Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Θέμα κατόπτρου

ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ

Για τη φωτιά έμαθε από το ραδιόφωνο’
πήρε φωτιά, της είπαν, το βουνό σου
Παιδικά χρόνια,
παραμύθια,
κυνηγητό,
πατό,
νεράιδες και
αράπης,
όλα στάχτη.
Τώρα θα ζει μιαν άλλη εποχή
εξόριστη
σε μια καινούργια
άγνωστή της
χώρα
Για τη φωτιά, μόνο το έμαθε.
το κάψιμο το ένοιωσε
και τώρα έκπληκτη
χαιδεύει τα σημάδια.

Παρασκευή 21 Ιουλίου 2006, ALS, ημέρα τρίτη, στις Εκατό Χουρμαδιές



ΤΑ ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ

Έχει το δέρμα τούς δικούς του φθόγγους
τα σύμφωνα είν’ η δική του ραχοκοκαλιά
πάντοτε
τα φωνήεντα φοβόσουν
που σε πρόδιδαν.
γι’ αυτό σε καθησύχαζα με σύμφωνα
ακόμα σε καθησυχάζω
μια ζωή
και πέρα από το θάνατο

Ιδίως, τώρα.

Του Σπύρου, Σάββατο 22 Ιουλίου 2006, ALS, Εκατό Χουρμαδιές, 4η μέρα



ΤΑ ΚΑΘΗΣΥΧΑΣΤΙΚΑ ΣΥΜΦΩΝΑ

Σίγμα
όπως σιωπή
θωπευτική
Πι
όπως
πέλαγος
και ταξιδεύεις
ύστερα
λες έγινα δέντρο
Ρο
ρυάκι γάργαρο
για να σ’ ακολουθώ
όπου
κι αν πας
ακόμα και στην άκρη της γης
Σι
σήμερα ακούς;
Δηλαδή,
για πάντα.
Σύμφωνα
καθοριστικά
να σου θυμίζουν
πως από τη ζωή σου
πέρασε κάποτε
κάτι μεγάλο.

Ακόμα τα φοβάσαι τα φωνήεντα;

Αν μ’ αγαπάς…


Του Σπύρου, Σάββατο 22 Ιουλίου, ALS, Εκατό Χουρμαδιές, 4η μέρα


ΤΟ ΑΠΟΝ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ

Πού να χωρέσει σε εικοσιτέσσερα γράμματα
Θάνατος, Έρωτας, Θεός
Το Ενδεχόμενο, απόν
μονάχα πανταχού παρούσα η Απουσία
και η Εξήγηση ακατάδεχτη,
άντε μισή παραπλανητική κουβέντα.
άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε!
Δες την, σφυράει!
Λες κι έχει κι άλλη ζωή
για να εξηγηθεί.

Αλλά με όσα γράμματα έμαθε κανείς
πορεύεται.

Τρίτη 25 Ιουλίου, ALS, 7η μέρα



ΝΕΡΑΙΔΑ ΣΕ ΚΛΙΜΑΚΤΗΡΙΟ

Σπασμένα τακούνια
φορούσε στον ύπνο σου το μέλλον
κατακερματισμένες σκηνές Αλμοδοβάρ
φρίκη και δέος
απόγνωση και μια ξανθούλα τρυφερότητα
σαν ένα έν δυνάμει παιδί
πού να το βρεις
μετά από κλιμακτήριο.
Κι όμως αυτή ήταν στο δρόμο σου
πώς δεν το πρόσεξες
ήρθε κάποια στιγμή σε
κράτησε από το χέρι
κι είπες
«μου τρώει η παλάμη»
τώρα «λεφτά θα δώσω»,
«ξύλο θα φάω»,
ούτε που το φαντάστηκες
ότι σε καταδέχτηκε
η τρυφερότητα- παιδί
Προς το ξύλο, έκλεινες.
Κι ύστερα
πού να ξορκίσεις
τόσες μάγισσες
πού να το φανταστείς
πώς ήσουν η μάγισσα
περίμενες τα πάντα
απ’ άλλο ραβδί
σε απραξία
το άχρηστο δικό σου
ξεχάστηκες κι εσύ με τον καιρό
και το ‘χασες;
δεν έχουν νόημα τα θαύματα που θέλησες;
Έμαθες να νυχτώνει δίχως θαύμα…

Ούτε και ν’ απαντήσεις
δεν μπορείς.

