Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Ζαριά που καταλύει το τυχαίο

“Οι εραστές της γραφής” της Πασχαλίας Τραυλού, Εκδ. “Ψυχογιός”

“Ομολογώ ότι φοβάμαι κάθε φορά που γράφω. Όπως φοβάμαι και κάθε φορά που ερωτεύομαι. Φοβάμαι την αρχή του πάθους, το χρόνο που φθείρει, το τέλος που κάποτε έρχεται αναπόφευκτα. Φοβάμαι τις μάχες που πρέπει να δώσω με τις σκέψεις, με τις λέξεις και με τις σιωπές, επειδή ξέρω πόσο θα αλλάξω και τί θα μάθω από κάθε καινούργια “θυελλώδη σχέση” που αναπτύσσω με τη γραφή”.
Με την Πασχαλία- για λόγους που το... σύμπαν γνωρίζει, ή μάλλον η σοφή γραφή ή το πάνσοφο υποσυνείδητό μας γνωρίζει, συγγραφικά, συναντιόμαστε συχνά τελευταία.
Παρουσίασε την αιώνια επιστροφή μου, αναφέρεται στο δοκιμιακό της βιβλίο σ' αυτήν, με τιμά με την πρόσκλησή της απόψε στο πάνελ, ενθουσιάστηκα με το ειλικρινές, τολμηρό, και γοητευτικό της καινούργιο βιβλίο.
Με συγκινούν πάντοτε οι συγγραφείς που μας ανοίγουν το εργαστήρι τους. Απολαμβάνω βουλιμικά οτιδήποτε έχει να κάνει με τους αρμούς της γραφής, το γιατί και το πώς δεν έχει πάψει ποτέ να με απασχολεί, και το κίνητρο είναι εκείνο που σε εξαντλεί ή και σε σώζει.
Η Πασχαλία, υπογράφοντας αυτό το βιβλίο, αποδεικνύει πως φλέγεται. Εξάλλου το δηλώνει ήδη απ' τον τίτλο “Οι εραστές της γραφής”, η λογοτεχνία είναι έρωτας.
Ξεκινά ήδη απ' το μότο, με Εμπειρίκο, επίσης φλεγόμενο: “πάρε τη λέξη μου, δώσ' μου το χέρι σου...”, αναζητά στις σελίδες όλα εκείνα τα ορατά και αόρατα συστατικά, φανερά και άδηλα που δημιουργούν και συντηρούν αυτό το ασίγαστο, αφύσικο πάθος: γιατί γράφουμε, πού έχει τις ρίζες η ιστορία, πώς μεγαλώνουν κι ανθίζουν μετά τα κλαδιά. Πόσο είναι έμπνευση και πόσο χειρωνακτική, πειθαρχημένη εργασία. Πόσο υπάρχει η προσωπική μας αλήθεια μας και πόσο ακολουθούμε ή δεν ακολουθούμε τους χάρτινες ήρωες υποτασσόμενοι σοφά. Ποιος ο ρόλος των συνειρμών ως ζωτικό νήμα στο έργο. Ποιος ο ρόλος της μόδας, του βιβλίου ως πολιτισμικό προιόν, οι αγκυλώσεις της κριτικής και της αναγνωστικής ηθικής, η παθογένεια του συγγραφέα εσαεί αυτοαναλυόμενου.
Υπαινισσόμενη αυτό που όλοι ψυχανεμιζόμαστε ότι το μεγάλο έργο – όπως έχει πει ο Ντοστογιέφσκι προσεγγίζεται με ταπείνωση, όπως και κάθε τι αληθές έξω από τον μικρόκοσμό μας, η Πασχαλία Τραυλού, αναζητά το λογοτεχνικό νήμα στα κείμενά της αλλά και στους άλλους. Αποδεικνύοντας ό,τι με ό,τι είμαστε γράφουμε και διαβάζουμε, και ότι ναι μεν οι κανόνες υπάρχουν για να τους καταλύουμε, με την διαφορά ό,τι θα πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε αυτούς τους κανόνες.
Στις σελίδες της, φυσικά ο Εκο ο οποίος πρώτος ισχυρίστηκε ότι το αληθινό έργο τέχνης πρέπει πρωτίστως να παράγει συγκίνηση, ο Μονταίν, ο Μπρετόν, ο Λεβί στρως, ο Βερνάν, ο Μαρκήσιος ντε Σαντ και η Σέλλει. Αλλά και η Βιρτζίνια Γουλφ. Ο Ι Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Καρυωτάκης, η Φακίνου, ο Ξανθούλης και η Πόλυ Μηλιώρη. Τα μεγάλα έργα που άντεξαν στον χρόνο και οι συγγραφείς που υπερέβησαν τον δικό τους σκοτεινό εαυτό με ένα ολόφωτο έργο. Υπενθυμίζοντάς μας ότι “η τέχνη δεν είναι ούτε ερασιτεχνική ούτε επαγγελματική ενασχόληση, αλλά αποτελεί ζωτική ανάγκη”.
Εξάλλου, κάθε γνήσιο έργο τέχνης όπως υπογραμμίζει από κάποιο σημείο και μετά κάνει τα του εαυτού, παραπέμποντάς με στην Κατά Κούντερα άποψη που αφορά του Τολστόι το αριστούργημα την Άννα Καρένινα:
“Η τελική μορφή του μυθιστορήματος είναι πολύ διαφορετική, αλλά δεν πιστεύω πως ο Τολστόι είχε στο μεταξύ αναθεωρήσει τις ιδέες του περί ηθικής. Θα έλεγα μάλλον ότι, κατά τη διάρκεια της συγγραφής, άκουγε μιαν άλλη φωνή κι όχι εκείνη της προσωπικής του πεποίθησης περί ηθικής. Άκουγε αυτό που θα ονόμαζα σοφία του μυθιστορήματος”.

