Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Μια κρυφά και ελλειπτικά καταγραμμένη ερωτική ιστορία που ματαιώθηκε.


H  συγγραφέας Λεία Βιτάλη

για τη «Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας», εκδ. Καλέντη

 

Πνευματικό Κέντρο Νέας Ερυθραίας, Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

 

Γνωρίζω την Ελένη γύρω στα 20 χρόνια. Από τότε που μου είχε κάνει εκείνη μια συνέντευξη για το Έθνος σχετικά με κάποιο θεατρικό μου έργο που είχε πάρει κρατικό βραβείο.

Εκείνο που με είχε κατακτήσει στη γνωριμία μας ήταν η ευαισθησία της, η γενναιοδωρία της και οι γνώσεις της στη λογοτεχνία. Μπορούσες να μιλάς μαζί της για ώρες. Χωρίς να νιώσεις τον χρόνο να περνά. Και περνούσες καλά.

Από τότε πέρασαν χρόνια και χάρισαν σε όλους μας την ωριμότητα. Η Ελένη αυτή την ωριμότητα την μετέτρεψε σε έργο. Βαθυστόχαστο, πυκνό, ευαίσθητο, όλο και πιο ουσιαστικό.

Έχει γράψει μυθιστορήματα, ποιήματα, παιδικά αναγνώσματα, κριτικές βιβλίων που είναι αυτούσια δοκίμια. Έχει κάνει συνεντεύξεις που αποκαλύπτουν τον πυρήνα της ψυχής των καλλιτεχνών με τη διεισδυτική ματιά της. Και σήμερα έχουμε στα χέρια μας το 13ο μυθιστόρημά της «Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας». Τίτλος περιεκτικός που αμέσως σε κατευθύνει στο περιεχόμενο. Ο Βορράς δεν έχει ήλιο κι όταν αρχίσει να φυσάει καλύτερα να προστατευθείς. Τα παλιά σπίτια όταν τα έχτιζαν δεν έβαζαν ποτέ παράθυρο στον βοριά. Ήξεραν τι σημαίνει.

Υπάρχει ένα μυστικό στο βιβλίο αυτό της Γκίκα. Μια κρυφά και ελλειπτικά καταγραμμένη ερωτική ιστορία που ματαιώθηκε. Αλλά συνεχίζεται ακόμη και σήμερα με απόγονο ένα παιδί που- αν και δεν προέκυψε από αυτή την ερωτική ιστορία ούτε από την ίδια την πρωταγωνίστρια της ιστορίας- είναι ο κρίκος που συνδέει τους δυο εραστές για πάντα. Αυτή την ερωτική ιστορία ανακαλύπτουμε με πυκνές και εξαιρετικά συγκεκριμένες περιγραφές- σαν επιστολές ανεπίδοτες- σαν έναρξη στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου και στο τέλος. Είναι η σύνοψη της ερωτικής ιστορίας που διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο.

Αλλά στο βιβλίο της αυτό η Ελένη μιλά και για άλλα πολλά. Με πολλή δεξιοτεχνία χρησιμοποιεί τον Βορρά σε συνδυασμό με την κουζίνα, σαν φυλακή και σαν ματαίωση της ηλιοφάνειας στη ζωή της ηρωίδας της της Ράνιας. Αλλά επίσης δεν κάνει μόνο αυτό. Θα ήταν λίγο για την εμβρίθεια της  Γκίκα. Με το βιβλίο αυτό συνομιλεί με όλες τις μεγάλες μορφές της λογοτεχνίας, της μουσικής και άλλων τεχνών αλλά ακόμη και με την επικαιρότητα, που την σχολιάζει και την καταγγέλλει.

Στη Βορινή της κουζίνα ξεδιπλώνει όλες τις λογοτεχνικές της αγάπες και τις ενσωματώνει μπολιασμένες με τη δική της σοφία ζωής και ευαισθησία, για να τον παρασύρει σ’ ένα ονειρικό σύμπαν, κάπου μεταξύ του παρόντος και του παρελθόντος, κάπου μεταξύ της βιωμένης ζωής και του ενδεχόμενου.

