Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014

από την "Γυναίκα της Βορινής κουζίνας"


 

 

Δεν ξέραμε ότι το μέλλον μάς επιφύλασσε τον κεραυνό!

 

 

 

 

 

 

Η Γυναίκα στο Ανατολικό Γραφείο

 

 

«Η πορεία των άστρων δεν είναι αέναη».

 

 

Άδειοι δρόμοι, άδεια βλέμματα· άδειες ζωές. Πάει να σκεφτεί: Μα τελευταία πώς γίναμε έτσι;  Το μετρό δε φτάνει στο Σύνταγμα, λέει· έχει φασαρίες, φωτιές.

         «Η πορεία των άστρων δεν είναι αέναη

          κι η τίγρη είναι ακόμη μια από τις μορφές που επιστρέφουν».

         Μέσα στα σπλάχνα της κάτι απαγγέλλει αυτό που μέλλει να γίνει, ρυθμικά.

         «Θα κατέβαινε στους δρόμους,

         η ιστορία, η αγανάκτηση, η αγάπη».

         Κατεβαίνει − είναι σίγουρη πως κάποιος την περιμένει μες στη φωτιά.    

         Κατεβαίνει με τα πόδια, δίχως ίχνος οργής. Με μεγάλα βιαστικά βήματα, για κάτι που επείγει· που είναι δικό της και την περιμένει εκεί.

         Εκεί πού;

         «Όταν η αδικία γίνεται νόμος, τότε η αντίσταση γίνεται καθήκον» −

άθελά της θυμάται αυτό το παιδί.

         Δεκαπέντε χρονών, χτυπημένο από γκλοπ, δακρυσμένο από δακρυγόνο.

         «Κλαίμε και μόνοι μας!» − το βρήκε τόσο σπαρακτικό!

         «Η χαμένη Γενιά της Κρίσης» − και ποιος το αποφασίζει;

         Και η δική μας γενιά; Η κερδισμένη γενιά; Η πλανημένη; Η αδηφάγα;

         Ο Κρόνος που κινδυνεύει, ηθελημένα ή αθέλητα, να φάει τα ίδια του τα παιδιά.

         «Το τραγικό στερέωμα, το σύμπαν, δε βρίσκονταν εδώ

         κι έπρεπε να το ψάξουμε στα περασμένα».

 

 

Το πρώτο που βλέπει είναι η λάμψη απ’ τις κροτίδες εδάφους. Αμέσως μετά θα ακούσει φωνές. Στη συνέχεια καπνοί, και τα Ματ σαν τους πήλινους στρατιώτες στην Κίνα − τόσο ψεύτικοι όλοι, και τόσο μοναδικά αληθινοί! Από το υλικό των ονείρων πλασμένοι, που κάνουν θρύψαλα τα όνειρα.

         Στο πλευρό της ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι − κάποτε, αυτή. Ένα αγόρι τρέχει δίπλα της χτυπημένο − κάποιος τον κυνηγά. Ένα κορίτσι φωνάζει: «Πίσω, πίσω!»

         Ένας κύριος της προσφέρει, για τα δακρυγόνα, λεμόνι.

         «Φύγετε, κυρία μου! Δε βλέπετε τι χάος επικρατεί;» ένας αστυνομικός την προειδοποιεί, αλλά είναι σαν να τη σπρώχνει.

         Μια ομάδα παιδιών θυμάται το δολοφονημένο παιδί.

         Βαδίζει στητή − το παιδί που ήταν κάποτε την καλεί.

         «Πιστεύουμε πως είμαστε εξόριστοι

         σ’ έναν καιρό εξαντλημένο.

         σ’ έναν καιρό όπου τίποτε δεν πρόκειται να συμβεί».

         Και ξαφνικά, αυτό το τίποτε γίνεται κάτι-που-συνέβη.

         Κάποιος την πιάνει απ’ το χέρι. «Μας την πέφτουνε, τρέχα!» − το αγόρι που την κοιτούσε στο μετρό σαν να την ήξερε!

         «Δίχως ίχνος οργής, τα σπαθιά των ηρώων συμπλέκει ο χρόνος»   

         «Τρέξε, σου λέω! Διψούν για αίμα, δεν τους βλέπεις; Έχουν πάρει εντολή, μας χτυπούν!»

         Τον ακολουθεί σαν σε όνειρο, δίχως να ξέρει.

         «Τα πλήθη σαν την άμμο της θαλάσσης,

         η αίσθηση του απίστευτου γεγονότος, ο τρόμος, η δόξα».

         Στο πλάι της η φωνή: «Από δω! Θα χτυπήσουν εκεί!»

         Ένα καδρόνι δεξιά της που φεύγει.

         Μια κροτίδα που σκάει τρία μέτρα μπροστά, στο πλευρό της «ο Ρήγας που πέθανε στη μυστική ερημιά / και παίρνει όρκο πως δεν έχει πεθάνει». Και εντελώς ξαφνικά, κάτι άλικο και ζεστό, κάτι σαν κόκκινο χιόνι. 

 

 

Άλικο χιόνι στο μέτωπο του αγοριού!

          «Αριάδνη» τώρα εκείνη, και τον σπρώχνει, σε λαβύρινθο που ούτε ξέρει· θα βγει, δε θα βγει; Δε γνωρίζει καν αν βραδιάζει ή ξημερώνει. Τον κρατά και πιέζει στους κροτάφους τη σχισμένη της μπλούζα, ακριβώς στην πληγή. Κι ούτε ξέρει τι έγινε. Τον κρατά, και τώρα είναι αυτή που τον σπρώχνει.

         Δέκα βήματα μόνο! Έλα! Είναι η Εκδοτική. Δέκα βήματα, και τελειώνει!

         Ο Γεράσιμος στην είσοδο απορεί.

         «Κυρία Αρσινόη!»

         Κάνει χώρο, τρέχει… Το αγόρι αιμορραγεί.

         «Ποιος είν’ εδώ; Έφυγαν όλοι;»

         Οξυζενέ και γαζούλα θεραπευτική.

         «Δεν είναι τίποτε! Τίποτε! Μη φοβάσαι, τ’ ακούς;» Κι ύστερα: «Μην αφεθείς! Θα καλέσω γιατρό, μ’ ακούς;» Κι ύστερα η ώρα που κυλά, ο χρόνος που δεν ξέρει αν τρέχει ή αν μένει στατικός για τον Θεό και τους σοφούς. Κι ύστερα η νύχτα, ο Πέτρος που είναι γιατρός, κι ύστερα «πού να σας πάω, δε γίνεται στο νοσοκομείο, θα γίνουν συλλήψεις», κι ύστερα το σπίτι της μες στο σκοτάδι, που θ’ ανάψει τα φώτα για να το κάνει φωτεινό και ζεστό, κι ύστερα εκείνο το αγόρι που συνέρχεται σιγά-σιγά και όλοι λένε πως είναι η χαμένη γενιά.

         Κι ύστερα,

         «η πορεία των άστρων που, είναι ή δεν είναι αέναη;» − ακόμη ρωτά...

         Κι ύστερα, τίποτε.

         Κοιμήσου!

         Αύριο, όλα!

         Κι ύστερα, αυτός: «Μα δεν υπάρχει αύριο! Δεν το γνωρίζετε αυτό κυρία; Όλα είναι σήμερα, όλα είναι τώρα, όλα είναι εδώ!»

 

 

 

 

 

 

Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας

 

 

«Στο δρόμο, στο δρόμο,

         να διώξουμε τον τρόμο!»

 

Υπνοβάτης, φτάνει στο σταθμό του μετρό. Δυο ζωές έχουν περάσει μέσα σε τέσσερα χρόνια από εκείνη τη μέρα.

         Το τηλέφωνο, πρώτα: «Κάτι συνέβη στον Άγγελο!»

         Κι εκείνη: «Ο Ορφέας; Ο Ορφέας μου; Ζει ο Ορφέας;»

         Πόσες ζωές θα της πάρει να ντραπεί και γι’ αυτό: Ο Άγγελος, ναι, αλλά όχι ο δικός μου Ορφέας!

         Πόσες φορές μπορείς να θρηνήσεις το ίδιο παιδί; Έμβρυο στην κοιλιά; Μια σταλιά σε κάποια θερμοκοιτίδα νοσοκομείου;

 

 

Είναι πέντε χρονών. Όλα τα άλλα παιδιά παίζουν έξω στο χιόνι. Φορά πιτζαμάκια μπλε, κρατά ένα άδειο παιδικό πιστόλι. Στην ανατολική τζαμαρία, όπως πάντα, με τη ροζ μυτίτσα κολλημένη στο τζάμι.