Με οικονομία σοφή και δομή μαθηματική, αλλά με γλώσσα άκρως λογοτεχνική η συγγραφέας φωτίζει την δική της γραφή αλλά και την γραφή εν γένει. Υπενθυμίζοντάς μας εκείνο που όλοι γνωρίζουμε αναγνωστικά, το ότι η ανάγνωση ενός βιβλίου αποτελεί, τελικά, μια συνάντηση. Κι εμείς, έτοιμοι ή ανέτιμοι γι' αυτήν. Εξάλλου ας μη ξεχνάμε πόσοι συγγραφείς έχουν συναντηθεί με το αναγνωστικό τους κοινό πολύ κατόπιν εορτής. Όπως και νάχει, εκείνο που παραμένει είναι ότι μια μεγάλη ιστορία είναι δυνατόν και να αποτελεί “την ζαριά που καταλύει το τυχαίο”: «Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι πρέπει να διαβάζουμε μόνο βιβλία που μας δαγκώνουν και μας τσιμπούν. Αν το βιβλίο που διαβάζουμε δεν μας ταρακουνά βίαια σαν γροθιά στο κεφάλι, τότε γιατί να μπούμε καν στον κόπο ν’ αρχίσουμε να το διαβάζουμε; Αυτό που χρειαζόμαστε είναι βιβλία που μας γρονθοκοπούν σαν την πιο οδυνηρή συμφορά, σαν τον θάνατο κάποιου που αγαπάμε περισσότερο κι από τον εαυτό μας, που μας κάνουν να αισθανόμαστε σαν να μας έχουν εξορίσει στα άγρια δάση, μακριά από κάθε ανθρώπινη παρουσία, σαν αυτοκτονία. Ένα βιβλίο πρέπει να είναι ο πέλεκυς για την παγωμένη θάλασσα που κουβαλάμε μέσα μας. Αυτό πιστεύω εγώ».
Αυτά πιστεύει ο Alberto Manguel στην περίφημη «Ιστορία της ανάγνωσης», και ξέρω τι θα μου πείτε, δεν ζούμε σ' αυτή την εποχή, αλλά ένα λογοτεχνικό έργο δεν έχει εποχή, κι όπως σοφά έχει πει ο Μπόρχες μπορεί και η ιστορία να μην είναι καν μέσα μας, αλλά κάπου εκεί στο σύμπαν και να μας περιμένει.

