Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

“αν πρόσεχε καλά, έβλεπε πολλές κλωστές να κρέμονται στον αέρα, όποιος θέλει να τις δει τις βλέπει”.

Δεν υπάρχει πουθενά το 1984 που ήξερα. Τώρα είναι το 1Q84. Ο αέρας άλλαξε, το τοπίο άλλαξε. Πρέπει να προσαρμοστώ σ' αυτόν τον κόσμο με τα ερωτήματα το συντομότερο δυνατόν. 

δημοσιεύθηκε στο diavasame.gr 


Οι δυο πρώτοι τόμοι από την μυθιστορηματική τριλογία “1Q84” του Χαρούκι Μουρακάμι και κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις “Ψυχογιός” μας εισάγουν σε έναν αλλόκοτο, μαγικό χωροχρόνο. Στις 900 περίπου σελίδες όλα βρίσκονται εκεί: φιλοσοφικά ερωτήματα και υπαρξιακά διλήμματα, λογοτεχνικοί ήρωες, ποιητική καθημερινότητα, Ιστορία και εφιαλτικό παρασκήνιο. Το καλό και το κακό και δυο που αγαπιούνται και ψάχνονται διαρκώς...

1Q84” του Χαρούκι Μουρακάμι, Μετάφραση: Μαρία Αργυράκη. Εκδ. “Ψυχογιός”, σελ. 471 και 410, πρώτο και δεύτερο βιβλίο, 13.99 και 12.99 ευρώ

Θυμάσαι τίποτα από την ηλικία των δέκα χρόνων;” ρώτησε η Κυρία την Αομάμε. “Θυμάμαι πολύ καλά”, της απάντησε. Εκείνη τη χρονιά είχε κρατήσει σφιχτά το χέρι ενός αγοριού και είχε ορκιστεί πως θα το αγαπάει για πάντα”.
Ο κεντρικός άξονας σ' αυτό το “μυθιστόρημα- ποταμό” όπως έχει χαρακτηριστεί το καινούργιο έργο του Μουρακάμι, είναι αυτή ακριβώς η συνάντηση. Μια δεκάχρονη, κόρη Μαρτύρων του Θεού, συναντά και κρατά σφιχτά το χέρι ενός επίσης δεκάχρονου γιου φοροεισπράκτορα του ΝΗΚ.
Αλλά ο αλλόκοτος μαγικός κόσμος του Μουρακάμι στην ιστορία, ξεκινά διαφορετικά: Η Αομάμε που θα βρεθεί σε ένα ταξί ακούγοντας τη “Συμφωνιέτα” του Γιάνατσεκ, για ν' αποφύγει το μποτιλιάρισμα θα κατεβεί και θα περάσει από τις σκάλες κινδύνου σε έναν χωροχρόνο “εκτός της πεπατημένης”, όπου “τα φαινόμενα απατούν”, όπως της είχε πει ο ταξιτζής.
Την ίδια ώρα, ο Τένγκο, καθηγητής μαθηματικών και επίδοξος συγγραφέας, θα αναλάβει εκών άκων να ξαναγράψει την παράξενη ιστορία μιας δεκαεπτάχρονης για την “Χρυσαλίδα του αέρα” και μαζί της, έχοντας συμπληρωματικές ικανότητες, θα απελευθερώσει τα ανθρωπάκια στη γη.
Η αφήγηση συνεχίζεται από την Αομάμε στον Τένγκο, σαν σκυταλοδρομία. Οι δρόμοι τους παράλληλοι συνεχώς, κατά τρόπο παράδοξο ακόμα και όταν βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής, δεν συναντιούνται ποτέ. Αναζητά, όμως, για μια ζωή (είκοσι χρόνια) ο ένας τον άλλον. Με έναν ήρεμο τρόπο, σίγουρο, θα 'λεγε κανείς αξιοθαύμαστο και δυναμωτικό. Η Αομάμε αντέχει τους “φόνους” και την άδεια ζωή ακριβώς χάρη σ' αυτό. Αλλά κι ο Τένγκο, με την ανάμνησή της είναι λιγότερο μόνος και σχεδόν καθόλου τρωτός.
Στο μεταξύ και από τον ένα στον άλλον, σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, ξετυλίγεται ένα μυστηριώδες και μαγικό σύμπαν στο οποίο ενυπάρχουν κομψές Κυρίες με σκοτεινό παρελθόν, κακοποιημένα κορίτσια και σύζυγοι, επαναστατικές οργανώσεις και θρησκευτικές σέχτες, οικογενειακά μυστικά και παιδικές αναμνήσεις, ένας γκουρού με μυστηριώδεις δυνάμεις, μια νουβέλα που θα γίνει μπεστ σέλλερ, μια τυφλή κατσίκα, η πόλη των γάτων, τα ανθρωπάκια, ένας ανοΊκός πατέρας, η μάδα (το σώμα), η ντότα (η σκιά) και δυο φεγγάρια.
Σε έναν κόσμο- παράκαμψη της όντως χρονιάς: “1Q84- έτσι θα λέω τον καινούργιο κόσμο, κατέληξε η Αομάμε. Όπου το Q θα στέκει για το “question mark”, το ερωτηματικό. Ένας κόσμος γεμάτος ερωτήματα.
Η Αομάμε έγνεψε καταφατικά στον εαυτό της καθώς περπατούσε.
Είτε μ' αρέσει είτε όχι, τώρα βρίσκομαι στο έτος 1Q84. Δεν υπάρχει πουθενά το 1984 που ήξερα. Τώρα είναι το 1Q84. Ο αέρας άλλαξε, το τοπίο άλλαξε. Πρέπει να προσαρμοστώ σ' αυτόν τον κόσμο με τα ερωτήματα το συντομότερο δυνατόν. Σαν ζώο που το άφησαν ελεύθερο σ' ένα καινούργιο δάσος. Αν θέλω να προστατέψω τον εαυτό μου και να επιβιώσω, πρέπει να μάθω τους κανόνες αυτού του χώρου και να προσαρμοστώ”.
Όλοι όσοι βλέπουν εκείνο -τον- κόσμο- με- τα- δυο- φεγγάρια, βρέθηκαν εκεί για κάποιο σκοπό, αλλά η Αομάμε κι ο Τένγκο ανάμεσα σε όλην αυτή τη δίνη, αυτό που επιθυμούν είναι -κάποια στιγμή- να συναντηθούν.
Εσύ κι ο Τένγκο έχετε έρθει σ' αυτόν τον κόσμο με το ίδιο τρένο” θα της πει ο Γκουρού λίγο πριν να πεθάνει. Και γι' αυτό “ο καθένας με τον τρόπο του καταπιάνεστε με κάτι επικίνδυνο, σε ένα πολύ επικίνδυνο μέρος”. Βέβαια, “η καλύτερη λύση θα ήταν να συναντηθείτε κάπου και να φύγετε από τούτον εδώ τον κόσμο κρατημένοι από το χέρι”, αλλά ο χρόνος κι ο χώρος για την ώρα, δεν ευνοούν τη συνάντηση.
Ιστορίες μέσα στην ιστορία με πλοκή που σου κόβει την ανάσα και φαντασία που σε καθηλώνει και σε ξανακάνει παιδί. Με φιλοσοφικές αναφορές και διλήμματα με τον τρόπο που τα θέτει η αλληγορία και η παραβολή, με το καλό και το κακό και την επανάσταση του έρωτα πάντα στο κάδρο. Με το κέντημα της ζωής πάντα στον ίδιο ουρανό, όπου κάποιος “αν πρόσεχε καλά, έβλεπε πολλές κλωστές να κρέμονται στον αέρα” γιατί “όποιος θέλει να τις δει τις βλέπει”.
Ο συγγραφέας Χαρούκι Μουρακάμι πάντως σίγουρα τις βλέπει. Κι αυτό το γνωρίζουμε ήδη καλά από το “Κουρδιστό πουλί”, το “Νορβηγικό δάσος”, το “Μετά το σεισμό” και την “Σπούτνικ αγαπημένη”. Δεν θα πρέπει, φυσικά, να παραλείψει κανείς ότι με αυτό το βιβλίο ο Ιάπωνας συγγραφέας αποτίει, κατά κάποιον τρόπο, “φόρο τιμής” στον Όργουελ και το “1984”, καθώς και το ότι πρόκειται για τριλογία. Η Αομάμε κι ο Τένγκο θα συνεχίσουν να ψάχνονται στο δικό τους αλλόκοτο 1Q84 και στο μέλλον...

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

η Ιστορία μέσα στις ιστορίες (Η Ιστορία Σήμερα, τεύχος Δεκεμβρίου)

Δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό “Η Ιστορία Σήμερα” (Σάββατο 8 Δεκεμβρίου, μαζί με το έθνος, το περιοδικό κυκλοφορεί κάθε δεύτερο Σάββατο του μήνα μαζί με την εφημερίδα)

Και ένα μάρκο να ήταν...” του Μανώλη Γλέζου, Εκδ. “Α.Α.Λιβάνη”, σελ. 286, 9.90 ευρώ.

Με τον υπότιτλο “οι οφειλές της Γερμανίας στην Ελλάδα” ο Μανώλης Γλέζος, υπογράφει ένα επίκαιρο και καταγγελτικό βιβλίο. Στις σελίδες του, όπως ο ίδιος επισημαίνει: “η περιφρονητική, υποτιμητική και απαξιωτική, όλο λοιδωρίες, ως και απάνθρωπη συμπεριφορά της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα που, φαίνεται, από πρώτη όψη, δυσεξήγητη και εύλογα δημιουργεί πολλά ερωτήματα. Τι συμβαίνει; Γιατί αυτή η στυγνή διαγωγή; Η στάση αυτή υποχρεώνει, πρώτα και κύρια, να υπενθυμίσουμε τι υπέστη ο ελληνικός λαός από τα γερμανικά στρατεύματα στη διάρκεια της Κατοχής στο Β' παγκόσμιο Πόλεμο – ολόκληρο το σχέδιο διάλυσης της Ελλάδας με το διαμελισμό της και αφανισμού του Ελληνικού Λαού με τη γενοκτονία-, να παρουσιάζουμε τις ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις, να τονίσουμε τις σημερινές οφειλές της Γερμανίας προς την Ελλάδα και, πάνω απ' όλα, να υπογραμμίσουμε την ουσιαστική και ηθική πλευρά του προβλήματος”.
Με μότο, ένα απόσπασμα από το “Κατηγορώ του Ζολά”, “Αν θάψετε την αλήθεια κάτω από τη γη, διογκώνεται εκεί μέσα και συλλέγει τέτοια εκρηκτική δύναμη, ώστε την ημέρα που ξεσπά παρασύρει τα πάντα μπροστά της”, με πρόλογο του Ευάγγελου Μαχαίρα (καπετάνιος Λόχου Πολυβόλων του ΕΛΑΣ, και πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών 1081-84, Γραμματέας του ΕΣΔΟΓΕ) και προλεγόμενα με υπογραμμισμένη σημείωση του ίδιου του συγγραφέα “δε μας διακατέχει μίσος κατά του γερμανικού λαού. Θέλουμε διακαώς, επιδιώκουμε με κάθε τρόπο και ευελπιστούμε στη φιλία των λαών Ελλάδας – Γερμανίας/ Προυπόθεση απαραίτητη όμως της φιλίας αποτελεί η αποκατάσταση του δικαίου”, ο Μανώλης Γλέζος υπογράφει και εν θερμώ ένα βιβλίο προς αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας.
Στις σελίδες του: η ηθική του ζητήματος και η ισχυρισμοί της Γερμανίας. Οι παλαιότερες οφειλές της Γερμανίας, η Γερμανική εισβολή και η τριπλή Κατοχή. Η καταστροφή της Οικονομίας, το αναγκαστικό δάνειο και οι νεκροί από τις εκτελέσεις και την πείνα. Οι ανεξόφλητες υποχρεώσεις της Γερμανίας όσον αφορά τους αρχαιολογικούς θησαυρούς και τα έργα τέχνης, το αναγκαστικό δάνειο, τις αποζημιώσεις των θυμάτων και τις συνεχείς αναβολές για την καταβολή των οφειλών. Καθώς και τα τί έχει δώσει ως τώρα η Γερμανία και τι ακριβώς συμβαίνει με τις διεκδικήσεις από κυβερνητικής πλευράς, από την πλευρά του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα και από τους συγγραφείς των θυμάτων
Η επιδίωξή του: η ολόπλευρη ενηµέρωση και κατανόηση του προβλήµατος απ' όλους. “Αποσκοπούμε να ξεθάψουµε το θέµα των οφειλών της Γερµανίας προς την Ελλάδα, το οποίο έχουν θάψει στα τάρταρα της λησµοσύνης από τη μια η Γερµανική εκδικητικότητα και από την άλλη το μένος κατά της Εθνικής Αντίστασης. Δε µάς διακατέχει µίσος κατά του Γερµανικού λαού”.
Η επισήμανση: “Και ένα μάρκο να ήταν η οφειλή, η Γερμανία έχει τη νομική, την ιστορική, αλλά προπαντός την ηθική υποχρέωση να εκπληρώσει τα χρέη της απέναντι στην Ελλάδα”.