Τρίτη 25 Ιουλίου 2006, ALS, 7η μέρα



ΤΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ

Και σαν σκιές επιστρέφουμε
μ’ ανείπωτα λόγια
φωνήεντα που διαθέτουν αφή
σύμφωνα, κάψουλες μνήμης
ασήμαντες ιστορίες
δίχως συμπέρασμα
μαχαιράκια που
κόβουν και αιμορραγείς
με διάφανο αίμα
Μονάχα η άνασσα σου λειψή
Το μόνο σύμπτωμα
κι άντε να συνειδητοποιήσεις
πώς φταίνε τα σύμφωνα
και τα φωνήεντα
η σχεδόν αόρατη γραφή
το διάφανο αίμα.
Αλλά το σύμπτωμα το έχεις

Το γράμμα που δεν έχεις

Σε σκοτώνει


Τρίτη 25 Ιουλίου 2006, ALS, 7η μέρα



ΎΣΤΑΤΗ ΓΝΩΣΗ

Δεν το βρήκα
μια ζωή’
προς τι
ελπίζω;
Το ύστατο κομματάκι
του παζλ
κι ας μη μπορέσω
να το κάνω τίποτα.
ας είναι για μένα,
άχρηστη γνώση.
μονάχα ένα γράμμα
ούτε ανάμνηση
ούτε προοπτική.

Φευγαλέο.

Τρίτη 25 Ιουλίου 2006, ALS, 7η μέρα



Ο ΠΑΡΑΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Δεν ήταν
κι όμως επέμενε
ο παράνομος της αγάπης
Στο κέντρο βρέθηκε
απόλυτος σωσίας
ενός κενού εαυτού
κι άλλος
κι άλλος
Ποτέ του δεν κατάλαβε
ποιος εαυτός του αγαπήθηκε
Γι’ αυτό
και μια ζωή θρηνεί
παράνομος
Τον απόντα
καμιά τους δεν τον είδε
κι ούτε που αγαπήθηκε
αντανακλάσεις του λατρεύτηκαν
Έτσι αναλήφθηκε
κενός ονείρων
κι εαυτού
και της ζωής

Παράνομος.


Κυριακή 30 Ιουλίου 2006 Κορωπί, του Σπύρου, πώς πέρασε αλήθεια ο καιρός;



ΒΑΣΑΝΙΣΜΕΝΗ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Απ’ το πρωί καθαρίζει
τις τύψεις, πρώτα,
σε βάθος’
Αλλού να πάτε
εδώ στερήσατε μια ζωή.
Τη νοσταλγία, κατόπιν.
με τόσο παρελθόν
πού να προλάβει
το αμήχανο παρόν
να ξεμυτίσει.
Άφησε την ελπίδα
τελευταία.
Την πιο σκληρή.
Αν έλειπε αυτή
δεν θα ‘χε σπάσει
τόσες φορές τα μούτρα της
κάτι θα είχε ζήσει
δεν θ’ άφην’ έτσι τον καιρό
άμμο, νεράκι, αεράκι
να κυλήσει.
Αυτήν θα τιμωρήσει περισσότερο
κρατώντας την φυλακισμένη
ως το τέλος.
Συνήθισε εξάλλου.

Πού να πηγαίνει πια χωρίς αυτήν….

