουν από την προστατευμένη θέση τους, να δουν το αδυσώπητο σήμερα, θα πρέπει να προσαρμοστούν, μέχρι να βρουν τη γαλήνη.
Η ίδια η συγγραφέας «παρατηρητής» στον δυτικό καθρέπτη τις βλέπει και τις αναλύει, τις μελετά και μονολογεί:
«Αρκεί ο Ντάρελ και η Τζαστίν για να πάει να πλαγιάσει κανείς;»
Αλλά και για να ζήσει άραγε πόσο λυτρωτικά στηρίγματα προσφέρουν ο Ντίκενς, ο Πρεβέρ, ο Ελυάρ, ο Χιούζ ακόμα και ο Τόμας Μάν;
Λουτήρες της σκέψης οι γνώσεις, αλλά η ψυχή κάτι ακόμα αναζητά και ψάχνει και ερευνά.
Κάποια στιγμή η Ράνια θα σκεφτεί να φωνάξει «δεν την μπορώ άλλο αυτή την άδεια ζωή-χάρτινη ζωή», δεν θα το κάνει, μη τυχόν και ενοχλήσει, μη τυχόν και διαταράξει την φαινομενική ηρεμία των άλλων.
Θα θυσιάσει την κραυγή, αλλά και πάλι εκείνη δεν θα ησυχάσει.
Αργότερα θα κάνει την εφήμερη δική της επανάσταση, έτσι σαν δοκιμασία για τον εαυτό της, αλλά και πάλι δεν θα λυτρωθεί.
Η Αρσινόη θα βγει κάποια στιγμή στον κόσμο, στη διαδήλωση , θα αψηφήσει τον κίνδυνο, θα πάρει το ρίσκο.
Γιατί η γυναίκα του γραφείου και η γυναίκα της κουζίνας, όπως κι’ αν πορευτούν, στο ίδιο σημείο θα σταθούν και θα αναρωτηθούν:
Τι έκανα λάθος, ποιο μονοπάτι διάβηκα αδιέξοδο, που παγιδεύτηκα και τι να περιμένω;
Κι’ οι δύο τους κάτι κυνηγάνε, κάτι περιμένουν, διαφορετικό ή ολόιδιο, πιστευτό ή απίστευτο, συγκεκριμένο ή αφηρημένο, ορατό ή αόρατο, δεδομένο ή ανύπαρκτο, υλικό ή άυλο.
Το ίδιο και η γυναίκα του δυτικού καθρέπτη, με αντικατοπτρισμό των δύο γυναικών ή δικός αντικατοπτρισμός οι δύο γυναίκες. Κι’ αυτή κάτι περιμένει κι’ ας λέει πως «οι λέξεις είναι για να αμύνεσαι στην απόγνωση, για να βρίσκεις τη λύτρωση». Δεν τη βρήκε μέσα από αυτές, ομολογεί
«Υφαίνω λέξεις, σβήνω, σχίζω, πληρώνω, πληγώνω», δίνει με σαρκασμό τον ορισμό της, η συγγραφέας και συνεχίζει:
«απουσίες ζωής και κλάματα των άλλων, που ξεδιαλύνω μες στο χαρτί».
Η γραφή είναι μια διέξοδος, αλλά είναι η μόνη άραγε;
Κάτι παραπάνω ζητάνε και οι τρεις όταν κονταροχτυπιούνται με τον χρόνο και την μοναξιά, στις στιγμές της διαπίστωσης ρυτίδων και ρωγμών στο πρόσωπο, κραδασμών ανελέητων στην ψυχή και σιωπών εκκωφαντικών στη ζωή.
Κάτι παραπάνω ζητάνε, ψάχνουν, αναζητούν και βασανίζονται να κρατηθούνε στη ζωή, που ολοένα και μικραίνει και κυλά και τις ξεχνά και προσπερνά.
Ένα βαθύτερο νόημα, ένα βήμα πιο πέρα.
Οι ηρωίδες της ποίησης και της λογοτεχνίας έχουν τη δική τους ζωή, δεν τις συμμερίζονται και οι γυναίκες των παραμυθιών έχουν τη ζωή τους, δεν αλλάζουν και έρχεται η ώρα που ούτε και οι φιλόσοφοι δεν βοηθούν και στέκουν παράπλευρα -ασυγκίνητοι, στο δικό τους μαρτύριο.
Ερωτήματα ακατάπαυστα και σκέψεις και ενοχές και δίνες και λαχτάρες και ενδοσκοπήσεις και ερμηνείες αυστηρές και επίπονες και αναζητήσεις και παιδέματα και απογνώσεις και αποφάσεις και κρίματα που τελειωμό δεν έχουν.
Πού να αναζητήσεις βοήθεια, πώς να βάλεις την ζωή σε τάξη, πώς να βρεις τις σταθερές;
«Ζόρικος δρόμος ο χρόνος», διαπιστώνει με πίκρα η συγγραφέας.
Γυναικεία φύση ανεξερεύνητη και μονίμως προβληματισμένη, και κάποιες φορές ερεβώδης και καχύποπτη, συνεχώς σκεπτόμενη και αβυσσαλέα εσωτερικά κρινόμενη, αέναα ανήσυχη και μόνιμα αυτοτιμωρούμενη.
Σε ναρκοπέδιο βαδίζεις , σε καθαρτήριο δρασκελίζεις, αλλά δεν βρίσκεις γιατρειά.
Σε ναρκοπέδιο θα πορεύεσαι, σε πεδίο βολής θ’
αργοπατάς, αφού η φύση εσένα έταξε για του κόσμου τ’ άδικο εσύ να ξαγρυπνάς.
Κάποια στιγμή θα κάνει την εμφάνισή της η γυναίκα της νότιας αποβάθρας,- η αναγνώστρια- προβληματισμένη κι’ αυτή με το δικό της ταξίδι,-με το εάν και πότε και γιατί-. Η αναγνώστρια της νότιας αποβάθρας θα βρει τις προηγούμενες, θα τις δεχτεί, θα τις αγκαλιάσει και θα τις συμπονέσει ,ανακουφίζοντας την ίδια.
Παρόμοια βιώματα και ενοχές, παρόμοιοι προβληματισμοί και απογνώσεις.
Όμως αφού δεν υπάρχουν ασφαλείς κανόνες πλεύσης και πλοήγησης, ούτε θα τις συμβουλευτεί, ούτε και θα τις συμβουλεύσει.
Εκείνες θα τις ευχηθούν ,όσο τρικυμιώδες και νάναι το ταξίδι, νάβρει τελικά, το απάνεμο λιμάνι της εσωτερικής της γαλήνης.
Δύσκολος αλλά μοναδικός επίγειος προορισμός.
Άραγε θα τα καταφέρουμε;

υγ. Από την εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο Πλους στην Κέρκυρα, 6/6/2012