Η περιπέτεια του Κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα” του Γιώργου Ρωμαίου, Εκδ. “Πατάκη”, σελ. 543, 30 ευρώ

Το έργο στο σύνολό του, αφηγείται τη δυσχερή και ασταθή πορεία του κοινοβουλευτικής ζωής στην Ελλάδα. Πολιτικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις, γνήσιες και νόθες εκλογές, παρασκήνια και ξένες επιδράσεις, οι πρωταγωνιστές και οι πράξεις τους, αποτελούν, εν τέλει, “το μωσαικό της περιπέτειας του κοινοβουλευτισμού”.
Ο τρίτος τόμος της "Περιπέτειας του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα" που κυκλοφόρησε πρόσφατα, αφηγείται τις πολιτικές εξελίξεις από τη ναζιστική Κατοχή έως και τη χούντα των συνταγματαρχών. “Μια εποχή δραματική, γεμάτη πόλωση, η οποία στις αρχές της καθορίστηκε από έναν νέο μεγάλο εθνικό διχασμό, τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, και προς το τέλος της σφραγίστηκε από τη σύγκρουση κορυφής ανάμεσα στον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου και τον βασιλιά Κωνσταντίνο Β”, επισημαίνει ο συγγραφέας. Στις σελίδες του βιβλίου, από τις πολιτικές δυνάμεις, τα κέντρα εξουσίας και τ' Ανάκτορα, την Κατοχή και την Αντίσταση μέχρι την δραματική τριετία του εμφυλίου, τον Παπάγο στην εξουσία, τα Ιουλιανά και τη δικτατορία.
“Η έναρξη της μεταπολεμικής περιόδου στην Ελλάδα σήμανε την είσοδο της χώρας στο διεθνές ψυχροπολεμικό σκηνικό. Ταυτόχρονα σήμανε την "εξάρτηση" του ελληνικού κοινοβουλευτισμού από τρεις πόλους εξουσίας που εξήλθαν ενισχυμένοι από την ελληνική εμφύλια σύγκρουση: τον αμερικανικό παράγοντα, το Στέμμα και το στρατό. Η αδυναμία του ελληνικού κοινοβουλευτισμού να υπερκεράσει την αυξανόμενη επιρροή των τριών αυτών πόλων οδήγησε στη μοιραία διετία 1965-1967, ένα συνεχές πολιτικό αδιέξοδο με αποτέλεσμα μια ακόμα κατάλυση της ελληνικής δημοκρατίας. Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών θα ρίξει τους τίτλους τέλους σε μια καθοριστική και δραματική περίοδο για τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό. Η ελληνική δημοκρατία θα παραμείνει υπό τη βαριά σκιά της δικτατορίας για επτά χρόνια, έως και το 1974”, επισημαίνει ο συγγραφέας.


Όπλων κρίσις” του Μίμη Ανδρουλάκη, Εκδ. “Πατάκη”, σελ. 283, 14 ευρώ.

Με τον υπότιτλο “Νεκρικοί διάλογοι με την αριστερά” ο Μίμης Ανδρουλάκης αποφασίζει να τα ξαναθέσει όλα επί χάρτου ή μάλλον να τους επαναφέρει όλους στο προσκήνιο, από τους κομμουνιστές Λένιν, Τρότσκι, Λούξεμπουργκ, Γκράμσι, μέχρι τους σοσιαλιστές Ζορές, Μπερντσάιν, Κάουτσκι, Χίλφερνιντγκ, Μπάουερ, Μπλουμ. Από τους Τολιάττι, Τορέζ, Μπερλινγκουέρ, Μαρσαί, Καρίγιο, Φλωράκη, Κύρκο, μέχρι τους Άττλι, Μολλέ, Κάλλαχαν, Μπραντ, Σμιτ, Κράισκι, Μιττεράν, Πάλμε και Ανδρέα Παπανδρέου. Ένα έργο “πολιτικής φαντασίας” όπως ο ίδιος το χαρακτηρίζει το οποίο κλείνοντας το μάτι στους “Νεκρικούς διαλόγους” του Λουκινού και αποτελώντας “μια κάθοδο στον Κάτω Κόσμο”, επιχειρεί να αναζητήσει, τελικά, δρόμο και λύση.
Ο τίτλος- δάνειο από μια σκηνή στον Τρωικό πόλεμο. Η βασική ερώτηση, σε όλους κοινή “Τι να κάνουμε;”
Ο συγγραφέας, εννοείται, είναι εκείνος ο οποίος κατεβαίνει στον Άδη και ρωτά, το αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζει: “γυρίζουμε το χρονοδιακόπτη και κοιτάζουμε μαζί τους την Αριστερά του 21ου αιώνα από τα δικά τους ορόσημα, από τις πιο αντιπροσωπευτικές κορυφογραμμές της ιστορίας, πίσω εκατό, ενενήντα, ογδόντα, εβδομήντα, εξήντα, πενήντα, σαράντα, τριάντα, είκοσι χρόνια”. Το αποτέλεσμα, ευφάνταστο και εντυπωσιακό: ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ μάς υπενθυμίζει ότι κάθε ανανεωτικό εγχείρημα περιλαμβάνει και μια “ανάσταση νεκρών”. Ο Φρανσουάζ Μιττεράν θυμάται την παρατήρηση του Μαρξ πως, όταν οι άνθρωποι ετοιμάζονται να κάνουν κάτι που δεν έχει προυπάρξει, επιστρέφουν με δέος στο παρελθόν και με μια δανεική σεβάσμια μεταμφίεση ετοιμάζονται να παραστήσουν τη νέα σκηνή της ιστορίας. Ο Ανδρέας Παπανδρέου εξομολογείται, πρώτη φορά, (πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, άλλωστε) τις εν ζωή εμπειρίες της καθόδου του στον Κάτω Κόσμο. Ξαναθυμόμαστε μαζί του ότι “ο Καρλ Μαρξ συλλαμβάνει εξαρχής το “Κεφάλαιο”, το αριστούργημα της σοσιαλιστικής σκέψης, σαν μια κάθοδο στον Άδη, ακολουθώντας τα βήματα του Οδυσσέα”.
Το βασικό ζητούμενο, το ότι “ο αναγνώστης θα δοκιμάσει την ίδια με μας έκπληξη, ίσως και τον ίδιο φόβο, όταν διαπιστώσει τις κρυφές αναλογίες, συσχετίσεις και διασταυρώσεις ανάμεσα στις αποπληθωριστικές πολιτικές του Μεσοπολέμου, που οδήγησαν στην εφιαλτική αύξηση της ανεργίας, με τις καθιερωμένες πολιτικές της Ευρωζώνης στις χώρες της περιφέρειάς της”. Η Ιστορία που επαναλαμβάνεται αλλά οι πρωταγωνιστές της, εκεί, αμετάβλητοι στον αιώνα τον άπαντα. Δεν αλλάζει ο άνθρωπος στα βασικά.


Το χαστουκόδεντρο” του Άρη Μαραγκόπουλου. Εκδ. “Τόπος”, σελ. 444, 18 ευρώ.

Γράφοντας το Χαστουκόδεντρο προσπάθησα να καταλάβω πρώτα απ' όλα τι σημαίνει το ρήμα “αντέχω”. Τι σημαίνει δηλαδή να τρως απανωτά «χαστούκια», όπως συνέβη με χιλιάδες ανθρώπους στην Ελλάδα από τον πόλεμο ως το 1974, κι εσύ, ωστόσο, εκεί, ακλόνητος, εφ ω ετάχθης, να αντέχεις συνέχεια. Κι από την ανάποδη: τι σημαίνει για τη ζωή σου να αντέχεις τα «χαστούκια”, εξηγεί ο συγγραφέας κρατώντας όσον αφορά τον αναγνώστη έναν γρίφο σε σχέση με τον τίτλο, και σε ένα μυθιστόρημα- ντοκιμαντέρ όπως το χαρακτηρίζει, αναφέρεται στον τελευταίο μισό του αιώνα μια πολύπαθης χώρας.
Τις σελίδες του διατρέχει η ερωτική σχέση δύο ανθρώπων, δύο κομμουνιστών της εποχής, του Τόνι Αμπατιέλου και της Μπέτι Μπάρτλετ. Εκείνος, μπαίνει στη φυλακή στα 33 του, αποφυλακίζεται στα 50 και ζει έγκλειστος για τα φρονήματά του 17 χρόνια. Εκείνη, κάνει ό,τι περνά απ' το χέρι της για να τον ελευθερώσει. Επιλέγοντας την επαναστατικότητα του έρωτα για ν' αποδείξει την αλληλένδετη σχέση έρωτα και πολιτικής, ο συγγραφέας παραθέτει στοιχεία εποχής για ό,τι συνέβαινε παράλληλα μέσα και έξω απ' την χώρα. Εκείνοι οι δύο κι ο κόσμος, οι ήρωες που αγωνίζονται και οι παράπλευρες απώλειες, όταν η Ιστορία αλλάζει πλευρό. Προσπαθώντας να κατανοήσει για να εξηγήσει “πώς γίνεται να μη ζεις σαν κανονικός άνθρωπος για να αντέξεις, πώς γίνεται να μένεις τις δυο πιο σημαντικές δεκαετίες της ζωής σου φυλακή, να μην υπογράφεις, να ζεις τη ζωή κλεισμένος μέσα, να αγωνίζεσαι για «ένα καλύτερο αύριο» και η ζωή απέξω να προχωράει με τον όποιο βηματισμό, να βγαίνεις μια μέρα στην πραγματικότητα που έχει αλλάξει χωρίς εσένα. Και μαζί μ' αυτό πώς γίνεται να έχεις ζήσει αυτή την υπεράνθρωπη «αντοχή» και μια μέρα να μαθαίνεις ότι μερικά απ' όσα πίστευες, τα περισσότερα, δεν ήταν ακριβώς έτσι”.
Η συγγραφική άποψη “Κι εμείς είμαστε πάντα ένας λαός πειραματόζωο με διεφθαρμένους πολιτικούς, ζούμε μια ζωή ως guinea pigs: μια χώρα που δεν αγαπάει τον εαυτό της, μια χώρα που σκοτώνει τον καλύτερο εαυτό της, μια χώρα σταθερά σε εμφύλια διαμάχη, το πιο συχνά για ένα τίποτε, για ένα άδειο πουκάμισο”. Το αναγνωστικό αποτέλεσμα, ένα μυθιστόρημα που είναι Ιστορία αλλά και ζωντανός οργανισμός, έχει δλδ πολλαπλές αναγνώσεις.