         «Μαμά, ένας χιονάνθρωπος, στη πλατεία! Μαμά! Έχουν βγει τα παιδιά. Μαμά; Μανούλα; Να πάω;»

         Αναγκάστηκε να εξασκηθεί στο «όχι» πάνω σ’ αυτό το παιδί − η Ράνια, η καταφατική Ράνια, που το «όχι» αγνοεί μια ζωή.

        «Έλα, στα δικά μας παιχνίδια εμείς! Τα βιβλία μας είναι εδώ. Να σου διαβάσω για έναν διάσημο χιονάνθρωπο που κλαίει;»

         «Ο χιονάνθρωπος που κλαίει είμαι εγώ!»

        Ακολουθεί τα γαλάζια του μάτια η Ράνια, τώρα, και κλαίει.

         «Τον σκότωσαν, μάνα, τ’ ακούς; Τον είδα να πυροβολεί εν ψυχρώ! Πώς θα αντέξω να ζήσω μ’ αυτό; Θα μπορούσα να ήμουν εγώ − μακάρι να ήμουν εγώ!  Εγώ φώναζα: ‘‘Γιατί, σας κάναμε κάτι;’’ Και τώρα εκείνος είναι νεκρός! Πώς θα αντέξω να ζω και να το ξέρω, μου λες;»

         Πεντάχρονο στο τζάμι, σχεδόν χθες − δεκάξι χρονών, στην αμήχανη αγκαλιά της να σπαράζει.

         «Δε φταις εσύ… δε φταις εσύ…»

         Από ένστικτο σχεδόν του το επαναλαμβάνει αυτό διαρκώς −  ολόσωστο μητρικό ένστικτο, θα της πει η ειδικός.

         Και τώρα, πού φταίει αυτή; Κι ο Ορφέας; Πού φταίει ο Ορφέας;

 

 

Ήταν φίλοι. Από μωρά παιδιά. Με τον Άγγελο είχαν μεγαλώσει μαζί. Παιχνίδι, σχολείο, όνειρα, μαζί στην εκδρομή, και κοινό μέλλον κάπου στο Λονδίνο. Κι αυτό το Σαββατοκύριακο, για ένα τουμπερλέκι, ο ένας νεκρός!

         «Κυρία Ράνια, Ρανιούλα, και γαμώ τα σουφλέ! Αλλά σαν τις μαντλέν σου...»

         «Ρε χάνο, σε εξαγοράζει με μία μαντλέν!»

         «Θα σας φτιάξω τώρα και μπισκοτάκια με μέλι, μπισκοτάκια βουτύρου!»

         Στα δεκαπέντε τους, κάνουν μαζί και το πρώτο ταξίδι στην Αστυπάλαια.

         «Τρώτε τίποτε;»

         «Καλά, δε βαρέθηκες ακόμη εσύ;»

         «Είναι καλός ο καιρός; Δεν πιστεύω να κολυμπάτε με κύμα!»

         «Ρανιούλα, δεν πάμε καλά!»

         «Να κοιμάστε, τ’ ακούς; Άγγελε, εσύ! Και να μην ξενυχτάτε πολύ!»

         «Κυρία Ρανιούλα, μεγαλώσαμε, δεν είμαστε πια παιδιά!»

         «Κυρά μου, όλα κι όλα, φιρί-φιρί το πας, δε θα σε ξαναπάρω!»

         Αλλά την έπαιρνε ο Άγγελος. Όπου κι αν ήταν! Έστω, κρυφά: «Ρανιούλα, όλα οκέι, ναι; Άντε τώρα, φιλιά!»

         Και τώρα, εδώ και τέσσερα χρόνια, σιωπή! Και ο Άγγελος, πουθενά! Από εκείνο το Σάββατο, ένας Άγγελος πια που σωπαίνει.

 

 

Στην τσάντα της ένα ασημόχαρτο με πέντε μαντλέν-φυλαχτό. Θα τον βρει, δεν μπορεί, αφού κρατά τις μαντλέν! Θα τον ψάξει μέσα στο πλήθος − ξεχωρίζει από μίλια το δικό της παιδί: το ’χει θρηνήσει νεκρό, το ’χει δει να  γεννιέται σαν σκουληκάκι μικρό, του ’χει ανοίξει τα δαχτυλάκια με το μπαμπάκι, και του ’χει διαβάσει δεκάδες φορές για εκείνον το χιονάνθρωπο που κλαίει.

         Που λιώνει και κλαίει όπως αυτή.

         «Στο δρόμο, στο δρόμο,

         να διώξουμε τον τρόμο!»

         Τριγύρω της εκατοντάδες, χιλιάδες παιδιά.

         Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε που ήταν κι εκείνη παιδί… πόσα χρόνια έχουν περάσει από το θάνατο ενός άλλου παιδιού… πόσα χρόνια έχουν περάσει απ’ τη δολοφονία του Καλτεζά;

         Δεκαοχτάχρονη έξω από το Πολυτεχνείο, και τα ποδήλατα να σκάνε πάνω και πλάι της· τα δακρυγόνα-σύννεφο μαύρο − «βάλε λεμόνι», «τρέξε, τώρα, τ’ ακούς;»
          Πόσα χρόνια από τότε που ήταν κι ο Φώτης μαζί −«χαζούλα, τρέξε και μας την πέσανε!»− και τώρα αυτή στην πλημμυρισμένη Αθήνα με πέντε μαντλέν… τόσο μόνη!

          «Σου φέρονται σαν σκουπίδι μέχρι να πεθάνεις» − πού το ’χει ακούσει αυτό;

         «Πρέπει να συγχωρώ αυτόν που με πληγώνει» − πόσες φορές δεν το επικαλέστηκε αυτό…

         «Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτε και, εντούτοις, είναι ικανός για τα πάντα» − πόσες φορές δεν πιάστηκε απ’ αυτό…

         «Το χείλι μου δαγκώνω και σιωπώ» − πόσες φορές; για πόσο αυτό;

         «Ξέρεις τι θα ήθελα να είμαι; Θέλω να πω, αν μπορούσα να διαλέξω μόνος μου, διάολε! Ξέρεις, εκείνο το τραγούδι που λέει "Όταν πιάνεις κάποιον που ’ρχεται μέσα στη σίκαλη;”»

          Χριστούγεννα ήταν· κι ήταν αυτή που του το χάρισε αυτό. Και τώρα, ο δικός της Ορφέας σ’ ένα μεγάλο σικαλοχώραφο, φύλακας σε χιλιάδες πιτσιρίκια στο χείλος ενός γκρεμού.

         «Θέλω να πω, άμα τρέχουν και δεν βλέπουνε πού πάνε, πρέπει να πετάγομαι από κάπου και να τα πιάνω. Αυτό θέλω να κάνω όλη μέρα. Θα ’μαι ο φύλακας στη σίκαλη, να πιάνω τα παιδάκια και τα ρέστα.

Το ξέρω πως είναι παλαβωμάρα, αλλά είναι το μόνο πράγμα που θα ’θελα να ’μαι στ’ αλήθεια».

          Της το ’πε! Πώς και δεν το πρόσεξε αυτό!

«Ήταν πέντε νέοι, κι όλοι τους περνούσαν την άσχημη ηλικία. Το μέλλον τους διαγραφόταν θολό, σαν μια έρημος γεμάτη αντικατοπτρισμούς, παγίδες και απέραντη μοναξιά».

Η επιστροφή του Νετσάγιεφ

Πώς δεν το πρόσεξε αυτό!

«Στο δρόμο, στο δρόμο,

να διώξουμε τον τρόμο».

Δεν έχει τι άλλο να κάνει.

Η Ράνια ψάχνει…

 

 

 

 

 

 

Η Γυναίκα στον Δυτικό Καθρέφτη

 

 

Από άλλη αφετηρία, αλλά απ’ τον ίδιο σταθμό, χωρίς να το ξέρουν και δίχως να το καλοθυμούνται ότι έχουν και πάλι όλο και κάπου διασταυρωθεί, ξεκινάνε κι οι δυο. Επείγονται με τον ίδιο αγχωμένο τρόπο να φτάσουν εκεί που κάτι τις περιμένει, αλλά αγνοούν τι.

          Η πρώτη, παρακινούμενη από μια εσωτερική φωνή που την άκουσε τις προάλλες στο δρόμο από τα χείλη των παιδιών: «Στο δρόμο, στο δρόμο/ να διώξουμε τον τρόμο».

         Μόνο το φόβο του φόβου φοβάται, και τον ξορκίζει με κάθε τρόπο, σε κάθε λεπτό.