Λέει κάπου στο βιβλίο της η Ελένη ότι ο Κάφκα θεωρεί πως «το βιβλίο πρέπει να λειτουργεί σαν τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα εντός μας». Και αυτό κάνει θρυμματίζοντας τη βορινή κουζίνα του καθενός μας. Και είναι η Βορινή Κουζίνα ο τόπος που παίζονται όλα. Που κρύβονται όλα.

Αλλά για ποιο θέμα μας μιλά η Ελένη στη Βορινή της Κουζίνα; Μιλά κατ’ αρχήν για τις γυναίκες αλλά και όχι μόνον γι’ αυτές. Γιατί η ψυχή δεν έχει φύλο. Τα συναισθήματα είναι πανανθρώπινα. Είναι λοιπόν μια γυναίκα πολυπρόσωπη η οποία αγωνίζεται να συμφιλιωθεί με τις πολλές εκδοχές του εαυτού της. Και κυρίως με τη ματαίωση αυτών των εκδοχών, τη ματαίωση της μητρότητας, τη ματαίωση του έρωτα, τη ματαίωση της επιθυμίας, τη ματαίωση που φέρνει μια απώλεια. Αυτές οι ματαιώσεις, μας λέει η Γκίκα, αντισταθμίζονται από τη γνώση και από την τέχνη. Και παραθέτει χαρακτήρες γυναικών- δημιουργών.

Και να λοιπόν που φτάσαμε να μιλάμε για την τέχνη. Ο Νίτσε λέει ότι «χρειαζόμαστε την τέχνη για να μπορέσουμε να αντέξουμε την πραγματικότητα». Η Γκίκα το επιβεβαιώνει.

Στη Βορινή Κουζίνα η Ράνια της σπαράζει, αλλά στο Ανατολικό Γραφείο της η Αρσινόη βρίσκει τη λύτρωση και μπορεί να συνεχίζει να ζει διαβάζοντας, μεταφράζοντας και παραλληλίζοντας τη ζωή της με ήρωες της λογοτεχνίας. Αλλά υπάρχει και η γυναίκα του Δυτικού Καθρέφτη που θα δώσει- τα καινούργια μάτια- για να δουν, να εξηγήσουν και να ερμηνεύσουν οι δυο προηγούμενες ηρωίδες τη δική τους ζωή.

«Τα βιβλία με ασφαλίζουν, με προστατεύουν, επιβάλλουν την τάξη στο χάος…», λέει η ίδια η συγγραφέας.

Και βέβαια το βιβλίο της αυτό αποτελεί έναν ύμνο στη γυναίκα με τα χίλια πρόσωπα.

Έναν ύμνο στη Λίλιθ και στην Εύα, στη Κλυταιμνήστρα και στην Αντιγόνη, στην Ηλέκτρα και την Μήδεια, στη Βιρτζίνια Γουλφ και την Μπροντέ, στην Πολυδούρη και την Πασιφάη, στη Ράνια, και την Γερτρούδη, στην Αρσινόη και την Αριάδνη.

Στη μία και μόνη Γυναίκα που αενάως κινεί τον τροχό της ζωής. Σε σας και σε μένα, σε όλες μας.

Το ύφος της Γκίκα έχει χαρακτηριστεί «ποιητικά ελλειπτικό». Που σημαίνει ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια παραδοσιακού τύπου αφήγηση. Υπάρχουν συνεχείς αναδρομές που φωτίζουν τα πρόσωπα και τα γεγονότα, σαν κομμάτια ενός παζλ τα οποία η συγγραφέας τοποθετεί κατά βούληση. Έτσι μας δίνει, αν θέλετε, ένα πανόραμα των πιθανών καταστάσεων, των ενδεχομένων. Η γραφή της είναι ανοιχτή λοιπόν σε κάθε ενδεχόμενο. Κι αυτό την κάνει ρευστή, ονειρική, απρόβλεπτη, κάποιες φορές, αλλά πάντα με το ένα πόδι στο βίωμα. Είναι πρωτότυπη, ξεχωριστή γραφή, συχνά απαιτητική, αλλά μαγεύει τον αναγνώστη και τον οδηγεί στους δρόμους της λογοτεχνίας.  