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2006



ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΤΟΠΤΡΟΥ

Πίσω απ’ το τζάμι
πρωταντίκρισε τον κόσμο
είναι δεν είναι
σαν παράσταση,
μυθιστόρημα,
όνειρο.
Πίσω απ’ το τζάμι
διάβασε τα πρώτα της
βιβλία
ψέμα, αλήθεια,
παράλληλο σύμπαν,
κόσμε μου.
Πίσω απ’ το τζάμι
έζησε μια ζωή
όπως έμαθε
να βλέπει
έρωτες, κόσμο, χρόνο,
χάδια να περνούν
Μονάχα τις ρυτίδες της
είδε ξαφνικά
μπροστά στον καθρέφτη.
Προτίμησε το τζάμι.

Είναι η θέμα, όπως και να το κάνεις, καλύτερη.


Παρασκευή 25 Αυγούστου 2006


ΑΝ ΕΒΡΙΣΚΕ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Να πάει κάπου να χωθεί
μονάχα ετούτο θέλει
χνουδάκι να γίνει
φύκι, όστρακο, ρείκι
χαμομήλι
να την αγγίζουν
να την πατούν
να την αφήνουν ήσυχη
έτσι να τους περνάει
δίπλα σαν φάντασμα
να μη μιλά
να μη γελά
να μην παίζει πια
ρόλο κανένα
Ο εαυτός της
ένα τίποτα ανακουφιστικό
Να πάει κάπου να χωθεί
πετρούλα θέλει να ‘ναι
ένα με την ξερολιθιά
να γκρεμιστεί με τον τοίχο
του αγίου Κάποτε
ή Ποτέ
Ήσυχη θέλει να είναι
δηλαδή Καμία
να μη χρειάζεται να γράφει
ιστορίες αμήχανες για να χάνεται
να μη χρειάζεται
το τραύλισμα στο ποίημα
να την ακούσει ο Θεός
και να την λυπηθεί
δίχως αυτή τη μάταιη
προσευχή της
Ν’ αναπαυτεί
χωρίς χαρτί
και δίχως άχρηστα λόγια
Να καταλάβει τι ψελλίζει
δίχως ποτέ της να το πει
στη νέα γλώσσα
την ανείπωτη
Να δει το γράμμα που αγνοεί
να σχηματίζεται
επάνω στο χαρτί
Αχειροποίητο
Και ας πεθάνει εν ανάγκη
ας στερηθεί τα πάντα
αφού έχει στερηθεί
έτσι φλύαρη βουβή
ήδη τα πάντα.

Αν έβρισκε το γράμμα….


Παρασκευή 25 Αυγούστου 2006



ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Αχειροποίητο να ‘ναι
το ποίημα
έτσι ήθελε’ σαν εικόνισμα.
Μονάχα που αγνοούσε τι να κάνει.
Αν έκοβε τις φλέβες της;
αν περπατούσε όλη τη νύχτα στο βουνό;
αν σκότωνε έναν άντρα;
αν πέρναγε εκείνο το ποτάμι;
Στην άλλη όχθη
στη στέρηση
στο πέρα απ’ το βουνό
στο επέκεινα
θα έβλεπε το ποίημα;
Σαν πινακίδα από νέον στον ουρανό
Σαν το ουράνιο τόξο μετά την καταιγίδα.
Την καταιγίδα, όμως, θα πρέπει
πρώτα να περάσει’
να διασχίσει αστραπές
να κλείσει στις βροντές
τ’ αυτιά της
ν’ αντέξει τη νεροποντή
Κι έτσι βρεμένη, τρομαγμένη
και ολόφωτη να δει το γράμμα
Μέσα απ’ το μοβ
το κίτρινο
το ροζ…
Εκείνη στο ροδί πάντα θα ποντάρει
να δει να σκάει η τύχη
μια και δυο φορές
Την τρίτη, θα τα χάσει όλα
αλλά θα ‘χει δει το ποίημα.
Ένα ξένο, τελικά, ποίημα,
εκεί ψηλά στον ουρανό.

Αλλά μήπως και το ουράνιο τόξο
ήτανε δικό της;

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2006

Από “Το γράμμα που λείπει”
και που κανείς δεν το χει βρει ακόμα.
Επειδή έτσι θα επιθυμούσα να αλλάξω χρονιά....
Νάστε καλά και στο φως πάντα...