Ελέησόν με” του Ζαν- Κριστόφ Γκρανζέ. Μετάφραση: Ρίτα Κολαίτη. Εκδ. “Καλέντη”, σελ. 685, 22.50 ευρώ



Όλα αρχίζουν με τη σύγκρουση στο ύψιστο σημείο της: ένας Χιλιανός διευθυντής χορωδίας δολοφονείται με τρόπο αλλόκοτο σε μια αρμένικη εκκλησία του Παρισιού και υπό τον ήχο αγγελικής μουσικής. Κατόπιν, γίνονται τέρατα: παιδιά εξαφανίζονται, δολοφονίες με το ίδιο μακάβριο τελετουργικό –στους τοίχους στίχοι από το «Ελέησόν με»– συνεχίζονται, τα σύνορα καταλύονται και όλα αρχίζουν ή μοιάζουν να έρχονται από πολύ μακριά. Από τη Χιλιανή Χούντα στην Πόλη του Φωτός κι απ' εκεί στη Γερμανία της Καθαρής Αρίας Φυλής, όπου εν μέσω Βάγκνερ και Σκάρλετ Ο'Χάρα η ανθρώπινη ύπαρξη και υπόληψη γίνονταν χίλια δυο κομματάκια.
Με κεντρικό άξονα εκκλησίες και παιδικές χορωδίες, ο Γάλλος συγγραφέας και δημοσιογράφος Ζαν-Κριστόφ Γκρανζέ στήνει ένα σκοτεινό ιστορικό ατμοσφαιρικό θρίλερ αναζητώντας τις απαρχές του Κακού. Με εναπομείναντες ναζί –η Ιστορία αποδεικνύει ότι εντέλει είναι παγκόσμια ιστορία ο ναζισμός, βρίσκει πεδίο γόνιμο στην ανθρώπινη ψυχή– που οργανώνουν στρατόπεδα «σωφρονισμού» στη Λατινική Αμερική και κοινωνίες στο απυρόβλητο στην καρδιά της Γαλλίας και υπό τους ήχους θεϊκής μουσικής, χρησιμοποιώντας ως όπλα αγγελικές φωνές, εκτελούν ένα απίστευτο τελετουργικό εκδικητικό γαϊτανάκι.
Το ερώτημα, ασύλληπτο όσον αφορά την απάντηση: Τελικά μπορεί να σκοτώσει η μουσική; Και η μουσική, ναι, όπως ο τάχα μου υπερπατριωτισμός, μπορεί να σκοτώσει!
Με το παρελθόν να καθορίζει το στοιχειωμένο απ' αυτό παρόν, ο συγγραφέας με τρόπο αριστοτεχνικό το κρατά σαν καμβά στην ιστορία αλλά και στη ζωή των δυο περιθωριακών μπάτσων που κατά κάποιον τρόπο πρωταγωνιστούν. Ο Λιονέλ Κασντάν –Αρμένης συνταξιούχος βετεράνος που κουβαλά μια πατρίδα– και ο Βολό –Ρώσος, τοξικομανής και ωραίος σαν ροκ σταρ– ξεφλουδίζουν την Ιστορία μαζί με το δικό τους προσωπικό παρελθόν και αντιμετωπίζουν το γρίφο βαδίζοντας επάνω στον δικό τους προσωπικό γρίφο.
Το αποτέλεσμα, ένα βιβλίο που αναλόγως τον αναγνώστη του έχει τη δύναμη και την αφηγηματική δεινότητα να γίνεται πολλά: ατμοσφαιρικό θρίλερ και πολιτικό μυθιστόρημα, δοκίμιο για τη Μουσική και το Κακό (οποία αντίφαση!), ψυχαναλυτική ιστορία και αφήγημα ιστορικό – κατορθώνει πολλές φορές να ξαφνιάσει.



Ιστορίες ντροπής” του Γιώργου Παμπούκη, Εκδ. “Πατάκη”Ιστορίες Ντροπής” του Γιώργου Παμπούκη. Εκδ. “Πατάκης”, σελ. 421,

Στο εξώφυλλο του δοκιμίου, μια γκραβούρα του 190υ αιώνα. Από κεφάλι γυναίκας ξεπηδούν από τις μάγισσες του Μεσαίωνα μέχρι την Ιωάννα της Λωραίνης και την Αφροδίτη της Μήλου. Στα περιεχόμενα, η ιστορία των γυναικών μέσα από την Ιστορία, την Πολιτική, τη Θρησκεία, την καθημερινότητα και τη νοοτροπία. “Όλοι οι απίστευτα απάνθρωποι καταναγκασμοί που έχουν επιβληθεί “θεσμικά” στις γυναίκες” και έχουν από τους άντρες σχεδιαστεί και επιβληθεί: οι αρχικοί λόγοι και οι γυναίκες στις μη μονοθειστικές θρησκείες, η μητέρα Θεά, οι Κέλτισσες, οι Αμαζόνες και οι γυναίκες στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, οι Ρωμαίες, οι γυναίκες στις ανατολικές θρησκείες , ο Ιουδαισμός, οι γυναίκες στο Ισλάμ και στο σύγχρονο κόσμο. Θεσμικές ρυθμίσεις και ορισμοί, ανατροπές στον τομέα της απασχόλησης, ο φεμινισμός, ο μεταφεμινισμός και ο ανεξερεύνητος ανθρώπινος ψυχισμός. Το “γιατί άραγε” σε εγκλήματα που αφορούν το μισό πληθυσμό της γης, θα μείνει ανοιχτό, καθώς και η διερεύνηση στη συλλογική συνείδηση του δυτικού κόσμου, η σεξουαλική τρομοκρατία που εξακολουθεί να ασκείται στις μέρες μας σε βάρος των γυναικών. Η ιστορία των γυναικών που είναι και η ιστορία του κόσμου. Ή άλλως η ιστορία του κόσμου που καθορίζει την ιστορία των γυναικών.
Οι πιο γενναιόδωροι όσον αφορά το ζήτημα των γυναικών, ήταν η Μινωική Κρήτη κι οι Κέλτες. Σκληρότεροι όλων η Καθολική εκκλησία και οι Ιεροεξεταστές. Το μεγάλο αγκάθι, το υψηλό μορφωτικό επίπεδο των ιεροεξεταστών. Οι μοναδικές γυναίκες που στην ιστορία των γυναικών μοιάζει να είχαν το πάνω χέρι, οι αμαζόνες “αλλά στην κοινωνία των αμαζόνων δεν υπήρχαν άντρες. Συνευρίσκονταν μια φορά το χρόνο σε κάποιο χωριό, γεννούσαν και μάλιστα υπάρχει και ένας ανατριχιαστικός θρύλος ότι τα αρσενικά τα θανάτωναν ή τα στέλνανε πίσω στον πατέρα, αν ήταν γνωστός ο πατέρας”.
Ο Γιώργος Παμπούκης, ο συγγραφέας, πολιτικός μηχανικός σπούδασε, αλλά ως δοκιμιογράφος καταγράφηκε στις συνειδήσεις μας. Με μελέτες χρόνων για τον “Μεγάλο κόσμο του μικρού ανθρώπου”, για τις μονοθειστικές θρησκείες “Στην τροχιά του ενός Θεού”, για τη Γυναίκα μέσα από την Ιστορία, την Θρησκεία και την Φιλοσοφία στις “Ιστορίες Ντροπής”, για το Τυχαίο, στο μέλλον.


Το πρόβλημα Σπινόζα” του Irvin D. Yalom. Μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου. Εκδ. “Άγρα”, σελ. 506, 19.80 ευρώ

Το γεγονός ότι ένα επιχείρημα διαθέτει τη δύναμη να σε γαληνεύει στηρίζει την ιδέα ότι κανένα πράγμα δεν είναι πραγματικά καλό ή κακό, ευχάριστο ή τρομακτκό αφ' εαυτού και εαυτό. Μόνο το μυαλό σου το καθιστά τέτοιο”.
Στο καινούργιο βιβλίο του ο ψυχοθεραπευτής Γιάλομ εξετάζει μέσα από τη ζωή και το έργο του Σπινόζα, δυο εποχές και δυο βίους αλλόκοτα παράλληλους. Αυτή του εβραίου φιλοσόφου που έζησε αποσυνάγωγος το 17ο αιώνα και του οποίου το έργο επηρέασε την παγκόσμια σκέψη και την άλλη του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ που υπήρξε ο ιδεολόγος των ναζί. Συνδετικός κρίκος ο... Γκαίτε και η αδυναμία του στον Σπινόζα. Κεντρικός άξονας αυτού του ιστορικού και φιλοσοφικού μυθιστορήματος μια αναγνωστική παρεξήγηση και μια διανοητική εμμονή.
Στις σελίδες του, οι εποχές και οι διαδρομές των δυο ανδρών εκτυλίσσονται παράλληλα. Η καταγωγή του ενός και του άλλου, το ιστορικό πλαίσιο, οι αναγνώσεις και το συγγραφικό έργο, οι εκ διαμέτρου διαφορετικές ζωές. Η ασκητική ζωή του ενός και η μεγαλομανής ζωή του άλλου. Η “Ηθική” του ενός και το καταστροφικό μένος του άλλου. Το σημείο εκκίνησης του ενός και η απώθηση και αυτής καθ' εαυτής της καταγωγής του άλλου. Η γαλήνια ζωή του ενός. Και η εγκληματική διαδρομή του άλλου.
Στα περιεχόμενα οι σύνθετες εποχές και των δυο. Οι εβραίοι της Ισπανίας στη Γερμανία όσον αφορά την εποχή του Σπινόζα. Η απρόσμενη άνοδος του ναζισμού, όσον αφορά την εποχή του Ρόζενμπεργκ.
Στην “Ηθική” του εξάλλου ως και αυτό το είχε προβλέψει ο Σπινόζα:
Διαφορετικοί άνθρωποι μπορούν να επηρεαστούν από ένα και το αυτό αντικείμενο με διαφορετικούς τρόπους. Ένας και ο αυτός άνθρωπος μπορεί να επηρεαστεί από ένα και το αυτό αντικείμενο με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικούς χρόνους”.
Κι ο Ίρβιν Γιάλομ ως ψυχοθεραπευτής με εβραικές ρίζες είναι κάτι που το γνωρίζει καλά, με αποτέλεσμα να ανατέμνει το απόστημα της κάθε εποχής, να εξηγεί την απαρχή του κακού και να φωτίζει αυτή την αλλόκοτη ιστορική παρεξήγηση.

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του

Γράφοντας για βιβλία

Δημοσιεύθηκαν στο Αττικό Βήμα (Πα. 16 Νοε. 2012)

Κοινός άξονας και στα τρία βιβλία, το αυτοβιογραφικό στοιχείο και η εποχή. Το προσωπικό στοιχείο και η Ιστορία. Λογοτεχνία, δοκίμιο και αυτοβιογραφία. Όταν οι αναμνήσεις είναι μια ολόκληρη εποχή, η οποία καθορίζει με τη σειρά της τη δική μας ζωή. Τρία σημαντικά, ούτως ή άλλως, βιβλία.


ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΝΟΥΒΕΛΑ” του Στέφαν Τσβάιχ, Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, Εκδ. «Άγρα», σελ. 128, τιμή: 9 ευρώ.

