Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Θα πρέπει να τα χάσεις όλα, για να τα βρεις...

H φίλη μου Ρίτσα Μασούρα για την “Αιώνια επιστροφή”, στον Ιανό το μεσημέρι του Σαββάτου

Καλώς ορίσατε στη γιορτή της Ελένης Γκίκα. Της φίλης της καρδιάς μου Ελένης Γκίκα και την ευχαριστώ γι αυτό το συναισθηματικό μεταξύ μας άλμα.
Η αλήθεια είναι ότι είμαστε εδώ όλοι, μεσημέρι Σαββάτου, για έναν λόγο : να μιλήσουμε για την «Αιώνια Επιστροφή» , το τελευταίο βιβλίο της Ελένης και ο καθένας από τους ομοτράπεζους μου να πει τη γνώμη του γι αυτή την άνευ προηγουμένου συναισθηματική εξωτερίκευση της συγγραφέως και  την επίσης άνευ προηγουμένου στροφή προς τα έσω. Οσα χρόνια γνωρίζω την Ελένη, γνωρίζω αυτό το διαρκές έσω και τόχα αποδεχτεί. Γι αυτό και μιλούσα πάντα για μουσική δωματίου στα βιβλία της..Η Ελένη, όμως, εκρήγνυται για πρώτη φορά ενώπιον μας. Μας καθιστά κοινωνούς μιας πολύπλοκης διαδρομής που δεν έχει ούτε μια ευθεία, δεν είναι Αττική οδός, δεν είναι η Νέα οδός, αλλά  ο Αχλαδόκαμπος, ο ανηφορικός, ο γεμάτος στροφές που σε πεθαίνει μέχρι να βγεις στο ξέφωτο στο Χάνι και να αντικρίσεις το οροπέδιο της Τρίπολης.
Η Ελένη Γκίκα έχει αδυναμία στους Ιάπωνες συγγραφείς. Μια φορά μου εξομολογήθηκε ότι όταν γεννήθηκε έμοιαζε με γιαπωνεζάκι, κατάλευκο δέρμα, μαύρο μαλλί, σχιστά μάτια. Δεν ξέρω αν αυτή την εικόνα την κουβάλησε μαζί της στη μετέπειτα βιβλιομανία της, αλλά έχει ιδιαίτερη αδυναμία στους Ιάπωνες συγγραφείς, στους οποίους αναφέρεται και στο βιβλίο της. Επιλέγω να σταθώ στον Χαρούκι Μουρακάμι, έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας . Ο Μουρακάμι γεννήθηκε στο Κιότο, το 1949 και το τελευταίο του βιβλίο έχει τον τίτλο  «Μετά το σεισμό» . Είναι σαν να γράψουμε όλοι εμείς το «Μετά την κρίση» ... Ο Μουρακάμι  έζησε το σεισμό του Κόμπε και δεν ξέρω αν έζησε και τον τωρινό. Γι αυτό, άλλωστε, τον επέλεξα. Σε κάποιο σημείο μονολογεί ο ήρωας  του , λέγοντας : «Ολοι μας ανεξαιρέτως πλάσματα περιορισμένης διάρκειας , τελικά όλοι θα νικηθούμε»....αλλά, όπως είπε ο Νίτσε, «η ύψιστη σοφία είναι να μη φοβάσαι»....
 Με αυτή την αναφορά –αστραπή στον Ιάπωνα συγγραφέα, θέλω να σας ζητήσω να στείλουμε μαζί έναν χαιρετισμό συμπαράστασης, ένα χειροκρότημα, ίσως, στο δοκιμαζόμενο λαό της Ιαπωνίας, όπως το ίδιο θα έκανε κι αυτός για μας. Για να καταλαγιάσει ο πόνος, η αγωνία και ο φόβος. `Ανθρωποι είμαστε, θα νικηθούμε, αλλα ας νικηθούμε αξιοπρεπώς!
 