          Η άλλη, έχει στόχο συγκεκριμένο: Να βρει το γιο της. Στις κροτίδες, στο νέφος, σ’ αυτό τον κοπετό. Ακολουθεί τις φωνές κρατώντας σαν κομποσκοίνι στην τσάντα της πέντε μαντλέν.

          Περπατά και επαναλαμβάνει τα υλικά: Αυγά, βούτυρο, τυρί, αλεύρι… Δε θα ’ναι δύσκολο, σκέφτεται, να τον βρει.

         «Οι εξεγέρσεις δεν μπαίνουν στα μουσεία,

         εμπρός για της γενιάς μας τα πολυτεχνεία».

         Επείγεται να τον βρει. Θα πρέπει να του το πει ότι έχουν όλα πια ξεπουληθεί.

         Στο μυαλό της, καρφί, η τελευταία κραυγή: «Ο καναπές σου κλουβί!»

         Η εξώπορτα που κλείνει με κρότο. Εκείνο το χαρακτηριστικό κόκκινο μπουφάν. Με τα μανίκια λειψά − πόσο μεγάλωσε τους δυο τελευταίους μήνες.

Λίπασμα λες ο θάνατος, σε μεγαλώνει θες δε θες!

         Ακίνητη σαν το άγαλμα, ή τη γυναίκα του Λωτ, είτε κοιτά μπρος, είτε πίσω εκείνη. Δε θα μπορούσε να διανοηθεί πως θα ήταν η τελευταία φορά.

         Θα κάνω ταλιατέλες με σολομό που σ’ αρέσει, τ’ ακούς;

         Το τελευταίο που παίρνει τ’ αυτί της είναι κάτι σε «φυλακή».

         Εκείνο το βράδυ η Ράνια τις έκανε τις ταλιατέλες. Άναψε όλα τα φώτα, έβαλε τα σερβίτσια, έκανε κρέμα καραμελέ που του αρέσει και τον περίμενε μέχρι το πρωί.

         Η Βεατρίκη της το ’πε: «Δε θα ξανάρθει, δεν την μπορεί τη ζωή στο κλουβί».

         Της τηλεφώνησε μόνο μια φορά. Καλοκαίρι, ανήμερα του Αϊ-Λια − «άμα κλαις, θα κλείσω!» την απειλούσε· κι όλο: «Είμαι καλά, είμαι καλά…»

         «Τρως καθόλου; Κοιμάσαι;»

         «Θα πάψεις, επιτέλους, να φέρεσαι σαν μαμά;»

         Με ποιον τρόπο, θα ’θελε να του πει, μπορεί μια μαμά να μην είναι μαμά; Δεν πρόφτασε. Κι εκείνος, δυο χρόνια τώρα, δεν της ματάδωσε πια την ευκαιρία. Αλλά τώρα που θα τον βρει όλα θα του τα πει.

         Όμως, η Αρσινόη είναι εκείνη που απόψε θα τραβήξει τον κλήρο.

         Η Ράνια, μόλις δυο στενά παρακάτω, φωνάζει και ψάχνει, αλλά δε θα τους βρει.

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

επιστρέφοντας [τυχαία]

http://www.amarysia.gr/texnes-grammata/35538-l-r-.html?start=1

αναδημοσιεύθηκε από την  εφημερίδα "Τα Γιάννινα" και ποτέ δεν ευχαρίστησα τον κύριο Κώστα Τραχανά [νομίζω ότι συνέβη εφόσον το σκέφτηκα]

 

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Η Τέχνη μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή


Συνέντευξη της Ελένης Γκίκα
στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

H συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην ELLINIKΙ GNOMI http://www.elliniki-gnomi.eu/archives/50666

H Ελένη Γκίκα είναι μια πολύπλευρη προσωπικότητα. Είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος και κριτικός βιβλίων. Το έργο της είναι σπουδαίο αφού γράφει βιβλία για ενηλίκους αλλά και για εφήβους και παιδιά. Την διακρίνει μια απλότητα και ένα ήθος του καλλιτέχνη που δουλεύει ασταμάτητα γιατί βάζει το λιθαράκι του στο μωσαικό των ελληνικών γραμμάτων.

- Ποια ήταν η αφορμή για να γραφεί το βιβλίο «Η ζωγραφιά που ταξιδεύει», εκδόσεις Καλέντης;

Μια φράση, κύριε Ιντζέμπελη, σχεδόν η πρώτη. «Καρότο, καρότο»! Μια μέρα που δεν ήμουν και τόσο στα καλά μου (φαίνεται ότι αυτές οι μέρες είναι οι πιο δημιουργικές), μου τηλεφώνησε μια… Σοφία με κόκκινα μαλλιά και μου είπε σχεδόν την αρχή αυτής της ιστορίας. Δηλαδή ότι τα παιδιά στο σχολείο την κορόιδευαν για τα όμορφα κόκκινα μαλλιά της και την φώναζαν «καρότο, καρότο», όλα τ’ άλλα σχεδόν δημιουργήθηκαν εκείνη τη μέρα. Είναι παραμύθι της μιας ανάσας, έτσι έχουν γραφτεί και τα τέσσερα παραμύθια μου, σε ζόρι, με λόγο, ως βοήθεια και παρηγορία, εντελώς μαγικά.
-Την Σοφία την κορόιδευαν και την φώναζαν «καρότο», επειδή είχε κόκκινα μαλλιά. Γιατί οι άνθρωποι δεν δέχονται κάτι το διαφορετικό;

Γιατί το φοβόμαστε; Επειδή δεν έχουμε μάθει να το σεβόμαστε; Επειδή οι ορίζοντές μας είναι περιορισμένοι; Διότι –λανθασμένα κι ανόητα- αισθανόμαστε ότι είμαστε το κέντρο της γης; Αχ πόσα μας στερεί, όμως, αυτό το να θεωρούμε ότι είμαστε- το- κέντρο- της- γης! Μας στερεί όλη τη θέα και την μαγεία του… υπόλοιπου κόσμου!
- Μέσα από την ιστορία οι πιο γλυκές μορφές είναι της γιαγιάς και του Ορφέα. Γιατί απουσιάζει η παρουσία της μητέρας;

Τώρα που το λέτε ναι… είναι από εκείνες τις μανούλες που όλο λείπουν για δουλειά, οι γυναίκες της δικής μου γενιάς που θελήσαμε –και καλώς το θελήσαμε- να τα κάνουμε όλα και αντικαταστήσαμε –κακώς αντικαταστήσαμε – την αγάπη και την πραγματική επαφή με τα δώρα, τα παιχνίδια, τα ακριβά σχολεία και τα χρήματα. Όσο για την γιαγιά, ως παιδί που έχει σχεδόν μεγαλώσει με την γιαγιά, έχω ένα… κόλλημα. Αγαπώ την γιαγιά και τους χρόνους της, οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά έχουν τον χρόνο του Θεού, όλα είναι «τώρα» για τους ηλικιωμένους και τα παιδιά, βιώνουν με ευλογημένο τρόπο το «θεικό παρόν», φτάνουν μέχρι την καρδιά των γεγονότων, ζουν σχεδόν μέσα σε ένα διαρκές θαύμα!
-          Η δασκάλα πρότεινε στην τάξη να φτιάξουν μια ζωγραφιά. Ο Ορφέας όμως προτίμησε να συνθέσει κάτι στο πιάνο. Αυτό όμως δεν δείχνει ότι η τέχνη έχει και πολλές μορφές έκφρασης;

 Ο καθένας και η… σκιά του! Το θαύμα της Τέχνης είναι ζήτημα εντελώς προσωπικό, όπως ο έρωτας ή ο Θεός. Διαφορετική η διαδρομή για τον καθένα! Σε άλλους η απάντηση δίνεται με τα χρώματα, σε άλλους με τη μουσική ή με τις λέξεις, σε άλλους με την μαγειρική ή την κηπουρική, με το πλέξιμο, με την προσευχή ή με τη συλλογή τους με γραμματόσημα. Τρόποι και δρόμοι υπάρχουν πολλοί, φτάνει ο καθένας να βρει τον δικό του…
- Όταν η Σοφία παρουσίασε την ζωγραφιά της όλοι εντυπωσιάστηκαν και έπαψαν να την φωνάζουν «καρότο».  Τι άλλαξε στην συμπεριφορά των παιδιών;