Μη ξεχνάτε ότι ήμουν ένας άνθρωπος που έπρεπε να ξεσπάσει κάπου, οπουδήποτε, τη συσσωρευμένη από καιρό οργή του. Μιας λοιπόν και δεν είχα τίποτα άλλο, παρά μονάχα αυτό το ανόητο παιχνίδι ενάντια στον ίδιο τον εαυτό μου, η λύσσα μου όλη, η μανία μου για εκδίκηση, διοχετεύθηκε σ’ αυτό. Κάτι μέσα μου ήθελε να βρει το δίκιο του. Αλλά δεν είχα τίποτα άλλο έξω από το άλλο μισό του εαυτού μου, για να εξεγερθώ εναντίον του».
Η “Σκακιστική νουβέλα” του Στέφαν Τσβάιχ είναι αναμφίβολα κάτι πολύ περισσότερο από το, ούτως ή άλλως, μεταθανάτιο αριστούργημά του (δημοσιεύτηκε στη Στοκχόλμη το 1943, μεταθανάτια έκδοση, αφού ο συγγραφέας αυτοκτόνησε τον προηγούμενο χρόνο μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του στη Βραζιλία, όπου βρέθηκε αυτοεξόριστος). Θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει και ως το χρονικό μιας προαναγγελθείσας αυτοκτονίας.
Η μόλις 120 σελίδων αλληγορική συγγραφική παρτίδα που διαδραματίζεται επάνω σε ένα πλοίο και κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού κατορθώνει και περικλείει μέσα από την προσωπικότητα (και την ιστορία) των δύο σκακιστών μονομάχων, όλη την κοινωνικοπολιτική κατάσταση και τα αδιέξοδα αυτής της σκοτεινής εποχής.
Διότι στο πλοίο, από τη Νέα Υόρκη στο Ρίο και το Μπουένος Άιρες, μαζί με αρκετούς ευρωπαίους επιβάτες οι οποίοι φεύγουν μακριά από τη βία και τη σύγχυση του ναζισμού επιζητώντας καταφύγιο αυτοεξόριστοι στην Αργεντινή ή τη Βραζιλία, ταξιδεύει και ο Μίρκο Τσέντοβιτς, ο σκοτεινός, άξεστος παγκόσμιος πρωταθλητής. Θα τον αντιμετωπίσουν, κατ’ αρχάς, σε μια παρτίδα χωρίς διέξοδο, όλοι οι σκακιστές του πλοίου. Στην τελευταία παρτίδα τους σχεδόν τον νικούν, υπό την καθοδήγηση του δρ Μπ. Ενός ευαίσθητου διανοούμενου δικηγόρου που επέζησε της τρέλας και του εγκλεισμού χάρη σε ένα σκακιστικό βιβλίο. Παίζοντας φανταστικές παρτίδες πάλι και πάλι με τον αντίπαλο εαυτό:
«Αμέσως μόλις το λευκό μου Εγώ έκανε κάποια κίνηση, το μαύρο του απαντούσε με πυρετώδη βιάση. Δεν προλάβαινα να τελειώσω μια παρτίδα, και αυτοστιγμή ξεκινούσα την επόμενη, μιας και πάντα ο μισός μου εαυτός βρισκόταν νικημένος και ζητούσε από τον άλλο μισό τη ρεβάνς».
Κατανοώντας ταυτοχρόνως και όλο το σχιζοφρενικό του εγχειρήματος:
Είναι ένα παιχνίδι καθαρά εγκεφαλικό: δυο διάνοιες, που αντιμετωπίζουν η μία την άλλη. Καταλαβαίνετε επομένως πόσο παράλογο είναι να θέλει κανείς να παίξει εναντίον του εαυτού του».
Αναγνωρίζοντας πως: «Το να θέλει κανείς να παίξει σκάκι εναντίον του εαυτού του αποτελεί παραδοξότητα ίδια με το να θέλει να πηδήξει τον ίδιο του τον ίσκιο”.
Παρ’ όλ’ αυτά όμως:
Οι φρικτές συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσα, με ανάγκασαν να επιχειρήσω αυτή τη διάσπαση του Εγώ μου σε Μαύρο και Άσπρο, για να μη συνθλιβώ κάτω από το τρομακτικό Τίποτα, που μ’ έζωνε ασφυκτικά”.
Η σωτηρία γι’ αυτόν ήρθε με την με την μορφή ενός βιβλίου, κι ο συγγραφέας θα κάνει αυτές τις περιγραφές, αριστοτεχνικά:
Τα γόνατά μου άρχισαν να τρέμουν: ένα ΒΙΒΛΙΟ! Τέσσερις μήνες είχα να πιάσω βιβλίο στα χέρια μου και στην ιδέα και μόνο πως θα μπορούσα να δω λέξεις αραδιασμένες τη μια μετά την άλλη, γραμμές ολόκληρες, σελίδες, φύλλα, στην ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσα να διαβάσω νέες, αλλιώτικες σκέψεις, σκέψεις άλλων ανθρώπων, να τις παρακολουθήσω νοερά και να ξεχαστώ, ένιωσα μεθυσμένος και ταυτόχρονα ναρκωμένος”.
Μια ηδονή που χρονοτριβούσε επίτηδες και γαργαλούσε ευχάριστα να νεύρα μου: βυθίστηκα λοιπόν στην ονειροπόληση και προσπαθούσα να φανταστώ τι είδους βιβλίο ήταν αυτό που είχα κλέψει, τι είδους βιβλίο θα προτιμούσα εγώ. Προπάντων έπρεπε να είναι πυκνοτυπωμένο, να έχει πολλά πολλά γράμματα, πολλές πολλές λεπτές σελίδες, για να κρατήσει περισσότερο η ανάγνωση. Κι έπειτα ευχόμουν να δω μπροστά μου ένα έργο που θα απαιτούσε μεγάλη διανοητική προσπάθεια από μέρους μου. Όχι κάτι ελαφρύ κι εύκολο, αλλά κάτι που θα μπορούσε κανείς να το αποστηθίσει, ποίηση, ας πούμε, και το προτιμότερο θα ήταν- τι τολμηρό όνειρο!- Γκαίτε ή Όμηρος”.
Αλλά και η παραφορά θα προκύψει απ’ το ίδιο βιβλίο. Διότι ο αντίπαλος εαυτός είναι, εν τέλει, ο πλέον επικίνδυνος εαυτός. Κι ο ναζισμός, μια μορφή αντίπαλου εαυτού για τον βιεννέζο συγγραφέα ενδεχομένως να ήταν. Ο οποίος και τον συνέτριψε, τελικά.
Ένα λιτό, καλομετρημένο (ούτε σιωπή δεν περισσεύει), σαν καλομελετημένη παρτίδα σκακιού, μικρό αριστούργημα. Ψυχογράφημα ταυτοχρόνως και βαθύτερη πολιτική και κοινωνική αλληγορία. Παιγνιώδες σαν θρίλερ, σκοτεινό και αντιφατικό σαν ανθρώπινη ψυχή. Προφητικό, για τον ίδιο το συγγραφέα του. Εφόσον, όταν γράφουμε, εντέλει υπογράφουμε με τον πιο βαθύ μας, σοφό, παντογνώστη, προφήτη εαυτό. Τελειώνοντάς το αδημονούσα να μάθω σκάκι! Επειγόντως!

ΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΝΙΕΙΡΟ” του Θοδωρή Καλλιφατίδη, Εκδ. “Γαβριηλίδης”, σελ. 230, 18.11 ευρώ

Απ' τους Μολάους όπου γεννήθηκε, έφυγε για την Αθήνα λίγο μετά την Κατοχή. Με τον παππού του. Είχε αποφυλακιστεί και ο πατέρας. Απ' την Ελλάδα για την Σουηδία έφυγε λίγο πριν από την δικτατορία. Με τα πατρικά βάρη, εξάλλου, δεν μπορούσε να βρει δουλειά, η Σχολή του Κουν ήταν περιττή πολυτέλεια.
Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης, γνωστός μας περισσότερο από τα αστυνομικά, παρ' ότι θεωρείται σήμερα “μεγάλο συγγραφικό κεφάλαιο για τον τόπο”, αναγκάστηκε να φύγει για την Στοκχόλμη το 1964. Εκεί σπούδασε Φιλοσοφία και εργάστηκε στο ίδιο πανεπιστήμιο μετά, επί τέσσερα χρόνια διηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό Μπόνιερς Λιττερέρα Μαγκαζίν, άρχισε να γράφει το 1989 στα σουηδικά και από το 1994 γράφει τα βιβλία του και στα ελληνικά. Έχει εκδώσει ήδη 15 βιβλία. Το καινούργιο του βιβλίο “Τα περασμένα δεν είναι όνειρο” είναι πολλά: αυτοβιογραφία πρώτα απ' όλα, ιστορία και φυσικά λογοτεχνία.
Ξεκινά σχεδόν από τις παιδικές αναμνήσεις. Στους Μολάους την Κατοχή, ο πατέρας του είναι στη φυλακή κι εκείνος με τον παππού και τον αδελφό του με Γερμανούς και μαυραγορίτες στο χωριό, “πεινούσαμε. Κτήματα πουλιόνταν για να ένα σακί αλεύρι”, γράφει.
Το κεντρικό βάρος του βιβλίου πέφτει στην αθηναική εποχή, στην εφηβεία του και στην μετέπειτα αγωνία του να σταθεί και να βρει δουλειά, στον παραλογισμό που γνωρίζει κατά και μετά την στρατιωτική του θητεία. Στην υποθηκευμένη ζωή που αναζητούσε αντίδοτο στη γραφή, στον παραλογισμό του φασισμού που εξακολουθούσε και στις αλλεπάλληλες αποτυχίες και απογοητεύσεις.
Θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι η μεταναστευτική του διαδρομή, η εσωτερική μετανάστευση που θα γίνει εξωτερική, η προσωπική ιστορία που σηματοδοτεί την Ιστορία μιας εποχής με τον κύκλο αριστουργηματικά να κλείνει. Επιτυχημένος πια, με τους πάντες νεκρούς, επιστρέφει στους Μολάους για να τον βραβεύσουν εκεί απ' όπου στο παρελθόν τούς είχαν όλους οικογενειακά εκδιώξει. Για να μάθει ποιος πρόδωσε τελικά. Ο προδότης δεν ζει πια αλλά τα περασμένα είναι ιστορία κι ο συγγραφέας γι' αυτό τα θυμάται και γράφει.
Τα περασμένα ξαναγύρισαν. Τα περασμένα δεν ήταν όνειρο, αν και μπορούσες πια να ζήσεις μαζί τους”.