Αλλ’ ούτε λόγος, αναγνωστικά, συγγραφικά και κριτικά, θα πρέπει να είσαι σε θέση να ρισκάρεις τα πάντα, ν’ ανοιχτείς ακόμα και σε μη οικείες αλλ' εν τούτοις σ’ αληθινές (γι’ αυτό και επικίνδυνες ή λυτρωτικές) αναγνώσεις. Το άγνωστο απαιτεί ρίσκο, και οι αναγνώσεις. Μύηση και ανοιχτή ψυχή. Στο σίδερο ο πέλεκυς θα πέσει αδίκως. Για να μας συμβεί κάτι, θα πρέπει να το θελήσουμε κι εμείς, για να μας συγκινήσει, να είμαστε ήδη ανοιχτοί. «Σε κλειδωμένες ψυχές ο Θεός δεν εισχωρεί, δεν παραβιάζει» (Πορφύριος), έτσι κι ένα βιβλίο, κι ας είναι όλη η σοφία του κόσμου εκεί!
Προτού ευχαριστήσω την Πασχαλία για την υπέροχη μελέτη της και την μεγάλη τιμή, επιτρέψατέ μου- επειδή ακριβώς ανήκω στο μεταίχμιο του ανθρώπου που κρίνει και κρίνεται- να αναφερθώ κάπως επιγραμματικά σ' αυτό που μας καίει, το κίνητρο.
Εξάλλου, σ' όλους φαντάζομαι είναι και γνωστό και κατανοητό.
Αυτό που προέχει, είναι το κίνητρο. Στα πάντα. Στην αμαρτία. Στο έγκλημα. Στην εξέλιξη. Στις επιδιώξεις. Στις επιλογές. Και στη συγγραφή.
Έτσι η συγγραφέας Μάργκαρετ Ατγουντ μάζεψε κίνητρα. «Συνομιλώντας με τους νεκρούς». Δηλαδή με τους συγγραφείς που αγάπησε. Τα φαντάσματά της. Τους μελλοντικούς της ήρωες που θα ζωντανέψει. Και ιδού μερικά… κίνητρα απ’ αυτά, και το προσωπικό. Τα αποκαλύπτουν οι ίδιοι οι συγγραφείς στο ερώτημα «γιατί γράφω»:
Για να καταγράψω τον κόσμο όπως είναι. Για να καταγράψω το παρελθόν προτού λησμονηθεί. Για να ανασκάψω το παρελθόν επειδή λησμονήθηκε. Για να ικανοποιήσω την επιθυμία μου για εκδίκηση. Επειδή ήξερα πως έπρεπε να συνεχίσω να γράφω αλλιώς θα πέθαινα. Επειδή να γράφεις σημαίνει να αναλαμβάνεις ρίσκα, και μόνον έτσι γνωρίζουμε ότι είμαστε ζωντανοί. Για να παράγω τάξη από το χάος. Επειδή με ευχαριστεί. Για να εκφράσω την ανέκφραστη ζωή των μαζών. Για να κατονομάσω το μέχρι τούδε ακατανόμαστο. Για να κοροιδέψω τον Θάνατο. Επειδή η δημιουργία σε εξομοιώνει με το Θεό. Για να αρέσω στις γυναίκες γενικά. Για να ευχαριστήσω και να ψυχαγωγήσω τον αναγνώστη. Για να φανώ πιο ενδιαφέρων απ’ ότι ήμουν στην πραγματικότητα. Για να επιβιώσω και μετά θάνατον. Για να βγάλω λεφτά και να χλευάσω αυτούς που πριν χλεύαζαν εμένα. Για να εκτονώσω την αντικοινωνική μου συμπεριφορά. Γιατί η ιστορία στοίχειωσε μέσα μου και δεν με άφηνε στην ησυχία μου. Για να μιλήσω για αυτούς που δεν μπορούν να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Για να επιδιώξω να με κατανοήσει ο αναγνώστης και ο εαυτός μου. Για προσωπική έκφραση. Για προσωπική ευχαρίστηση. Για να επιστρέψω κάτι από αυτό που δόθηκε. Για να μιλήσω με τους νεκρούς…
Το κίνητρο είναι εκείνο που θα καθορίσει πολλά στη συνέχεια: ποιότητα, αισθητική, ειλικρίνεια, πάθος, ματαιοδοξία, ύφος…
Αλλά αυτό το κίνητρο, εν τέλει, είναι και αναγνωστικό. Πως θα μπορούσε, εξάλλου, να γίνει διαφορετικά. Αυτά τα δύο είναι «σε σχέση». Κατά συνέπεια θα πρέπει να ψάξουμε να βρούμε γιατί διαβάζουμε εμείς: Για να μαθαίνω. Για να βαθαίνω. Για να ανακαλύπτω. Για να καταλαβαίνω. Για να κρίνω. Για να ταξιδεύω. Γιατί με ευχαριστεί. Γιατί με ένα βιβλίο ανακαλύπτω εμένα. Ανακαλύπτω τους άλλους. Τη ζωή.
Γιατί επικοινωνώ. Γιατί έτσι πρέπει. Γιατί με παρηγορεί. Με ασφαλίζει. Γιατί είναι must. Γιατί με ένα βιβλίο ξεχνιέμαι. Για σκοτώσω την ώρα μου. Κι επίσης, αυτό το κίνητρο είναι που καθορίζει πολλά.

Κι η Πασχαλία Τραυλού, λοιπόν, μ' αυτό το εξαιρετικό της βιβλίο φωτίζει διπλά και το συγγραφικό και το αναγνωστικό κίνητρο. Πασχαλία μου, σ' ευχαριστώ για την αναγνωστική απόλαυση και την τιμή, καλοτάξιδη και σου εύχομαι καλοτάξιδες ιστορίες για την ψυχή σου, τους αναγνώστες για για τον χρόνο.
Σας ευχαριστώ όλους.

Από την παρουσίαση του δοκιμίου “Οι εραστές της γραφής” της Πασχαλίας Τραυλού στο Καφέ Έναστρον