 

Και τώρα ας μιλήσουμε με την ίδια την συγγραφέα.

Ερώτηση Α: Διαβάζοντας τη Βορινή Κουζίνα ανακαλύπτει κανείς την πάλη της γυναίκας με το χρόνο, με τη μοναξιά, με την απώλεια, με την ίδια τη ζωή. Βλέπουμε τις δυο γυναίκες σου να κάνουν τα δικά τους όνειρα, να ζουν τη δική τους καθημερινότητα, η μια στην κουζίνα και η άλλη στο γραφείο, αναζητώντας ένα βαθύτερο νόημα στην πορεία των πραγμάτων, αλλά στο βάθος ουσιαστικά, νομίζω, τις βλέπουμε να παλεύουν για να κερδίσουν την εσωτερική τους γαλήνη μέσω της αυτογνωσίας. Πόσο βιωμένα είναι όλα αυτά; Και πόσο ο συγγραφέας για να είναι αληθινός άρα πειστικός χρησιμοποιεί τον εαυτό του προσφέροντάς τον βορά στον αναγνώστη του; Εν τέλει εκτεθειμένος ο συγγραφέας οδηγείται στην αυτογνωσία και στη «θεραπεία» της ψυχής του μαζί με τον αναγνώστη; Το γράψιμο και το διάβασμα αποτελεί μια, αν θέλεις, δυαδική ψυχοθεραπεία;

 

Για τον εαυτό σου μιλάς ακόμα κι όταν μιλάς για τους άλλους. Όσο πιο πολύ για τους άλλους μιλάς, τόσο πιο πολλά από σένα ανακαλύπτεις σε εκείνους. Ακόμα και όταν δεν μιλάμε για την δική μας ζωή, εκείνα που γράφουμε είναι εκείνα που φανταστήκαμε, ονειρευτήκαμε, φοβηθήκαμε. Μόνο γενναίοι και ταπεινοί μπορούμε να βαδίσουμε σε μια ειλικρινή ιστορία. Με την αλήθεια μας σώζουμε και σωζόμαστε τελικά. Ναι, εάν δεν πλέκουμε δόλια τα άλλοθί μας, το γράψιμο και η ανάγνωση θα μπορούσαν να αποτελέσουν εξαιρετική δυαδική ψυχοθεραπεία. Αλλά ποιος μιλώντας για τον εαυτό του ακόμα και στον εαυτό του, μιλάει αληθινά; Το ιάσιμο ζητούμενο όμως αυτό είναι. Κι εκείνο είναι που αντέχει και παραμένει. Στην καρδιά μας, στον Χρόνο.

 

Ερώτηση Β: Η ανδρική παρουσία στις σελίδες του βιβλίου σου είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την γυναικεία πορεία. Μοιάζει να λες, η πες μου αν κάνω λάθος, ότι η ζωή κάθε γυναίκας, πέρα από τα άλλα ενδεχόμενα, καθορίζεται αργά ή γρήγορα και από την παρουσία ενός άνδρα, είτε αυτός είναι πατέρας ή γιος, είτε είναι αδελφός ή σύζυγος,  φίλος ή εραστής. Τελικά η ζωή μιας γυναίκας είναι έρμαιο των σχέσεών της με έναν άντρα κάθε φορά;

 