ΟΙ ΔΑΚΤΥΛΙΟΙ ΤΟΥ ΚΡΟΝΟΥ” του W.G. Sebald. Μετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης. Εκδ. “Άγρα”, σελ. 340, € 21
Σε έναν κόκκο άμμου, πιασμένο στο στρίφωμα ενός χειμερινού φορέματος της Εμμά Μποβαρύ, είπε η Τζάνιν, ο Φλωμπέρ είχε αντικρίσει ολόκληρη τη Σαχάρα, και κάθε μόριο σκόνης ζύγιζε για τον ίδιο όσο η οροσειρά το 'Άτλαντα”. Γράφει ο Ζέμπαλντ και στους “Δακτύλιους του Κρόνου” ακριβώς το ίδιο ηθελημένα ή αθέλητα, υπηρετεί.
Μακρά οδοιπορία στην Αγγλία” ο υπότιτλος. Και στις σελίδες του, η επί αποδείξει διαπίστωση ότι όλα είναι δρόμος και τα πάντα ρει. Ξεκινώντας, καθόλου τυχαία, την ιστορία του από το τέλος, στο νοσοκομείο τον Αύγουστο του 1992, ανασυνθέτει τον κόσμο από την φθορά και παρακμή. Ξαναθυμάται ό,τι έζησε, γιατί εν τέλει και όλα είναι μνήμη. Ξαναδιαβαίνει με τα πόδια πάντοτε την κομητεία Σάφφολκ της Ανατολικής Αγγλίας, μπαινοβγαίνει σε ερειπωμένες επαύλεις, διασχίζει ανθισμένους ερεικώνες, επισκέπτεται δοξασμένες πολιτείες που βουλιάζουν ή ήδη έχουν βουλιάξει, έχουν πια ολοσχερώς ηττηθεί.
Ξαναζεί στα ερείπια την αίγλη τους. Αντικρίζει στην παρακμή την μεγίστη ακμή. Αφουγκράζεται τους αρμούς της καταστροφής όσον αφορά τα ίδια τα ανθρώπινα αλλά και αυτή την εν πολλοίς ακατανόητη Ιστορία, διασώσει ιστορικά παράδοξα, καθημερινά θαύματα, μικρές αλλά αρχετυπικές ζωές.
Απ' τις σελίδες του, παρελαύνουν η ζωή και τα ταξίδια του Κόνραντ, ο άτυχος έρωτας του Σατωμπριάν, Το μάθημα ανατομίας στην πραγματικότητα και στο έργο του Ρέμπραντ, η ιστορία της μεταξουργίας και η εμπλοκή του Τρίτου Ράιχ σ' αυτήν.
Τολμά ν' αγγίξει τα πάντα, την μετενσάρκωση κατά ιατρόν Μπράουν, τη γερμανική αμνησία μπροστά στην καταστροφή, την κατά Ντεκάρτ “ιστορία της υποταγής”, την ανθρώπινη μηδαμινότητα μπροστά στην απεραντοσύνη του κόσμου...
Μέσα από ένα έργο που είναι πέρα από τα δεδομένα και συνήθη, είναι πολλά: αυτοβιογραφία και οδοιπορικό, ημερολογιακές σελίδες ταξιδίου, φιλοσοφικό και ταξιδιωτικό δοκίμιο, δοκίμιο περί της καταστροφής.
Εξάλλου το συνηθίζει αυτό το ανθρώπινο είδος, κι αναζητώντας τις ρίζες της ανθρώπινης εξουσίας κι αλαζονείας, διαπιστώνει ο Ζέμπαλντ πως “όσο πιο φανταχτερά είναι τα μέσα που ίδια χρησιμοποιεί προς επίδειξη, τόσο περισσότερο κυριεύεται από την αγωνία μην τυχόν και απολέσει την παντοκρατορία που έχει συγκεντρώσει στα χέρια της με τόσο καταστροφικό μόχθο, σε μιαν αποτυχημένη προσπάθεια να μιμηθεί τη φύση που νομοτελειακά αλέθει στον μύλο της καθετί που έχει πλάσει νωρίτερα”.
Εκλεκτικές συγγένειες, ζωές παράλληλες, η ρίζα της σύμπτωσης, μοιραίες διαδρομές, ανθρώπινα και ιστορικά παράδοξα, αλλόκοτες κι απρόσμενες καταστροφές, ξετυλίγονται στα έκπληκτα μάτια μας που για κλάσματα χρόνου κατανοούν. Για να χαθούν κατόπιν στο ανθρώπινο πεπερασμένο που προστατεύει απ' την ύβρη αλλά οδηγεί αναπόφευκτα στην απώλεια και τη φθορά.
Καθ' ότι όπως έλεγε ο Μπράουν “κάθε γνώση περιβάλλεται από αδιαπέραστο σκοτάδι”. Κι εμείς, μονάχα τόσοι, “Δεν αντιλαμβανόμαστε παρά τις ξαφνικές λάμψεις στην άβυσσο της άγνοιας, στο οικοδόμημα του κόσμου που κλονίζεται από βαθείς ίσκιους”.
Κάπως έτσι, και με τρόπο ολότελα προσωπικό ο Ζέμπαλντ κατορθώνει βαδίζοντας από ίσκιο σε ίσκιο να κάνει τη λάμψη του κόσμου να ανατείλει ξανά. Εξάλλου όλα καταστρέφονται από την ώρα ακριβώς που δημιουργούνται και όλα αφότου υπήρξαν, ακόμα και αν πεθάνουν και καταστραφούν που, και θα πεθάνουν και θα καταστραφούν, δεν γίνεται παρά να γεννιούνται αενάως. Ξανά και ξανά και ξανά...
Ένα βιβλίο που εύχεσαι ποτέ να μην τελειώσεις, μαγεία και λύση του γρίφου μαζί, για όσο διαρκεί. Η Σαχάρα σε κάθε γράμμα, σε κάθε λέξη, η ανθρώπινη φύση, σαν την ίδια την Φύση, αυτοκαταστροφική, για να μπορέσει πεθαίνοντας και να ξαναγεννηθεί...


«Υφαίνω λέξεις, σβήνω, σχίζω, πληρώνω, πληγώνω»,

Η Βασιλική Φαρμάκη γράφει για το βιβλίο
«Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΒΟΡΙΝΗΣ ΚΟΥΖΙΝΑΣ»
Της Ελένης Γκίκα, Εκδ. Καλέντης

Δημοσιεύθηκε στο σάιτ Salonica news και στη στήλη “Οδός Βιβλίου” που επιμελείται ο ποιήτης και δημοσιογράφος Στέλιος Λουκάς

Με ένα εξώφυλλο καλλιτεχνικό , ένα τίτλο καθαρά γυναικείο, με έντονη λυρική διάθεση
έρχεται συγγραφέας Ελένη Γκίκα να αναδιπλώσει με ευκρίνεια και στοχασμό το γυναικείο ψυχισμό,
πρόσφορο ανάγνωσμα και των δύο φύλων.
Η ανδρική παρουσία στις σελίδες του βιβλίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την γυναικεία πορεία.
Άλλωστε ποιάς γυναίκας η ζωή δεν καθορίζεται αργά ή γρήγορα από την παρουσία ενός άνδρα, πατέρα ή γιού, αδελφού ή συζύγου, φίλου για πάντα αγαπημένου.
Κάποια γεγονότα προδίδουν το σήμερα της ιστορίας και κάποια άλλα θέτουν και πάλι τα διαχρονικά ερωτήματα.
Σκεπτόμενη γυναίκα, μάνα, σύζυγος, ερωμένη, αγαπημένη πετυχημένη ή αδικημένη, παρεξηγημένη, προβληματισμένη, καταξιωμένη ή περιθωριοποιημένη.
Όλα μαζί σε μια κλιμακούμενη ένταση σκέψεων, απόψεων, καταγραφών , δηλώσεων και πικρών διαπιστώσεων….
Βιβλίο ωριμότητας, όχι απαραίτητα ηλικιακής, αλλά συγγραφικής και γλωσσικής.
Βιβλίο ύφους πυκνού, όχι αδιαπέραστου αντίθετα βασανιστικά διαπερατού.
Βιβλίο πλοκής όχι πολλών προσώπων, αλλά αισθημάτων και συναισθημάτων.
Βιβλίο μεγάλων εναλλαγών σχέσεων και τοποθετήσεων του ίδιου του εαυτού μας, απέναντι στους δικούς μας και στους γύρω.
Βιβλίο έντονων απογραφών και απολογισμών, καθόλου εξωστρεφές αλλά «εκ βαθέων».
Ράνια ή Γερτρούδη και Αρσινόη ή Ουλρίκα, οι ηρωίδες, απέναντι αλλά δίπλα, μακριά αλλά και κοντά, η μία με τα παιδιά και η άλλη με τα βιβλία, παλεύουν το χρόνο, την μοναξιά, τη ζωή, κάνουν τα δικά τους όνειρα, ζουν την δική τους καθημερινότητα, η μία στη κουζίνα και η άλλη στο γραφείο, αναζητώντας ένα βαθύτερο νόημα, στη ροή των πραγμάτων, αλλά στο βάθος παλεύοντας να κερδίσουν το χαμένο χρόνο, -αν υπάρχει- και εν τέλει την εσωτερική γαλήνη, πολυπόθητο αλλά και πολύπονο δώρημα, όχι τυχαία αποκτημένο , αλλά με ωριμότητα αναζητημένο και με δια βίου αγώνες κατακτημένο .
H πορεία για εκεί δύσβατη, ανηφορική γεμάτη εκπλήξεις και ερωτήματα, διλήμματα και ενοχές, σκέψεις και απογοητεύσεις, υποχωρήσεις και ηθελημένες σιωπές.
Άβουλες οι σκεπτόμενες , παραιτημένες, κρυμμένες, παθητικές;
Ή εκούσια παγιδευμένες σε ένα πρέπει που άλλοι επέβαλλαν, σένα δικό τους «θέλω», που έπαψε προ πολλού να υπάρχει;
Ανήσυχα ησυχασμένες σε ένα πλαστό κόσμο που οι ίδιες δημιούργησαν για να υπάρξουν, σ’ ένα κέλυφος που κινδυνεύει να κομματιαστεί στην πορεία του χρόνου από τα ερωτήματα ,που θα δημιουργηθούν.
Θα αναζητήσουν βοήθεια στον Κάφκα και τον Μπόρχες, στον Τζόυς και τον Γέιτς, θα καταφύγουν στην ποίηση στην Τζαστίν και την ΄Αν Σέξτον, θα αναζητήσουν διεξόδους στη Σαρλότ Μπροντέ, ακόμα και στα παραμύθια θα καταφύγουν,
στον Σεβάχ τον Θαλασσινό με το Ζαραντάν και τον Λούις Κάρολ με την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων».
Η πραγματικότητα όμως χτυπά σειρήνες, το σήμερα αιμορραγεί.
«Η εποχή μας έχει πέσει χαμηλά», διαπιστώνει η συγγραφέας Ελένη Γκίκα «και η φιλοσοφία ζει το τέλος της».
Θα αναγκαστούν κάποτε να βγουν από την προστατευμένη θέση τους, να δουν το αδυσώπητο σήμερα, θα πρέπει να προσαρμοστούν, μέχρι να βρουν τη γαλήνη.
Η ίδια η συγγραφέας «παρατηρητής» στον δυτικό καθρέπτη τις βλέπει και τις αναλύει, τις μελετά και μονολογεί:
«Αρκεί ο Ντάρελ και η Τζαστίν για να πάει να πλαγιάσει κανείς;»
Αλλά και για να ζήσει άραγε πόσο λυτρωτικά στηρίγματα προσφέρουν ο Ντίκενς, ο Πρεβέρ, ο Ελυάρ, ο Χιούζ ακόμα και ο Τόμας Μάν;
Λουτήρες της σκέψης οι γνώσεις, αλλά η ψυχή κάτι ακόμα αναζητά και ψάχνει και ερευνά.
Κάποια στιγμή η Ράνια θα σκεφτεί να φωνάξει «δεν την μπορώ άλλο αυτή την άδεια ζωή-χάρτινη ζωή», δεν θα το κάνει, μη τυχόν και ενοχλήσει, μη τυχόν και διαταράξει την φαινομενική ηρεμία των άλλων.
Θα θυσιάσει την κραυγή, αλλά και πάλι εκείνη δεν θα ησυχάσει.
Αργότερα θα κάνει την εφήμερη δική της επανάσταση, έτσι σαν δοκιμασία για τον εαυτό της, αλλά και πάλι δεν θα λυτρωθεί.
Η Αρσινόη θα βγει κάποια στιγμή στον κόσμο, στη διαδήλωση , θα αψηφήσει τον κίνδυνο, θα πάρει το ρίσκο.
Γιατί η γυναίκα του γραφείου και η γυναίκα της κουζίνας, όπως κι’ αν πορευτούν, στο ίδιο σημείο θα σταθούν και θα αναρωτηθούν:
Τι έκανα λάθος, ποιο μονοπάτι διάβηκα αδιέξοδο, που παγιδεύτηκα και τι να περιμένω;
Κι’ οι δύο τους κάτι κυνηγάνε, κάτι περιμένουν, διαφορετικό ή ολόιδιο, πιστευτό ή απίστευτο, συγκεκριμένο ή αφηρημένο, ορατό ή αόρατο, δεδομένο ή ανύπαρκτο, υλικό ή άυλο.
Το ίδιο και η γυναίκα του δυτικού καθρέπτη, με αντικατοπτρισμό των δύο γυναικών ή δικός αντικατοπτρισμός οι δύο γυναίκες. Κι’ αυτή κάτι περιμένει κι’ ας λέει πως «οι λέξεις είναι για να αμύνεσαι στην απόγνωση, για να βρίσκεις τη λύτρωση». Δεν τη βρήκε μέσα από αυτές, ομολογεί
«Υφαίνω λέξεις, σβήνω, σχίζω, πληρώνω, πληγώνω», δίνει με σαρκασμό τον ορισμό της, η συγγραφέας και συνεχίζει:
«απουσίες ζωής και κλάματα των άλλων, που ξεδιαλύνω μες στο χαρτί».
Η γραφή είναι μια διέξοδος, αλλά είναι η μόνη άραγε;
Κάτι παραπάνω ζητάνε και οι τρεις όταν κονταροχτυπιούνται με τον χρόνο και την μοναξιά, στις στιγμές της διαπίστωσης ρυτίδων και ρωγμών στο πρόσωπο, κραδασμών ανελέητων στην ψυχή και σιωπών εκκωφαντικών στη ζωή.
Κάτι παραπάνω ζητάνε, ψάχνουν, αναζητούν και βασανίζονται να κρατηθούνε στη ζωή, που ολοένα και μικραίνει και κυλά και τις ξεχνά και προσπερνά.
Ένα βαθύτερο νόημα, ένα βήμα πιο πέρα.
Οι ηρωίδες της ποίησης και της λογοτεχνίας έχουν τη δική τους ζωή, δεν τις συμμερίζονται και οι γυναίκες των παραμυθιών έχουν τη ζωή τους, δεν αλλάζουν και έρχεται η ώρα που ούτε και οι φιλόσοφοι δεν βοηθούν και στέκουν παράπλευρα -ασυγκίνητοι, στο δικό τους μαρτύριο.
Ερωτήματα ακατάπαυστα και σκέψεις και ενοχές και δίνες και λαχτάρες και ενδοσκοπήσεις και ερμηνείες αυστηρές και επίπονες και αναζητήσεις και παιδέματα και απογνώσεις και αποφάσεις και κρίματα που τελειωμό δεν έχουν.
Πού να αναζητήσεις βοήθεια, πώς να βάλεις την ζωή σε τάξη, πώς να βρεις τις σταθερές;
«Ζόρικος δρόμος ο χρόνος», διαπιστώνει με πίκρα η συγγραφέας.
Γυναικεία φύση ανεξερεύνητη και μονίμως προβληματισμένη, και κάποιες φορές ερεβώδης και καχύποπτη, συνεχώς σκεπτόμενη και αβυσσαλέα εσωτερικά κρινόμενη, αέναα ανήσυχη και μόνιμα αυτοτιμωρούμενη.
Σε ναρκοπέδιο βαδίζεις , σε καθαρτήριο δρασκελίζεις, αλλά δεν βρίσκεις γιατρειά.
Σε ναρκοπέδιο θα πορεύεσαι, σε πεδίο βολής θ’
αργοπατάς, αφού η φύση εσένα έταξε για του κόσμου τ’ άδικο εσύ να ξαγρυπνάς.
Κάποια στιγμή θα κάνει την εμφάνισή της η γυναίκα της νότιας αποβάθρας,- η αναγνώστρια- προβληματισμένη κι’ αυτή με το δικό της ταξίδι,-με το εάν και πότε και γιατί-. Η αναγνώστρια της νότιας αποβάθρας θα βρει τις προηγούμενες, θα τις δεχτεί, θα τις αγκαλιάσει και θα τις συμπονέσει ,ανακουφίζοντας την ίδια.
Παρόμοια βιώματα και ενοχές, παρόμοιοι προβληματισμοί και απογνώσεις.
Όμως αφού δεν υπάρχουν ασφαλείς κανόνες πλεύσης και πλοήγησης, ούτε θα τις συμβουλευτεί, ούτε και θα τις συμβουλεύσει.
Εκείνες θα τις ευχηθούν ,όσο τρικυμιώδες και νάναι το ταξίδι, νάβρει τελικά, το απάνεμο λιμάνι της εσωτερικής της γαλήνης.
Δύσκολος αλλά μοναδικός επίγειος προορισμός.
Άραγε θα τα καταφέρουμε;

