Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

Τα πάντα αλλάζουν όταν τα ζεις

“Κι αυτό που γράφω είναι συνήθως το όνομά μου, στον τοίχο δίπλα στον καθρέφτη μ' ένα μολύβι ματιών. Ρεν. Το γράφω συνεχώς. Ρενρενρενρεν, σαν τραγούδι. Γιατί μπορεί να ξεχάσεις ποιος είσαι άμα σε τρώει η μοναξιά”

“Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΜΜΥΡΑΣ” της Μάργκαρετ Άτγουντ. Μετάφραση: Μπελίκα Κουμπαρέλη. Εκδ. “Ψυχογιός”, σελ. 520, € 18.80

“Κοίτα το”, μου είπε. Είχε γράψει το όνομά της με το σιρόπι στην τσιμεντόπλακα και ουρές μυρμηγκιών το έτρωγαν κι έτσι κάθε γράμμα είχε για ουρά ένα μαύρο μυρμήγκι. Έτσι έμαθα και το όνομά της: Αμάντα Πέιν. Γραμμένο με μυρμήγκια. “Ωραίο, ε; Θες να γράψεις και το δικό σου;”
“Γιατί το κάνεις αυτό;”
“Μ' αρέσει. Γράφεις το όνομά σου και βλέπεις να σ' το τρώνε. Κι έτσι εμφανίζεσαι κι εξαφανίζεσαι. Και δεν μπορεί να σε βρει κανείς”.
Σαν “επιστημονική φαντασία” στην εποχή τους εμφανίζονται. Όλα εκείνα τα βιβλία που μέλλει να αποδειχθούν προφητικά. Η νουβέλα των Μπόρις και Αρκάντι Στρουγκάρσκι “Πικ νικ στην άκρη του δρόμου” (εκδ. “ΑΩ”) που έγινε το κινηματογραφικό ταρκοφσκικο “Στάλκερ” μετά, “Η εξαφάνιση του Μορέλ” (εκδ. “Πατάκη”) του Καζάρες, και το 2009, “Η χρονιά της Πλημμύρας” της Μάργκαρετ Άτγουντ που κυκλοφόρησε προσφάτως στα καθ' ημάς, από τις εκδόσεις “Ψυχογιός”. Αλλά αρκετά νωρίτερα για να “φωτογραφίζει” ωστόσο τον ιαπωνικό πυρηνικό εφιάλτη που ακολουθεί, να αντικατοπτρίζει τα εν δυνάμει όσα ερεβώδη στην εποχή μας μπορεί να συμβούν. Από τον εφιάλτη του διαδικτύου “Πρόσεχε τις λέξεις. Πρόσεχε τι γράφεις. Μην αφήνεις ίχνη” και τα δαχτυλικά αποτυπώματα της γραφής, σε μιαν κατ' εξοχήν ιντερνετική εποχή“Όσο για το γράψιμο, είναι επικίνδυνο γιατί διευκολύνεις τους εχθρούς σου να σε εντοπίσουν, να σε κυνηγήσουν, να χρησιμοποιήσουν τα κείμενά σου για να σε καταδικάσουν...”, μέχρι μια αλλιώτικη πυρηνική πλημμύρα “Όμως τώρα που μας ρούφηξε η Άνυδρη Πλημμύρα, ό,τι κι αν σημειώσω δεν κινδυνεύω, γιατί αυτοί που θα μπορούσαν να το στρέψουν εναντίον μου λογικά είναι νεκροί”.
Στις σελίδες αυτού του σκοτεινού, ιδιοφυούς, σκληρού ωστόσο επί της ουσίας φωτεινού μυθιστορήματος, το ανθρώπινον είδος που αγαπά να αυτοκαταστρέφεται, βρίσκεται στο κατώφλι μιας τεράστιας οικολογικής καταστροφής. Ο Αδάμ- Ένα, καλοσυνάτος ηγέτης της σέχτας “Οι κηπουροί του Θεού” έχει προβλέψει γι' αυτήν, και δυστυχώς επαληθεύεται. Στους επιζώντες, δυο γυναίκες, μια νεαρή γυναίκα που έχει βρει καταφύγιο σε στριπτιτζάδικο, η Ρεν, και η Τόμπι, μέλος της σέχτας που έχει απομονωθεί σε πολυτελές σπα.
Με αγραμμική αφήγηση και ξεκινώντας από την καταστροφή, με δοκιμιακά και ποιητικά ιντερμέδια που αφορούν την φιλοσοφία της σέχτας των Κηπουρών και διαρκή φλας μπακ στην ζωή των δυο γυναικών, η συγγραφέας στήνει ένα χρονικό επιβίωσης, αναζητώντας τα βασικά της ψυχής μας. Το αξιακό άξονα εκείνο όπως “αγάπη”, “ελπίδα” και “έλεος”, χάρη στα οποία “ο κατεστραμμένος κήπος” μπορεί να αναγεννηθεί.
Στήνοντας μια διαρκή αλληγορία, αναφέρεται σε όλα τα μεγάλα ζητήματα, όπως είναι η λογοτεχνία “Κι αυτό που γράφω είναι συνήθως το όνομά μου, στον τοίχο δίπλα στον καθρέφτη μ' ένα μολύβι ματιών. Ρεν. Το γράφω συνεχώς. Ρενρενρενρεν, σαν τραγούδι. Γιατί μπορεί να ξεχάσεις ποιος είσαι άμα σε τρώει η μοναξιά”, ο θάνατος “Φανταστείτε τη φρίκη αν δεν υπήρχε θάνατος”, η διαρκής αλλαγή εφάμιλλη της ζωής “Τα πάντα αλλάζουν όταν τα ζεις”.
Με αστείρευτο χιούμορ, ατμόσφαιρα και φρενήρη πλοκή, εναλλάσσοντας την σκληρή και την τρυφερή όψη της πραγματικότητας και της ζωής, τελικά, στήνει κυριολεκτικά έναν ύμνο σε ό,τι ούτε πουλιέται ούτε αγοράζεται κι ούτε φθείρεται, όπως είναι “το όνειρο”, στη ζωή:
“Οι Κηπουροί μας έλεγαν: “Είμαστε ό,τι τρώμε”, όμως το αλλάζω σε είμαστε ό,τι ευχόμαστε. Γιατί άμα δεν μπορείς να ευχηθείς, ποιος ο λόγος να ζεις;”
Το αποτέλεσμα, το βιβλίο μιας ρεαλιστικής ουτοπίας, το φωτεινό σκότος, η τέχνη και η πνευματικότητα που διασώζει, λυτρώνει, αποδίδει το ειδικό βάρος στον καθένα μας και σε όλους μαζί. Επειδή “δεν μπορείς να σκοτώσεις τη μουσική. Μπορείς;” Και επειδή “η γη”, εν τέλει, “μπορεί και να συγχωρεί”.