Και τωρα επιστροφή στο βιβλίο της Ελένης.
Ομολογώ ότι το διάβασα δυό φορές και επίσης ομολογώ ότι ξαναπήγα στον κινηματογράφο Ζέφυρο στα Ανω Πετράλωνα, το πρώτο art  καλοκαιρινό cinema. Περπάτησα τριγύρω. Εψαχνα αφελώς ίχνη του Ταρκόφσκι, σημάδια του Στάλκερ, του ιχνηλάτη. Αναζητούσα τον `Αρθουρ, το «Εν Αρχη ην ο Λόγος», τον βουβό καθηγητή που θέλει τα πάντα να θυσιάσει - σπίτι, γυναίκα, παιδιά -  αρκεί να σώσει τον κόσμο από τον πυρηνικό τον όλεθρο. Ναι, σκεφτείτε πόσο επίκαιρο γίνεται το βιβλίο....
`Εφυγα τρέχοντας από τα `Ανω Πετράλωνα και αναστατωμένη σχεδόν έφτασα στο Θησείο για να αντικρίσω απέναντι μου την Ακρόπολη σαν ένα είδος λύτρωσης, σαν ένα είδος αιώνιας σταθεράς...Γιατί γύρω από το σινεμά,  εκεί όπου βρέθηκε η πρωταγωνίστρια της «Αιώνιας Επιστροφής», για να παρακολουθήσει το αφιέρωμα στις ταινίες του Ταρκόφσκι , τα πάντα έμοιαζαν στοιχειωμένα .Ηταν εκεί το σημείο εκκίνησης, το ρυάκι του λόγου της συγγραφέως, η απαντοχή της ερωτικής περιπέτειας, η ίδια η περιπέτεια, το σεξ που δεν ήταν ακριβώς σεξ με τον συγκεκριμένο άνδρα, αλλά κάτι σαν απατηλή ταύτιση του άνδρα με το νεκρό πια μεγάλο αγαπημένο.
Υπάρχει μια φιγούρα που διαπερνά το βιβλίο, εκτός από τις άλλες λανθάνουσες ή εμβληματικές φιγούρες. Είναι αυτή του πατέρα. Του πατέρα –καθηγητή. Του δάσκαλου. Που του μιλάει στον πληθυντικό, που τη διδάσκει πολλά, μα συγχρόνως ελάχιστα , που της μαθαίνει για τα λουλούδια και τα φυτά, που την απογειώνει και στη συνέχεια τη ρίχνει στο έδαφος, αλλά χωρίς να την πονέσει. Χωρίς βεβαίως απαντήσεις στις ερωτήσεις της. Μόνο σιωπή.Σιωπή και για τη νεκρή τη μάνα. Ναι, ο πατέρας,  που έχει μπει πια για τα καλά στην αρρώστεια, στην άνοια και ξέγραψε  τον Πρεβέρ , τον Μπρελ , τον Χέμινγουέη , τον Κόνραντ και χίλιους δυο άλλους. Ξέρεις τί είναι να ορφανεύεις απ’ όλους αυτούς ;
 