υγ. Από την εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο Πλους στην Κέρκυρα, 6/6/2012



Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Η Ιστορία Σήμερα (βιβλία)


Δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό "Η Ιστορία Σήμερα" (Έθνος 10 Νοε 2012)

Η εμπειρία της κατοχής και της αντίστασης στην Αθήνα” του Μενέλαου Χαραλαμπίδη. Εκδ. “Αλεξάνδρεια”, σελ. 382, 20 ευρώ.

Ανθρωποκεντρική μελέτη που αποδεικνύεται άκρως επίκαιρη έως και ωφέλιμη όσον αφορά την εποχή. Ο συγγραφέας μέσα από το πρίσμα της κοινωνικής ιστορίας, αναδεικνύει ιδιαίτερα την Κατοχική Αθήνα σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πως αντιδρά μια κοινωνία σε περιόδους κρίσης: η εγκατάσταση των Μικρασιατών προσφύγων στις παρυφές, η οικονομική και κοινωνική τους περιθωριοποίηση, η πολιτισμική τους συμπεριφορά, τα γερμανικά κατοχικά στρατεύματα και η κατάρρευση της οικονομίας, ο κατοχικός λιμός, το αντιστασιακό κίνημα και οι προσφυγικές συνοικίες της Καισαριανής, τα συσσίτια και οι αντιδράσεις, τελικά, των ανθρώπων, μέσα από εμπειρίες φοιτητών, δημοσίων υπαλλήλων και εργατών, περνούν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου και αποτελούν πολύτιμη εμπειρία και ιστορία.
Στον ίδιο συνοικισμό (Δουργούτι, σημερινό, Νέο Κόσμο) δώσαμε λίγα γραμμάρια λάδι στην Ε. Σωτηρίου 35 χρονών που ήτανε κάποτε όμορφη. Αγνώριστη τώρα και κουρελιασμένη άνοιξε την εξώπορτα. Αναγκάστηκε να δώσει όλα της τα έπιπλα στη μαύρη αγορά για λίγα τρόφιμα. Για να μπορέσει να ζεσταθεί λίγο αναγκάστηκε να κάψει τα σανίδια του πατώματος. Σε μια γωνιά στέκουνται κλαίγοντας τα τρία της παιδιά. Την περασμένη εβδομάδα πέθαναν ο άνδρας της και ένα παιδί της που χρειάστηκε να μείνουν αρκετές μέρες πεθαμένοι μέσα στο σπίτι, ώσπου να μπορέσουν να τους μεταφέρουν” (ανταπόκριση δημοσιογράφου του περιοδικού Ρεαλιτέ που εκδιδόταν στην Κωνσταντινούπολη).
Ζω σε μια πολιτεία που έχει πάθει ένα είδος αμόκ. Στην περιφέρεια της Αθήνας, κάθε βράδυ γίνουνται μάχες σωστές ανάμεσα στο ΕΑΜ και στα σώματα ασφαλείας. Στο κέντρο της πόλης συνεχώς γίνουνται δολοφονίες. Είναι κάτι τόσο συνηθισμένο που κανείς πια δεν το συζητά. Παράξενο μας φαίνεται όταν δεν ακούγονται πυροβολισμοί” (γράφει τον Αύγουστο του 1944 ο Γιώργος Θεοτοκάς στο ημερολόγιό του).
Μία ιστορική μελέτη... οδηγός επιβίωσης τελικά, ναι ο κόσμος έχει ζήσει και τα χειρότερα και δικαιώνονται οι μπαμπάδες και οι παππούδες για κείνη την απειλή “ε ρε Κατοχή που σας χρειάζεται!” Αλλά τρόποι υπάρχουν πολλοί. Κι η Ιστορία γυρίζει σελίδα κάποια στιγμή. Αλλ' όπως υποστηρίζουν οι επιζήσαντες “τα γεγονότα που ζήσαμε κι αυτά που νιώσαμε, με τον παλμό και τα “πιστεύω” εκείνης της εποχής αλλά και όπως τα βλέπουμε και τα εκτιμούμε με την ασφάλεια της απόστασης των μεταγενέστερων χρόνων” αποτελούν και διατυπώνουν την υποχρέωσή τους απέναντι στις επόμενες γενιές, εν τέλει, απέναντι στην Ιστορία.
Ο συγγραφέας του βιβλίου που γεννήθηκε το 1970 στην Αθήνα, σπούδασε Οικονομικά και στη συνέχεια έκανε τη διδακτορική του διατριβή στον τομέα της Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ασχολείται ερευνητικά με την Κατοχή και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα.


Ένα κάποιο τέλος” του Τζούλιαν Μπαρνς. Μετάφραση: Θωμάς Σκάσσης. Εκδ. “Μεταίχμιο”, σελ. 210, 13.30 ευρώ

Ένα τέλειο μυθιστόρημα ευρωπαικής οικονομίας και δύναμης (απόηχοι Σνίτζλερ, απόηχοι Καμύ)”, “Ένα ακριβές, διεισδυτικό, αριστοτεχνικά γραμμένο μυθιστόρημα για τις ατέλειες και τις σκοτεινές κόγχες της μνήμης”.
Στο καινούργιο του μυθιστόρημα ο Τζούλιαν Μπαρνς, μέσα από την ιστορία τεσσάρων φίλων και με ιστορικό φόντο την δεκαετία του '60, αποδεικνύει με τρόπο μαθηματικό, σαν θεώρημα, την ιστορική δεδομένη από γεγονότα αλυσίδα. Ο Κόλιν, ο Άλεξ, ο Τόνι και ο Έντριαν, βιώνουν αντίστροφα (όσοι τουλάχιστον έχουν απομείνει) αυτό που συνέβη. Οι αυταπάτες και τα άλλοθι του καθενός, οι επιλογές και η οπτική του που μπορεί αναλόγως την εποχή και να αλλάζει, παραμερίζουν μπροστά στην απαράβατη και απαραβίαστη ιστορική αλήθεια τελικά.
Την αποκαλύπτει ο αυτόχειρας Έντριαν χρόνια μετά, την υφίσταται εκών άκων ο Τζόνι εξηντάρης.
Το ζήτημα της συσσώρευσης, των ορίων της ευθύνης και του επιμερισμού της ευθύνης θα τεθούν ως το τέλος ξανά και ξανά. Το παρελθόν θα γραφτεί με διαφορετικούς τρόπους πολλές φορές, μέχρι να αποδειχθεί τελικά ότι όλα – συνέβησαν- μόνον – έτσι.
Στις μόλις 210 σελίδες του βιβλίου που σε αναγκάζει τελειώνοντας να το ξαναπιάσεις από την αρχή (δεν συμβαίνει αυτό συχνά με βιβλία) η ιστορική αλυσίδα ξεπροβάλει ξεκάθαρη στο τέλος και σταθερή, όταν όλα έχουν ήδη συμβεί και “πού πια καιρός” και όλα- ήταν- αυτά κι ας θεωρούσαν οι ήρωες πως ήταν -τελικά- άλλα.
Κι όσο κι αν επέμεναν νέοι πως “η Ιστορία δεν είναι τα ψέματα των νικητών αλλά μάλλον οι αναμνήσεις των επιζώντων”, η Ιστορία είναι Ιστορία και έχει ήδη συμβεί, δλδ η Ιστορία είναι αυτή, πέρα από νικητές και ηττημένους. H ιστορία τους, εξάλλου, σε πρώτο επίπεδο, φαινομενικά καθαρά προσωπική. Είναι μόνον η ιστορία μιας παρέας, είναι τέσσερις φίλοι. Ένας αγάπησε μια. Η μία αγάπησε τον άλλον. Ο άλλος, αν και υπήρξε ο πολλά υποσχόμενος, αυτοκτόνησε κάποια στιγμή. Τριγύρω τους μια δεκαετία σαν άγονη επαρχία. Η ζωή τους, μερικά μικρογεγονότα ικανά να δημιουργήσουν φράκταλ. Σαν εκείνο το γνωστό πέταγμα της πεταλούδας στη Νέα Υόρκη και την θύελλα στο Πεκίνο.
Ένα μυθιστόρημα για τον χαμένο χρόνο που είναι πάντοτε πανταχού- παρών και εκτυλίσσεται κυκλικά:
Ζούμε εντός του χρόνου- αυτός μας κρατάει και μας πλάθει-, εγώ όμως δεν ένιωσα ποτέ να τον κατανοώ πλήρως, δεν αναφέρομαι στις θεωρίες για το πώς κάμπτεται και αναδιπλώνεται ή πώς μπορεί να υπάρχουν κι αλλού παράλληλες εκδοχές του... αφού δεν μπορώ πια να είμαι βέβαιος για τα πραγματικά γεγονότα, ας μείνω πιστός στην εντύπωση που άφησαν τα συμβάντα αυτά”, ξεκινά. “Πλησιάζεις στο τέλος της ζωής- όχι, όχι στο τέλος της ίδιας της ζωής, αλλά κάποιου άλλου πράγματος: στο τέλος της όποιας πιθανότητας να υπάρξει αλλαγή σε αυτή τη ζωή...Υπάρχει συσσώρευση. Υπάρχει ευθύνη. Και πέρα από αυτά υπάρχει αναβρασμός. Μεγάλος αναβρασμός”, για να καταλήξει.