 Έπαψε γι’ αυτά η Σοφία να είναι «το χρώμα των μαλλιών της», έγινε η Σοφία που όντως ήταν πραγματικά: η Σοφία που μέσα από το κόκκινο των μαλλιών της κατόρθωσε να ζωγραφίσει το αυριομυστήριο. Η Σοφία με την όμορφη ζωγραφιά, η Σοφία που ήδη είχε βρει τον τρόπο, τον δρόμο της.
-Γράφετε ότι «Το μυστήριο του αύριο έχει τόσα πολλά πρόσωπα όσο είναι ο καθένας κι όλοι μαζί». Θα μπορούσατε να μας εξηγήσετε την σκέψη σας;

Κύριε Ιντζέμπελη, όλα αυτά τα χρόνια της ψεύτικης ευημερίας είχαμε μάθει καλώς να φοβόμαστε το αύριο. Επειδή κάτι μέσα μας γνώριζε ότι κάτι δεν πάει καλά, δεν πατούσαμε και καλά, δεν ξέραμε το τι θα μας ξημερώσει. Όμως στο αύριο υπάρχει πάντοτε η έκπληξη, το θαυμαστό είναι πάντοτε εκεί. Με την ευλογία του και με την ευτυχία του που μπορεί να είναι εντελώς διαφορετική για τον καθένα. Επειδή ως παιδάκι επέζησα από μια δύσκολη γέννηση, -θερμοκοιτίδα για πάνω από μήνα, και μετά ως τα πέντε μου «κυρία, αυτό δεν θα γίνει παιδάκι της προκοπής», - έχω μάθει στο θαυμαστό από μικρή. Πιο πολύ εμπιστεύομαι το θαύμα παρά την… πρόνοια και την λογική. Κι η τέχνη αυτό το θαυμαστό το εμπεριέχει. Η Τέχνη μπορεί να σου αλλάξει ζωή. Αλλ’ ο καθένας, είπαμε, έχει την ολοδική του διαδρομή. Η ευτυχία, δεν έχει ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο για τον καθένα; Εδώ αλλάζουμε τρόπο θέασης, ματιά, και αλλάζει ταυτοχρόνως όλη μας η ζωή!
- Υπάρχουν κάποια μυστικά που αν τα γνωρίζουμε μπορούμε να ομορφύνουμε περισσότερο την ζωή μας;

Το βασικό «μυστικό» που το ξεχνάμε εμείς οι μεγάλοι και το γνωρίζουν τα παιδιά τόσο καλά: το ότι η ζωή είναι, τελικά, δώρο! Μια διαρκής αποκάλυψη κάθε μα κάθε στιγμή! Καθώς και το ότι όλα είναι εδώ! Στο παρόν μας! Την κάθε στιγμή! Κοντά στα παιδιά ξαναμαθαίνουμε κι εμείς οι μεγάλοι, τελικά, την ξεχασμένη ζωή.   
- Γράφετε για ενήλικες αλλά και για παιδιά. Πώς τα καταφέρνετε με τόση ιδιαίτερη επιτυχία;

Τα παραμύθια ήταν νεανικός… καημός, αλλά δεν το τολμούσα! Είχα γράψει παραμύθια προτού εκδώσω ποίηση ή πεζό, αλλά μάλλον θα πρέπει να έρθει η ώρα τους! Κάπως έτσι συνέβη κι ήρθε με την αγάπη της αναδεξιμιάς μου, η Νεφέλη ήρθε για να ξαναφέρει  το παραμύθι και στη δική μου ζωή. Το πρώτο παραμύθι «Το κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα» κυκλοφόρησε από την Άγκυρα, το είχα δώσει χειρόγραφο στον μικρό Δημήτρη. Ακολούθησε «Η Νεφέλη στο νησί του Παντός» στον Ψυχογιό. Αλλά εκείνο που μ’ έκανε να πιστέψω ότι όντως μπορώ κι έτσι… παραμυθένια επιθυμώ και να συνεχίσω, ήταν «Το μυστικό της μαγικής τσαγιέρας», χειρόγραφο κι εκείνο στη μικρή Έλενα που πια είναι «φίλη» μου καλή, σε δυο εβδομάδες η μαμά της η Κέλλυ Ιωαννίδου-Καλέντη μου έστειλε και την πρώτη μαγευτική ζωγραφιά. Την πρώτη τσαγιέρα από τον Αντώνη Ασπρόμουργο! Ε αυτό ήταν! Η Κέλλυ υπήρξε η καλή μου νεράιδα, και όσον αφορά τα παραμύθια μου! Το… πράσινο φως! Τα πίστεψε και τα πίστεψα, τ’ αγάπησε και τ’ αγάπησα, η Βασιλική Τζόκα τα επιμελήθηκε, η Έφη Λαδά έκανε τις εξαιρετικές ζωγραφιές στο καινούργιο μας «Η ζωγραφιά που ταξιδεύει», η Κέλλυ και πάλι η νονά… Τα παραμύθια και η επαφή μου με τα παιδιά με έχουν κάνει πιο απλή, πιο κρυστάλλινη, αποτελούν για μένα ζωή και μεγάλη χαρά. Είναι ξέφωτα που με κάνουν να γίνομαι πιο σαφής και λιτή, πιο φωτεινή και στα σκοτεινά μου τα άλλα… 
-          Είσαστε κριτικός βιβλίων, συγγραφέας αλλά και δημοσιογράφος. Νομίζω ότι δουλεύετε ασταμάτητα. Αλήθεια υπάρχει ελεύθερος χρόνος;

Έχω την σπάνια τύχη να θεωρείται δουλειά μου ό,τι θα έκανα και στον ελεύθερο χρόνο. Δηλαδή, το διάβασμα και το γράψιμο. Εκείνο ξέρω, το έμαθα από παιδί, όταν ήμουν μικρή τα βιβλία ήταν οι φίλοι μου, τ’ αδέλφια που ποτέ μου δεν είχα, εκείνο κάνω, μου δίνει χαρά, κι έτσι σκοπεύω να συνεχίσω, είναι πια η δική μου ζωή. Εντάξει, διαβάζω και γράφω ασταμάτητα, γιατί δεν το θεώρησα ποτέ μου δουλειά. Μεγαλώνοντας, βέβαια, αρχίζω και φλερτάρω, θαυμάζω και άλλα πιο… πρακτικά! Εκτιμώ αφάνταστα εκείνους που πιάνουν τα χέρια τους, ράβουν, πλέκουν, κάνουν κοσμήματα, κεραμικά, γλυπτά… Θα ‘θελα να μπορούσα, κάποτε το μπορούσα, αλλά ας μη τα θέλουμε κι όλα σ’ αυτή τη ζωή, βάζω τις ηρωίδες μου να φτιάχνουν μαριονέτες, κούκλες και μάσκες, κι είναι το ίδιο, γράφοντας ζεις κι ό,τι δεν έζησες, ειδικά ό,τι δεν έζησες, κι είναι μεγάλη ευλογία αυτή η εν δυνάμει ζωή, το να έχεις, τελικά, τη δυνατότητα να ζήσεις μέσα σε μια ζωή τόσες πολλές εκδοχές της ζωής!   
- Τα τελευταία χρόνια ο έντυπος τύπος αργοπεθαίνει. Μήπως την εποχή μας την διαδέχεται ο ηλεκτρονικός τύπος;

Πριν από δυο -τρία χρόνια τρόμαξα, σκέφτηκα ότι μπορεί όντως ο έντυπος τύπος και να αργοπεθαίνει! Όμως, δεν το πιστεύω πια! Το ότι υπάρχει ο ηλεκτρονικός τύπος δε σημαίνει ότι θα πάψει να υπάρχει ο έντυπος, όπως δεν καταργεί και το e-book το τυπωμένο βιβλίο. Εξάλλου, όπως συνηθίζουμε, θα το διαπιστώσατε κι εσείς, ότι και με τον ηλεκτρονικό τύπο το έχουμε παρακάνει! Κύριε Ιντζέμπελη, είμαι δημοσιογράφος παλιάς κοπής, χωρίς δελτία τύπου, Google με πληροφορίες ή ανακρίβειες, και κόπι πέιστ. Διασταυρώναμε, τιμούσαμε αυτό που γράφαμε και την υπογραφή μας, τώρα με ταράζει και με ενοχλεί αυτή η άκριτη αναπαραγωγή.  Φτάνει να ανέβη κάτι κάπου κι αμέσως ο άλλος… ζει ή πεθαίνει! Τόση βιασύνη πια και τόση αναπαραγωγή… Σχεδόν καταργείται η είδηση με την άκριτη υπερπληροφόρηση! Θα την βρούμε την ισορροπία μας όμως, σιγά- σιγά! Προσωπικά, έχω καλή σχέση και με τον έντυπο τύπο και με τον ηλεκτρονικό, έχω σελίδα και προφίλ στο fb, και μπλογκ εδώ και επτά οκτώ χρόνια… αλλά τα της καρδιάς μου και τα πιο βαθειά τ’ αφήνω να γεννηθούν κανονικά μέσα στη σιωπή, στα τετράδια και τα συρτάρια.   
- Θα μπορούσατε να μας προτείνετε κάποια παιδικά και εφηβικά βιβλία;