Ακόμα κι η… Λίλιθ, η πρώτη εκείνη που δεν πλάστηκε τελικά απ’ τα δικά του πλευρά, για το χατίρι του έγινε εκπεσούσα, βρικόλακας. Ακόμα κι αν ο άλλος είναι απέναντι, καθρέφτης μας, για ν’ αγαπήσουμε εμάς, ο θείος έρωτας, η αναζήτηση του απόλυτου, του άλλου μισού μας που τελικά είμαστε ο εαυτός μας ολόκληρος, εμείς οι ίδιοι, από τον αντίπαλο  ή σύντροφο πατέρα, εραστή, γιο, φίλο μας περνά. Αλλά μη ξεχνάμε ότι εμείς είμαστε τελικά το υποκείμενο, ο δημιουργός της κόλασης ή του παράδεισου είμαστε εμείς. Αλλά ναι, όλα στη ζωή είναι «σε σχέση». Κι οι άλλοι είναι παράδεισος ή κόλαση αναλόγως του τι ακριβώς κουβαλάμε στην καρδιά μας εμείς. Αλλά πάντοτε όπως στα μεγάλα βαδίζουμε μόνοι, ερχόμαστε μόνοι, και τερματίζουμε μόνοι. Την διαδρομή, όμως, επιμένουμε να την κάνουμε «μαζί». Είναι ζόρικο αλλιώς. Και λίγοι τ’ αντέχουν. Εκτός κι έχει βρεθεί από… δειλία, κάποιος, εκτός!

 

Ερώτηση Γ: Ο Φερνάντο Πεσόα λέει ότι: «η τέχνη ισοδυναμεί με την ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί». Κι εσύ συμπληρώνεις ότι: «Ένας καλλιτέχνης δεν ζει την προσωπική του ζωή όπως εμείς. Την κρύβει, υποχρεώνοντάς μας να πάμε στα βιβλία του ή στους πίνακές του, στις μουσικές του, αν θέλουμε να αγγίξουμε την αληθινή συναισθηματική του πηγή». Η τέχνη λοιπόν ανακατεύεται παντού στη ζωή μας είτε είμαστε καλλιτέχνες και κρυβόμαστε πίσω από αυτήν, με απλά λόγια, είτε είμαστε καθημερινοί άνθρωποι που ζητάμε από αυτήν- την τέχνη δηλαδή- να μας στηρίξει στην πραγματική ζωή. Πιστεύεις ότι σήμερα η τέχνη μπορεί να βοηθήσει στην καθημερινή πορεία του ανθρώπου;

 

Έτσι δεν είναι; Έχετε δει έναν απολύτως ευτυχισμένο να γράφει, να ζωγραφίζει ή να αφουγκράζεται μουσική; Με τη σειρά του το έργο του είναι της ψυχής του το άλυτο αίνιγμα. Το ψυχανεμίζεται όταν το φτιάχνει για να το ξεχάσει αμέσως ευθύς. Γι’ αυτό και ξαναγράφει, ζωγραφίζει και πάλι, κάθεται γράφει καινούργια μουσική. Η Τέχνη μπορεί να είναι υποστηρικτική αλλά μπορεί να είναι και αποκαλυπτική συνάμα. Η Τέχνη σίγουρα υπάρχει όχι μόνο για ν’ αντέχουμε – όπως λέει- ο Νίτσε τη ζωή. Αλλά και για να την ερμηνεύουμε, να ζούμε μέσα σ’ αυτήν. Κι ειδικά σήμερα, είναι το μόνο που μπορεί να μας αλλάζει ζωή, αισθητική, προοπτική. Να μας δώσει τη δύναμη να ξαναδούμε την χαλασμένη μας ζωή απ’ την αρχή. Αν όχι η Τέχνη, ποιος; Το θέμα, όμως, παραμένει το πώς. Η τέχνη δεν είναι εκεί για να μας δικαιώνει, είναι εκεί για να μας οδηγήσει μέσα απ’ τα σκοτάδια του δημιουργού ή τα δικά μας, στο Φως. Η τέχνη είναι η αέναη αναζήτηση, ο θείος έρωτας, τελικά η θέαση και βίωση εκείνου που δεν αντέχεται αλλιώς!