Τα περασμένα δεν είναι όνειρο” του Θοδωρή Καλλιφατίδη, Εκδ. “Γαβριηλίδης”, σελ. 230, 18.11 ευρώ

Απ' τους Μολάους όπου γεννήθηκε, έφυγε για την Αθήνα λίγο μετά την Κατοχή. Με τον παππού του. Είχε αποφυλακιστεί και ο πατέρας. Απ' την Ελλάδα για την Σουηδία έφυγε λίγο πριν από την δικτατορία. Με τα πατρικά βάρη, εξάλλου, δεν μπορούσε να βρει δουλειά, η Σχολή του Κουν ήταν περιττή πολυτέλεια.
Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης, γνωστός μας περισσότερο από τα αστυνομικά, παρ' ότι θεωρείται σήμερα “μεγάλο συγγραφικό κεφάλαιο για τον τόπο”, αναγκάστηκε να φύγει για την Στοκχόλμη το 1964. Εκεί σπούδασε Φιλοσοφία και εργάστηκε στο ίδιο πανεπιστήμιο μετά, επί τέσσερα χρόνια διηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό Μπόνιερς Λιττερέρα Μαγκαζίν, άρχισε να γράφει το 1989 στα σουηδικά και από το 1994 γράφει τα βιβλία του και στα ελληνικά. Έχει εκδώσει ήδη 15 βιβλία. Το καινούργιο του βιβλίο “Τα περασμένα δεν είναι όνειρο” είναι πολλά: αυτοβιογραφία πρώτα απ' όλα, ιστορία και φυσικά λογοτεχνία.
Ξεκινά σχεδόν από τις παιδικές αναμνήσεις. Στους Μολάους την Κατοχή, ο πατέρας του είναι στη φυλακή κι εκείνος με τον παππού και τον αδελφό του με Γερμανούς και μαυραγορίτες στο χωριό, “πεινούσαμε. Κτήματα πουλιόνταν για να ένα σακί αλεύρι”, γράφει.
Το κεντρικό βάρος του βιβλίου πέφτει στην αθηναική εποχή, στην εφηβεία του και στην μετέπειτα αγωνία του να σταθεί και να βρει δουλειά, στον παραλογισμό που γνωρίζει κατά και μετά την στρατιωτική του θητεία. Στην υποθηκευμένη ζωή που αναζητούσε αντίδοτο στη γραφή, στον παραλογισμό του φασισμού που εξακολουθούσε και στις αλλεπάλληλες αποτυχίες και απογοητεύσεις.
Θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι η μεταναστευτική του διαδρομή, η εσωτερική μετανάστευση που θα γίνει εξωτερική, η προσωπική ιστορία που σηματοδοτεί την Ιστορία μιας εποχής με τον κύκλο αριστουργηματικά να κλείνει. Επιτυχημένος πια, με τους πάντες νεκρούς, επιστρέφει στους Μολάους για να τον βραβεύσουν εκεί απ' όπου στο παρελθόν τούς είχαν όλους οικογενειακά εκδιώξει. Για να μάθει ποιος πρόδωσε τελικά. Ο προδότης δεν ζει πια αλλά τα περασμένα είναι ιστορία κι ο συγγραφέας γι' αυτό τα θυμάται και γράφει.
Τα περασμένα ξαναγύρισαν. Τα περασμένα δεν ήταν όνειρο, αν και μπορούσες πια να ζήσεις μαζί τους”.


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΕ 6 ΠΙΑΤΑ” του Tom Standage. Μετάφραση: Ρούλα Κοκκολιού. Εκδ. “Κέδρος”, σελ. 335, 19 ευρώ
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να δούμε το παρελθόν: σαν μια λίστα σημαντικών ημερομηνιών, σαν κυλιόμενο διάδρομο βασιλιάδων και βασιλισσών, σαν μια ακολουθία από αυτοκρατορίες που ακμάζουν και παρακμάζουν ή σαν μια αφήγηση πολιτικών, φιλοσοφικών βιβλίων”, ξεκινώντας μ' αυτό τον τρόπο την εισαγωγή, ο συγγραφέας επιλέγει να δει από ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα την Ιστορία. Εξετάζοντας τις κοινωνικοοικονομικές μεταβολές που προκάλεσε ή κατέστησε δυνατές η τροφή. Ή κι αντιστρόφως.
Ο Tom Standage, ο συγγραφέας του βιβλίου “Η ιστορία του κόσμου σε έξι ποτήρια”, στο καινούργιο του βιβλίο “Η ιστορία του κόσμου σε έξι πιάτα” ξαναγράφει την ιστορία. Ξεκινώντας από “Τα εδώδιμα θεμέλια του πολιτισμού” (ανακάλυψη της γεωργίας και οι ρίζες της σύγχρονης εποχής), συνεχίζει με “Τροφή και κοινωνική δομή” και αναφερόμενος στις “Παγκόσμιες διαδρομές της τροφής”, φτάνει ως την “Τροφή, την ενέργεια και την εκβιομηχάνιση”. Στην έρευνά του και τα “Πολεμοφόδια” και οι “Πόλεμοι τροφίμων”. Για να καταλήξει στα “παράδοξα της αφθονίας” και στα “υλικά του μέλλοντος”.
Αναφερόμενος στον Άνταμ Σμιθ και στον “Πλούτο των εθνών” που κυκλοφόρησε το 1776, ο Tom Stradage θα υπενθυμίζει και στους ελάχιστους που αμφιβάλλουν, “παρομοίασε τις αθέατες δυνάμεις της αφοράς, που επενεργούν πάνω στους ανθρώπους χωρίς να γίνονται αντιληπτές, με μια αόρατη χειρ”, “στο κάτω κάτω ό,τι έκανε ο κόσμος στη μακραίωνη ιστορία του, το έκανε για να εξασφαλίσει την τροφή του”, καταλήγει.
Καλαμπόκι, Αζτέκοι, η κοσμογονία των Μάγια, τα παντεσπάνια της Αντουανέτας και οι πατάτες, η Βιομηχανική επανάσταση, οι μεγάλοι λιμοί και η πράσινη επανάσταση, η αναπτυξιακή απογείωση της Βρετανίας και η ανάκαμψη της Ασίας, έως το άμεσο μέλλον όπου η γεωργία -σύμφωνα με το πιο αισιόδοξο σενάριο- θα χρειαστεί να προσαρμοστεί στις κλιματικές αλλαγές, όλα περνούν από τις 335 σελίδες αυτού του βιβλίου. Το αποτέλεσμα “μια αντισυμβατική, όσο και χορταστική ιστορία της ανθρωπότητας”. Ένα ευφυές βιβλίο που “αποκαλύπτει τις αόρατες δυνάμεις – πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές- που δρουν στα παρασκήνια όταν καθόμαστε να φάμε”.


Η βιβλιοθήκη του Χίτλερ” του Timothy W.Ryback, Μετάφραση: Αλεξάνδρα Κονταξάκη, Εκδ. “Πατάκη”, σελ. 445, 19.50 ευρώ

Να καίει τον ξέρουμε. Βιβλιοθήκες επί βιβλιοθηκών. Και όμως μέχρι τον θάνατό του σε ηλικία πενήντα έξι χρόνων διέθετε, σύμφωνα με υπολογισμούς, βιβλιοθήκη δεκαέξι χιλιάδων τόμων. Όλον τον Σαίξπηρ (είχε αδυναμία στον Άμλετ, κι επαναλάμβανε συνεχώς εκείνο το “να ζει κανείς ή να μη ζει”), βιβλία παλιά και σπάνια με περίτεχνα μαροκινά δερμάτινα εξώφυλλα και σπάνιες γκραβούρες, τα απομνημονεύματα του Μέγερ, τον “Πέερ Γκυντ” του Ίψεν με αφιέρωση του Ντίτριχ Έκαρντ που θεωρούσε μέντορά του, και φυσικά όλα τα βιβλία πολιτικής προπαγάνδας του μέντορά του. Στα εναπομείναντα βιβλία του στην Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και οι ιστορίες περιπλάνησης, η σειρά “Ιστορίες της δερμάτινης κάλτσας' του Κούπερ, ο “Ροβινσώνας Κρούσος” του Νταφόε, το “Ταξίδι στην έρημο” του Μάυ και οι αυτοβιογραφικές περιπέτειες του Σουηδού εξερευνητή Σβεν Χεντίν. Είναι γνωστό ότι κατέτασσε τον “Δον Κιχώτη” μαζί με τον “Ροβινσώνα Κρούσο”, την “Καλύβα του μπαρμπα- Θωμά” και τα “Ταξίδια του Γκάλλιβερ” στα σπουδαιότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Διάβαζε αχόρταγα κι ακατάσταστα, και διατηρούσε ιδιωτικές βιβλιοθήκες σ' όλες τις κατοικίες του (Βερολίνο, Μόναχο, Ομπερζάλιτσμεργκ, καθώς και στο χώρο ασφαλούς αποθήκευσης στο “Αρχείο Φίρερ).
Πέρα από μια μερική απογραφή της βιβλιοθήκης της Καγκελαρίας του Ράιχ στο Βερολίνο, η οποία φυλάσσεται στο Ινστιτούτο Χούβερ στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, δεν διασώζεται κάποιος κατάλογος της συλλογής βιβλίων του Χίτλερ. Είναι όμως γνωστό ότι ο στρατιωτικός τομέας περιείχε 7.000 τόμους, ο δεύτερος τομέας που περιλαμβάνει 1.500 περίπου βιβλία, καλύπτοντας καλλιτεχνικά θέματα με προσωπικά του σχόλια απείρου κάλλους όπως “Η μοντέρνα τέχνη θα φέρει την επανάσταση στον κόσμο; Σιγά!”, εξάλλου ο Χίτλερ συνήθιζε να σημειώνει στο περιθώριο των βιβλίων. Ο τρίτος τομέας, αφορούσε βιβλία για την αστρολογία και τον πνευματισμό απ' όλο τον κόσμο. Υπάρχουν 400 βιβλία για την Εκκλησία, 800 με 1000 βιβλία με λαικά μυθιστορήματα, ένα μεγάλο δείγμα κοινωνιολογικών έργων, φυσικά τα έργα του Άλφρεντ Ρόζεμπεργκ ακόμα και το απαγορευμένο του για τη δημιουργία Εκκλησίας του Ναζιστικού Ράιχ, το μπεστ σέλλερ του Χίτλερ “Mein Kampf” (που του απέφερε μια περιουσία, υπολογίζεται από γερμανικούς τραπεζικούς κύκλους ότι ανέρχεται σε περίπου 50.000.000 μάρκα), ό,τι εμπεριείχε στο τίτλο ή στις σελίδες του τη λέξη “Εβραίοι”, καθώς και ένας τόμος για την σπουδή των χεριών που τον ενδιέφερε αφάνταστα.
Ο συγγραφέας της “Βιβλιοθήκης του Χίτλερ” που μας τα κάνει γνωστά όλα αυτά, Timothy W.Ryback, είναι ιδρυτικό μέλος του Ινστιτούτου για την Ιστορική Δικαιοσύνη και Συμφιλίωση που εδρεύει στη Χάγη. Και η μελέτη του αυτή θεωρείται “σημαντικός σταθμός στην έρευνα της εξέλιξης του Τρίτου Ράιχ”.