Θα σας προτείνω ως αναγνώστρια, δεν θεωρώ τον εαυτό μου ειδική στα παιδικά βιβλία με τέσσερα μόλις παιδικά βιβλία! Αγαπώ και συνεχίζω να διαβάζω με πάθος τον Άντερσεν και τους αδελφούς Γκριμ, λατρεύω του Ντοστογιέφσκι εκείνη την πικρή «Χριστουγεννιάτικη ιστορία». Καθώς και το περίφημο παραμύθι του Χόρχε Αμάντο «Ο παρδαλός γάτος και η σπαθάτη χελιδόνα». Ξέρετε, οι συγγραφείς «για μεγάλους» όταν αποφασίσουν να γράψουν για παιδιά κάνουν συνήθως εξαιρετική δουλειά, τα παραμύθια του Πέτρου Χατζόπουλου για παράδειγμα, ειδικά το πρώτο του αστυνομικό για παιδιά «Η εξαφάνιση της Ντόροθι Σνοτ», ο Αύγουστος Κορτώ αποδείχθηκε, δηλαδή, και σπουδαίος παραμυθάς. Επίσης, η Αμάντα Μιχαλοπούλου, ο Γιάννης Ξανθούλης, ο Πρεβέρ, έχει γράψει και ο Πρεβέρ σπουδαία παιδικά. «Το μπαστούνι» του Αντώνη Σουρούνη. Λατρεύω, επίσης, και τα παραδοσιακά παραμύθια, από την Αρμενία, από την Κάτω Ιταλία, τα παραμύθια των Κελτών, τα Σεφαραδίτικα, από την Σερβία και από την Περσία… τι σπουδαία δουλειά από τις εκδόσεις «Απόπειρα» όλ’ αυτά!
-          Ποιο παιδικό βιβλίο έχετε στο προσκεφάλι σας;

Την «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» σε άπειρες εκδόσεις, διαφορετικές. Και «Το κοστούμι δεν με μέλλει» της Σύλβια Πλαθ, έχει γράψει δυο τρία παραμύθια, εξαιρετικά…  Όπως εκείνη την αλλόκοτη επανάσταση στην «Κουζίνα της κυρίας Τσέρι»… τι βιβλίο! μας βγαίνει όλη η αρχέγονη γνώση μέσα στα παραμύθια και μέσα από τα παιδιά! Για τον «Μικρό πρίγκιπα» δεν χρειάζεται να σας πω, ούτε να το έχω, το ξέρω όπως κι οι περισσότεροι, απέξω και ανακατωτά!

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

«Η μνήμη μου συνίσταται κυρίως από βιβλία. Στην πραγματικότητα, θυμάμαι ελάχιστα την πραγματική μου ζωή»

Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ, Ελένη Γκίκα
 
δημοσιεύθηκε στο book bar
Σημαίνουσα η σιωπή ανάμεσα στις λέξεις |
Με μια ποιητική γλώσσα που σου κόβει την ανάσα η Ελένη Γκίκα
bolero_displayυπογράφει το νέο της μυθιστόρημα Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ από τις εκδόσεις Καλέντης. Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια σύνθεση μέσα στην οποία ο χρόνος και ο χώρος διαστέλλονται και από το έδαφος της αφήγησης αναδύονται αλήθειες και μουσικές που σε συνεπαίρνουν.
Της Πωλίνας Γουρδέα
«Η μνήμη μου συνίσταται κυρίως από βιβλία. Στην πραγματικότητα, θυμάμαι ελάχιστα την πραγματική μου ζωή» ∙ διαβάζει χαμογελώντας, αναλογιζόμενος τη δική του ζωή που είναι κυρίως μουσικές. Μουσικές, κι ένας φόνος. (σελ. 149)
Η πολυγραφότατη Ελένη Γκίκα μας χαρίζει άλλο ένα βιβλίο ποιητικής πεζογραφίας με επαναλαμβανόμενο μοτίβο το Μπολερό του Ραβέλ. Το μυστήριο διαπνέει όλη την ιστορία και χρωματίζεται από μια σκοτεινή λαμπρότητα που αγγίζει τα όρια του νουάρ. Τα πρόσωπα του βιβλίου μπλέκονται αριστοτεχνικά μέσα σε δαιδαλώδεις λαβυρίνθους συνομιλώντας με μεγάλους δημιουργούς όπως ο Ρίλκε, ο Χιουζ αλλά και ο Γκλουκ, ο Βιβάλντι, ο Μοντεβέρντι και πλήθος άλλοι. Η Άλεφ και ο Μπεθ, ονόματα συμβολικά, που δανείζονται τον ορισμό τους από τα δύο πρώτα γράμματα του εβραϊκού αλφαβήτου, μας υπενθυμίζουν πως ένα εγώ κι ένα εσύ αρκούν για να δημιουργηθεί ένας ολόκληρος κόσμος.
«Μα απ’ τη σκακιέρα ποτέ δε δραπέτευσε κανείς. Να του το πει πως, μέσα σ’ αυτό το έρεβος, Άλεφ αυτή, ο Μπεθ εκείνος είναι «η μοναδική της ευτυχία». (σελ. 319)
Διαβάζοντας το Μπολερό ο αναγνώστης χάνει τον μίτο της πλοκής για να αναστοχαστεί μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου. Τα πρόσωπα της ιστορίας αναμετρώνται με τον χρόνο που τα διαβρώνει και τα καθιστά αντιμέτωπα με αλήθειες πανανθρώπινες. Σαν να παίζουν μία παρτίδα σκάκι οι ήρωες του βιβλίου όπου το μαύρο και το άσπρο θα ‘ναι πάντα αντίπαλοι, χωρίς ποτέ να μπορούν να δραπετεύσουν από τη σκακιέρα. Εγκλωβισμός ή εγκλεισμός μέσα στις αναμνήσεις, που σαν τον ταξιδιωτικό σάκο φέρουμε, ασήκωτο φορτίο, στην πλάτη.
«Σφίγγει το σάκο που ουδέποτε αποχωρίζεται στα ταξίδια. Όπως ποτέ δεν αποχωρίζεται κάποιος τις αναμνήσεις του και τον πιο βαθύ, κρυφό του εαυτό.» (σελ. 83)
Το Μπολερό λοιπόν, είναι ένα μυθιστόρημα που με τα αφηγηματικά κενά και τις παύσεις του δημιουργεί ένα μουσικό τοπίο γύρω από την ενοχή της μνήμης. «Μάθε να ξεχνάς» (σελ. 99) μας λέει η συγγραφέας μιας και που «δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι από τους χαμένους παραδείσους» (σελ.155). «Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ» είναι ένα μυθιστόρημα που υπερβαίνει τη συμβατικότητα της ρεαλιστικής αφήγησης και αποκαλύπτει τον συλλογικό χώρο της ονειρικής φαντασίας μέσα στην οποία υπάρχουν οι πιο σημαντικές αλήθειες μας. Ένα μυθιστόρημα υψηλής αισθητικής για απαιτητικούς αναγνώστες.
info@bookbar.gr

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου
Η Εκάτη-Ουλρίκα, μνήμη που συγκρατεί τα μυστικά και κάνει προσωπεία τα πρόσωπα και μαριονέτες τους πεθαμένους της για ν’ αντέξει.
Και ο Μιχαήλ-Σεμπάστιαν που συμπληρώνει τη χαμένη παρτιτούρα – γι’ αυτό έχει έρθει εξάλλου σ’ αυτή τη ζωή.
Ανάμεσά τους, η Ιστορία και η Συγγένεια, το Παρελθόν και η Νέμεσις, το Χρέος και ο Έρωτας, ο Μπόρχες και η Αιώνια Επανάληψη.
“Άλεφ” και “Μπεθ”, υπνοβάτες στο Σολάρις του Διαδικτύου, όπου “ό,τι γεννιέται γεννιέται ξανά”, για μια αιώνια στιγμή. “Δραπέτες”, καταδικασμένοι να συναντιούνται ξανά και ξανά στην ίδια σκακιέρα. Με προσωπεία, έστω. Και με λόγια -για να τ’ αντέξουν? δανεικά. Ακούγοντας πάντα τον δικό τους Ραβέλ ή Βάγκνερ, με την υπόσχεση να αιωρείται εκεί σαν θηλιά: “Πατέρα, δεν ξέχασα, μάνα είμαι εδώ στην ξερολιθιά, σε κάθε ξερολιθιά, κι ακούω πάντα τον δικό μας Βάγκνερ. Θα ξανάρθω, και η τιμωρία θα είναι πορφυρή”.
Είκοσι και ένας οι νεκροί.
Και δύο έγκλειστοι.
Οι πρώτοι, σε νεκρομαντεία, αρχαία θέατρα, ιστορικά μνημεία. Εκεί όπου “η πύλη του Άδη παραμένει ανοιχτή”.
Οι δεύτεροι, σ’ ένα ρημαγμένο ξενοδοχείο που ζωντανεύει με τον καιρό και σ’ ένα Πυργόσπιτο με γκρεμισμένες τις πολεμίστρες, αλλά με στοιχειωμένες τις ζωές και τις μουσικές.
Επειδή οι ιστορίες δεν ξεφεύγουν εύκολα ούτε από την Ιστορία ούτε και από την καταγωγή. Ο Λαβύρινθος παραμένει λαβύρινθος και αναπάντητη η απορία του Αβερρόη. Αλλά εκείνοι οι δύο θα κάνουν τα πάντα για να μπορέσει ν’ απαντηθεί.