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Η Μάργκαρετ Άτγουντ γεννήθηκε στην Οτάβα του Καναδά το 1939 και μεγάλωσε στο βόρειο Οντάριο, το Κεμπέκ και το Τορόντο. Σπούδασε στο Κολέγιο Βικτόρια του Πανεπιστημίου του Τορόντο και απέκτησε μεταπτυχιακό από το Κολέγιο Ράντκλιφ.
Έχει γράψει περισσότερα από 40 μυθιστορήματα, ποιήματα, παιδικά βιβλία και δοκίμια. Κατά τη διάρκεια της συγγραφικής της καριέρας έχει τεθεί υποψήφια ή έχει τιμηθεί με αμέτρητα βραβεία στον Καναδά και στο εξωτερικό, όπως το βραβείο Premio Mondello (1997), το Commonwealth (1987, 1994), το Booker (1989, 1996, 2000, 2003, 2005, 2007), και το Orange (2001, 2004).
Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 40 γλώσσες και συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες πεζογράφους και κριτικούς του Καναδά.
Σήμερα ζει στο Τορόντο με το σύντροφό της, το συγγραφέα Γκρέιμι Γκίμπσον. Από τις Εκδόσεις Ψυχογιός θα κυκλοφορήσει σε νέα έκδοση το βραβευμένο με Booker μυθιστόρημά της “Ο τυφλός δολοφόνος”.