Ιστορίες από την Κολιμά” του Βαρλάμ Σαλάμοφ. Μετάφραση από τα Ρωσικά- Πρόλογος: Ελένη Μπακοπούλου, Εκδ. “Ίνδικτος”, σελ. 1968, 43 ευρώ.
Χαρακτηρίστηκε ως εκδοτικό γεγονός που έφτασε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με σαράντα χρόνια, σχεδόν, καθυστέρηση. Οι 145 “Ιστορίες από την Κολιμά” αποτελεί ταυτοχρόνως ντοκουμέντο, μαρτυρία και ακριβή λογοτεχνία που καθιέρωσε τον συγγραφέα σαν ένα από τους σημαντικότερους συγγραφείς του εικοστού αιώνα. Οι ήρωές του, πρόσωπα υπαρκτά, θύτες και θύματα ενός αλλόκοτου κόσμου. Ο συγγραφέας τους υπήρξε “τρόφιμος” των στρατοπέδων στην Κολιμά, αρχικά με πενταετή ποινή καταναγκαστικών έργων για να περάσει τελικά εκεί δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια. Όμως, η ποίησή του και τα πεζά δεν έφυγαν ποτέ από την Κολιμά, κι απέμειναν ωμά ρεαλιστικά και απίστευτα ζοφερά, σα μαχαιράκι να ανατέμνουν το σκοτάδι μιας εποχής, την ανθρώπινη ψυχική άβυσσο σε ένα τυφλό σχεδόν κόσμο. Η πρόζα του σύντομη, σαν χαστούκι- αυτή την παρομοίωση έδωσε ο ίδιος- χωρίς κανένα καλολογικό στοιχείο, αναγνωστικά σχεδόν γδέρνει.
Συμμετείχα κι εγώ σε μια χαμένη μάχη για πραγματική ανανέωση της ζωής” αναγνωρίζει ο Σαλάμοφ που γεννήθηκε το 1907 στη Βολογκντά, μια μικρή πόλη που κατά τον 19ο αιώνα υπήρξε τόπος εξορίας των πολιτικών αντιπάλων του τσαρικού καθεστώτος, σπούδασε Νομικά για να συλληφθεί την πρώτη φορά με την κατηγορία ότι διακινούσε το “Γράμμα προς το Συνέδριο”, γνωστότερο ως “Διαθήκη του Λένιν”. Αποφυλακίζεται, παντρεύεται, δουλεύει σαν δημοσιογράφος και γίνεται σπουδαίος ποιητής και αποκτά μια κόρη για να ξανασυλληφθεί με την κατηγορία της αντεπαναστατικής τροτσκιστικής δράσης, χαρακτηρίζεται ως “εχθρός του λαού” για να έρθει μετά στη ζωή του ο εγκλεισμός και τα χρυσωρυχεία της Κολιμά, οι ιστορίες που έζησε κι έγραψε για να μη συνέλθει ποτέ του. Έτσι το 1982 μεταφέρεται σε ψυχιατρείο δίχως τη θέλησή του για να πεθάνει λίγες μέρες μετά, “έχοντας κληροδοτήσει στην ανθρωπότητα μια από τις πιο συγκλονιστικές μαρτυρίες της παγκόσμιας Ιστορίας”. Με τον ίδιο μέχρι την τελευταία στιγμή ν' αναρωτιέται και να αμφιβάλει: “θα χρειαστεί άραγε σε κανένα αυτή η θλιβερή αφήγηση; Μια αφήγηση που δεν είναι για το νικηφόρο πνεύμα αλλά για το πνεύμα που ποδοπατήθηκε. Πού δεν είναι ο θρίαμβος της ζωής και της πίστης μέσα στη δυστυχία, όπως οι “Σημειώσεις από το σπίτι των πεθαμένων” αλλά η έλλειψη ελπίδας και η κατάπτωση; Ποιον θα παραδειγματίσει, ποιον θα αποτρέψει, από το κακό; Όχι, όχι, παρ' όλ' αυτά, θα είναι επιβεβαίωση του καλού, του καλού- αφού στην ηθική αξία βλέπω εγώ το μοναδικό αυθεντικό κριτήριο της τέχνης”.
Και παρ' όλα αυτά, να επιμένει: “Τα γραπτά μου αφορούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης όσο αυτά του Εξυπερύ στον ουρανό ή του Μέλβιλ στη θάλασσα. Βασικά, οι ιστορίες μου συνιστούν οδηγίες για το πώς να δρα κανείς μέσα στο πλήθος. Να είναι όχι απλώς λιγάκι αριστερότερα απ' τ' αριστερά, μα ακόμα περισσότερο αληθινός από αληθινός από την αλήθεια την ίδια. Για το αίμα που είναι αληθές κι
ανώνυμο”. Το έργο του σήμερα είναι πλέον αντικείμενο διεθνών μελετών, διατριβών, συνεδρίων, ντοκιμαντέρ, αλλά και πηγή έμπνευσης κινηματογραφικών φιλμ.

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

πού πας καραβάκι με τέτοιο καιρό; (ο πολιτισμός μέσα από την Ιστορία)

H Ιστορία Σήμερα”,
αρχίζουμε. Κι αργήσαμε μάλλον.
Κάθε μήνα στο έθνος ένα περιοδικό για τον πολιτισμό αλλά με επίκεντρο την Ιστορία.
Αυτό το Σάββατο (10 Νοε) και στις σελίδες βιβλίου:
Η εμπειρία της κατοχής και της αντίστασης στην Αθήνα” του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, Εκδ. Αλεξάνδρεια
Η βιβλιοθήκη του Χίτλερ” του Timothy W.Ryback, Εκδ. Πατάκη
Ένα κάποιο τέλος” του Τζούλιαν Μπαρνς, Εκδ. Μεταίχμιο
Τα περασμένα δεν είναι όνειρο” του Θοδωρή Καλλιφατίδη. Εκδ. Γαβριηλίδης”
Η ιστορία του κόσμου σε 6 πιάτα” του Tom Strandage, Εκδ. Κέδρος
Ιστορίες από την Κολιμά” του Βαρλάμ Σαλάμοφ, Εκδ. Ίνδικτος,
Η Ισμήνη Καπάνταη μιλά για το καινούργιο της ιστορικό μυθιστόρημα “Σικελικός εσπερινός”
Ο Μετίν Αρντιτί (“Το Τουρκάκι” Εκδ. Καλέντη) γράφει για τον “Σουλειμάν τον μεγαλοπρεπή”
και ο Γιάννης Γιαννούδης για το ιστορικό παραμύθι του “A very Bad Bad Thing” που εκδόθηκε στο Amazon.
Κρατώ την ανάσα μου, μακάρι να πάμε, να πάει...
πού πας καραβάκι με τέτοιο καιρό” αλλά και να θαλασσοπνιγείς ακίνητος δεν λέει, λέει;

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

είμαστε ό,τι μας έκαναν...

 
Σε ζωντανή μετάδοση” της Καμίλα Λέκμπεργ. Μετάφραση: Γρηγόρης Κονδύλης. Εκδ. “Μεταίχμιο”, σελ. 502, 16.60 ευρώ

της Ελένης Γκίκα

δημοσιεύθηκε στο Diastixo.gr

Τη γνωρίσαμε από τα αστυνομικά μυθιστορήματα Η παγωμένη πριγκίπισσα, Ο ιεροκήρυκας, Οικογενειακά μυστικά. Η Καμίλα Λέκμπεργ, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Φιελμπάκα, ένα ψαροχώρι 140 χλμ. περίπου από το Γέτεμποργ, για τη Φιελμπάκα, τη γενέτειρά της γράφει και εκεί τοποθετεί να γίνονται οι φόνοι.
Κεντρικοί ήρωές της, ο επιθεωρητής Πάτρικ Χέντστρεμ και η σύντροφός του Ερίκα, συγγραφέας. Κεντρικός άξονάς της, τα μυστικά και ο ζόφος της μικρής κοινωνίας και, ακόμα περισσότερο, του μικρού της πυρήνα, της οικογένειας.
Υπενθυμίζοντάς μας με τριτοπρόσωπη αφήγηση προηγούμενους φόνους και τη ζωή των ηρώων της, η συγγραφέας (στην Παγωμένη πριγκίπισσα το ζευγάρι γνωρίστηκε, στον Ιεροκήρυκα απέκτησαν την κόρη τους , στο Σε ζωντανή μετάδοση θα κάνουν το γάμο τους), ακολουθεί τη γνωστή αφηγηματική τακτική της. Τα κεφάλαια εναλλάσσονται με τις σκέψεις και τη λάθρα ζωή του εκάστοτε δολοφόνου.
Στο τελευταίο της αστυνομικό μυθιστόρημα, εκτός από τα προσφιλή της οικογενειακά μυστικά, σημαντική θέση κατέχει και η εικονική πραγματικότητα. Στην ειδυλλιακή Φιελμπάκα στήνεται ένα άγριο ριάλιτι. Οι συμμετέχοντες, παιδιά με βεβαρημένο παρελθόν και σκοτεινή οικογενειακή κατάσταση. Στους καινούργιους κατοίκους της μικρής αυτής πόλης προστίθενται η Χάνα, αστυνομικός στο τοπικό αστυνομικό τμήμα, και ο Λαρς, ο άντρας της και ψυχολόγος του ριάλιτι.
Οι κεντρικοί ήρωες κι εδώ, φυσικά, η συγγραφέας Ερίκα που μεγαλώνει τη μικρή Μάγια και ετοιμάζει το γάμο της, η αδελφή της, Άννα, που επιστρέφει στο πατρικό βγαίνοντας από έναν τραυματικό γάμο, ο αστυνομικός επιθεωρητής Πάτρικ Χέντστρεμ, που προσπαθεί να συντονίσει την ομάδα του και θα βρεθεί στα χνάρια ενός κατά συρροή δολοφόνου. Ο οποίος επιλέγει για θύματα πρώην αλκοολικούς, σκοτώνει με υπερβολική δόση αλκοόλ και αφήνει ως υπογραφή του μια σελίδα παραμυθιού, συγκεκριμένα απ' το Χάνσελ και Γκρέτελ, μια παλιά έκδοση και από το ίδιο πάντα βιβλίο.
Στο μεταξύ, μια παίκτρια από το ριάλιτι, η επονομαζόμενη Μπάρμπι, θα βρεθεί νεκρή. Οι δυο υποθέσεις στην αρχή μοιάζουν άσχετες.
Τα ιντερμέδια του δολοφόνου αυτή τη φορά θυμίζουν παιδικό παραλήρημα. Το αποτέλεσμα, πέρα από κάθε αναγνωστική φαντασία.
Ο συνεργός είναι και πάλι ο κοντινότερος άνθρωπος. Το τραύμα βρίσκεται για άλλη μια φορά στον οικογενειακό μικρόκοσμο και το παρελθόν είναι μια εποχή που ποτέ δεν τελειώνει. Οι πρωταγωνιστές διαθέτουν το καλό και το κακό πρόσωπο και η μάχη καλού-κακού και πάλι συντελείται εντός τους.
Η συγγραφική εμμονή με τα οικογενειακά μυστικά και βάρη ενδεχομένως στην καλύτερη εκδοχή της. Αμαρτίες γονέων, για τον σκοτεινό κόσμο της Καμίλα Λέκμπεργ, καθορίζουν το παρόν και το μέλλον. Είμαστε ό,τι μας έκαναν, επιμένει. Και όσον αφορά τη σκοτεινή καθημερινότητα, τίποτε δεν είναι και ποτέ όπως φαίνεται. Αφήνοντας νύξεις και για το μυθιστόρημα που έρχεται. Αυτή τη φορά όλα δείχνουν να αφορά την οικογένεια της Ερίκα. Όλοι κρύβουν σκελετούς στο ντουλάπι τους. Και σ' αυτούς τους κρυμμένους σκελετούς η συγγραφέας είναι δεξιοτέχνισσα.