Αλλά αυτό είναι το τίμημα που η πρωταγωνίστρια  πρέπει να πληρώσει, όπως πληρώνει το τίμημα της μεγάλης απώλειας του αγαπημένου της, κάνοντας σεξ μ’ έναν άνθρωπο που γνωρίζει ελάχιστα, τον γνωρίζει μέσα από ένα μέσον κοινωνικής δικτύωσης και που κι αυτός δεν νοιάζεται παρά μόνο πώς θα την κατακτήσει, πώς θα την εξουσιάσει. Η εύθραυστη εκδότρια Ολγα που δεν ξέρουμε αν ταυτίζεται με τη Μαρίλη,  συντάκτρια της στήλης «Αιώνια Επιστροφή» στο περιοδικό, νοιώθει ξανά τις επιθυμίες της να ανασκαλεύουν το μέσα της.Τις αναγνωρίζει και δεν τις αναγνωρίζει. Τις εμπιστεύεται και δεν τις εμπιστεύεται. Σκεπάζει το πρόσωπο, άρα και την ψυχή και παρ’ όλα αυτά αποκαλύπτεται στα μάτια της Μαρίλης. Η σκέψη της, σκέψη δυνατή, ατίθασση, δημιουργική ανοίγει δρόμους . Ξεφεύγει από το λήθαργο της εσωτερικότητας, γίνεται ένα με τον κόσμο στους δρόμους, μπερδεύεται ή αφήνεται στην τρομοκρατία,  ζει από κοντά  το μοιραίο βήμα του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, ζει τον μικρό Αφγανό, τον αδικοσκοτωμένο Χαντίτ Νατζάφι στα Κάτω Πατήσια, λέει και ξαναλέει τα ονόματα των νεκρών της Μαρφίν, σπεύδει να καλύψει τα κενά των άλλων. Κουράζεται. Παλεύει.Της έχει πάρει χρόνο η απελπίσια. Πνίγεται ξανά και ξανά στις εμμονές της. Ψάχνει να βρει τις δικές της επιθυμίες , ακροπατώντας ανάμεσα στον παθιασμένο σημερινό εραστή,  τον απόντα μεγάλο εραστή - ταξιδευτή, τον πατέρα, τον Στάλκερ,  τον πρωταγωνιστή της Θυσίας του Ταρκόφσκι και παράλληλα, ναι, παράλληλα κάνει κατι μοναδικό : ταυτίζεται με τους πρωταγωνιστές των βιβλίων που χρόνια τώρα διαβάζει και ξαναδιαβάζει και γράφει και είναι όλοι εκεί ωσεί παρόντες στη ζωή της αν και μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της.
 Ναι, αυτή η γυναίκα γεννήθηκε με το βιβλίο στο χέρι κι ίσως και με μια κούκλα, ένα ζωάκι μικρό, ισα  να της καλύπτει κάποια κενά τα βράδυα στα όνειρά της.  Κι αν απ’ αυτή τη γυναίκα τολμήσεις να πάρεις το βιβλίο την ώρα που κοιμάται στο δωμάτιο με τον μπλέ ουρανό, θα σηκωθεί για να χορέψει μπροστά σου το χορό των Δερβίσηδων, όχι για να σε εντυπωσιάσει, αλλά για να σου δείξει ότι παραμένει ένας κύκλος η ίδια και η ζωή της,  κι ό,τι να κάνεις , ό,τι κι αν σκαρφιστείς , θα παραμείνει εκείνη ο κύκλος και μαζί ο πυρήνας του κύκλου.
Γι αυτό και στο τέλος επιστρέφει στον πυρήνα.Εκεί απ’ όπου μπορεί να ξαναξεκινήσει,  ή μήπως εκεί όπου θα παραμείνει εσαεί ; Το δωμάτιο των Επιθυμιών δεν υπήρξε ποτέ και για κανέναν δεδομένο. Ολοι πνιγόμαστε από επιθυμίες. Αλλά πάντα υπάρχουν αμνοί. Τα θέλω μας είναι συγκλονιστικά και ταυτοχρόνως απρόσιτα, ξένα. Επιθυμούμε τα πάντα και πάντα , ανάλογα  με τον τρόπο που βλέπουμε τη ζωή. Εκείνη , η πρωταγωνίστρια  Ολγα θέλει να διεισδύσει στη ζώνη των επιθυμιών,  έχοντας ενδεχομένως πάρει τις απαντήσεις που χρόνια ζητούσε μέσα από τις συναισθηματικές διαδρομές,  τις τρομοκρατικές διαδρομές, μέσα από τις κοιμισμένες για χρόνια πολιτικές διαδρομές. Κάπου λέει : «θα πρέπει να τα μάθεις όλα, για να τα κάνεις στην άκρη μετά. Θα πρέπει να τα χάσεις όλα για να τα βρείς αλλού κι απ’ την αρχή.......»
Ισως αλλάξει το όνομα της. Να τους μπερδέψει λίγο. Ποιούς, όμως ; Δεν έχει σημασία, γιατί εκείνο που θέλει να μας πει , μας το λέει ξεκάθαρα: η ζωή είναι λογοτεχνία και μέσα από τη λογοτεχνία ο άνθρωπος μπορεί και πορεύεται,  δίχως να δειλιάζει, δίχως να σκοτώνει τις επιθυμίες του. Πότε μοναχικό ον και πότε κοινωνικό, και με το σκεπτικό ότι ο θάνατος μπορεί να περιμένει. Αλλά ακόμη κι αν δεν είναι έτσι, υπάρχει πάντα η Θυσία του ατόμου για το ίδιο και για το κοινό καλό, ίσως για να γίνει το ευάλωτο εφήμερο,  στίγμα αιώνιο, το Ολον, όπως το αποκαλεί η συγγραφέας.
Και επειδή θέλω να δώσω τη δική μου ερμηνεία στην «Αιώνια Επιστροφή», θα τολμήσω να πω ότι είναι η αέναη αναγέννηση της ανθρώπινης ψυχής μέσα από τη λογοτεχνία...