Θραύσματα ποιητικής πεζογραφίας, ένας γρίφος με μέρη χρησμικά ή καλοσχεδιασμένα βήματα πάνω σε μια σκακιέρα απ’ όπου όλοι θέλουν να δραπετεύσουν; Οι ήρωες αναμετρώνται με τις αναμνήσεις και το παρόν, αναμετρώνται με το Χρόνο. Και το Μπολερό, κυρίαρχο επαναλαμβανόμενο μοτίβο αλλά και τόπος όπου η ζωή συναντά το θάνατο στο νέο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα “Το μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ”.

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Για την «πράσινη πέτρα» που, τελικά, δεν είδαμε…


 

Νίκος Καζαντζάκης: «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»

 Για την «πράσινη πέτρα» που, τελικά, δεν είδαμε…

«Μια μέρα, στο Βερολίνο, έλαβα ένα τηλεγράφημα: «Εύρον πρασίνην πέτραν ωραιοτάτην, ελθέ αμέσως, Ζορμπάς»…

«Όμως δεν έφυγα* δεν τόλμησα πάλι. Δεν μπήκα στο τρένο, δεν ακολούθησα, τη θεικιά θηριώδη μέσα μου κραυγή, δεν έκαμα μια γενναία παράλογη πράξη. Ακολούθησα τη μετρημένη, κρύα, ανθρώπινη φωνή του λογικού. Και πήρα την πένα κι έγραψα του Ζορμπά και του ξηγούσα…

Κι αυτός μου αποκρίθηκε:

«Είσαι, και να με συμπαθάς, αφεντικό, καλαμαράς. Μπορούσες και συ, κακομοίρη, μια φορά στη ζωή σου να δεις μιαν όμορφη πράσινη πέτρα και δεν την είδες. Μα το Θεό, κάθουμουν κάποτε, όταν δεν είχα δουλειά, κι έλεγα με το νου μου:

«Υπάρχει, δεν υπάρχει Κόλαση;» Μα χτες που έλαβα το γράμμα σου, είπα: «Σίγουρα πρέπει να υπάρχει Κόλαση για μερικούς καλαμαράδες».

Έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης στο βιβλίο «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» που πρωτοκυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1945 από το Τυπογραφείο Δημητράκου και στο Παρίσι, κυκλοφόρησε το 1947. Με την επανέκδοσή του, το 1954, βραβεύτηκε ως το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς.

Στις σελίδες του, το μέγιστο μάθημα και το συγγραφικό ακατόρθωτο πια, Και κατορθωμένο Και δεδικασμένο:  χρονικό και έπος, όπως έχει ήδη γραφτεί [Αιμ. Χουρμούζιος, 1953],  απομνημονεύματα και θεατρική δημιουργία μαζί, παραμύθι και αλληγορία, η ζωή που έζησε και η ζωή που εν δυνάμει θα ήθελε ή θα μπορούσε να ζει, η ζωή του έλληνα και της ίδιας της χώρας μας μέσα στον χρόνο. Η ζωή που γίνεται χάρτινη για να γίνει αιώνια και για να προσεγγίσει μ’ αυτόν τον τρόπο το άρρητο και το αιώνιο. Ο Καζαντζάκης που γράφει και ο Καζαντζάκης αυτός που υπήρξε τελικά βαθιά στη ψυχή, ο ασυμβίβαστος, ο διονυσιακός, ο περιπλανώμενος, ο άτρωτος, ο αρχετυπικός, η αθωότητα της ψυχής να ατενίζει την κάθε μέρα σαν το αεί υπάρχον θαύμα. Με την λογοτεχνία ως εναπομείναν όχημα πια, εφόσον έτσι ή αλλιώς «ο Ζορμπάς, αντί να γίνει για μένα υψηλό, επιταχτικό πρότυπο  ζωής, ξέπεσε κι έγινε φιλολογικό, αλίμονο, θέμα για να μουτζαλώσω κάμποσες κόλλες χαρτί. Τούτο το θλιβερό προνόμιο, να κάνεις τέχνη τη ζωή…» «Ο  Ζορμπάς, ο γεμάτος σάρκα και κόκαλα» που απόγινε στα χέρια του «μελάνι και χαρτί», για να νικήσει, εντέλει, τον χρόνο.

«Τίποτα δικό του δεν πέθανε μέσα μου, ό,τι άγγιξε το Ζορμπά, θαρρείς κι έγινε αθάνατο», ο ίδιος ο Καζαντζάκης θα πει, αποδεχόμενος τον μοναδικό τρόπο να αναμετρηθεί με την λήθη και με τον θάνατο, με την ίδια ήττα, όταν όλα [λιγνίτης, επιχείρηση, χρήματα] θα γίνουν κάποια στιγμή παρελθόν, ο Ζορμπάς, όμως, θα γίνει σύμβολο, η Κρήτη, η θάλασσα, το Αιγαίο, τα βουνά και ο κόσμος θα βρίσκονται, βρίσκονται πάντα κάπου εκεί, όπως κι εκείνη η πράσινη πέτρα, η ωραία.

Το αποτέλεσμα, ένα βιβλίο – μύθος, μια αιώνια παραβολή, η επανάληψη της αιώνιας στιγμής, με τον Ζορμπά στην καταστροφή να χορεύει. Και με τον Καζαντζάκη ν’ συλλαμβάνει με μοναδικό συγγραφικό τρόπο την αρχετυπική ανθρώπινη ψυχή και στιγμή, το υπεράνθρωπο που εν δυνάμει υπάρχει στον πτωτικό άνθρωπο και αποτελεί μια υπόσχεση, την μόνη υπόσχεση για να μη πάει καμία θυσία χαμένη.

«Σίγουρα η καρδιά του ανθρώπου είναι ένας κλειστός λάκκος αίμα, κι άμα ανοίξει τρέχουν να πιουν και να ζωντανέψουν όλοι οι διψασμένοι απαρηγόρητοι ίσκιοι, που ολοένα και πυκνώνονται γύρω μας και σκοτεινιάζουν τον αγέρα. Τρέχουν να πιουν το αίμα της καρδιάς μας, γιατί ξέρουν πώς άλλη ανάσταση δεν υπάρχει. Κι απ’ όλους πιο μπροστά τρέχει σήμερα ο Ζορμπάς με τις μεγάλες δρασκελιές του κι αναμερίζει τους άλλους ίσκιους, γιατί ξέρει πώς γι’ αυτόν γίνεται σήμερα το μνημόσυνο. Ας του δώσουμε λοιπόν το αίμα μας να ζωντανέψει. Ας κάνουμε ό,τι μπορούμε να ζήσει λίγο ακόμα ο εξαίσιος αυτός φυγάς, πιοτής, δουλευταράς, γυναικάς κι αλήτης. Η πιο πλατιά ψυχή, το πιο σίγουρο σώμα, η πιο λεύτερη κραυγή που γνώρισα στη ζωή μου».

Ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1947 και αποτυπώνει σαν καθρέφτης και εκείνο που γίνεται τώρα:

«Στεκόμουν στην πλώρα και περιχαίρουμουν, ως την άκρα του ουρανοθάλασσου, το θάμα* και μέσα στο βαπόρι οι τετραπέρατοι Ρωμιοί, τα μάτια τ’ αρπαχτικά, τα ψιλικατζίδικα μυαλά, οι μικροπολιτικοί καβγάδες, ένα ξεκουρδισμένο πιάνο, τίμιες φαρμακερές κυράτσες, μοχθηρή, μονότονη επαρχιώτικη μιζέρια. Σου ερχόταν να πιάσεις το βαπόρι από τις δυο άκρες, να το βουτήξεις στη θάλασσα, να το τινάξεις καλά -καλά, να φύγουν όλα τα ζωντανά που το μολεύουν- άνθρωποι, ποντίκια, κορέοι- και να το ανεβάσεις πάλι απάνω στα κύματα, αδειανό και φρεσκοπλυμένο.
Κάποτε πάλι μια συμπόνια με κυρίευε* μια συμπόνια βουδική, κρύα, σα συμπέρασμα από πολύπλοκους μεταφυσικούς συλλογισμούς. Συμπόνια όχι για τους ανθρώπους μονάχα παρά και για τον κόσμο αλάκερο που παλεύει, φωνάζει, κλαίει, ελπίζει και δε βλέπει πως όλα είναι φαντασμαγορία του Τίποτα. Συμπόνια για τους Ρωμιούς και για το βαπόρι και για τη θάλασσα και για μένα και για την επιχείρηση του λιγνίτη και για το χειρόγραφο του «Βούδα», για όλα ετούτα τα μάταια συμπλέγματα από ίσκιο και φως, που μια στιγμή αναστατώνουν και μολεύουν τον αέρα».

Ο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», ένα βιβλίο για την αιώνια μάχη στην ίδια την ανθρώπινη ψυχή και ζωή, που γίνεται και θα γίνεται εις τον αιώνα.

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Ουσιαστικά, όλη μας η Ιστορία είναι μια σπουδή στο παράλογο, δεν ξεχωρίζει διόλου η δική μας.

Κυριάκος Αθανασιάδης
Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα για το «Έθνος της Κυριακής»

Κύριε Αθανασιάδη, δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω — να ξεκινήσουμε από τον Amagi; Έξω σκοτώνονται άνθρωποι, μας ακούει κανείς;

Όχι, κανείς. Κι όσο περνά ο καιρός, κι όσο μπαίνουμε ακόμη πιο βαθιά στο στομάχι του κτήνους, τόσο περισσότερο πιστεύω πως, πλέον, δε μας ακούει καν ο εαυτός μας. Σχεδόν ό,τι κάνουμε, όσο «καλό», «μεγάλο», «πρωτοπόρο», «διαφορετικό» κλπ. κλπ. κι αν είναι, συμβαίνει εντός μίας περιχαρακωμένης κατάστασης: σ’ εκείνο το σκοτεινό μέρος όπου ζούμε μόνοι. Όχι, δε μας ακούει κανείς, κυρία Γκίκα, ακόμη και όταν μας ακούν χιλιάδες. Και, ναι, έξω σκοτώνονται άνθρωποι. Και θα συνεχίσουν να σκοτώνονται.

Να πούμε καταρχάς τι σημαίνει Amagi, και τι ακριβώς γίνεται εκεί;

Είναι το ραδιόφωνό μας. Δανειστήκαμε τη λέξη από την πρώτη καταγεγραμμένη μορφή του όρου «ελευθερία», που είναι σ’ αυτή την παράξενη σφηνοειδή των Σουμερίων. Είναι ωραία λέξη, τη λες και γεμίζει το στόμα σου. Μας φάνηκε απολύτως ταιριαστή, γιατί, πολιτικά, τις αρχές της κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας θέλαμε να εκφράσουμε. Θέλαμε επίσης να συμβάλουμε με τις δυνάμεις μας στην ένωση (έστω: στο πλησίασμα) του φιλοευρωπαϊκού, μη συντηρητικού χώρου — για να το πω με λίγες λέξεις. Δε διατηρούμε τις ίδιες αυταπάτες πλέον, αλλά συνεχίζουμε με περισσότερο πείσμα. Δε μας ένοιαζαν από μιας αρχής οι εκ των προτέρων χαμένες μάχες, ίσα-ίσα που πιστεύουμε ότι είναι οι μόνες που αξίζουν. Επίσης, θέλαμε να είμαστε ένα ποιοτικό, που λένε, ραδιόφωνο, με εκπομπές για τον πολιτισμό που θα μας άρεσε τους ίδιους ν’ ακούμε κάθε μέρα. Αυτό το καταφέραμε, και μας κάνει ιδιαίτερα περήφανους. Και, όσον αφορά τη μουσική, πρέπει να ’μαστε μέσα στο Top-5 των ιντερνετικών σταθμών — και σαφώς πάνω από τους άλλους. Όχι μόνο γιατί μόνο εμείς έχουμε και εκπομπή προκλασικής μουσικής, αλλά γιατί όλοι οι μουσικοί παραγωγοί μας κατέχουν και αγαπούν τους τομείς τους με υπερβολή, και έχουν τεράστια όρεξη. Γινόμαστε καλύτεροι, ωριμάζουμε, μαθαίνουμε και μεγαλώνουμε σχεδόν καθημερινά. Και ερχόμαστε σε επαφή με σπουδαίους ανθρώπους, που κάνουν τον Αμάγκι δικό τους.

Αθήνα-Θεσσαλονίκη: μικρή η απόσταση;

Πολύ μικρή με το Internet και τα social media, πολύ μεγάλη, και ανυπόφορη, με τον ΟΣΕ. Είμαι online όλη τη μέρα, και δουλεύω, φροντίζω για τον Αμάγκι και επικοινωνώ με φίλους σαν να ήμουν στην Αθήνα. Αλλά θα ήθελα, για μία σειρά πραγμάτων, να μπορούσα να είμαι περισσότερο εκεί σώματι.

Το 1987 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Ροές» οι «Ιστορίες Υπερβολής». Και μετά ήρθαν το «Δώδεκα» (μυθιστόρημα, Καστανιώτης, 1991), οι «Μικροί κόσμοι» (μυθιστόρημα, Λιβάνης, 1996), «Το σάβανο της Χιονάτης» (μυθιστόρημα, «Σύγχρονοι Ορίζοντες», 2000), «Το βασίλειο του αποχαιρετισμού» (μυθιστόρημα, «Σύγχρονοι Ορίζοντες», 2002), ο «Πανταχού απών» (μυθιστόρημα, «Τυπωθήτω», 2007), οι «Κακορραφίες» (διηγήματα, «Δήγμα», 2009), η «Ζα Ζα» («Free Thinking Zone», 2012). Τι άλλαξε και τι παραμένει αναλλοίωτο από τις «Ιστορίες υπερβολής» ως τη «Ζα Ζα»;

Ελπίζω να μην παραμένει τίποτε αναλλοίωτο — προσωπικά, δε μπορώ να διαβάσω ούτε μία σελίδα από τα παλιά μου βιβλία, μου φαίνονται ξένα και άγνωστα και κακά, και ξένα. Δεν ξέρω τι άλλαξε. Ίσως μόνο το ότι μεγαλώνω, και, καθώς το γράψιμο είναι κατά κυριότατο λόγο χειρωνακτική εργασία, κουράζομαι ευκολότερα και βρίσκω χρόνο και δύναμη πολύ δυσκολότερα.

Η «Ζα Ζα» είναι σαφώς μια λογοτεχνική πρόταση, φιλοσοφία, τέχνη, ψυχολογία, ερωτισμός, ιδιαίτερο ύφος, αλλά ταυτόχρονα και μια πρόταση ζωής: το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης! Λογικά αυτονόητο, αλλά κατά πόσο εφικτό σ’ αυτή την παράλογη εποχή;

Υπήρξαν πιο παράλογες εποχές. Ουσιαστικά, όλη μας η Ιστορία είναι μια σπουδή στο παράλογο, δεν ξεχωρίζει διόλου η δική μας. (Ας μου συγχωρεθεί το πομπώδες ύφος και η κοινοτοπία). Η αυτοδιάθεση είναι όπως το γυμναστήριο και η δίαιτα: θέλουν απόφαση, πείσμα, πρόγραμμα, και είναι για λίγους.

Όλα στο φως, και οι σκελετοί έξω από την ντουλάπα, σε μιαν εποχή που μας προδίδουν οι λέξεις, ο συγγραφέας με το μυθιστόρημά του τι είναι αυτό που μπορεί να πει;

Απολύτως τίποτε που να αφορά κάποιον άλλον. Ακόμα και όταν φαίνεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο, πρόκειται για αυταπάτη.

Εκείνο που με συνάρπασε προσωπικά είναι η σχεδόν σωματική γλώσσα, καθώς και το απίστευτο παιχνίδι με τα λογοτεχνικά είδη. Κύριε Αθανασιάδη, στη ζωή και στην τέχνη θα πρέπει να τα ξαναδούμε όλα, τελικά, από την αρχή;

Είστε πολύ ευγενική και γενναιόδωρη. Για τη ζωή δεν ξέρω, άλλωστε ακολουθούμε πάντα το ρεύμα της, όχι το αντίθετο. Όσο για την Τέχνη, θαρρώ πως κι εκείνη έχει τον τρόπο της να αλλάζει, και αυτό κάνει πάντα. Κι ας νομίζουμε πως το κάνουμε «εμείς». Οι αλλαγές είναι μόνο για το καλό.

Έχετε γράψει και περισσότερα από 10 βιβλία για παιδιά και εφήβους. Σε ένα σχολείο του Παλαιού Φαλήρου, μαχαιρώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα ένα παιδί από χρυσαυγίτες. Πού ήταν το λάθος και ξαφνικά νομιμοποιήθηκαν κιόλας όλοι αυτοί;

Δεν είμαι επαρκής για να το αναλύσω, και ό,τι κι αν πω θα καλύψει ένα μικρό μέρος της αλήθειας. Ας μου επιτραπεί όμως να πω ότι δεν πιστεύω πως δεν ήταν ποτέ νομιμοποιημένοι αυτοί. Απλώς τώρα η συμμορία της ΧΑ πουλάει και μπλουζάκια με τις κατάπτυστες στάμπες της. Πριν, όντως, δεν το ’κανε αυτό. Και πριν, όντως, δε θα τα αγόραζαν έτσι εύκολα τα παιδάκια του σχολείου και οι φτωχοδιάβολοι των δυτικών συνοικιών. Αλλά, πριν, το περιβάλλον ήταν διαφορετικό: πολύ δανεικό κι αγύριστο χρήμα, απόλυτη αμεριμνησία για το μέλλον, υπέρμετρη αγιοποίηση του Δημοσίου κι αυτού που λέμε κράτος, βούτηγμα με το κεφάλι στο απολιτικό trash. Και, κυρίως: μία χώρα που ούτε τις εμφυλιακές πληγές της δε θέλησε καν να βρει τρόπους να γιατρέψει, που δεν αντιστάθηκε στη χούντα, που δεν είχε (και πώς να ’χε; με τι παρελθόν;) δυνατότητα να παραγάγει και να καταναλώσει δράμι πολιτισμού, βρήκε τον πιο εύκαιρο τρόπο να περνά τις μέρες της: καλλιεργώντας το μύθο της — αυτόν της αμέμπτου κορασίδος υψηλής καταγωγής που όλοι την επιβουλεύονται. Θυμάμαι, παλιά, καθόμουν και μέτραγα πόσες φορές λέγαν τη λέξη «Ελλάδα» τα δελτία ειδήσεων. Εκατοντάδες φορές την ημέρα. Και καμία με λόγο. Ε, τώρα σώθηκαν τα δανεικά (βασικά: τα κλεμμένα), κι έμεινε σκέτη η Ελλάδα. Και θα μας σφάξει.

Στα κόμματα, στη βουλή, στα ΜΜΕ, ξαφνικά όλοι μιλούν καθωσπρέπει. Έπρεπε πρώτα να σκοτωθεί ένα τριανταπεντάχρονο παιδί;

Μιλούν καθωσπρέπει, και θα εξακολουθήσουν να το κάνουν για λίγες ημέρες ακόμη. Μετά, όλα θα μπουν στον κανονικό τους ρυθμό. Το αίμα του όμορφου παιδιού (και κάθε αίμα) χύθηκε άδικα. Αναφορικά, δε, με τα ΜΜΕ, τα λαϊκίστικα ΜΜΕ, αποτελούν το υπ’ αριθμόν ένα αίτιο της γιγάντωσης της ναζιστικής συμμορίας και της ντροπιαστικής εισόδου της στη Βουλή. Ούτε η Κρίση, ούτε τα… Μνημόνια φταίνε. Την εγκληματική αυτή οργάνωση την πήρε από το χεράκι και την οδήγησε στο Κοινοβούλιο και στους δρόμους του αίματος η τηλεόραση, πολλά χρόνια πριν προμοτάρει και επενδύσει τα ρέστα της στο ανατριχιαστικό σόου των Αγανακτισμένων εχθρών της Δημοκρατίας. Και το συνεχίζει, με ακόμα περισσότερα άτομα, και με επιπλέον κανάλια.

Έχετε επιμεληθεί περισσότερα από 300 βιβλία (λογοτεχνικά, φιλοσοφικά, δοκιμιακά), ανάμεσά τους και τη σειρά «Orbis Literae» των εκδόσεων «Gutenberg». Στην ίδια σειρά μεταφράσατε τον «Ζιλ Μπλας» του Alain-Rene Lesage και τα ποιήματα από τον «Καλόγερο» του Matthew Lewis. Διασώζεται, τελικά, η Ιστορία μέσα από την Λογοτεχνία; Είναι η Λογοτεχνία ένας τρόπος να διδαχτούμε την Ιστορία;

Η λογοτεχνία είναι το παν.

Μαθαίνει ο άνθρωπος από την παγκόσμια λογοτεχνία και ιστορία;

Όχι.

Μυθιστορηματικά, σας αρέσουν οι δύσκολες και αλλόκοτες καταστάσεις. Η «Ζα Ζα» θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι και το μυθιστόρημα ή η λογοτεχνία της εποχής;

Όχι.

Έχετε επισημάνει ποια μπορεί να είναι η λογοτεχνική σας εμμονή;

Οι δευτερεύουσες προτάσεις και η ενσάρκωση ενός έργου τέχνης.

Ραδιόφωνο, λογοτεχνία, επιμέλειες, κείμενα… ένας τρόπος ν’ αντέξεις, μια πρόταση να πας παρακάτω… Άλλοι τρόποι για λιγότερο ή καθόλου βιβλιομανείς;

Η φιλανθρωπία και ο εθελοντισμός.

Είναι πιο σπλαχνική από την Αθήνα η Θεσσαλονίκη; Έχετε ζήσει και στις δυο…

Επέστρεψα προ τεσσάρων ετών ακριβώς, αλλά ζω κυρίως στο σπίτι μου, δεν έχω καμία ουσιαστική επαφή με την πόλη εδώ. Δεν ξέρω ποια είναι χειρότερη, η λιγότερο σπλαχνική. Εδώ τουλάχιστον είναι ο ΑΡΗΣ. (Αν και εμένα επί είκοσι τρία χρόνια με έθρεψε η απουσία του).

Συγγνώμη για την αφελή ερώτηση: εκεί είναι… αλλιώς; Παρούσα ή απούσα η Χρυσή Αυγή;

Παρούσα, φυσικά. Παντού. Και εκεί που, παλιότερα, δε θα το περίμενες. Κι αυτά περί μείωσης των δημοσκοπικών της ποσοστών δεν τα πιστεύω, έχω μεγαλώσει και ξέρω. Είναι, μάλιστα, περίεργη πόλη εδώ η δική μας. Η μόνη ελληνική (η μόνη βαλκανική…) που ξεκίνησε την Ιστορία της από την αρχή πριν από εκατό χρόνια, με το έτσι θέλω — και με αίμα, και με σύληση των τάφων της. Μια πόλη χωρίς παρελθόν. Μόνο με φτηνή ποπ, σκυλάδικη κουλτούρα — τίποτε άλλο. Κι όμως: μολονότι ήμουν σίγουρος πως τσάμπα παλεύαμε (ξανά) για τον Μπουτάρη, νά που τα καταφέραμε, πρόσκαιρα-ξεπρόσκαιρα. Αλλά είμαι απαισιόδοξος. Ακόμη και για τον ίδιο. Γκοτζαμάνηδες ζουν και εκτρέφονται πολλοί ανάμεσά μας. Καμιά φορά, είμαστε εμείς οι ίδιοι. Ή τους σπρώχνουμε το τρίκυκλο για να πάρει μπρος. Έχουμε βέβαια ωραία ηλιοβασιλέματα εδώ, δε μπορώ να το αρνηθώ.


Ο συγγραφέας Κυριάκος Αθανασιάδης είναι συνιδρυτής του Amagi Radio. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, το 1963. Από το 1986 έως το 2009 έζησε στην Αθήνα. Εργάζεται ως επιμελητής εκδόσεων.
[ Η συνέντευξη δόθηκε τη Δευτέρα 23.9.13 στην Ελένη Γκίκα και δημοσιεύτηκε την Κυριακή 29.9.13, στο «Έθνος τής Κυριακής ].