ΥΓ. Θα πρέπει να ομολογήσω ότι κάθε φορά αισθάνομαι ότι με τόση αγάπη δεν γίνεται παρά να είναι η τελευταία... Αυτή τη φορά, με όλα αυτά που συμβαίνουν τριγύρω, ντρεπόμουν να καλέσω, αισθανόμουν άβολα να απασχολώ φίλους, ζοριζόμουν ακόμη και να κατέβω... Και τώρα δεν βρίσκω λόγια για να ευχαριστήσω όλους μα όλους εσάς. Την Ρίτσα Μασούρα για την φιλία, το κείμενο και τον συντονισμό της βραδιάς. Την Αγγελική Κώττη για την συγκίνηση, για όλα αυτά τα χρόνια. Την Πασχαλία Τραυλού για τον γενναιόδωρο τρόπο ανάγνωσης. Την Εύα Στάμου για την διαδρομή και για την οξυδέρκεια. Τον Γιώργο Χρονά για την αγάπη και όλη αυτή τη φροντίδα...
Την Μηλίτσα και τον Ερρίκο, την Ρίτα, τον Γιάννη και την Δανάη, την Σοφία, τον Μπάμπη, την Φρόσω, την Αντιγόνη, τον Μανόλη που μια ζωή είναι στο πλάι μου...
Την Λίτσα Ψαραύτη, την Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου, την Πέρσα Κουμούτση, την Κώστια Κοντολέων, τη Λένα Μαντά, την Ελένη Τσαμαδού, τον Μάκη Τσίτα, τον Βαγγέλη Μπέκα, τον Γιάννη Ευθυμιάδη, την Ελένη Βαζούρα, και όλους μα όλους εσάς που είσαστε εκεί, την αναδεξιμιά μου που μου δίνει δύναμη και χαρά Νεφέλη, την Αναστασία Παπαδημητρίου της Άγκυρας, επιστήθια φίλη μου παιδιόθεν που ήταν εκεί για μια ακόμα αγκαλιά, καθώς επίσης για το διαρκές στήριγμα και όλην αυτή την στοργή, τον Θάνο Ψυχογιό για την “Αιώνια επιστροφή” και για όλα όσα θα έρθουν επειδή είναι πάντοτε εκεί, στοργικός και γενναιόδωρος, πατρικός με μια καλή κουβέντα για όλους...

Ευχαριστώ, ακόμα, την φίλη μου Ιουστίνη Φραγκούλη που υπήρξε κατά κάποιον τρόπο γι' αυτό το βιβλίο η νονά, την Νίνα Ψυχογιού (Νίνα, ξέρεις γιατί), την Πέννυ Ψυχογιού για την άμεση και γλυκιά επαφή μας όλον αυτό τον καιρό, την Αγγέλα Σωτηρίου για την οξυδερκή της ανάγνωση, την Πόπη Γαλάτουλα για την φροντίδα, την Κλειώ Ζαχαριάδη και την Πέγκυ Σκουλίδα για τα υπέροχα βίντεο και τις μουσικές και όχι μόνο, την Ελένη Βαζούρα, την Χρυσούλα Μπουκουβάλα για το δίλημμα με τα εξώφυλλα (έφτασα στο σημείο να της πω “Χρυσούλα, δεν ξέρω, κάνε παιχνίδι”), την Αρετή Κολλάτου για την επιμέλεια, Αρετούλα ήταν σα να μπήκες στην καρδιά μου και το κεφάλι...

“Δεν βρισκόμαστε στον παράδεισο, είπε ο νέος πεισματωμένα.
Εδώ κάτω απ' το φεγγάρι”, όλα είναι θνητά.
“Και πού αλλού βρισκόμαστε; Πιστεύεις πως ο Θεός μπορεί να πλάσει έναν τόπο που να μην είναι ο παράδεισος; Πιστεύεις πως η πτώση είναι κάτι άλλο από το ν' αγνοούμε πως βρισκόμαστε στο Παράδεισο;” (Μπόρχες, Το Ρόδο του Παράκελσου)
Ε ναι, το μεσημέρι Σαββάτου με την αγάπη σας, με κάνατε να αισθάνομαι ότι βρίσκομαι στον Παράδεισο...
ελένη γκίκα